Πέμπτη, 31 Ιανουαρίου 2013

Το «θεώρημα του πολιτικού λόγου» κι ο pirandello.

«Η γωνία πρόσπτωσης Μπρούστερ υπολογίζεται από τον μαθηματικό τύπο όπου n1 και n2 είναι οι δείκτες διάθλασης των δύο οπτικών υλικών. Για παράδειγμα ο αέρας έχει δείκτη διάλθασης ενώ ένα τζάμι έχει δείκτη διάθλασης περίπου και το νερό έχει δείκτη διάθλασης . Στο τζάμι η γωνία πρόσπτωσης Μπρούστερ είναι περίπου 56° ενώ στο νερό είναι 53°. Κατάλαβες;», ρώτησε σκουπίζοντας τα χέρια του και πιάνοντας πάλι τη βέργα. «Κατάλαβα… δηλαδή όχι», παραδέχθηκα, δεν είχα ιδέα τι έλεγε. «Είναι πολύ φυσικό», είπε, «δεν προσέχεις στο μάθημα. Συγκεντρώσου στο θέμα μας, τι πρόβλημα έχουμε εδώ;», ρώτησε και χτύπησε τη βέργα του στον μαυροπίνακα. «Νομίζω την ταχύτητα της πρόσπτωσης της χιονοστιβάδας», είπα αφού μελέτησα το σχέδιο. «Αυτό μάλλον». «Το μάλλον δεν είναι απάντηση, πρέπει να ‘σαι βέβαιος για την απάντηση». «Μα δε διατύπωσες την ερώτηση, έκανες μόνο ένα σχέδιο λέγοντας πως αυτή είναι η κορυφή ενός βουνού και αυτή εδώ κάτω είναι μια καλύβα. Αλλά μετά με μπέρδεψες μ’ αυτή τη γωνία πρόσπτωσης Μπρούστερ». «Τι άλλο είπα;» «Διάφορα άσχετα, κάτι για τη θερμοκρασία, την απόσταση κορυφής - καλύβας… τη βαρύτητα, το είδος του χιονιού, την ποσότητα… δεν καταλαβαίνω το ερώτημα». «Ανέφερα το υψόμετρο;» «Νομίζω όχι». «Ανέφερα δηλαδή γενικότητες και εσύ κατέληξες πως υπάρχει κάποιο σημαντικό ερώτημα στο οποίο θα έπρεπε να απαντήσεις, έτσι δεν είναι;» «Ναι, μάλλον». «Είσαι κοντά στην επίλυση του προβλήματος, εν αγνοία σου». «Μα δεν καταλαβαίνω καν το ερώτημα». «Πες μου, είμαι μετεωρολόγος;» «Απ’ όσο ξέρω όχι». «Είμαι μήπως φυσικός; Σεισμολόγος; Μαθηματικός μήπως;» «Όχι, απ’ όσο γνωρίζω». «Μελετάμε κάτι θεωρητικό εδώ ή ένα πραγματικό γεγονός;» «Νομίζω πως είναι ένα θεωρητικό ερώτημα». «Είναι συλλογισμός, δεν είναι ερώτημα». «Έστω, συλλογισμός. Πού θες να καταλήξεις;» «Δεν έχει σημασία το ερώτημα, αυτό προσπαθώ να σου πω», είπε ο pirandello κι έσβησε με το σφουγγάρι τον πίνακα. «Σημασία έχει να κρατάς τον συνομιλητή σου απασχολημένο, έτσι που να μη μπορεί να σκεφτεί, παρουσιάζοντάς του συνέχεια προβλήματα, με τυχαία σειρά». «Και τι κερδίζεις μ’ αυτό;» «Πρώτα απ’ όλα τον κάνεις να νοιώθει ανόητος γιατί δε μπορεί ν’ απαντήσει. Δεύτερον, τον κάνεις να νοιώθει ότι είσαι εσύ εξυπνότερος. Και αφού δε μπορεί να σε αντιμετωπίσει σε κάτι - δε μπορεί να σ’ αντιμετωπίσει σε τίποτα. Κατάλαβες;» «Αυτό που κάνουν δηλαδή οι πολιτικοί». «Ακριβώς», έκανε ο pirandello τρίβοντας τα χέρια του ευχαριστημένος. «Αυτό ακριβώς». «Ναι. Αλλά πάλι δεν καταλαβαίνω», είπα, «όλη αυτή η φάση με τη χιονοστιβάδα ήταν μια φούσκα;» «»Α, όχι. Ήταν μια συγκεκριμένη θεωρία που έχω… για την ακρίβεια ένα θεώρημα. Το θεώρημα του πολιτικού λόγου». «Κι αυτή η γωνία πρόσπτωσης Μπρούστερ;» «Απλή επίδειξη, πιάνουν πολύ κάτι τέτοια».

