Παρασκευή, 29 Ιανουαρίου 2010

Ο Μπαμπινιώτης κι ο pirandello

«κορβανάς», διάβασε ο pirandello, «αρχική σημ. «ο θησαυρός του ναού στην Ιερουσαλήμ, παλιά ιστορία δηλαδή». Αναστέναξε και συνέχισε: «πβ. Ματθ. 27, 6: Οι δε αρχιερείς λαβόντες τα αργύρια ειπον ουκ εξεστιν βαλεϊν αυτά εις τον κορβανάν, έπεί τιμή αίματος εστί») < κορβάν < εβρ. qorbin «προσφορά, δώρο… πράγμα που σημαίνει πως θα φτύσουμε αίμα γι’ αυτό το κωλοταμείο».
Συνέχισε να ξεφυλλίζει μετά μανίας τον Μπαμπινιώτη: «Σπέκουλα, σπρεντ… όλο καινούργιες λέξεις. Ξέρει δηλαδή ο κόσμος τι μας λένε;»
«Δεν ξέρω», είπα.
«Δε μιλάμε πια σαν άνθρωποι, αυτό ξέρω εγώ, γίναμε ταμιακές μηχανές».
«Τώρα που είπες ταμιακές, παίρνουν κάθε μέρα τηλέφωνο από τις Τράπεζες, τι να τους πω;»
«Να τους πεις να μη παίρνουν από απόκρυψη, αυτό να τους πεις».
«Μάλιστα», είπα.
«Και να πάρεις σπρέι. Θα γράψουμε απ’ έξω πως είμαστε υπερκαταναλωτικά γουρούνια».
«Να μη γράψω: Υπερκαταναλωτικά γουρούνια – Τραπεζίτες – Δολοφόνοι;»
Δεν πήρα απάντηση κι έκανα να φύγω.
«Να γράψεις κι αυτό που έλεγε κάθε πρωί ο πατέρας μου», είπε χωρίς να σηκώσει τα μάτια του απ’ τον Μπαμπινιώτη.
«Τι δηλαδή;»
«Αλήτες», είπε, «λεχρίτες, κερχανατζήδες, ρουφιαμπάσιδες».

Τρίτη, 26 Ιανουαρίου 2010

Το “κοπή τη πίτα” κι ο pirandello

«Ωραία, αστειευτήκαμε αρκετά», είπε ο pirandello. «Στην κοπή της πίτας των γυναικών της Ν.Δ, το φλουρί έπεσε τυχαία στην κυρία Σαμαρά. Οι αγρότες “εκθέτουν” προφανώς τα τρακτέρ τους για δωδέκατη μέρα σήμερα και το ραδιόφωνο λέει πως αυτό κοστίζει 200000000 στην Εθνική οικονομία. Το να μην κάνει τίποτα η κυβέρνηση είναι πάγια τακτική βέβαια των Ελληνικών κυβερνήσεων, ν’ αναγκαστεί ο κόσμος να διαμαρτυρηθεί και να βάλει τους “διαμαρτυρόμενους” στη μαύρη λίστα. Ωραίο κόλπο αλλά τα ξέρουμε αυτά. Αλλά κάποιος θα βρεθεί να τις κόψει όλες αυτές τις πίτες, δε μπορεί, εκεί το πάνε μήπως;»

