Σάββατο, 23 Μαΐου 2009

take a walk

«Φίλοι μου» είπε ο Pirandello, «αυτός είναι ο καλύτερος φίλος μου… και μπορείτε εύκολα να καταλάβετε το γιατι και… αλλά διαβάστε καλύτερα».

Αμόλα Όλα
Ξύπνησα με μια παράξενη αίσθηση ελαφράδας. Η λέξη "παράξενη" δεν είναι επαρκής για να περιγράψει την ελαφράδα μου. Περπατώ και πατώ σε πούπουλα. Είμαι πανάλαφρος.Μα τι ελαφράδα όμως! Και τι λέξη. Ελαφράδα! Όχι ελαφρότητα, ελαφράδα.Ααααααααααχ.Λοιπόν αποφάσισα με την ανάρτηση αυτή να ολοκληρώσω τον κύκλο αυτού εδώ του μπλογκ.Δεν έκανε βέβαια κύκλο το μπλόγκ, εγώ έκανα.Και ο Σαμ έκανε. Ο Σαμ έφτασε στην άκρη του κύκλου. Εγώ στο τέλος του.Τελειώνουν οι κύκλοι; Οι κύκλοι ολοκληρώνονται, δεν τελειώνουν. Και μετά επαναλαμβάνονται και ταλιμπάν και ταλιμπάν και ταλιμπάν.Εγώ δεν τα πιστεύω αυτά. Αυτά είναι του διαβόλου. Φυσικά και τελειώνουν οι κύκλοι. Αν τους κοιτάξεις από πάνω, ναι, δεν τελειώνουν. Αλλά από το πλάι παύουν να είναι κύκλοι. Από το πλάι είναι σπιράλ, ελατήρια, κοχλίες. Κομπρέντε σενιόρ;Εγώ τους κοιτώ από το πλάι. Και τούτος εδώ τελείωσε. Γιατί θα ρωτήσετε. Διότι έχω κέφι για άλλα πράγματα. Να την κάνω από δω. Όχι για την Ushuaia που βρίσκεται ο Σαμ, αλλά για μέρη πιο κοντινά και σαφώς πιο απρόσιτα. Τι να λέμε τώρα.Ετσι πάνε αυτά τα πράγματα. Το πείραμα είχε ενδιαφέρον, το ομολογώ.Προχθές έβγαλα τους επιδέσμους από την δεύτερη πλαστική που μου έκανε ο γιατρός του Σαμ. Ο Σαμ ξέρει όλον τον κόσμο και ο γιατρός ήταν κορυφή. Έτσι έγινα τώρα.Τα μαλλιά θα γίνουν πιο φυσικά, με διαβεβαίωσε ο γιατρός. Και ίσως στην πορεία υπάρξουν μερικές ρυτίδες. Πάντως το αποτέλεσμα είναι υπέροχο.Ίσως γι' αυτό νοιώθω μια ελαφράδα. Ή μια αλαφράδα.Λοιπόν, για να μην μακρυγορούμε. Εγώ εδώ δεν ξαναγράφω. Πάω για άλλα. Σας χαιρετώ και ως bonus ανοίγω τα σχόλια, μια και δεν πρόκειται να τα διαβάζω. Όσο για τα λεφτά που πλήρωσα στον Σαμ, χαλάλι. Τα τελευταία μου ήταν και ησύχασα.Και μια και μιλάω για τον Σαμ. Εκεί στην Ushuaia βρήκε τον εαυτό του. Άνοιξε ένα κατάστημα με σπάνια έγχρωμα βινύλια. Μου έστειλε ως δώρο μια δωδεκάιντση βερσιόν του Whiter Shade of Pale σε λαχανί χρώμα με κόκκινες τελίτσες εκτελεσμένη από τους Zuffenhausen Monkeys μια γερμανική Γκοθ μπάντα της οποίας τα μέλη πέθαναν πίνοντας χλωρίνη.Καλά είναι ο Σαμ. Συζέι με μια όμορφη αργεντίνα και κοιμούνται στο πατάρι του μαγαζιού.Το καλοκαίρι που έρχεται (δηλαδή τον Δεκέμβρη για αυτούς) βρήκε μια χορηγία και διοργανώνει μια biennale Ταριχευμένου Ζώου και Φυτού. Μην με ρωτάτε τι είναι αυτό.Ίσως πάω να το δώ.Ως κατακλέιδα μια φωτογραφία που πάντα ήθελα να δημοσιεύσω αλλά δεν προέκυψε.Τα φιλιά μου.Άντε γεια. Παω.
Posted by specialmitsos@gmail.com at 10:32 PM 0 comments
Labels: ανακοινώσεις

