Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2011

Ένα ευχητήριο post του pirandello για τη νέα χρονιά

«Ωστόσο, αν το καλοσκεφτείς», μονολογούσε ο Pirandello, «παρ’ όλη αυτή τη γρουσουζιά και την κρίση, δεν τα πήγαμε καθόλου άσχημα».
«Για ποιο πράγμα μιλάς;» τον ρώτησα.
«Για το blog λέω», είπε. «Δεν είχαμε ούτε αποτυχία ούτε επιτυχία βέβαια αλλά αυτό είναι θαρρώ δεδομένο, δε μπορείς να βλέπεις τις διαδικτυακές σχέσεις σαν κάτι κανονικό, πρέπει να εξετάζεις το θέμα με διαφορετικά κριτήρια».
«Σ’ απασχόλησε πολύ αυτή η δουλειά ε;», ρώτησα.
«Όχι όσο θα έπρεπε, δεν έδωσα αυτό που μπορούσα να δώσω, ψήγματα μόνο».
«Τι ψήγματα, έγραψες σελίδες επί σελίδων», είπα.
«Ναι, είναι αλήθεια».
«Και τώρα; Τους αποχαιρετάς πάλι; Κουράστηκα να σ’ ακούω να φεύγεις και να μη φεύγεις».
«Κοίτα», μου είπε εμπιστευτικά, «δε φεύγω. Αλλά είναι τραγικό αυτό το θέμα με την επικοινωνία στο internet, δεν ξέρω τι νομίζει ο κάθε μαλάκας για τον εαυτό του, ποιος νομίζει πως είναι αλλά έχω γράψει κι εγώ δεν ξέρω πόσα e-mail. Ε, στο 80% δεν απάντησαν. Εννοώ τα επαγγελματικά φυσικά, όταν πρόκειται για μαλακίες απαντούν αμέσως».
Κούνησα το κεφάλι μου, «έτσι γίνεται, ξέρω», είπα, «έχω πικρή εμπειρία».
«Μόνο αυτό έχεις να πεις;»
«Τι άλλο να πω», είπα, «γάμησέ τους».
«Σωστά», είπε ο pirandello, «με τη νέα χρονιά θα τους πάρει ο διάολος τη μάνα και τον πατέρα».
«Και τι έγραφες τώρα» ρώτησα.
«Α, τίποτα, ένα ευχητήριο post για το 12, για καλή χρονιά».

Πέμπτη, 29 Δεκεμβρίου 2011

Ο pirandello και το δήθεν

«Αναρωτιέμαι» του είπα, «γιατί ένας ολόκληρος Pirandello δεν έχει δική του σελίδα στο facebook, όλος ο κόσμος έχει».
«Το είπες και μόνος σου, γιατί όλοι έχουν» είπε εκείνος, «κι η κουτσή Μαρία που λέει ο λόγος. Και γιατί προτιμώ τις εγγραφές παρά τις μεταγραφές, εκεί όλοι αναδημοσιεύουν αλλήλους. Και να σου πω και κάτι άλλο, αν θέλω εφημερίδα πάω και παίρνω, τι νόημα έχει να μου αναδημοσιεύεις τι γράφει το ΒΗΜΑ, τι είμαι , ηλίθιος; Δεν ξέρω να δω;»
«Συμφωνώ» είπα, «αυτός όμως δεν είναι λόγος να μένεις έξω απ’ τα πράγματα».
«Κοίτα» μου είπε ο Pirandello, «το facebook είναι κι αυτό δήθεν, δήθεν έχεις φίλους, δήθεν σ’ ενδιαφέρει τι λένε, δήθεν κάνεις like, δεν υπάρχει τίποτα που δεν είναι εκεί δήθεν».
Μου έκανε εντύπωση που ήταν έτσι ενημερωμένος, «σωστά τα λες» του είπα, «παρ’ όλα αυτά κάτι δε θα ‘ναι δήθεν, κάτι θα μένει».
«Μπούρδες» είπε ο Pirandello. «Το μόνο που δεν είναι δήθεν είναι η εγωπάθεια, κοίτα να δεις τι έξυπνος που είμαι, πόσο κοινωνικός και σωστός, πόσο αγαπάω όλον τον κόσμο, θες να γίνω κι εγώ ένας τέτοιος; Να γλύφω δεξιά - αριστερά για να γίνω κι εγώ αρεστός;»
«Όχι βέβαια» είπα εγώ, «δεν είναι απαραίτητο, πήξαμε στους κόλακες» και τον άφησα στην ησυχία του.

