Τετάρτη, 31 Μαρτίου 2010

Τα “μπινελίκια” του pirandello

«Ποιοι ήταν τελικά αυτοί οι έχοντες και κατέχοντες;», είπε βαρώντας το χέρι του στο τραπέζι ο pirandello, «το κέρατό μου μέσα, δε βλέπω να γίνεται λόγος για πολιτικούς, τραπεζίτες, χρηματιστές, όλους εκείνους δηλαδή που οδήγησαν την κατάσταση εκεί που είναι σήμερα. Γιατί η κυβέρνηση δεν πιάνει από ‘κει το κουβάρι; Θες να σου πω; Γιατί δεν έχει σκοπό βέβαια να φορολογήσει κανέναν απ’ αυτούς, ή άλλους, όπως την εκκλησία. Και φυσικά δε θα βγούμε από κανένα αδιέξοδο έτσι, με το να φορολογεί μισθοσυντήρητους και συνταξιούχους. Γιατί δεν εκποιεί μέρος της δημόσιας περιουσίας; Γιατί βάζει στην άκρη το θέμα του κλήρου; Λόγω Πάσχα;»

Παρασκευή, 26 Μαρτίου 2010

Τα “πουλάκια” του pirandello

«Επιτέλους», φώναξε ο Pirandello, «τα βρήκανε τα πουλάκια μου».
«Πουλάκια; Η Μέρκελ κι ο Σαρκοζί; Πουλάκια;»
«Ναι», είπε ο Pirandello. «Κι από σήμερα θα το γιορτάζουμε επίσης σαν εθνική μας επέτειο, πώς σου φαίνεται;»
«Στο Αμήν πάντως», είπα, «στο παραπέντε».
«Κάπως έτσι θα γινότανε», είπε ο Pirandello και χαμήλωσε τον ήχο στην τηλεόραση, «έλα να φάμε τώρα, μ’ όλη αυτή την αγωνία μου άνοιξε η όρεξη».
«Ήταν κόντρα ανάμεσα στις δύο χώρες, έτσι δεν είναι;», ρώτησα.
«Ναι, μωρέ, σιγά μη νοιάζει τους Ευρωπαίους αν έχουμε εμείς να φάμε. Κι εδώ που τα λέμε, ούτε εμένα θα μ’ ένοιαζε».
«Δηλαδή, δεν υπάρχει περίπτωση να το έκαναν απ’ την καλή τους την καρδιά;»
«Όχι παιδί μου», έκανε ο Pirandello, «το χρήμα δεν έχει καρδιά».
«Πάντως η λύση έσχατης ανάγκης που είπε η Μέρκελ, εμάς μας βολεύει, έτσι δεν είναι;»
«Πίσω έχει η αχλάδα την ουρά», ξεροκατάπιε ο Pirandello, «περίμενε ν’ ακούσουμε τον λογαριασμό πρώτα και το διασκεδάζουμε μετά. Αλλά φοβάμαι πως θα ‘ναι πάλι ο κούκος αηδόνι, τι να σου πω;»

