Τρίτη, 28 Οκτωβρίου 2008

Η διάγνωση του Pirandello

Ο pirandello αποφάσισε πως αυτές τις μέρες είναι στα τελευταία του, θα ξαπλώσω εδώ, είπε, κι αν είναι να πεθάνω θα πεθάνω εδώ.

Ήταν ξαπλωμένος όταν ήρθε ο γιατρός. Είμαι χάλια, είπε, το στομάχι μου.

Ο γιατρός του είπε να βγάλει τη γλώσσα.

Μα δεν θέλω να κοροϊδέψω κανέναν, έκανε ο Pirandello, είμαι απλώς άρρωστος.

Έχετε πυρετό;

Πυρετό όχι.

Πονάτε εδώ;

Όχι.

Εδώ;

Όχι, δεν πονάω, πηγαίνω συνέχεια στην τουαλέτα.

Τι φάγατε;

Είμαι έτσι από προχθές. Θέλετε να σας πω τι έφαγα από προχθές;

Τρώτε κανονικά δηλαδή;

Τι εννοείτε; Αν τρώω όλο το φαγητό μου;

Εννοώ, έχετε όρεξη;

Όρεξη; Πώς να 'χω όρεξη αφού είμαι χάλια;

Μάλιστα, έκανε ο γιατρός.

Μάλιστα; Τι εννοείτε μάλιστα; Πώς είμαι καλά;

Όχι, δεν είπα αυτό.

Δεν είπατε αυτό, τι είπατε δηλαδή; Πως είμαι άρρωστος; Τι έχω;

Ίσως… κάποια ίωση.

Ίωση; Από πού να 'χω ίωση;

Πολλές ιώσεις έχουν τα ίδια συμπτώματα.

Αυτό το γνωρίζω, τι ίωση νομίζετε ότι έχω;

Δεν μπορώ να το ξέρω αυτό, θα πρέπει να κάνετε εξετάσεις.

Δηλαδή δεν ξέρετε τι ακριβώς έχω;

Σας είπα, μια ίωση, το πιθανότερο.

Αποκλείεται, είπε ο Pirandello, δεν έχω ίωση.

Και πώς το ξέρετε, ρώτησε ο γιατρός.

Εσείς πώς ξέρετε ότι έχω;

Εγώ είμαι γιατρός.

Κι εγώ ασθενής. Και ξέρω τι ακριβώς έχω.

Και τι έχετε;

Σας είπα, πονάει το στομάχι μου.

Πονάτε εδώ;

Όχι.

Εδώ;

Σας είπα δεν πονάω πουθενά, πηγαίνω συνέχεια στην τουαλέτα από προχθές.

Ίωση έχετε.

Πριν είπατε ότι δεν ξέρετε, τώρα πώς ξέρετε;

Σας παρακαλώ, δεν θα μου μάθετε τη δουλειά μου, έχετε ίωση.

Ο Pirandello σηκώθηκε και πήγε και πήρε το πορτοφόλι του, πόσα σας χρωστάω; Ρώτησε.

Να σας γράψω μια συνταγή, είπε ο γιατρός.

Δεν χρειάζεται, είμαι καλά.

Μα πώς είστε καλά, πριν είπατε πως είσαστε χάλια.

Κοιτάξτε, δεν θα μου πείτε εσείς αν είμαι καλά, νοιώθω καλά, πάει και τέλειωσε.

Όπως νομίζετε είπε ο γιατρός, τι να σας πω;

Να μου πείτε τι σας οφείλω.

50 ευρώ.

Ο Pirandello πλήρωσε κι ο γιατρός έφυγε. Μετά ο Pirandello ξάπλωσε ξανά στο
κρεβάτι, είμαι χάλια, δήλωσε.

Ανησύχησα και τον ρώτησα: Χειρότερα από πριν;

Ναι είπε ο pirandello. Και δεν χρειαζόταν να πληρώσω 50 ευρώ για να το μάθω αυτό.

Κυριακή, 26 Οκτωβρίου 2008

Η χαμένη ώρα του pirandello

Όλο το βράδυ ο Pirandello ήταν κάπως σκεπτικός, τον απασχολούσαν είπε αυτά τα ζητήματα με τον χρόνο. Κάποια στιγμή ζήτησε συγγνώμη, πήγε και τσέκαρε τις κλειδαριές, έβαλε καφέ για το πρωί και πήγε για ύπνο νωρίς.
Όταν ξύπνησε ήταν πάλι νύχτα και αναρωτήθηκε αν ήταν η νύχτα της προηγούμενης μέρας.
Κοίταξε το ρολόι του και μετά την ώρα στον υπολογιστή. Είχαν διαφορά μια ώρα.
Και τώρα, είπε, ποιος θα μου πει πού πήγε μια ολόκληρη ώρα;