Παρασκευή, 23 Δεκεμβρίου 2011

Η "παραίτηση" του pirandello

«Γιατί τέτοια σιωπή σήμερα;», ρώτησα αλλά εκείνος μου γύρισε την πλάτη, «δε θα ήθελα να το συζητήσω», είπε, «βαρέθηκα να γίνομαι δυσάρεστος». .
«Έλα, πες κάτι», τον παρακάλεσα. «Κοίτα», είπε ο Pirandello, «τα πράγματα είναι απλά, αυτός ο κόσμος είναι άξιος της μοίρας του, δε διορθώνεται».
«Τι θες να πεις;», έκανα, «δε θα στολίσουμε κι εμείς δέντρο όπως όλος ο κόσμος; Δε θα γιορτάσουμε;»
Ο Pirandello με κοίταξε απορημένος, «αυτό δεν καταλαβαίνω με ‘σένα», μου είπε, «καλά, με τίποτα δεν πτοείσαι τέλος πάντων;»
«Αν εννοείς τα καιρικά φαινόμενα, καιρικά είναι, θα περάσουν», είπα. «Δεν εννοώ τον καιρό, εννοώ ότι δεν είναι δυνατόν να γιορτάζει κάποιος όταν γύρω του τα πάντα διαλύονται, όταν δεν ξέρει αν θα βρει να φάει κάτι την επομένη, αυτό εννοώ». «Υπερβολικός όπως πάντα», είπα, «τα πράγματα θα στρώσουν, κάτι θα κάνει κι ο Παπαδήμος…» «Αυτό είναι το κακό», είπε ο Pirandello, «ότι παρ’ όλα όσα συνέβησαν εσύ πιστεύεις ακόμα πως θα γίνει κάτι. Κι αναρωτιέμαι, από πού προκύπτει αυτή η αισιοδοξία;» «Δεν είναι αισιοδοξία», είπα εγώ, «είναι μάλλον αναγκαιότητα».
«Είναι καθαρή βλακεία», είπε μετά από μια μικρή παύση. «Όλοι οι ανόητοι πιστεύουν πως κάτι θα γίνει κι ο κόσμος θ’ αλλάξει, ότι θα διορθωθούν τα πράγματα, ότι κάποιος θα βρεθεί να πατήσει αυτό το ρημαδιασμένο το φρένο». «Και τι άλλο να κάνουμε; Να κλειστούμε μέσα και να περιμένουμε να πεθάνουμε; Αυτή είναι η λύση;»
«Μου ‘δωσες ιδέα», είπε ο Pirandello. Πήγε μετά κι έγραψε κάτι σ’ ένα χαρτί. «Ανακοίνωσε το στον κόσμο», μου είπε, εγώ παραιτούμαι».
«Κι αυτό τι είναι, παραίτηση;», ρώτησα και πήρα το χαρτί. «Τρόπο τινά ναι», είπε ο Pirandello και πήγε να ταΐσει τις γάτες.
Το χαρτί έγραφε: «ΑΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΘΕΟΣ Ας ΚΑΝΕΙ ΚΑΤΙ ΑΥΤΟΣ ΝΑ ΒΟΗΘΗΣΕΙ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ, ΕΓΩ ΑΔΥΝΑΤΩ».
Συμμάζεψα μετά τα στολίδια που ‘χα ετοιμάσει για το Χριστουγεννιάτικο δέντρο και τα ξανάβαλα στο κουτί. «Ίσως την άλλη χρονιά», σκέφτηκα… «αν έχει εμφανιστεί ο Θεός».

