Πέμπτη, 23 Αυγούστου 2012

Η αίσθηση του χρόνου κι ο Pirandello.

Ο Pirandello μπήκε κατάκοπος και σωριάστηκε στην πρώτη καρέκλα που βρήκε. Μετά μου έκανε νόημα να του βάλω καφέ, δε μπορούσε καν να μιλήσει.
«Θα μου πεις τέλος πάντων τι έγινε;», ρώτησα αφού είχε πιει μια γουλιά καφέ και είχε αρχίσει να συνέρχεται.
«Κατάθλιψη, τι άλλο;», απάντησε ο Pirandello. «Όταν οι γιατροί δεν ξέρουν τι έχεις, σου λένε ότι έχεις κατάθλιψη».
«Καλά, αυτό είναι γνωστό, δε χρειαζόταν να μας το πει ο γιατρός», έκανα, «λύση στο πρόβλημά μας έδωσε;»
«Οι γιατροί δε δίνουν λύσεις, δεν είναι μαθηματικοί, αυτοί δίνουν χάπια. Χάπια και αποστασιοποίηση, μακριά από οτιδήποτε διαταράσσει την ψυχική ισορροπία».
«Αυτό είναι σωστό», είπα.
«Με το μέρος ποιανού είσαι τώρα εσύ;», φώναξε, «εγώ δήλωσα πως χάπια δεν παίρνω».
«Συμφωνώ», είπα. «Και καλά κάνεις».
«Δε γίνεται να κουβεντιάσουμε έτσι», είπε. «Ή θα συμφωνείς, ή θα διαφωνείς. Δε γίνεται και τα δυο».
«Μπορεί να συμφωνώ με κάτι και να διαφωνώ μ’ ένα άλλο, το άλλο που λες δε γίνεται».
«Μου πας συνέχεια κόντρα», είπε. «Γι’ αυτό δεν είμαι καλά».
«Πες μου τι θέλεις να κάνω και θα το κάνω», είπα εγώ, δεν ήθελα να τον εκνευρίζω. Εκνευρίζεται με οτιδήποτε όμως.
«Δε φταις εσύ», είπε. «Είναι η κατάσταση τέτοια. Μπορεί να φταίει και το φεγγάρι».
«Τι δουλειά έχει τώρα το φεγγάρι;», ρώτησα.
«Πώς…», έκανε, «επηρεάζει… όλες αυτές οι Πανσέληνοι».
«Δεν ήξερα πως πιστεύεις σ’ αυτά τα πράγματα».
«Δεν πιστεύω. Αλλά κάπου πρέπει να ρίξω το φταίξιμο».
«Γιατί δεν παίρνουμε τα μπαγκάζια μας στον ώμο να κάνουμε διακοπές; Γιατί δεν πάμε σε ένα νησί για παράδειγμα;»
«Νησί; Μα δε βλέπεις τι γίνεται; Δολοφονίες, ληστείες, φωτιές… πα πα πα πα, δε μπορώ τα μπλεξίματα».
«Τότε να καθίσουμε εδώ να βλέπουμε τηλεόραση», είπα, «έχει ένα σωρό επαναλήψεις.
«Άρα το σωστό είναι να ξαναβλέπουμε τηλεόραση», είπε.
«Εντάξει, να ξαναβλέπουμε».
«Μα δε μπορώ να κάνω συνέχεια τα ίδια», έκανε ο Pirandello, «χάνω την αίσθηση του χρόνου έτσι».





Τρίτη, 14 Αυγούστου 2012

Τα "άλματα" του pirandello.