Κυριακή, 19 Οκτωβρίου 2008

Ο ουρανός του pirandello

Το τηλέφωνο χτυπούσε για ώρα. Μετά έκλεινε κι ύστερα από λίγο χτυπούσε ξανά.
Ο pirandello αποφάσισε κάποτε ν’ απαντήσει και σήκωσε το ακουστικό.
Ναι, είπε.
Πώς είναι ο καιρός εκεί; Ρώτησε η φωνή στο τηλέφωνο.
Ο Pirandello κοίταξε άλλη μια φορά τον συννεφιασμένο ουρανό απ’ το παράθυρο, σκεφτικός είπε, είναι σαν να λέει να βρέξω – να μην βρέξω;

Το απόγευμα ο καιρός συνέχισε στο ίδιο μοτίβο.
Όταν νύχτωσε πια και δεν είχε βρέξει καθόλου, ο Pirandello άκουσε τον καιρό στις ειδήσεις.
Ό,τι θέλουν λένε είπε. Δεν είναι να εμπιστεύεσαι κανέναν, να δεις που θα ξαστερώσει κιόλας.
Μετά έσβησε τα φώτα, πήρε την πολυθρόνα και κάθισε κοντά στο παράθυρο.
Δεν θα κοιμηθώ απόψε είπε, θα περιμένω να δω αν θα βρέξει.

Σάββατο, 18 Οκτωβρίου 2008

Το “τι είναι” και το “τι δεν είναι” του pirandello

Ο pirandello έκανε το σπίτι άνω κάτω, δεν έλεγε σε κανέναν δε τι ακριβώς γύρευε.
Κάποια στιγμή εμφανίστηκε στο σαλόνι, με τα χέρια απλωμένα μπροστά, σαν υπνοβάτης. Είχε δέσει τα μάτια του μ’ ένα μαντήλι.
Οι άλλοι κοίταζαν.
Ο Pirandello έκανε δυο τρία βήματα, σκόνταψε σ’ ένα έπιπλο και κόντεψε να πέσει. Οι άλλοι έτρεξαν να δουν τι συμβαίνει, δεν συμβαίνει τίποτα είπε, κάνω ένα πείραμα.
Τι πείραμα; Τον ρώτησαν οι υπόλοιποι.
Κοιτάζω πώς είναι το να μην βλέπεις είπε αυτός.
Πάντα με τα χέρια μπροστά βρήκε την μπαλκονόπορτα, έφτασε στην άκρη και βγήκε στη βεράντα.
Πρόσεξε του είπε κάποιος, θα σκοτωθείς μ’ αυτές τις βλακείες.
Ο Pirandello έπιασε το κάγκελο και πήγε μέχρι την άκρη. Μετά, όταν έφτασε στη μέση περίπου του κήπου σταμάτησε κι έμεινε κάμποση ώρα ακίνητος, με το κεφάλι ψηλά, σαν να οσμίζονταν τον αέρα.
Τον πλησίασα μήπως ήθελε κάτι.
Δεν είναι κάτι καινούργιο είπε, ούτε πρόκειται για άλλη αίσθηση. Είναι σαν αναθεώρηση της ζωής, του ποιος είσαι. Όλα υπάρχουν και δεν υπάρχουν, είναι και δεν είναι. Όλα χρειάζεται να τα ερευνήσεις, να τα ψηλαφίσεις, να τα δεις από κοντά, αλλιώς είναι φαντάσματα, ένας κόσμος γεμάτος φαντάσματα.
Δεν υπάρχει τίποτα από ‘κείνα που ήξερες, δεν υπάρχει ομορφιά, φως, σκιές, είναι αλλιώς, όλα. Είναι άγνωστα, όλα. Είναι χωρίς χαρακτηριστικά, είναι μπερδεμένα, δεν ξέρεις τι είδος πουλί είναι αυτό που ακούς, δεν ξέρεις τι σηκώνει από κάτω ο αέρας, τι χρώμα ήταν το αυτοκίνητο που πέρασε, ποιο κανάλι παρακολουθείς στην τηλεόραση, πόσο οι άλλοι γέρασαν, τι φοράνε, πώς σε κοιτάζουν, έχεις πολλά κενά, είσαι ολόκληρος ένα κενό.
Ίσως είσαι αυτό που πραγματικά είσαι, μια σκέψη που έχει παγιδευτεί κάπου, μέχρι να καταφέρει να φύγει πάλι.
Ξέρεις που είμαστε; Ρώτησε.
Ναι είπα, στη μέση του κήπου.
Όχι φίλε μου είπε ο Pirandello, εσύ είσαι στη μέση του κήπου, εγώ είμαι οπουδήποτε।

Τρίτη, 14 Οκτωβρίου 2008

Ο Mayakovsky κι ο pirandello


http://www.sansimera.gr/archive/biographies/show.php?id=248&name=Vladimir_Mayakovsky


"Ν' αγαπάς σημαίνει να σπαρταράς σε σεντόνια ξεσκισμένα απ' την αϋπνία.
Γιατί αγάπη δεν ειν' ένας τρυφερός παράδεισος μα η βίαιη επίθεση της
λαίλαπας νερού και φωτιάς".