Τετάρτη, 30 Ιανουαρίου 2013

Η «τσίπα» κι η παιδεία του pirandello.

«Και τώρα;», ρώτησα, «ποιο είναι το επόμενο βήμα;» «Τώρα τίποτα, περιμένουμε». «Τι λες να γίνει;» «Το πιθανότερο είναι να πετύχουμε την επιβίωσή μας αρχικά. Μόλις ανοίξουμε τα χαρτιά μας θα θορυβηθεί και θ’ αναγκαστεί να παραδεχθεί ορισμένα πράγματα. Φυσικά θα πει πως δεν έχει χρήματα… τα γνωστά». «Τον άρτον ημών τον επιούσιον δηλαδή». «Σε πρώτη φάση. Μακροπρόθεσμα βλέπουμε τι θα πετύχουμε». «Είναι σαν να κάθομαι σ’ αναμμένα κάρβουνα». «Καταλαβαίνω. Αλλά να σκέφτεσαι πως την πατάτα την έχει εκείνος». «Ανησυχώ». «Εγώ πάλι είμαι αισιόδοξος» «Και εγώ. Αλλά ανησυχώ». «Εσύ πρέπει να είσαι συγκρατημένα αισιόδοξος. Αλλά δεν υπάρχει λόγος ν’ ανησυχείς». «Με τρελαίνει όμως η απραξία». «Δεν είναι απραξία, είναι προαπαιτούμενος χρόνος». «Με τρελαίνουν κι όλα αυτά τα δικολαβίστικα». «Να, πάρε αυτά», μου είπε ο pirandello και μου ‘δωσε κάτι ξερόκλαδα. «Τι είναι αυτά;», ρώτησα, «προσάναμμα;» «Όχι, είναι για ξόβεργες, να κάνεις κάτι να περνάει η ώρα». «Και θα στήνω ξόβεργες;» «Αν δε θες ξόβεργες μπορείς να πας για ψάρεμα, μπορούμε να πάμε και μαζί άμα θες». «Γιατί δεν πάμε μέχρι τον δικηγόρο;» «Γιατί δεν έχεις κάτι καινούργιο να πεις. Και γιατί σου χρειάζεται επίσης ηρεμία για να σκεφτείς». «Ναι. Αλλά ξέρεις πως μ’ εκνευρίζει το ψάρεμα». «Το ψάρεμα είναι άσκηση, μαθαίνεις να περιμένεις. Και είσαι έτοιμος πάντα να αρπάξεις μια ευκαιρία». «Πάντα θεωρούσα πως όταν ψαρεύεις χάνεις την ώρα σου». «Εξαρτάται απ’ το ψάρι, εμείς θα πάμε για τσίπα». «Τι είναι η τσίπα;» «Σκυλόψαρο. Είναι πολύ επικίνδυνο». «Και θα πιάσουμε σκυλόψαρο με πετονιά;» «Δε θα το πιάσουμε με πετονιά». «Και πώς θα το πιάσουμε;» «Με δόλωμα. Θα του το πετάξουμε στα βαθειά και θα τρέξουμε πίσω. Θα το βγάλουμε στα ρηχά». «Και γιατί να τρέξει ξωπίσω;» «Γιατί τίποτα δεν του αντιστέκεται. Και γιατί του αρέσει το δόλωμα». «Τι θα βάλουμε δόλωμα;» «Εσένα. Θα σε ρίξω μ’ ένα σκοινί στη θάλασσα». «Είσαι τρελός, πού το σκέφτηκες αυτό;» «Έχω παιδεία. Δεν έχεις διαβάσει το ΔΟΚΙΜΟΣ ΗΖΥ;»

Τρίτη, 29 Ιανουαρίου 2013

Ο «Μακιαβέλλι» κι ο pirandello.