http://www.youtube.com/watch?v=7RGW6oSd_po

Πέμπτη, 21 Ιανουαρίου 2010

Η “Επόμενη μέρα” κι ο Pirandello

«Έφερα να μελετήσουμε το ημερολόγιο των Μαγια», είπε ο pirandello. «Είμαστε ένα κλικ πριν την καταστροφή».
Εγώ κοίταζα με προσοχή τους χάρτες, τις δεκάδες πληροφορίες που ‘χε μαζέψει για το θέμα: «έχουν ενδιαφέρον όλα αυτά», είπα, «αλλά δε μπορεί να τα πιστεύεις;»
«Νομίζω πως έχουν βάλει σκοπό να το διαλύσουμε το μαγαζί», έκανε. «Και μπορεί να ήταν άλλος ο λόγος που εξαφανίστηκαν οι Μάγια, αλλά είχαν προβλέψει πως ο κόσμος θα χαθεί το2012 και δυστυχώς κατά ‘κει πάμε. Εννοώ την κρίση και τα ρέστα».
«Εγώ πάλι πιστεύω πως γίνεται ένα ξεκαθάρισμα, πώς δεν έχουμε να φοβηθούμε τίποτα και πως όλα θα πάνε μια χαρά αν αποδεχθούμε τη μοίρα μας και δεν κάνουμε υστερίες».
«Βρες μου πληροφορίες, πάρε προσφορές και ενημέρωσέ με», μου είπε. «Πρέπει ν’ αγοράσουμε ένα τρακτέρ».
«Τι θα το κάνουμε το τρακτέρ;», ρώτησα.
«Θα το παρκάρουμε. Σήμερα δεν μπορείς να διεκδικήσεις τίποτα αν δεν έχεις στη διάθεσή σου ένα τρακτέρ, είναι το όπλο του πολίτη».
«Μα αυτοί είναι αγρότες».
«Δεν ξέρω τι είναι, κάνουν ό,τι θέλουν όμως. Ας είμαστε μια φορά έστω με το μέρος των ισχυρών».
«Ωραία. Και πόσα λεφτά διαθέτουμε για το τρακτέρ;»
«Όσα χρειάζονται. Εν ανάγκη θα πουλήσουμε το αυτοκίνητο, τι το κάνουμε που έχουμε αυτοκίνητο;»
«Ωραία», είπα. «Τίποτα άλλο;»
«Τίποτα. Να είναι πράσινο και μεγάλο, να κάνει εντύπωση, δεν είσαι τίποτα σήμερα αν δεν κάνεις με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο εντύπωση».
«Και θα κατεβούμε στα μπλόκα;»
«Δε χρειάζεται, θα έρθουν κάποια στιγμή και εδώ. Θα το παρκάρουμε απ’ έξω και θα περιμένουμε να ‘ρθει η μέρα να ενταχθούμε στην αντίσταση».
«Διακρίνω κάποια ειρωνεία σε όλα αυτά;», ρώτησα.
«Μα τι άλλο να κάνεις φίλε μου», είπε, «όταν τους αγώνες των αγροτών ακούς πως τους σιγοντάρει ο Μαρκογιαννάκης;»

Τρίτη, 19 Ιανουαρίου 2010

Οι συμβουλές του Pirandello

Διαφωνούμε τελευταία πολύ με τον pirandello. Το πιο πρόσφατο ήταν το ότι ενώ εγώ επιμένω πως είμαι κάτι περισσότερο από αγενής ώρες – ώρες, αυτός με βρίσκει τουναντίον, μάλλον εξαιρετικά ευπροσήγορο.
«Δε φτάνει να βγάζεις αυτές τις αγριοφωνάρες που βγάζεις όταν σε πιάνει η υστερία σου», δήλωσε. «Δε χρειάζεται. Το μόνο που χρειάζεται είναι να λες αυτό ακριβώς που έχεις στο μυαλό σου, δίχως να υπολογίσεις το κόστος. Τον πιάνεις τον άλλο απ’ το μανίκι, τον ταρακουνάς και του λες: άκου εδώ σιχαμένε, αν με ξαναενοχλήσεις θα σου κόψω τ’ αρχίδια και θα σε βάλω να τα φας».
«Κι είσαι σίγουρος πώς θα καταλάβει αυτός ο άλλος;»
«Ε, του τα κόβεις τότε και βλέπουμε», είπε.
Μου φάνηκε τελικά καλή συμβουλή. Σήμερα μάλιστα, παρακολουθώντας σ’ αυτό εδώ το ρημάδι κάποιες πιέσεις ας πούμε που δέχθηκε κάποια φίλη από έναν άγνωστο – έχει ονοματεπώνυμο υποτίθεται – σκέφτηκα να της πω όσα είπαμε . Κι αυτή ας το χειριστεί όπως θέλει.

