Τρίτη, 4 Ιανουαρίου 2011

Οι “παρατυπίες” του Pirandello

Η πόρτα του σύμπαντος έχασκε ανοιχτή, όπως ήταν δηλαδή πάντα, απ’ την αρχή της δημιουργίας. Ψυχές πήγαιναν κι έρχονταν, παρ’ όλη αυτή την κοσμοσυρροή όμως, ο παράδεισος παρέμενε βουβός, αμόλυντος απ’ την παρουσία της ζωής.
«Κουράστηκα πια όλη μέρα μ’ αυτά τα σούρταφέρτα», είπε μια μέρα ο θάνατος, αυτός δηλαδή που μεσολαβούσε για να γυρίσει η ψυχή πίσω. Ένας άγγελος τον χτύπησε συναδελφικά στην πλάτη; «έτσι είναι η ζωή φίλε μου», είπε, «άλλος αυτό, άλλος εκείνο, ο καθένας όλο και κάτι πρέπει να κάνει σ’ αυτή τη ζωή».
«Εγώ κουράστηκα, ο κόσμος δε θέλει να με δει, όλοι κάνουν ό,τι μπορούν να μ’ αποφύγουν… λες και φταίω εγώ, εγώ θέλω να τους πεθαίνω;»
«Μην τους συλλογίζεσαι», είπε ο άγγελος, «δεν ξέρουν».
«Μα πώς δεν ξέρουν; Όλο οι ίδιοι, πάνω – κάτω, δε φταίω εγώ που ‘ναι έτσι τα πράγματα, μακάρι να μπορούσα να τους παρατήσω, να ζούσαν κι αυτοί αιώνια, να ‘χα κι εγώ την ησυχία μου… αλλά δυστυχώς, εγώ είμαι αναγκασμένος να τους παίρνω τη ζωή και αυτοί να με καταριόνται. Αλλά δεν είναι σωστά πράγματα αυτά».
«Θα περιμένω πολύ ώρα;», ρώτησε ο Pirandello που περίμενε όλη αυτή την ώρα στην ουρά, «δεν υπάρχει κάποιος να βάλει μια τάξη εδώ πάνω;»
Ο αρμόδιος άγγελος αναστέναξε και γύρισε στο γραφείο του. «Τι να κάνουμε κύριε; Δε βλέπετε τι γίνεται;», είπε.
«Αν δε μπορείτε να κάνετε τη δουλειά σας να δηλώσετε παραίτηση», είπε ο Pirandello, «και τέλος πάντων, τι χρειάζονται όλες αυτές οι διαδικασίες;»
«Ελάτε κύριε», είπε ο άγγελος, «έχουμε την ταλαιπωρία μας έχουμε κι εσάς να διαμαρτύρεστε… θέλετε ν’ αλλάξουμε θέση;»
«Εγώ δεν επέλεξα να γίνω άγγελος κύριε», έκανε ο Pirandello. Μετά γύρισε και ρώτησε όλους εκείνους που στέκονταν μαζί του στην ουρά: «εσείς κύριοι… είναι κάποιος από ‘σας που δεν ξέρει τη διαδικασία;»
Απ’ την ουρά ακούστηκε ένα αρνητικό μούγκρισμα και οι διαμαρτυρίες εντάθηκαν.
«Σας παρακαλώ», έκανε ο άγγελος, «κι εμείς υπάλληλοι είμαστε, δεν μας αρέσει ούτε να σας βάζουμε να περιμένετε, ούτε το κάνουμε για να ταλαιπωρείστε, έτσι είναι τα πράγματα. Κανείς δε μπαίνει, ή δε βγαίνει απ’ τον παράδεισο δίχως άδεια, αυτό είναι νόμος».
«Υποτίθεται πως εδώ είναι παράδεισος όμως κύριε, κανονικά εδώ έπρεπε να πηγαίνουν όλα ρολόι και να ‘μασταν όλοι ευχαριστημένοι, ουρές είχαμε και αλλού», είπε μια γυναίκα αγανακτισμένη κι αυτή.
«Ορίστε κυρία μου», είπε ο άγγελος και πήρε την αίτηση της κυρίας… «μμμμ, πεθάνατε πριν πέντε χρόνια και θέλετε να επιστρέψετε, διότι, λέει εδώ, διότι έχετε λέει υποχρεώσεις που δεν προλάβατε να… μάλιστα, λυπάμαι κυρία μου, δεν έχετε την απαραίτητη παραμονή, το λιγότερο που χρειάζεται είναι δέκα χρόνια, πρώτη φορά επιστρέφετε;»
«Δεν επιστρέφω πρώτη φορά», είπε η κυρία, «αλλά υπάρχει πραγματικά λόγος, δε θα το ζήταγα αν δεν υπήρχε λόγος».
«Ναι, ναι, ξέρω» έκανε ο άγγελος, «όλοι το ίδιο λένε». Στράφηκε μετά στον συνάδελφο δίπλα του που έβαζε τις σφραγίδες των εισερχομένων: «μα τι σου ‘ναι αυτοί οι άνθρωποι, όλοι θεωρούν ότι δεν τους έφτασε ο χρόνος και θέλουν να γυρίσουν πίσω να παιδεύονται». Ο συνάδελφος χαμογέλασε και συνέχισε τη δουλειά του. Ο άγγελος των εξερχομένω στράφηκε πάλι στη γυναίκα: «δεν σας καταλαβαίνω», της είπε, «πέντε χρόνια εδώ και δε μάθατε πως τίποτα δεν έχει τελικά σημασία;»
«Δεν σας αφορά αυτό κύριε», είπε η γυναίκα, «πώς μπορείτε εσείς να παίρνετε αποφάσεις για το τι είναι σημαντικό, ή όχι στη ζωή του καθενός; Ποιος σας έδωσε τέτοιο δικαίωμα;»
«Δε θα μας πείτε εσείς κυρία μου πώς θα κάνουμε τις δουλειές μας», είπε ο άγγελος, «η αίτησή σας απορρίπτεται», και της πέταξε πίσω τα χαρτιά, «ο επόμενος παρακαλώ».
Η γυναίκα πήρε τα χαρτιά της απειλόντας Θεούς και δαίμονες και έφυγε. Ο Pirandello έκανε ένα βήμα μπροστά. «Είτε το θέλετε, είτε όχι, εγώ θα επιστρέψω», είπε, οπότε πείτε μου που υπογράφω να φεύγω».
Ο άγγελος μόρφασε βαριεστημένα, κάθε μέρα παρουσιαζόταν κι ένας τρελός που ήθελε ν’ αλλάξει το σύστημα, «μα πώς ήταν δυνατόν να σκέφτονται έτσι αυτοί οι άνθρωποι; Τόσο όρνια λοιπόν;»
«Λοιπόν; Θα περιμένω πολύ γι’ αυτή την παλιουπογραφή;», ρώτησε ανυπόμονα ο Pirandello.
«Και ποιος νομίζετε πώς είστε κύριε; Από ‘δω δε φεύγει κανείς αν δεν το πω εγώ», ύψωσε τη φωνή του ο άγγελος.
«Ωραία λοιπόν», είπε ο Pirandello, «με άδεια, ή χωρίς άδεια, εγώ έφυγα». Δρασκέλισε μετά την πόρτα του παραδείσουαφήνοντας πίσω του τον άγγελο να ωρύεται: «είναι θέμα τάξης», φώναζε, «δε γίνεται να κάνει ο καθένας ό,τι θέλει, έτσι θα το κάνουμε μπάχαλο».