Κυριακή, 17 Μαΐου 2009

Η “Ντεκανβιζιον” κι ο Pirandello

«Λοιπόν» είπε ο pirandello, «τώρα μπορώ να πω πως αυτό που γίνεται κάθε χρόνο είναι απαράδεκτο, άσχετα με την πρώτη ή τη δέκατη Πέμπτη θέση που μπορεί να πάρει ένα τραγούδι. Είναι ένα επιπλέον έξοδο για τον ηλίθιο Έλληνα φορολογούμενο, που κανείς δεν τον ρωτάει αν είναι διατεθειμένος να το πληρώσει… γιατί ως συνήθως το κράτος σου στέλνει απλώς τον λογαριασμό. Όλα αυτά περί διαφήμισης της Ελλάδας στο εξωτερικό εγώ τ’ ακούω βερεσέ, αν οι κύριοι διαχειριστές ήθελαν πραγματικά να κάνουν κάτι γι’ αυτόν τον τόπο θα το έκαναν, δεν θα έβγαζαν μια διαφήμιση για τον ΕΟΤ ας πούμε λίγο πριν αρχίσει η τουριστική σαιζόν αλλά τον Δεκέμβριο, τότε που οι υποψήφιοι πελάτες προγραμματίζουν τις διακοπές τους και άλλα τέτοια, είναι γεμάτος ο τόπος από τέτοια παραδείγματα ανοργανωσιάς και άσκοπης σπατάλης δημόσιου χρήματος, Ολυμπιακές εγκαταστάσεις κ.λ.π».
«Τελικά τι θέση πήρε ο Σάκης;» ρώτησα.
«Δεν ξέρω» απάντησε ο Pirandello, «δεν μ’ ενδιαφέρει ο εκάστοτε Σάκης, αυτός τη δουλειά του κάνει. Είμαι όμως αντίθετος με τον υποτιθέμενο θεσμό, ήξερα πάνω – κάτω τι ήταν αυτό που θα δω, ένα φεστιβάλ κακού τραγουδιού, κομψευόμενο, καθώς πρέπει, άσχετο με οποιοδήποτε μουσικό είδος, περίπου ένα τίποτα με φοβερή διοργάνωση, εφετζίδικα σκηνικά και ενορχηστρώσεις μιας ακμάζουσας ντεκαντάνς, εκατομμύρια ευρώ που τρέχουν παρά την οικονομική κρίση, άρτος όχι αλλά θεάματα ναι, πλουσιοπάροχα. Είμαστε τελείως ασυνείδητοι; Αναρωτιέμαι».
«Θες να πεις πως κάθισες και το είδες;» απόρησα.
«Είδα λίγο, πήρα μια γεύση. Εκείνες οι ανόητες που παρουσίαζαν το πρόγραμμα δεν μπορούσαν να πουν μια λέξη διαφορετική όταν παρουσίαζαν τα τραγούδια; Είπαν ακριβώς ό,τι στον ημιτελικό, αυτό αν δεν είναι πνευματική φτώχια, τι είναι;»
Δεν σου άρεσε κανένα τραγούδι;
«Μου άρεσε. Της Μολδαβίας αλλά δεν ξέρω τι απέγινε, κοιμήθηκα».

Τετάρτη, 6 Μαΐου 2009

Τα “τι”, τα “πώς” κι ο pirandello



Καθόμασταν στον κήπο, ανάμεσα σ’ ένα φούλι κι ένα αγιόκλημα που μοσχοβολούσαν περισσότερες από δυο ώρες μαζί, χωρίς να ‘χουμε πει τίποτα κι είχα αρχίσει πολύ να βαριέμαι। «Δεν είχες πει πως θα έγραφες κάτι σήμερα;» τον ρώτησα, έτσι, για να πω κάτι।
«Άκουσε τι λέει ο Ιονέσκο στον Ρινόκερο» είπε εκείνος χωρίς να πάρει τα μάτια του από το βιβλίο που διάβαζε, «γράφουμε» λέει, «μια λέξη. Γράφουμε δυο λέξεις. Τα χάνουμε με αυτό που γράψαμε, τα χάνουμε που γράψαμε, αναρωτιόμαστε τι είναι αυτό που γράψαμε. Αναρωτιόμαστε τι είναι το γράψιμο. Η εξήγηση που δίνουμε εμείς στον εαυτό μας δεν μας ευχαριστεί, και να που έρχονται οι άλλοι που αναλύουν τι είναι το γράψιμο και τι είναι αυτό που γράψαμε! Σας το εξηγούν και συγχρόνως, όπως το εξηγούν σε σας, το εξηγούν στον εαυτό τους, εξηγούνται οι ίδιοι και προσπαθούν να εξηγήσουν τι σημαίνει το να εξηγείς και να εξηγείσαι!».
«Μπορείς να μου εξηγήσεις να καταλάβω;» ρώτησα για να τον κάνω να μου πει κάτι άλλο, αλλά εκείνος δεν έδειξε να τον απασχολεί η ερώτηση… «Όπως δεν συμφωνείς με αυτό που οι άλλοι έχουν γράψει για σένα» συνέχισε, «τους εξηγείς ότι δεν είσαι σύμφωνος με τις εξηγήσεις τους και τους δίνεις την πραγματική εξήγηση γι' αυτό που έγραψες και τι σημαίνει το να γράφεις. Εξηγήσεις, που και γι' αυτές οι άλλοι δεν συμφωνούν, γιατί αυτοί διαθέτουν την αντικειμενική εξήγηση που εσύ δεν μπορείς να τη δεχτείς, εκτός κι αν κάνεις μεγάλη προσπάθεια για να γίνεις αντικειμενικός, κάτι που πρακτικώς είναι αδύνατο, γιατί για να το καταφέρεις πρέπει να ξεπεράσεις την υποκειμενικότητα που σε κατέχει και σε συντρίβει, έτσι τουλάχιστον λένε, ενώ συγχρόνως παραδέχονται, από τη δική τους μεριά, ότι η αντικειμενικότητα τους δεν είναι αυθεντική αντικειμενικότητα, γιατί και αυτοί είναι περιορισμένοι σε μια υποκειμενικότητα, την οποία καταφέρνουν ίσως πιο εύκολα να ξεπεράσουν, χάρη, παραδείγματος χάριν στην κοινωνιολογία ή τη στατιστική, πράγμα που κάνει τις εξηγήσεις τους να είναι το αποτέλεσμα μιας αντικει­μενικής υποκειμενικότητας και, όπως και να 'χει, πιο σίγουρης από τη δική σου υποκειμενικότητα — αντικειμενικοποιημένη ή όχι — η οποία χαρακτηρίζει τις προσωπικές σου εξηγήσεις!»
Ωραία» είπα, «οπότε… τι σημαίνει τώρα αυτό ;»
«Αφού ο καθένας έχει τις δικές του εξηγήσεις για οτιδήποτε» είπε, «τα τι και τα πώς δεν χρειάζονται, δεν χρειάζεται να εξηγείς τίποτα» είπε και συνέχισε το διάβασμα।