«Τι είναι αυτό;», ρώτησα. «Μια πάνινη κούκλα, παραγεμισμένη με άχυρο», είπε ο pirandello, «που στην περίπτωσή μας είναι ένας Μακιαβέλλι, ένας ποταπός αντίπαλος που είναι αποφασισμένος να χρησιμοποιήσει όλα τα μέσα για να πετύχει τον σκοπό του, να ας πούμε η εμφάνισή του, το ότι μοιάζει με μια αδύναμη πάνινη κούκλα, ένα αξιολύπητο αντικείμενο». «Μα είναι μια κούκλα». «Αυτό προσπαθώ να σου πω, ότι δεν είναι αυτό που βλέπεις. Εσύ βλέπεις αυτά τα κουρέλια και τα άχυρα αλλά αυτά δεν είναι παρά στάχτη στα μάτια, από πίσω κρύβεται ένας Σατανάς». «Ωραία. Και τι κάνουμε τώρα; Εξορκισμό;» «Μπορείς να το πεις κι έτσι. Κατ’ αρχάς δεν τον αγγίζουμε, προσέχουμε τι λέμε και τι κάνουμε και δεν χάνουμε τον στόχο μας. Να θυμάσαι πως αυτός εδώ ο διάβολος θα προσπαθήσει να σε τυλίξει σε μια κόλλα χαρτί και ότι είναι αδίστακτος». «Ωραία. Κι εγώ τι πρέπει να κάνω;» «Εσύ τίποτα. Σαν να ‘χεις μπροστά σου έναν χιμπατζή, δεν παρασύρεσαι και είσαι ήρεμος. Να σκέφτεσαι σαν κι αυτόν, με τον χειρότερο τρόπο, δεν είναι και τόσο δύσκολο». «Δηλαδή να γίνω σαν τα μούτρα του;» «Δεν είναι και τόσο άσχημος… εξωτερικά. Αλλά κυρίως μας ενδιαφέρει ο τρόπος που σκέφτεται». «Μα δε γίνεται κάποιος Μακιαβέλλι επειδή έτσι θέλει…» «Λάθος. Μακιαβέλλι δε γεννιέσαι, γίνεσαι. Ή τουλάχιστον προσπαθείς». «Είναι εμετικά όλα αυτά. Δεν ξέρω αν μπορώ ν’ ανταποκριθώ». «Δε μπορείς να κάνεις αλλιώς, ή Μακιαβέλλι ή τίποτα». «Αφού δε μπορώ να το αποφύγω… Μακιαβέλλι», είπα «Ωραία», είπε ο pirandello, «ορίστε, έχεις εδώ μπροστά σου έναν αντίπαλο, δείξε μου τι μπορείς να του κάνεις». «Εννοείς την κούκλα;» «Ναι. Δείξε μου πόσο κακός μπορείς να ‘σαι». «Να κάνω δηλαδή τι;» «Δεν ξέρω, εσύ αποφασίζεις, βγάλτης τα μάτια». «Είναι αποκρουστικό», είπα, «δε μπορώ να της βγάλω τα μάτια». «Κόψτης τότε το κεφάλι, βγάλτης το χέρι». «Μα δε μπορώ να κάνω τέτοιες αγριότητες, για ποιον με πέρασες; Και τέλος πάντων… σε τι θα ωφελήσει αυτό;» «Μα είναι μια πάνινη κούκλα», είπε ο pirandello, «δε θα πάθει τίποτα». «Μα μου ζητάς να την καταστρέψω, πώς δε θα πάθει τίποτα; Αν δεν πάθει τίποτα γιατί να τα κάνω όλα αυτά;» «Πρώτα απ’ όλα πρέπει ν’ αποβάλεις αυτόν τον συναισθηματισμό, να μη σ’ ενδιαφέρει τι θα πάθει η κούκλα». «Το θεωρείς εύκολο αυτό;» «Όχι. Αλλά από κάπου πρέπει να αρχίσει κανείς». «Το καταλαβαίνω. Αλλά και πάλι δεν ξέρω αν μπορώ να βγάλω τα μάτια αυτής της κούκλας». «Ευαισθησίες και ξεράσματα», είπε ο pirandello, «κάνε πέρα». Και λέγοντας αυτά έπιασε το κεφάλι της κούκλας και με μια δυνατή κίνηση το ξερίζωσε απ’ τους ώμους. «Ορίστε», έκανε. «Πού το βλέπεις το δύσκολο. «Εσύ είσαι άλλο», είπα. «Εσύ είσαι άλλο κι εγώ άλλο, εγώ δε μπορώ να πετσοκόψω την κούκλα». «Φοβάμαι πως δεν υπάρχει άλλος τρόπος», έκανε και έπιασε το σκουπόξυλο, «σου χρειάζεται πολύ ξύλο». «Δε μπορώ να το κάνω», φώναξα ενώ σήκωνα τα χέρια μου να προστατέψω το κεφάλι μου. «Υπεράσπισε τον εαυτό σου διάολε», φώναζε εκείνος ενώ με βάραγε όπου μ’ έβρισκε ακάλυπτο, «υπεράσπισε τον εαυτό σου». Οπισθοχωρούσα μέχρι που δεν έπαιρνε άλλο. Ύστερα άρπαξα μια καρέκλα και του την πέταξα στο κεφάλι. «Αρκετά για σήμερα», είπε εκείνος. «Έκανες επιτέλους ένα βήμα. Θα συνεχίσουμε αύριο. Θα συνεχίσουμε μέχρι που θα σε κάνω άνθρωπο».