επειδή το λέει αυτό ο Μαγιακόφσκι είπε ο pirandello, δεν σημαίνει πως όλοι
αγαπάνε το ίδιο. Μπορεί να το αντιλαμβάνονται, να το επιθυμούν αλλά πόσοι το
κάνουν;



Αναρωτήθηκε τι απάντηση θα έπαιρνε αν ανέβαζε ένα τέτοιο σχόλιο.



Κανείς δεν είναι πραγματικά ρομαντικός σήμερα συνέχισε, εκτός αν μας
φτιάχνει για κάποιο λόγο να λέμε έτσι. Είτε γιατί προσπεράσαμε την εποχή,
είτε γιατί είδαμε τον κόσμο να συντρίβεται, είτε γιατί οι ποιητές
αυτοκτόνησαν, τίποτα δεν είναι ίδιο αλλά δεν μπορείς να τα πεις αυτά σε ξένο
σπίτι.

Βγήκε ύστερα στον δρόμο να τον χτυπήσει λίγο ο αέρας. Παχιά λόγια
μονολογούσε, αρεσκόμεθα σε μεγάλες κουβέντες, στην πράξη είναι το θέμα τι
κάνουμε।

Παρασκευή, 10 Οκτωβρίου 2008

Η “παρατήρηση” του pirandello

Ο Pirandello την είδε αλλιώς όταν κάθισε σήμερα μπροστά στον υπολογιστή και αντί να γράψει οτιδήποτε, περίμενε να του γράψει αυτός.
Περίμενε αρκετή ώρα και φυσικά ο υπολογιστής δεν έγραψε τίποτα.
Αυτά τα μηχανήματα είναι εντελώς άχρηστα από μόνα τους είπε.
Όταν πια είδε κι αποείδε σημείωσε την παρατήρησή του και έφυγε.

Πέμπτη, 9 Οκτωβρίου 2008

Η καθημερινότητα κι ο pirandello

Ο pirandelllo δήλωσε ότι η καθημερινότητα είναι κάτι που τον κάνει να νοιώθει δυσάρεστα τουλάχιστον, είναι πολύ ισοπεδωτική είπε.
Επειδή δε είναι και αναπόφευκτη, το μόνο που μένει είναι να τη διασκεδάζεις, αν γίνεται.
Το ερώτημα είναι το πώς, διερωτήθηκε στη συνέχεια.
Το ερώτημα παρέμεινε μετέωρο για μεγάλο διάστημα.
Μετά σκέφτηκε πως ένας καλός τρόπος είναι να θέτεις ερωτήματα. Δεν την κάνεις καλύτερη, την κάνεις ενδιαφέρουσα όμως.
Το άλλο πρωί υπέβαλε σε όλους ένα σωρό ερωτήματα.
Την άλλη μέρα δεν ρώτησε τίποτα.
Δεν έχει σημασία το τι κάνει κάθε μέρα κανείς είπε, αρκεί αυτό να μην επαναλαμβάνεται.

Δευτέρα, 6 Οκτωβρίου 2008

Ο διαλογισμός του Pirandello

Ο pirandello αναρωτήθηκε αν θα μπορούσε ο κόσμος να ήταν αλλιώς.
Του πήρε αρκετή ώρα και δεν έβγαλε άκρη.
Στο τέλος έκατσε με το κεφάλι κάτω και τα πόδια πάνω, για να ‘χει μια διαφορετική οπτική είπε.
Σκέφτηκε πώς θα ήταν η ζωή αν πήγαινε ας πούμε ανάποδα.
Να γεννιέσαι ας πούμε αδύναμος και σοφός και προς το τέλος να ζούσες την ακμή σου, να πέθαινες δε μες την άγνοια και το χαμόγελο ενός παιδιού.
Αυτό θα ήταν ένας ευτυχισμένος θάνατος είπε.
Δεν θα έπαυε να είναι θάνατος όμως.
Τα παιδιά σου θα γεννιόνταν πριν από ‘σένα σκέφτηκε, θα ήταν δηλαδή και γονείς. Οι δείκτες του ρολογιού θα πήγαιναν ανάποδα, στην ουσία τι θα άλλαζε όμως;
Μετά σηκώθηκε και συνέχισε να κάνει αυτά που έκανε πριν.