Πέμπτη, 18 Μαρτίου 2010

Τα νέα μέτρα κι ο Pirandello

Βλέπαμε την Κατσέλη στον Παπαγιάννη. Η υπουργός προσπαθούσε να τον πείσει πως για την ώρα θίγονται μόνο οι μισθωτοί κι οι συνταξιούχοι γιατί δεν έχει εφαρμοστεί το δεύτερο σκέλος, αυτό που θα κατατεθεί σήμερα και αφορά τους φοροδιαφεύγοντες και τις φοροαπαλλαγές. Ο pirandello ήταν βαπόρι έτοιμο να φύγει, ξεκούμπωσε το παντελόνι κι άρχισε να πηγαινοέρχεται στο σαλόνι, να βγάζει χαρτιά απ’ το γραφείο, να κοιτάζει τις αποδείξεις, να κάνει γκριμάτσες και ν’ αναψοκοκκινίζει. Τον είδα που δυσανασχετούσε κι είπα να διασκεδάσω λίγο με την κατάσταση: «λοιπόν», είπα δήθεν αδιάφορα, «πώς τα βλέπεις τα πράγματα;»
«Είμαι τόσο πολυάσχολος τελευταία, που δεν προλαβαίνω να στενοχωρηθώ με τα γεγονότα».
«Εννοείς τα νέα μέτρα της κυβέρνησης;»
«Ναι, είναι και τα νέα μέτρα. Περισσότερο με κόβουν τα παλιά όμως».
«Ναι, είναι αλήθεια πως ούτε εγώ βλέπω φως από πουθενά. Και απορώ που όλοι πιστεύουν πως ο Παπανδρέου τα πάει εξαιρετικά καλά έξω».
«Μα εγώ δεν μιλάω για τον Παπανδρέου…»
«Και γιατί μιλάς τότε;»
«Πάχυνα. Με κόβουν τα παντελόνια».
Κατάλαβα ότι δεν τον ενδιέφεραν καθόλου τα νέα μέτρα, αλλά ήθελα ντε και καλά να του αποσπάσω μια γνώμη: «Κι όλα αυτά που λένε από τηλεοράσεως;», ρώτησα, «όλα αυτά περί στήριξης και τέτοια;»
«Παραμύθια της Χαλιμάς», είπε. «Δεν απομένει παρά να λύσουμε το ενεργειακό με τίποτα ιπτάμενα χαλιά».
«Εγώ λέω για τον δανεισμό, πού θα πάει αυτή η δουλειά;»
«Τα παραμύθια έχουν συνήθως αίσιο τέλος», είπε. «Αφού ξεπουλήσουμε ό,τι έχουμε και δεν έχουμε, θα μας πουν πως όλα πήγαν σύμφωνα με το σχέδιο… και ζήσαν αυτοί καλά και ‘μεις καλύτερα».

Κυριακή, 7 Μαρτίου 2010

Το "ξεκαθάρισμα" του pirandello

«Λοιπόν από τότε που άλλαξα γραμμή πλεύσης, μου πάνε όλα καλύτερα», είπε ο Pirandello ενώ πλήρωνε τον υδραυλικό.
«Ό,τι πεις εσύ μάστορα», έκανε εκείνος, τσέπωσε το εβδομηντάρη και μας χαιρέτησε. Εμείς ανασκουμπωθήκαμε και πιάσαμε να μαζεύουμε, εγώ σκούπιζα κι ο Pirandello τακτοποιούσε ό,τι σώθηκε ύστερα απ’ την πλημμύρα.
«Σκατοσωλήνες», είπα κάποια στιγμή, έξαλλος απ’ τα νεύρα μου, «ήταν ανάγκη να το πάθουμε τώρα κι αυτό;»
«Γιατί, τι άλλο πάθαμε;», ρώτησε εκείνος ατάραχος.
«Καταστράφηκαν όλα τα πράγματα», είπα, «τι άλλο έπρεπε να πάθουμε;»
«Αυτό δεν ήταν τίποτα», είπε. «Πες πως ήταν η ώρα ν’ αλλάξουμε μερικά πράγματα».
«Τώρα; Μ’ αυτή την κρίση; Πας καλά;»
«Εννοώ άλλα πράγματα, να κάνουμε ας πούμε μια νέα αρχή, ένα καλό ξεκαθάρισμα».
Ήμουν τα χάλια μου. Στεκόμασταν όρθιοι και γύρω – γύρω ήταν παντού κατεστραμμένα αντικείμενα, πίνακες, σχέδια, όλη η συλλογή μου ήταν για τα σκουπίδια.
«Και τι θα γίνει μ’ αυτά;», ρώτησα ανήμπορος να σκεφτώ.
«Θα περισώσουμε ό,τι μπορεί να σωθεί, τα άλλα πες πως τα πούλησες».
«Μα δεν είναι το ίδιο».
Πήγε και μου ‘φερε ένα φλιτζάνι καφέ. Ύστερα άναψε ένα τσιγάρο και μου το έδωσε.
«Θα κάνεις άλλα», είπε. «Και μια χαρά είμαστε. Τόσο καιρό δεν είχαμε τι άλλο να κάνουμε».