Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2011

Πιραντελλιές

Έξω έβρεχε. Αυτός καθόταν με την τραγιάσκα και γυαλιά ηλίου στο σκοτάδι και με περίμενε, σιωπηλός. «Τι βλέπω; Πάλι αλλαγές έχουμε;», ρώτησα για ν’ ανιχνεύσω την κατάσταση. Ο Pirandello με λοξοκοίταξε και συνέχισε να μην κάνει τίποτα. «Πήγαινε να μου φτιάξεις έναν καφέ κι άσε τα λόγια», πρόσταξε, «εδώ χανόμαστε». «Και μπορώ να μάθω γιατί παρακαλώ; Τι συνέβη;», επέμεινα.
«Κάνε αυτό που σου λέω και άσε τις ερωτήσεις», είπε και χτύπησε το χέρι του στο τραπέζι. Εγώ πήγα για τον καφέ.
Όταν γύρισα πάλι δεν έκανε τίποτα. Πέρασε μια ώρα και απλώς κάπνιζε και δεν έλεγε, ούτε έκανε τίποτα. «Λοιπόν;», ζήτησα μια απάντηση. «Τίποτα», είπε ο Pirandello, «ήθελα να δω αν πιάνει αυτό με τις αγριοφωνάρες». «Δεν είσαι σοβαρός», είπα, «τι παιδιαρίσματα είναι τώρα αυτά;»
«Καθόλου παιδιαρίσματα», είπε, «δε βλέπεις πώς κάνουν οι Γερμανοί; Πώς νομίζεις ότι περνάνε αυτές τις εγκυκλίους που στέλνουν;»
«Και τι πάει να πει αυτό;», είπα εγώ, «εμείς δεν είμαστε Γερμανοί».
«Να γίνουμε κύριε», είπε και ξαναχτύπησε το χέρι του στο τραπέζι, «να γίνουμε. Να γίνουμε μπας και μας πάρει κάποιος στα σοβαρά».
«Με κλανιές δε βάφουν αυγά», σκέφτηκα να του πω αλλά δεν είχε νόημα.

Τετάρτη, 16 Νοεμβρίου 2011

Ο ρόλος του Pirandello

«Σήμερα έπιασα τον real fm απ’ την αρχή, από το εκκλησιαστικό εγερτήριο. Ακολούθησαν οι ειδήσεις που ανακυκλώνονται χωρίς να λένε τίποτα. Μετά τα λογοπαίγνια και τα διαφημιστικά, που είναι κι αυτά απαραίτητα, ενώ από κάτω έτρεχαν όπως κάθε πρωί τέτοια ώρα, ροκιές. Μετά συμβουλευτήκαμε μαζί το αλμανάκ, για το τη έγινε σαν σήμερα και καταλήξαμε όπως κάθε μέρα στο κοινοβούλιο όπου χάσαμε πάλι τον μπούσουλα. Μάθαμε επίσης πως για την επέτειο αύριο θα δραστηριοποιηθούν τόσες χιλιάδες αστυφύλακες και περάσαμε στις καθημερινές καλημέρες… δεν ήταν να σταθείς σε τίποτα και το έκλεισα».
«Μόνος σου μιλάς;», ρώτησα. Εκείνος σήκωσε τους ώμους του: «σχολιάζω την κατάντια μας», είπε.
«Πώς; Κάνοντας κριτική στο ραδιόφωνο;»
«Δεν κατάλαβες», είπε ο Pirandello, «επαγρύπνηση κάνω. Να ‘χουμε τον νου μας».

Πέμπτη, 10 Νοεμβρίου 2011

Οι ανησυχίες του pirandello

Ο Pirandello έδειχνε κουρασμένος, ήταν πολύ άκεφος και με δυσκολία κρατούσε τα μάτια του ανοιχτά. Επόμενο ήταν, τόσες μέρες στο πόδι. «Όλα εντάξει να υποθέσω;», τον ρώτησα όπως γυρίζαμε. Δεν απάντησε. Όταν φτάσαμε στο σπίτι τον ξαναρώτησα: «αισθάνεσαι καλά;» και κούνησε το κεφάλι του. Σκέφτηκα μήπως είχε κάτι άλλο, κάτι που δεν ήξερα… αλλά ό,τι κι αν ήταν τέλος πάντων, αν ήθελε να το έλεγε.
«Καλύτερα να μην έρθεις μέσα», μου είπε στην πόρτα. «Έχω ανάγκη από ύπνο». «Μήπως είσαι άρρωστος;», ρώτησα. «Όχι, όχι», έκανε, «κάτι σκέφτηκα εκεί που ήμασταν και με ζώσανε τα φίδια». Απόρησα, ο Παπαντρέου παρέδωσε, δεν υπήρχε λόγος ν’ ανησυχεί». «Δεν καταλαβαίνω», του είπα.
Μου έκανε νόημα να μπω μέσα και τον ακολούθησα. Πήγαμε κατευθείαν στο γραφείο του και ο Pirandello μου είπε να κλείσω τις πόρτες και τα παράθυρα. Μετά τον είδα που αποσύνδεσε το τηλέφωνο. «Φοβάμαι», είπε και μου έδωσε ένα τσιγάρο απ’ τα δικά του, μια κίνηση που δεν κάνει ποτέ. «Τι διάολο φοβάσαι;», ρώτησα κι έκατσα απέναντι, «είσαι άρρωστος;»
Ο Pirandello κάπνιζε σιωπηλός και ξεφυσούσε τον καπνό σαν τσιμινιέρα. Για ένα ολόκληρο λεπτό περίμενα, περίμενα ύστερα άλλο ένα, τίποτα. Σηκώθηκα να φύγω.
«Να, αυτός ο Παπαδήμος», ψιθύρισε. Ξαφνιάστηκα. «Τι; Ούτε αυτός σου αρέσει;»
«Όχι, δεν είναι αν μ’ αρέσει ή όχι, δεν καταλαβαίνεις… είναι αυτός λένε που μας έβαλε στην ΟΝΕ». «Τα ξέρω αυτά, τα άκουσα», είπα. «Και πού το κακό; Εμένα μου φάνηκε πολύ σοβαρός». «Κι εμένα», ομολόγησε. «Τότε; Τι σκέφτεσαι;», ρώτησα.
«Κι αν είναι άνθρωπος της Goldmansachs τίποτα;», είπε και με ζώσανε και ‘μένα τα φίδια. Πήγα πίσω και κρέμασα τα ρούχα μου. Μετά κάθισα ξανά στην καρέκλα μου, να το σκεφτούμε μαζί, ήταν ανησυχητικά τα πράγματα.