Σάββατο, 4 Οκτωβρίου 2008

Η γνώμη του Pirandello

Λοιπόν είπε ο Pirandello, τι θα γινόταν αν ένας ανώνυμος εδώ ομολογούσε πως έκανε ας πούμε έναν φόνο;
Τίποτα δεν θα γινόταν, γιατί πρώτα απ’ όλα κανείς δεν θα τον πίστευε, ποιος που θα ‘χε κουκούτσι μυαλό στο κεφάλι του θα ομολογούσε ένα φόνο;
Και ποιος έχει καιρό να ασχοληθεί μ’ αυτά που δημοσιεύονται κάθε τόσο στο internet;
Πρόσεξε πως κανείς δεν τον πρόσεχε.
Λοιπόν, πήγε να ξαναπεί αλλά κάποιος άλλος συνέχισε να λέει ένα ανέκδοτο και μάλλον κανείς δεν ενδιαφερόταν για ‘κείνα που έλεγε.
Περίμενε να τελειώσει το ανέκδοτο.
Λοιπόν είπε μετά, το internet δεν είναι παρά η άλλη πλευρά του εαυτού μας, ένα καταδυναστευμένο εγώ.
Γύρισε και κοίταξε μετά όλους όσους βρίσκονταν στο τραπέζι. Μερικοί τον κοίταζαν, κάποιοι άλλοι ούτε καν που τον άκουσαν και συνέχισαν να τρώνε.
Ο Pirandello χτύπησε επίμονα με το μαχαίρι του το πιάτο, έτσι που όλοι τώρα γύρισαν και τον κοίταξαν.
Μπορεί να μην σας ενδιαφέρει είπε, αλλά αυτή είναι η γνώμη μου.
Κάποιος αναστέναξε και κάποιος άλλος πήγε να πει κάτι αλλά ο Pirandello ξαναχτύπησε το μαχαίρι του. Το θέμα είναι σοβαρό είπε. Όσο η τιμή του πετρελαίου ή η τρύπα του όζοντος, γιατί αν δεν το έχετε καταλάβει το διαδίκτυο είναι το μέλλον μας.
Μερικοί άφησαν τα πηρούνια τους, η ατμόσφαιρα είχε χαλάσει κάπως.
Ο Pirandello σηκώθηκε απ’ το τραπέζι και πήγε κι έβαλε μουσική. Ας χορέψουμε είπε, δεν χρειάζεται να χαλάμε τις καρδιές μας για το internet.

Παρασκευή, 3 Οκτωβρίου 2008

Η κρίση του Pirandello

Είμαι σαν κροκόδειλος είπε ο pirandello, δείχνοντας τις πληγές του στον ήλιο. Μόνο στα δόντια δεν του μοιάζω.
Κατάλαβα ότι είχε τις κακές του σήμερα και τον άφησα να μιλάει μόνος του. Εκείνος χειρονομούσε επί ώρα και έλεγε ακατανόητα πράγματα.
Που και που ο αέρας έφερνε κάποιες κουβέντες, ιδίου περιεχομένου
Η κρίση κράτησε κανένα μισάωρο. Μετά, σαν να μην συνέβαινε τίποτα ήρθε εκεί που καθόμουν και με ρώτησε τι άλλο θα κάναμε σήμερα. Είχε λέει διάθεση να κάνει πολλά πράγματα σήμερα, οι συνθήκες ήταν τέλειες είπε. .

Τετάρτη, 1 Οκτωβρίου 2008

Οι πόρτες του Pirandello

Ο pirandello άνοιξε μια πόρτα και βγήκε, μετά μια άλλη και μπήκε, μετά βγήκε πάλι από μια άλλη, μπήκε από μια άλλη κι αυτό το ‘χει κάνει ίσως εκατομμύρια φορές. Ανοιγόκλεισε ούτε κι αυτός θυμόταν πόσες φορές για να μπαινοβγούνε τα σκυλιά, για να μπαινοβγούνε οι φίλοι του, να μπαινοβγούν οι γνωστοί και οι άγνωστοι.
Τώρα στεκόταν πάλι μπροστά σε μια κλειστή πόρτα και σκεφτόταν αν θα την άνοιγε. Είχε διαβεί ποιος ξέρει πόσες φορές αυτή την ίδια πόρτα. Ήξερε το κάθε τι που κρυβόταν από πίσω.
Έμεινε για λίγο αναποφάσιστος. Μετά έκανε μεταβολή κι έφυγε.
Δεν θ’ άνοιγε ξανά την ίδια πόρτα, έτσι, για να δει αν κάτι θα άλλαζε.