Τρίτη, 28 Ιουνίου 2011

Τα γενέθλια του pirandello

«Κοίτα τι λέει εδώ», είπε ο Pirandello, «λέει ότι εγώ, ο Λουίτζι Πιραντέλλο, γεννήθηκα σαν σήμερα στις 28 Ιουνίου 1867 και πέθανα λέει στις 10 Δεκεμβρίου 1936. Και εκτός απ’ αυτό λέει ότι ήμουν Ιταλός δραματουργός, μυθιστοριογράφος και πως το 1934 μου απονεμήθηκε το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας. Δε γίνεται, θα τους κάνω μήνυση».

Παρασκευή, 24 Ιουνίου 2011

Αντικοινοβουλευτικός pirandello

«Και τι ακριβώς σκέφτεσαι να κάνεις;», τον ρώτησα. Εκείνος συνέχισε να βάζει πράγματα στη βαλίτσα του, ξυριστικά, σαμπουάν, σαπούνι με φύκια κι ένα σωρό άλλα άχρηστα. Τέλος έβαλε κι ένα ζευγάρι πάνινα. «Θα τα πάρεις κι αυτά;», ρώτησα.
«Γιατί μου κάνεις πάντα όλες αυτές τις ηλίθιες ερωτήσεις;», με ρώτησε. «Είναι προφανές».
«Τέλος πάντων», είπα κι έριξα μαύρη πέτρα, «πού σκοπεύεις να πας;»
«Να σου πω», είπε ο pirandello, «οπουδήποτε και να πήγαινα θα ήταν καλύτερα».
«Μήπως υπεκφεύγεις τώρα, μήπως δεν είναι κατάλληλη εποχή για διακοπές;»
«Μα δεν πάω διακοπές», είπε.
«Κι αυτά τι είναι; Για πούλημα;»
«Λες να βρισκόταν κανένας να τα αγοράσει;» ρώτησε.
«Όχι, δε νομίζω», είπα, «τι να κάνει ένα σαπούνι με φύκια όταν ακούει αυτά που ακούει. Αλλά αν δεν πας διακοπές τι είναι όλες αυτές οι ετοιμασίες; Μεταναστεύεις;»
«Περίπου. Μετακομίζω στο Σύνταγμα».
«Τι θα κάνεις εκεί; Εσύ δεν τα καταφέρνεις να ψήσεις καφέ, τι θα κάνεις στο Σύνταγμα;»
«Θέλω να ζήσω στον παλμό των γεγονότων», είπε, «να ενταχτώ».
«Να ενταχτείς πού; Στους αγανακτισμένους;»
«Σ’ αυτούς που θα σταθούν απέναντι στα πράγματα. Αλλάζει η ιστορία, αν δεν κατάλαβες»
Πήρε τη βαλίτσα και πήγε στην πόρτα. «Και θέλω να είμαι εκεί όταν γίνει», είπε. Άνοιξε μετά την πόρτα και έφυγε. Εγώ άνοιξα την τηλεόραση να δω τι γίνεται με το μεσοπρόθεσμο. Αλλά η ΔΕΗ έκοψε εκείνη την ώρα το ρεύμα.

Πέμπτη, 16 Ιουνίου 2011

Η «επικαιρότητα» του pirandello

«Όλο αχχ και αχ είσαι, τι αναστενάζεις;», τον ρώτησα. Εκείνος, μπροστά στην τηλεόραση να καπνίζει αρειμανίως, ν’ αλλάζει κανάλια και να χειρονομεί, ξέρετε πώς.
«Να μαλάκα», ή «στα τσακίδια κωλοηλίθιε», ή που και που απευθυνόμενος σε ‘νένα: «καλά για τι μας έχει; Δεν του είπε κανείς πως κι η βλακεία έχει κι αυτή τα όριά της;» και μετά πάλι στην τηλεόραση: κοίτα, κοίτα, δεν είναι ούτε πενήντα άνθρωποι. Τι είδους αστυφύλακες είναι αυτοί; Σε ποιον πετάνε τα χημικά, στον κόσμο;»… κι άλλα τέτοια, όλη μέρα.
«Δεν κατάλαβα, με ποιον τα ‘χεις ακριβώς;», ρώτησα.
«Μ’ όλους. Μ’ αυτόν που νομίζει πως παίζει Μονόπολη, με τους παπάρες τους δημοσιογράφους που κοιτάνε προς τα πού θα γείρει η βάρκα, με τους μπάτσους που παίρνουν 3 κι 60 και βαράνε τον κόσμο, με τους κουκουλοφόρους που βάζουν πλάτη σ’ αυτό το θέατρο, με τον κόσμο που δε φτύνει να τους πνίξει… με όλους».
«Τι να σου κάνει ο κόσμος, είδες, καθάρισαν και την πλατεία».
«Ναι, νοικοκύρηδες. Τους άλλους να δω πότε θα τους νοικοκυρέψουν».
«Γιατί τα βλέπεις;»
«Γιατί φτάνει με τα στραβά μάτια, ή τώρα ή ποτέ, γι’ αυτό».
«Θα κάνει λέει ανασχηματισμό».
«Μωρέ δεν πάει να κάνει και ανασκολοπισμό… ως εδώ ήταν, τελείωσε».
«Μην είσαι τόσο αισιόδοξος, θα τα βρούνε και θα μας τη φορέσουν πάλι, δεν ακούς τον Χατζηνικολάου;»
«Είπε ο Χατζηνικολάου αυτό το πράγμα;»
«Όχι, τα λέει απ’ έξω - απ’ έξω κι αυτός».
«Στις 1538 μονάδες τα σπρεντ, άκουσες;»
«Έχει και τα γενέθλιά του ο λεγάμενος».
«Ναι, να του κάνουμε και δώρο».
«Τι δώρο;»
«Θα σου έλεγα τι δώρο».
«Για τον ανασχηματισμό;»
«Μη μου μιλάς γι’ αυτόν, φουντώνω».
«Ποιους λες να βάλει;»
«Παραιτήθηκε ο Φλωρίδης, άκουσες; Έστειλε επιστολή. Τον είχε λέει για τον ανασχηματισμό».
Την κάνουν ένας - ένας», είπε και μου 'κανε νόημα να βάλω καφέ.