Σάββατο, 17 Δεκεμβρίου 2011

Ο Pirandello γιατρός

Πρωί - πρωί σήμερα μ’ έβαλε κι έκανα τεστ κοπώσεως και όταν μου ήρθε σκοτοδίνη απ’ το τρέξιμο μ’ έβαλε και κάθισα σε μια καρέκλα. «Βγάλε τη γλώσσα σου και κάνε ααα», μου είπε και μου έχωσε στο στόμα ένα κουταλάκι να δει είπε τις αμυγδαλές. Κόντεψα να πνιγώ, «τις έχω βγάλει μικρός», ψέλλισα αλλά δεν έδωσε σημασία, μου είπε να βάλω το ένα πόδι πάνω στο άλλο και ήθελε να δει τα αντανακλαστικά μου. Νεύρα καλά», διέγνωσε. Ύστερα με κοίταξε στο μάτι μ’ εκείνον τον φακό που έχουν οι οφθαλμίατροι και αποφάνθηκε πως τα μάτια μου είναι εντάξει… φοράει κι αυτή την άσπρη μπλούζα που δένει πίσω… δεν είναι να του φέρνει κανείς αντιρρήσεις, πετάει σου λέει ο γάιδαρος - πετάει εσύ, τι άλλο να πεις;

Μετά με ξάπλωσε στον καναπέ: «εδώ πονάς;», ρώτησε. «Κούνησα αρνητικά το κεφάλι μου. «Εδώ;» «Ούτε», είπα, «δεν πονάω πουθενά». «Στάσου να σου πάρω και μια πίεση», μου είπε και μου φούσκωσε στο μπράτσο το περιβραχιόνιο. Άκουσε προσεκτικά και μετά δήλωσε: «ούτε πίεση έχεις. Σήκωσε τη μπλούζα σου να σ’ ακροαστώ». Τη σήκωσα. Ο Pirandello μου έβαλε το στηθοσκόπιο στην πλάτη κι αφουγκράστηκε τα εντός μου, «δεν ακούω τίποτα, για βήξε», είπε. Έβηξα δυο - τρεις φορές. «Τίποτα», αναστέναξε, «δείχνεις τρομερά υγιής».

«Τελειώσαμε τώρα μ’ αυτές τις αηδίες, μπορώ να ντυθώ;», ρώτησα. «Ναι, νομίζω», είπε. «Αλλά καλύτερα να κάνεις κι ένα τσεκάπ, μια αίματος, μια μαγνητική… κάτι θα έχεις, δε γίνεται». «Γιατί απαραίτητα πρέπει να ‘χω οπωσδήποτε κάτι;» «Γιατί κάπου θα σ’ έχει βαρέσει και ‘σένα η κρίση, όλοι είναι πια άρρωστοι… εγώ απλά δε διαθέτω τα μέσα». «Κοιμάμαι μάλλον άσχημα, ροχαλίζω και δεν αναπνέω καλά αλλά όλα αυτά πρέπει να είναι απ’ το τσιγάρο», είπα εγώ, «το μόνο που νομίζω πως έχω είναι αυτή η κατάθλιψη… αλλά όλοι έχουν, έτσι είπες». «Και τι πάει να πει αυτό», είπε ο Pirandello, «δεν είμαι γιατρός».