Πέμπτη, 14 Ιανουαρίου 2010

Οι “κλειστές” του Pirandello

«Pirandello», του είπα μια μέρα, «γιατί κάθεσαι όλη μέρα μέσα, γιατί δεν πας κάπου;»
«Να πάω πού;» εξεπλάγη.
«Δεν ξέρω, έξω, να βγεις μ’ έναν φίλο».
«Βγαίνουμε μαζί, αρκεί», έκανε.
«Δε σ’ ενδιαφέρει να γνωρίζεις ανθρώπους, να δεις και κάποιον άλλον βρε αδελφέ;»
«Καθόλυ όμως», είπε ξερά και παράτησα εκείνη τη μέρα την κουβέντα.
«Pirandello», του είπα πάλι ύστερα από καιρό, «θες να πάμε ένα σινεμά, ένα θέατρο;»
«Έχω δει αρκετά, δε λένε κάτι καινούργιο», απάντησε.
«Θες να πάμε έξω μήπως για φαγητό;»
«Γιατί; Δεν εχουμε ένα πολύ ωραίο φαγητό σήμερα;», είπε.
«Κοίτα«, του είπα, «δε γίνεται να περάσουμε όλη την υπόλοιπη ζωή μας κλεισμένοι εδώ μέσα, θα τρελαθούμε».
«Αποφάσισα να βγαίνω μόνο όταν πρόκειται για κάτι σημαντικό», είπε, «έγινε μήπως κάτι σημαντικό και δεν το πρόσεξα;»
«Όχι, δεν έγινε τίποτα. Αλλά η ζωή δεν είναι μόνο τα σημαντικά πράγματα, είναι κι η καθημερινότητα, το σούπερ μάρκετ, το να πας να πάρεις ντομάτες, το να πιείς ένα καφέ, να φας σ’ ένα καλό μαγαζί, να πας μια εκδρομή, δεν είναι να κάθεσαι εδώ μέσα και να παριστάνεις τον περίεργο».
«Δε σε καταλαβαίνω», μου είπε και μου έδειξε τα σκυλιά που έπαιζαν στον κήπο, «αυτά δεν πάνε πουθενά, σου φαίνονται δυστυχισμένα;»
«Μα είναι άλλο ο άνθρωπος, ο άνθρωπος έχει ενδιαφέροντα».
«Και ποιος σου ‘πε ότι εγώ δεν έχω ενδιαφέροντα; Επειδή δεν έχουμε τα ίδια ενδιαφέροντα δε σημαίνει πως δεν έχω, απλώς επιθυμώ διαφορετικά πράγματα».
«Και τι είναι αυτό που επιθυμείς τέλος πάντων;», ρώτησα.
Έμεινε για λίγο σκεφτικός. «Θα μπορούσα να σου δώσω μια οποιαδήποτε απάντηση», είπε, «θα το συνοψίσω όμως. Το όλο ζήτημα είναι θέμα αισθητικής, δε μ’ αρέσει όλο αυτό το σκηνικό που μου προτείνεις, δε μου λέει τίποτα, δε μ’ αρέσει να διαθέτω το μόνο που έχω, εμένα, σε πράγματα που δε μου λένε τίποτα. Τώρα αν αυτό το βρίσκεις περίεργο… μπορεί και να ‘ναι, τι να σου πω;»
Ούτε εγώ είχα τι να του πω βέβαια κι η συζήτηση σταμάτησε εκεί.

Δευτέρα, 11 Ιανουαρίου 2010

Ο επαγγελματικός προσανατολισμός κι ο Pirandello

«Λοιπόν καιρός είναι να κάνουμε και καμιά άλλη δουλειά», είπε ο Pirandello και μου ‘κανε νόημα να περιμένω. Γύρισε ύστερα από λίγο κρατώντας μια κρυστάλλινη σφαίρα, από ‘κείνες που λένε το μέλλον οι χαρτορίχτρες.
«Τι είναι αυτό;», ρώτησα γιατί βαριέμαι κάθε τόσο αυτές τις παραστάσεις.
«Θα σου πω το μέλλον σου», μου είπε.
«Δε θέλω ν’ ακούσω τίποτα για το μέλλον», είπα και το είπα με τέτοιο τρόπο που τον έκανα να παγώσει στην καρέκλα του.
«Καλώς», έκανε. «Θα σου πω τι σκέφτεσαι τότε», είπε.
Συνοφρυώθηκε και κοίταξε για λίγο με θεατρικό τρόπο τη σφαίρα… μετά είπε: «Βρήκα άκρη και μίλησα μ’ ένα χοντρέμπορο σήμερα, δηλαδή κάποιος άλλος το ‘κανε για ‘μένα. Του είπε πως το βιβλίο δεν θα έχει καμιά ελπίδα να ζητηθεί απ’ τους εμπόρους που το διανέμουν, αν και εφόσον δεν υπάρξουν κριτικές, δημοσιεύσεις που το προτείνουν… κι αφού είναι το πρώτο βιβλίο βέβαια, είπε.
Απ’ την άλλη έχω μερικές δεκάδες έργα απούλητα στο σπίτι μου για τα οποία πάλι πρέπει να μεσολαβήσει ένας χοντρέμπορος.
Συμπέρασμα: Στην Ελλάδα, την τέχνη τη διαμορφώνουν οι χοντρέμποροι. Κι από την έκφραση καταλαβαίνετε και για τι επίπεδο πρόκειται».
Άφησε τη σφαίρα στο τραπέζι: «Λοιπόν; Να το κάνω επάγγελμα;», ρώτησε.