«Πάει κι αυτός ο χρόνος», είπε ο Pirandello ενώ είχαμε καθίσει να φάμε καλαμαράκια σε μια ψαροταβέρνα στην παραλία.
«Μα αύριο είναι δεκαπενταύγουστος», είπα εγώ, «έχουμε άλλους έξι μήνες παρά δυο βδομάδες».
«Για ‘μένα τέλειωσε».
«Δεν σε καταλαβαίνω».
«Δεν καταλαβαίνεις γιατί κοιτάς τον χρόνο ημερολογιακά».
«Πώς θα έπρεπε να τον κοιτάω;»
«Με γεγονότα, τι μένει μέχρι την Πρωτοχρονιά πια;»
«Δεν ξέρω. Του Αγίου Δημητρίου τον Οκτώβριο, η εθνική επέτειος… μπορεί να κάνουμε ξανά εκλογές».
Τίποτα δεν είναι τόσο σημαντικό όσο μία Πρωτοχρονιά. Μετά όλα μπαίνουν στο ίδιο καλούπι μέχρι την επομένη. Στην ουσία δε ζούμε τίποτα ενδιάμεσα, σαν να κάνουμε άλματα, Πρωτοχρονιά του 10, του 11, του 12… σαν «χρονικοί άλτες».
«Τι θα πιούμε;»
«Μπύρα, τι άλλο;»
«Έχει ωραίο αεράκι απόψε», είπα. «Έχουμε άραγε δεύτερη πανσέληνο τον Αύγουστο;»
«Γιατί πηδάς απ’ το ένα θέμα στο άλλο;», ρώτησε ο Pirandello.
«Προπονούμε για την Πρωτοχρονιά», είπα εγώ.
«Τα καλαμαράκια σας κύριοι», είπε ο σερβιτόρος και ακούμπησε την παραγγελία στο τραπέζι.
«Ωραία είναι εδώ», είπε ο Pirandello ενώ τρώγαμε. «Να ξανάρθουμε».
«Μα πάντα εδώ ερχόμαστε», είπα εγώ.
«Το λέω επειδή δε θυμάσαι, από χρόνο σε χρόνο», είπε ο Pirandello αλλά το άφησα ασχολίαστο.

Τετάρτη, 8 Αυγούστου 2012

Οι μύγες του Αυγούστου κι ο Pirandello.

«Παρατηρώντας τη φυσική ροή των πραγμάτων - αναρωτιέμαι αν θα έπρεπε να πω τη φυσική ροή των θαυμάτων - βλέπουμε προφανώς κάτι μεγαλειώδες μεν αλλά απειροελάχιστο δε. Αυτό πρέπει να αποτελεί και την προσωπική μας θεώρηση. Πόσα δισεκατομμύρια είμαστε; Τόσες και οι προσωπικές θεωρήσεις αυτού που αποκαλούμε κόσμο και που θεωρούμε κοινό τόπο. Σαν την πολυεδρική όραση της μύγας, όπου κάθε έδρα αντιλαμβάνεται κάτι διαφορετικό. Με τη διαφορά ότι πρόκειται πάντα για κάτι απειροελάχιστο σε σχέση με το όλο. Αυτό δε λέει τίποτα βέβαια. Αποδεικνύεται όμως η συγγένεια μας με τις μύγες, κάτι είναι κι αυτό».
Και λέγοντας αυτά σήκωσε τη μυγοσκοτώστρα και την κατέβασε με δύναμη.
«Σκοτωνόμαστε μεταξύ μας», είπε μετά.

Σάββατο, 4 Αυγούστου 2012

Οι «ζήλειες» του Pirandello.