Σάββατο, 26 Ιανουαρίου 2013

Η «πραγματική εικόνα των πραγμάτων» κατά pirandello.

«Γιατί δεν κοιμάσαι και με ξενυχτάς κι εμένα;», ρώτησα, «και τι διάολο κάνεις και σεργιανάς πάνω κάτω βραδιάτικα;» «Σ’ έφερα εδώ για να μιλήσουμε», είπε ο piradello. «Τι να πούμε χριστιανέ μου ; είναι άγρια μεσάνυχτα. Και γιατί δεν ανάβεις ένα φως; Τι παριστάνεις;» «Μην ανοίγεις το φως», είπε εκείνος, «είναι καλύτερα έτσι». «Τι είδους μούρλα είναι αυτή πάλι; Τι κάνεις στα σκοτάδια; Και γιατί μιλάς έτσι; Πούντιασες;» «Είναι η κουκούλα. Και αν το καλοσκεφτείς θα δεις πως δεν είναι καθόλου απαραίτητο το φως. Ίσα - ίσα σ’ αποπροσανατολίζει απ’ αυτό που πραγματικά βρίσκεται εκεί, από ‘κείνο που πρέπει να δεις». «Κατάλαβα», έκανα. «Πάλι οι γνωστές παλαβομάρες. Δεν είχες ύπνο και λες, δεν τον φωνάζω εδώ αυτόν τον ηλίθιο να περάσουμε την ώρα μας;» «Καθόλου παλαβομάρες», είπε ο pirandello. «Και αν δεν έβγαζες όπως πάντα αυθαίρετα συμπεράσματα θα καταλάβαινες πως σου μιλάω για την πραγματική εικόνα των πραγμάτων, όχι για ‘κείνη που φαίνεται». «Άσε με σε παρακαλώ ν’ ανάψω ένα φως, να μιλήσουμε επιτέλους σαν άνθρωποι». «Φύγε απ’ τον διακόπτη». «Καλά… δεν ανοίγω το φως. Αλλά στον Θεό σου, οι άνθρωποι τέτοια ώρα κοιμούνται». «Οι ηλίθιοι κοιμούνται. Γιατί πρέπει να παραδεχθείς πως το να κοιμάσαι ενώ συμβαίνουν τόσα τριγύρω είναι κουταμάρα. Είναι βλακεία… ηλιθιότητα». «Το να κοιμάται κάποιος είναι ηλιθιότητα; Και τι να κάνουμε; Να φοράμε κουκούλες και να κυκλοφορούμε στα σκοτάδια;» «Αυτό με το σκοτάδι και το φως είναι απλώς προκατάληψη. Αν δε βλέπεις τι μύτη σου δεν έχει καμιά σημασία αν είναι μέρα ή νύχτα». «Μα τον Θεό, δεν σε καταλαβαίνω. Με ξεσηκώνεις απ’ το κρεβάτι μου για να με φέρεις εδώ και να μου αραδιάσεις όλες