Σάββατο, 4 Ιουνίου 2011

Τα προβλήματα του pirandello

«Από κιλά δεν έχω πάρει και τόσα», είπε ο pirandello και κατέβηκε απ’ τη ζυγαριά. «Έκανα επίσης εξετάσεις και δε μου βρήκαν τίποτα και αναρωτιέμαι: γιατί τότε νοιώθω τόσο άσχημα;»
«Θες να σου πω εγώ;», ρώτησα.
«Όχι, αλλά δεν έχω λόγο που νοιώθω έτσι και ανησυχώ».
«Γιατί ν’ ανησυχείς; Αφού δεν έχεις τίποτα».
«Μπορεί να ‘χω κάτι που δε φαίνεται… εσύ τους εμπιστεύεσαι όλους αυτούς τους σκιτζήδες;»
«Αν είναι ανάγκη… αλλά δε βλέπω κάποια ανάγκη».
«Νοιώθω ένα φόβο. Δε μ’ αφήνει να κοιμηθώ».
«Όλοι φοβούνται κάτι».
«Υποτίθεται πως εγώ τα ‘χω ξεπεράσει αυτά, πως δε με νοιάζει».
«Και στην πράξη είναι αλλιώς;»
«Ναι… μάλλον».
«Να το ξεπεράσεις. Δεν είναι του στυλ σου».
«Φοβάμαι πως πάει κι αυτό… πως δε μου απέμεινε τίποτα πια».
«Έχεις τον φόβο».
«Σωστό κι αυτό. Αλλά δεν είναι σκύλος. Και τι μπορεί να κάνει κάποιος με τον φόβο; Δεν οδηγεί πουθενά… απλώς φοβάσαι… κι όλο κλείνεσαι και περισσότερο, δε μιλάς, δεν έχεις φίλους, δε βγαίνεις… δεν είναι ζωή αυτή».
«Υπάρχουν και χειρότερα, δεν έχεις τίποτα».
«Πρέπει λες να μάθω να ζω με τον φόβο;»
«Ναι… μάλλον».
«Δε με βοηθάς. Θα ‘πρεπε να μου πεις να μη φοβάμαι, να μου δώσεις κουράγιο».
«Δε θα με άκουγες. Πάντα κάνεις του κεφαλιού σου».
«Έχεις δίκιο, μόνος μου πρέπει να βρω τι θα κάνω μ’ αυτόν τον φόβο. και πρώτα και καλύτερα να συνειδητοποιήσω τι είναι ακριβώς αυτό που φοβάμαι».
«Ναι, αυτή είναι μια καλή αρχή».
«Να, φοβάμαι πως θα ‘ρθουν και όλο και χειρότερες μέρες… και δε μπορώ να ευχαριστηθώ το παρόν, φοβάμαι το αύριο».
«Ξέρω, όλοι αυτό φοβούνται».
«Και; Τι θα ‘λεγες αν ήσουν γιατρός;»
«Δεν είμαι γιατρός».
«Ναι βρε παιδί μου, σαν φίλος… τι θα ‘λεγες σε μια τέτοια περίπτωση;»
«Να ερωτευτείς μάλλον. Όταν ερωτεύεται ο άνθρωπος ξεχνάει τον φόβο».
«Να ερωτευτώ; Πώς;»
«Κανονικά δεν το ρωτάει κάποιος αυτό, απλώς ερωτεύεται».
«Ξέρω. Κι αν δε μπορεί;»
«Δεν ξέρω, έχει άλλα προβλήματα φαντάζομαι».
«Ευχαριστώ, με βοήθησες».
«Δηλαδή δε θα φοβάσαι πια;»
«Όχι… ή… δεν ξέρω. Έχω άλλα προβλήματα τώρα».