http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%95%CF%85%CE%B3%CE%AD%CE%BD%CE%B9%CE%BF%CF%82_%CE%99%CE%BF%CE%BD%CE%AD%CF%83%CE%BA%CE%BF

Σάββατο, 2 Μαΐου 2009

Το “Αν…”, τα “τσιτάτα” κι ο Pirandello

Στον κήπο οι μυρουδιές ήταν μεθυστικές, αυτό που κάποιος άλλος θα ‘λεγε “Παραδεισένιες”, “ευλογία Θεού”, “ένα όνειρο” ή δεν ξέρω κι εγώ τι. Αυτός όμως είναι πολύ “ανάποδος” άνθρωπος.
«Πρώτα» είπε ενώ πίναμε ήσυχα – ήσυχα τον καφέ μας, «… για ορισμένους, θα ήταν το σοκ. Μετά, για τους πολλούς, θα ήταν η έκπληξη, αυτό το ότι “θα έπεφταν απ’ τα σύννεφα”. Ακόμα πιο μετά, για λίγους θ’ ακολουθούσε ο θρήνος, η μη παραδοχή, αυτό το “δεν πιστεύω πως συμβαίνει αυτό”. Ύστερα θα μπαίναμε στα διαδικαστικά, θα γινόταν ό,τι γινόταν κι “αυτό ήταν, τέλειωσε”. Για τους περισσότερους μετά θα ήταν απλώς θέμα χρόνου αυτή η ιστορία να ξεχαστεί».
«Και πότε με το καλό σκέφτεσαι πως θα συνέβαιναν όλα αυτά;» του είπα έτσι για να του την πω.
«Δεν ξέρω, λέω πως έτσι θα είχαν τα πράγματα “αν”…»
«Ναι» είπα, «αλλά για κάποιους δεν θα ξεχνιόταν ποτέ, γιατί δεν το αναφέρεις κι αυτό;».
«Σωστά» έκανε, «παράλειψη». Ήπιε μια γουλιά καφέ και συνέχισε την “ανασκόπηση”: «Θα υπήρχε όμως και μι’ άλλη πλευρά, αθέατη, αυτή που καλύπτεται συνήθως πίσω από θλιμμένα πρόσωπα, κλάματα και υστερίες, η σκύλευση του ό,τι απέμεινε, η μοιρασιά, αυτό το “η ζωή συνεχίζεται” ή το “οι πεθαμένοι με τους πεθαμένους κι οι ζωντανοί με τους ζωντανούς” και θα γινόταν το “έλα να δεις”.
«Μα πώς είναι δυνατόν να σκέφτεσαι τέτοια πράματα μια τέτοια ηλιόλουστη μέρα;» ρώτησα, «γιατί δεν χαίρεσαι ό,τι έχεις αυτή τη στιγμή;».
«Ποιος σου είπε πως δεν τη χαίρομαι;» απάντησε ο Pirandello, «διασκεδάζω απλώς μ’ όλα αυτά τα τσιτάτα, το τυπικό του πράγματος».
«Μα αυτά τα πράγματα δεν είναι για διασκέδαση» είπα.
«Δεν είπα ότι είναι. Θα μου κοστίσει λιγότερο το “αν” έτσι όμως» είπε κι εγώ δεν μίλησα.