αυτές τις βλακείες; Μα τι άνθρωπος είσαι εσύ τέλος πάντων; Και γιατί φοράς την κουκούλα; Να μη σε αναγνωρίσω;» » «Αν είχες κουκούτσι μυαλό στο κεφάλι σου θα καταλάβαινες πως δεν παίζω. Και πάνω στο τραπέζι έχει κι άλλη , φόρεσέ την». «Είσαι τρελός. Γιατί να τη βάλω την κουκούλα;» «Κάνε αυτό που σου λέω. Αλλιώς θα σηκωθώ και θα σε παρατήσω να σε φάνε τα σκυλόψαρα, οι Ψωμιάδηδες». «Α, εκεί το πας». «Φυσικά και το πάω εκεί. Και αν θες να ξέρεις δε τη φοράω για σένα την κουκούλα, τη φοράω για το κοινό. Γιατί το κοινό πρέπει να καταλάβει κάτι απ’ όλη αυτή την ιστορία». «Μα δε σε βλέπει… δε μας βλέπει κανείς. Κι αυτό το σκοτάδι… σε τι εξυπηρετεί το σκοτάδι;» «Το σκοτάδι κάνει τη δουλειά του κι εμείς τη δική μας, φόρεσέ την να τελειώνουμε». «Ορίστε, τη φόρεσα». Τον άκουσα να με πλησιάζει. Και την ίδια στιγμή ένοιωσα ένα φοβερό χτύπημα που μου κατάφερε στα μούτρα με το διαλομένο το σκουπόξυλο. «Σιχαμένε», βόγκηξα, «μου έσπασες τη μύτη… μου έσπασες τη μύτη». Άκουσα το σκουπόξυλο που έπεσε πέρα. Τώρα ήταν άοπλος… και βούτηξα να το πιάσω. Αλλά εκείνος μου έβαλε μάλλον τρικλοποδιά και σωριάστηκα κάτω σαν τον ηλίθιο. «Το σκοτάδι εξυπηρετεί στο να μη βλέπει ο αντίπαλος της κινήσεις μας», είπε ο pirandello. «Αυτό δε σημαίνει πως εμείς δεν πρέπει να προβλέπουμε τις δικές του». «Να πας στον διάολο», ούρλιαξα. «Βρικόλακα. ανώμαλε». «Θα μ’ ευγνωμονείς κάποτε για όλα αυτά φίλε μου», είπε και τον άκουσα που έφευγε. «Αλλά αρκετά για σήμερα μ’ αυτό το θέατρο, να μη σε κουράζω», είπε και την άλλη στιγμή άναψε τα φώτα. Ήταν ντυμένος καρδινάλιος. «Τρελέ», φώναξα. «Ανισσόροπε». «Ποτέ δε βλέπουμε την πραγματική εικόνα των πραγμάτων φίλε μου», είπε, «ποτέ».

Τρίτη, 22 Ιανουαρίου 2013

Ο «βετζετέριαν» κι ο pirandello.