Σάββατο, 9 Ιανουαρίου 2010

Ο Pirandello και η θάλασσα

Είχε φουσκοθαλασσιά σήμερα. Και σήμερα του ‘ρθε του Pirandello να κατέβει στην παραλία, να μιλήσει είπε με τα κύματα, τα ψάρια και τα πτηνά του ουρανού κι ανέβηκε καλού – κακού σ’ ένα μέρος που βλέπει κανείς τη θάλασσα από πάνω, σαν από μπαλκόνι. Δεν είχα τι να κάνω κι εγώ και τον πήρα από πίσω να δω τι θα ‘λεγε.
Στάθηκε λοιπόν για ώρα όρθιος κοιτάζοντας πότε πέρα τον ορίζοντα και πότε μπρος του, εκεί που σκάζανε τα κύματα, αλλά από μιλιά τίποτα. . Είχε υγρασία κι ο αέρας λες και θα σε σήκωνε, τον έβλεπα που δεν έκανε και τίποτα και του είπα πως φτάνει, να γυρίζαμε στο σπίτι, αλλά δεν κούναγε.
Όταν είδα πως είχε χάσει το χρώμα του ανησύχησα, «είσαι άρρωστος;», ρώτησα.
«Με πείραξε η θάλασσα», είπε και πιάστηκε από το κάγκελο. Κάναμε μαζί μεταβολή και πήραμε τον δρόμο για το σπίτι.
Δεν είχαμε κάνει δεκαπέντε μέτρα κι είχε ξαναβρεί το χρώμα του, «ξέρεις τι;», με ρώτησε.
«Τι;»
«Αν ήμουν ο Κολόμβος, δεν θα είχε ανακαλυφθεί ποτέ η Αμερική», είπε.

Κυριακή, 3 Ιανουαρίου 2010

Το κοινό αίσθημα κι ο Pirandello

Στη συζήτηση χθες ο pirandello εξομολογήθηκε πως πολύ τον πειράζει που μεγαλώνει και είπε πως καθόλου δεν του αρέσει να μιλάει για ηλικίες. «Αυτό είναι το κακό μαντάτο», είπε, «με το που αλλάζει ο χρόνος».
Όλοι οι άλλοι άλλαξαν αμέσως κουβέντα.
Τώρα το πρωί που τον είδα πάλι μου είπε πως έκανε άσχημο ύπνο, πως είχε ενοχλήσεις με το στομάχι του και πως δεν είχε τέτοια θέματα παλιά.
«Μήπως παράφαγες;», ρώτησα.
«Ναι, παράφαγα», μου το γύρισε, «επί τόσα συναπτά έτη».
«Δεν είναι λες ότι σε πειράζει το χοιρινό; Λες πως είναι τα χρόνια;»
«Δεν ξέρω πού να το αποδώσω, νοιώθω πολύ χάλια με το στομάχι μου από χθες όμως», είπε. «Ίσως φταίει κι η αλλεργία που έχω με τις γιορτές. Πέφτουν πολλές βλέπεις… κι εμείς γιορτάζουμε για ψύλλου πήδημα».
«Για στάσου», έκανα, «δεν είναι ψύλλου πήδημα η Πρωτοχρονιά».
«Ναι, αν δεν ήταν πριν τα Χριστούγεννα, μετά των Φώτων, μετά του Άη Γιαννιού και μετά του ποιος ξέρει ποιανού… κάθε μέρα γιορτή έχουμε».
«Ξέρεις κάτι;», του είπα, «έχεις ιδιοτροπέψει πολύ, σε λίγο δεν θα πατάει άνθρωπος εδώ μέσα».
»Μπα», έκανε. «Νομίζω πως εκφράζω το κοινό αίσθημα».