Κυριακή, 11 Δεκεμβρίου 2011

Οι «κότες» κι ο Pirandello



«Συνάντησα τον ταχυδρόμο όπως ερχόμουν και μου ‘δωσε αυτό», είπα μπαίνοντας αλλά αμέσως το ξέχασα, «τι κάνεις εκεί;», ρώτησα έκπληκτος. Ο Pirandello είχε στοιβάξει όλα τα έπιπλα στο άλλο δωμάτιο και σφουγγάριζε μανιωδώς με μια βρώμικη, ελεεινή μάπα. «Δε βλέπεις;», μου είπε χωρίς να σταματήσει, «αλλάζω τρόπο ζωής».
Δεν είχε πουθενά να καθίσω κι έτσι παρέμεινα όρθιος με το δέμα στα χέρια. Αλλά κι εκεί ήρθε σύντομα να με διώξει με τη μάπα, «πήγαινε στην κουζίνα», μου είπε, «μη στέκεσαι μες στα πόδια μου».
Πήγα έφτιαξα καφέ και περίμενα να τελειώσει. Σε λίγο ήρθε κι αυτός και μου έκανε νόημα να τον ακολουθήσω στον κήπο. Εκεί ήταν ένα κλουβί, τυλιγμένο όπως - όπως με κοτετσόσυρμα. Πριν προλάβω να ρωτήσω μου είπε να βάλω ένα χεράκι να το βάλουμε μέσα. Το κουβαλήσαμε λοιπόν, εκεί που ήταν πριν το σαλόνι.
«Κοτέτσι στο σαλόνι;», ρώτησα, «δε σε καταλαβαίνω, από πού κι ως πού σου ήρθε αυτό πάλι;» «περιμένω μια κότα αυτές τις μέρες», μου εξήγησε δήθεν.
«Κότα;», έκανα, «τι κότα;» «Απ’ αυτές που πάνε πέρα - δώθε και κακαρίζουν, τι κότα θέλεις να περιμένω;»
«Μάλιστα», έκανα. «Θα αγοράσω πουλερικά, κουνέλια κι άλλα ζωντανά και θα γίνω ένας ελεύθερος άνθρωπος», είπε ο Pirandello, «δε θα ‘χω κανέναν ανάγκη. Θα βάλω νυχτερινό ρεύμα και θα το κάνω εδώ μέσα εκκολαπτήριο, οι κότες θα γεννοβολάνε κι εγώ θα διακινώ τα αυγά… δηλαδή εσύ, θα ζούμε σαν κανονικοί άνθρωποι, τέρμα οι κουλτούρες κι η πολιτική, πρέπει να δούμε πώς θα επιζήσουμε της επερχόμενης καταστροφής. Τι είπες πως έφερε ο ταχυδρόμος;», ρώτησε μετά. Του έδειξα το δέμα κι αυτός το πήρε και το άνοιξε. «Επιτέλους», είπε και μου έδειξε το βιβλίο, λεπτό σε σχήμα τετραδίου. «Αυτή την κότα περίμενες;», ρώτησα διαβάζοντας πάνω - πάνω τον τίτλο, «γι’ αυτήν έφτιαξες το κοτέτσι;»
«Ήταν το λιγότερο που μπορούσα να κάνω γι’ αυτήν», είπε ο Pirandello, «το λιγότερο. Αλλά ήταν μόνο η αφορμή». Μετά άνοιξε στην τύχη το βιβλίο της Παυλίδου και διάβασε: Το σπίτι

Η οικοδομή που κατοικώ είναι του τριάντα,
μετά από αψιμαχίες, διαπραγματεύσεις και έξοδα
παραδόθηκε στην ανακαίνιση,
κουκουλώθηκε με κόκκινο
στην αγκαλιά της σκαλωσιάς,
εργάτες ξαφνικά μπροστά σου,
παραθυρόφυλλα κλειστά.
Χάθηκε η μέρα,
συγχωνεύτηκε με τη νύχτα της ζωής μας,
αδιαμαρτύρητα βούλιαξε το φως της στο σκοτάδι μας
κι εμείς την αποδεχτήκαμε,
σαν ξεφτισμένο όνειρο της παιδικής μας ηλικίας,
πληρωμένο ακριβά.

"Τι σου έλεγα; Είναι καλή", είπε, "παρ' το να το διαβάσεις"... και μου το έδωσε.

Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 2011

PIRANDELLO FM

«1 - 2, 1 - 2», τον άκουσα που έλεγε. «Γυμναστική κάνεις;», ρώτησα απ’ το άλλο δωμάτιο αλλά εκείνος συνέχισε: «1 - 2, 1 - 2», επαναλάμβανε, «1 - 2, 1 - 2». Τότε μπήκα, τον είδα με τα ακουστικά και κατάλαβα πως δε μ’ άκουγε. «σήμερα - αύριο θα ξεσπάσει κι αυτός ο πόλεμος στο Ιράν, οι Γάλλοι ανακαλούν τους πρεσβευτές τους, να μπούμε δηλαδή άρον - άρον στο κεχρί, αυτό λέμε. Καλά Χριστούγεννα βρε», έλεγε.
«Πάλι μόνος σου μιλάς;», ρώτησα. «Και σε ποιον λες Καλά Χριστούγεννα;»
«Κάνω πρόβα», είπε ο Pirandello βγάζοντας τα ακουστικά, «θα κάνω ραδιόφωνο, το Pirandello news, θα συνεργαστώ με το Indymedia Athens, θα εκπέμπω τη φωνή της αλήθειας, 5 – 6 κάθε πρωί». «Και ποιος θα σ’ ακούει», ρώτησα δικαιολογημένα. «Θα κάνω αναμεταδόσεις, θα ταχτώ με το μέρος των ελεύθερων αγωνιζομένων ανθρώπων, ενάντια στην παγκόσμια τάξη, ενάντια σ’ αυτούς που θέλουν να διαφεντέψουν τον κόσμο, θα βγάζω ανακοινώσεις…» «Καλά όλα αυτά «, τον διέκοψα, «αλλά ποιος θα σ’ ακούει;»
«Κανείς, ας μη μ’ ακούει κανείς… εγώ το ‘χω χρέος», είπε. «Σε ποιον έχεις χρέος;», απόρησα. «Είναι κοινωνική προσφορά», είπε ο Pirandello περιχαρής, «θ’ αφιερώσω τον εαυτό μου στο πολιτικό γίγνεσθαι όλων των ηλιθίων, θα τους μετατρέψω σε πολιορκητική μηχανή και δε θ’ αφήσουμε τίποτα όρθιο». «Παραλογίζεσαι», είπα. «Καθόλου», είπε εκείνος, «καθόλου, περίμενε και θα δεις».
Μετά έβαλε πάλι τα ακουστικά και ούρλιαξε στο μικρόφωνο: «1 – 2, 1 – 2, ακούτε τη φωνή της αλήθειας, τον ελεύθερο σταθμό των ελεύθερων αγωνιζομένων ανθρώπων, ενάντια στη νέα τάξη πραγμάτων και σ’ αυτό το ανάλγητο σύστημα…», ανέβασε λίγο το ποτενσιόμετρο και συνέχισε; «Παπαδήμος και πράσινα άλογα. Το τι είναι όλοι αυτοί οι από πάνω το ξέρετε. Το διαπιστώνετε κάθε μέρα. Τους βλέπετε στις κοκορομαχίες τους στο προπαγανδοκούτι, τους ακούτε να φλυαρούν στα ραδιόφωνα, να κομπάζουν μες στ’ αξιώματα και τις καρέκλες, να σφαγιάζονται για το κοινό καλό και το δίκιο. Ωραία όλα αυτά… αλλά περί της ουσίας ουδέν. Και μη σκεφτείτε πως δεν υπάρχει λύση. Υπάρχει. Απλώς δε θέλουνε να την πουν, γιατί έτσι μάλλον λένε οι εντολές. Γιατί το θέμα είναι απλό, χρωστάμε. Και τι θέλουν; Λεφτά. Και δεν έχουμε. Άρα τι; Τα πετρέλαια, τα γαμημένα τα κοιτάσματα. Ωραία θα σου πει ο λαός, κάνε μια συμφωνία να τελειώνουμε, πόσα εσύ - πόσα εγώ, τα βρήκαμε, τέλος. Αλλά όχι, αυτοί θέλουν να εισπράξουνε φόρους, να σου κόψουν το ρεύμα και να μην έχεις να φας. Σε θέλουν εξαθλιωμένο, ανίκανο να σκεφτείς, ανίκανο να διεκδικήσεις οτιδήποτε. Αυτός είναι ο στόχος κι όλα τα άλλα είναι ιστορίες για τον καιρό».
Έβγαλε τα ακουστικά, «πώς σου φάνηκα;», ρώτησε και περίμενε να του πω εύγε.

Σάββατο, 3 Δεκεμβρίου 2011

Η «συμπαράσταση» του Pirandello

«Θα πρέπει να κουράστηκες μ’ αυτές τις παραστάσεις», μου είπε ο Pirandello και με χτύπησε φιλικά στην πλάτη. «Όχι», είπα εγώ, «δεν έκανα και τίποτα, όλα ήταν φτιαγμένα δέκα χρόνια τώρα». «Δέκα χρόνια;», απόρησε ο Pirandello, «και τι τα έκανες τόσα χρόνια, τα λιβάνιζες;»
«Άστο αυτό», είπα, «είναι μια ματωμένη ιστορία».
«Ήταν παρ’ όλα αυτά μια ωραία παράσταση», είπε, «είμαι περήφανος για ‘σένα». Κοίταξα να δω αν με δουλεύει. «Και γιατί είσαι περήφανος;», ρώτησα, «επειδή έκανα δέκα χρόνια να φτάσω μέχρι εδώ;»
«Επειδή δεν τα παράτησες», μου είπε, «επειδή δεν τα παράτησες».