«Πώς να μην παρεξηγιέμαι;», φώναζε ο Pirandello, «πας και ανοίγεις δική σου επιχείρηση κι εγώ δεν ξέρω τίποτα και μου λες να μη παρεξηγιέμαι; Είναι δυνατόν;»
«Δεν καταλαβαίνω προς τι όλα αυτά τα νεύρα», είπα εγώ. «Δεν έχω δικαίωμα να περνάω όπως θέλω τον ελεύθερο χρόνο μου;»
«Να τον περνάς, δεν είπα να μην τον περνάς αλλά όχι σε βάρος της δουλειάς σου εδώ, αυτός ο Χάρρυ, είναι ανταγωνιστής, δεν το καταλαβαίνεις;»
«Ομολογώ πως όχι», είπα εγώ. «Ο Χάρρυ άλλωστε δεν εμφανίστηκε καν, εγώ βγήκα και είπα κάτι γι’ αυτόν».
«Μα αυτό ακριβώς είναι το θέμα, κάνεις δηλαδή τα ίδια που σε έμαθα εγώ».
«Ο Χάρρυ είναι ένα παιχνίδι. Όλοι παίζουν τέτοιου είδους παιχνίδια».
«Άλλο να παίζεις ένα παιχνίδι με προκαθορισμένους χαρακτήρες και άλλο αυτό. Πού ξέρεις τι θα κάνει αυτός ο Χάρρυ αύριο;»
«Το πολύ - πολύ να τα τινάξει όλα στον αέρα, τι άλλο να κάνει;»
«Δε μ’ ενδιαφέρει τι άλλο θα κάνει, ας κάνει ό,τι θέλει», είπε ο Pirandello. «Εκείνο που δε θέλω εγώ είναι να μπει ανάμεσά μας».
«Μην ανησυχείς», είπα, «ο Χάρρυ έχει αλλού το μυαλό του».
«Αυτό ακριβώς είναι που μ’ απασχολεί», έκανε ο Pirandello. «Εμείς πασχίσαμε να σταθούμε όρθιοι τόσα χρόνια, στηριχτήκαμε ο ένας στον άλλον. Και τώρα έρχεται κάποιος απ’ το πουθενά… τι διάολο έχεις να πεις εσύ μ’ ένα σχολιαρόπαιδο;»
«Ο Χάρρυ δεν είναι σχολιαρόπαιδο, το ‘χει τελειώσει το σχολείο».
«Ξέρεις ακριβώς τι θέλω να πω».
«Ωραία», είπα. «Και τι θέλεις να κάνω;»
«Δε θα σου πω εγώ τι να κάνεις, αλλά καλύτερα να τον ξεχάσεις. Έχουμε τόση δουλειά εδώ, δε θα σου περισσεύει χρόνος για παιχνίδια».
«Μπορώ να γράφω για τον Χάρρυ το βράδυ», είπα, «εκτός ωραρίου».
«Μα τι σ’ έπιασε μ’ αυτόν τον νεαρό; Αυτός δεν ξέρει να μιλάει».
«Από πού το διαπίστωσες αυτό;»
«Μα δεν είπε μια λέξη».
«Δε χρειάζεται», είπα. «Οι άλλοι καταλαβαίνουν».
«Ώστε θα συνεχίσεις; Είσαι αμετανόητος;»
«Μη μεγαλοποιείς τα πράγματα, ο Χάρρυ δεν είναι παρά μια ανάρτηση».
«Δηλαδή… θες να πεις… δεν υπάρχει;»
«Υπάρχει. Στο μυαλό μου», είπα εγώ.
«Δηλαδή… αυτό που φοβόμουν», είπε ο Pirandello.
«Τι φοβόσουν;»
«Θα σε μπλέξει. Και μαζί με ‘σένα θα μπλέξει κι εμένα και θα μπουκάρουν καμιά μέρα εδώ μέσα και θα μας τα κάνουν όλα γυαλιά καρφιά- ».
«Τι ανοησίες είναι αυτές; Ποιος νομίζεις ότι ασχολείται μαζί σου; Ή με τον Χάρρυ; Για όλους αυτούς εκεί έξω δεν υπάρχουμε, κανέναν δεν τον ενδιαφέρει τι λέμε».
«Αφού είναι έτσι, τι τον θέλεις τον Χάρρυ; Καλά δεν είμαστε όπως είμαστε;»
«Θέλω να μιλάω και με κάποιον άλλον βρε αδελφέ», έκανα. «Τόσο δύσκολο είναι να το καταλάβεις αυτό;»
«Εντάξει, εντάξει, καταλαβαίνω», είπε ο Pirandello. «Κάνε ό,τι θέλεις μ’ αυτόν τον Χάρρυ… κι εγώ άλλωστε κουράστηκα».
«Θα το κλείσεις πάλι και θα φύγεις; Το ‘χεις κάνει δέκα φορές μέχρι τώρα».
«Καθόλου», είπε ο Pirandello, «κάθε άλλο, κάθε άλλο».
Ύστερα έφυγε.
Και έφυγα κι εγώ.