Παρασκευή, 1 Ιανουαρίου 2010

“Καλή χρονιά Pirandello”

Αφού είχαμε παρακολουθήσει ούτε κι εγώ ξέρω πόσες Πρωτοχρονιές όλη τη μέρα στην τηλεόραση, στις 12 παρά 1 περίπου, ο pirandello έσβησε όλα τα φώτα και βγήκε στον κήπο, να υποδεχθεί όπως είπε, τη νέα χρονιά. Σε κάτι τέτοια ζητήματα δε σηκώνει κουβέντα, είναι πολύ του εθιμοτυπικού, οπότε δεν του έφερα καμία αντίρρηση και τον ακολούθησα. Στις 12 ακριβώς η θέα απ’ το μπαλκόνι ήταν εξαιρετική καθώς δεκάδες βεγγαλικά έκαναν τη νύχτα – μέρα, ανοίγοντας τις βεντάλιες τους στον ουρανό. Ο Pirandello δίπλα μου χειροκροτούσε όλος χαρά. Εγώ απορούσα με το τόσο κέφι και περίμενα να τελειώσει πώς και πώς αυτό το πανηγύρι, να πάμε να φάμε επιτέλους σαν άνθρωποι και τέλος πάντων, όλα αυτά κάποια στιγμή τέλειωσαν.
«Ωραία δεν ήταν;», ρώτησε πηγαίνοντας προς την πόρτα.
«Καλά ήταν», είπα κι εγώ και στάθηκα δίπλα του.
«Θύμισε μου που θα τρώμε να σου πω για την Πρωτοχρονιά του 57», είπε χτυπώντας με στην πλάτη, «ήμασταν όλοι που λες μαζεμένοι… άντε λοιπόν, γιατί δεν ανοίγεις;», ρώτησε τρίβοντας τα χέρια του, γιατί την ψυχρούλα του την είχε.
«Δεν έχω κλειδιά», είπα, «νόμιζα πως πήρες εσύ».
Με κοίταξε με μάτια που λες και θα ‘βγαιναν από τις κόγχες τους, «δηλαδή… δηλαδή θες να πεις… πως μείναμε απ’ έξω;», ψέλλισε.
Δεν μπορούσα να πιστέψω πως είχαμε ένα ωραιότατο τραπέζι στρωμένο και θα καθόμασταν έξω να το κοιτάμε. «Ηρέμησε», είπα προσπαθώντας να κρύψω την απελπισία μου, «θα βρούμε μια λύση».
«Να υποθέσω πως ούτε κλειδιά αυτοκινήτου έχουμε, ούτε τηλέφωνο βέβαια», είπε ελπίζοντας ποιος ξέρει σε τι.
«Να βρούμε έναν κλειδαρά», είπα για να προλάβω την έκρηξη.
Τα σκυλιά ήρθαν και τρίφτηκαν στα πόδια μας.
«Από πού ήρθαν αυτά; Δεν ήταν μέσα;»
«Μέσα ήταν», πρόλαβα να πω ενώ εκείνος είχε κάνει μεταβολή κι είχε αρχίσει ήδη να τρέχει.
«Η πόρτα της κουζίνας», φώναξε, «αν υπάρχει Θεός μας λυπήθηκε».
Ύστερα από λίγο τσουγκρίζαμε τα ποτήρια μας. Δυο – τρία κούτσουρα καίγονταν στο τζάκι, κεράκια τρεμόπαιζαν στο γιορτινό τραπέζι κι η τηλεόραση έδειχνε σ’ επανάληψη show από άλλες Πρωτοχρονιές.
«Καλή χρονιά Pirandello», είπα.
«Καλή χρονιά», είπε. Αλλά είχε μια έκφραση σαν να μην το πολυπίστευε.
«Καλή θα είναι», επέμεινα.