«Ο καθένας και μόνος του», είπε ο pirandello, «αυτό είναι το σύστημα». «Ναι», συμφώνησα. «Αλλά αυτό είναι ανθρωποφαγία». «Προφανώς», είπε ο pirandello. «Το άλλο όμως είναι βλακεία. Είναι σαν να πιστεύεις πως δε θα σε φάει ο καρχαρίας επειδή είχε περιδρομιάσει προηγουμένως γατόψαρα». «Μπορείς να μην είσαι τόσο περιγραφικός; Με τρομάζεις». «Σε τρομάζω επειδή σου λέω την αλήθεια;» «Με τρομάζεις επειδή την ξέρω. Την ξέρω και δε θέλω να μου λες ότι την ξέρεις κι εσύ». «Γιατί;» «Γιατί μου την επιβεβαιώνεις». «Θα προτιμούσες δηλαδή να σε φλομώνω στα ψέματα;» «Όχι. Ούτε αυτό… δεν ξέρω τι θα ‘θελα». «Θα ‘θελες να ‘χες ξεμπλέξει μ’ όλα αυτά. Ή να μην είχαν συμβεί ποτέ». «Μάλλον. Αλλά τα πράγματα δε γίνονται ποτέ όπως θες». «Μου πήρες την ατάκα μου τώρα». «Δεν πειράζει, καταλαβαινόμαστε». «Δε μπορείς επομένως να συνεχίζεις να είσαι βετζετέριαν». «Ναι… νομίζω. Δεν είναι εύκολο να γίνεις σαρκοφάγο ξαφνικά». «Ούτε μαϊμού μπορείς γιατί θα σε φάνε». «Άρα;» «Δεν έχει άρα, άρχισε να τρως. Στην ανάγκη κατάπινέ τα αμάσητα». «Μου ‘ρχεται να ξεράσω». «Ξέρασε. Αλλά συνέχισε».

Δευτέρα, 21 Ιανουαρίου 2013

Η «εκπαίδευση» του pirandello.

«Τι τα θέλουμε αυτά τα γελοία ρούχα;», ρώτησα. «Πώς; You're in the army now», είπε ο pirandello, «πρέπει να μπεις στο πετσί του στρατιώτη. Και μη σταματάς, 1, 2. 1, 2… συνεχίζουμε από ‘κει που ‘χαμε μείνει, καταρρίπτω όλα σου τα επιχειρήματα, λέγε» «Έπρεπε εξ αρχής να καθορίσουμε τους όρους μας», είπα ασθμαίνοντας και πηδώντας πάνω - κάτω, «να ‘χω κι εγώ… πώς το λένε… το μερτικό μου». «Είσαι επηρεασμένος και δεν ξέρεις τι λες», είπε ο pirandello βαδίζοντας πέρα - δώθε με το σκουπόξυλο και τη σφυρίχτρα, «άκου εκεί μερίδιο… και αν θες να ξέρεις ο κόσμος έρχεται για ‘μένα εδώ, αν δεν ήμουν εγώ εσύ ποιος θα ‘σουν;» «Έπρεπε να γράφει κάπου το όνομα μου, βαρέθηκα να ζω στην σκιά». «Τι είπες στρατιώτη; Δεν άκουσα τίποτα». «Έπρεπε να γράφει κάπου το όνομα μου, βαρέθηκα να ζω στην σκιά», ούρλιαξα. «Να ανοίξεις δικό σου μαγαζί τότε», μου φώναξε μέσα στο αφτί. «Δεν χρειάζεται να είσαι τόσο πειστικός», είπα, «μη φωνάζεις». Ο pirandello χτύπησε παλαμάκια. «Συγκεντρώσου, δεν κάνουμε θέατρο τώρα, προετοιμάζουμε την στάση σου στο δικαστήριο. Και στο δικαστήριο δε θα ‘χεις χρόνο να σκεφτείς, πρέπει να είσαι δασκαλεμένος. Συνέχισε, 1, 2. 1, 2…» «Εντάξει», είπα. «Αλλά ας κάνουμε ένα διάλειμμα, κουράστηκα». «Δεν υπάρχουν περιθώρια για ξεκούραση… εκτός κι αν θέλεις να χάσεις». «Μα λέμε και ξαναλέμε τα ίδια πράγματα, τα εμπέδωσα». «Σε βρίσκω αδύναμο… ή τέλος πάντων όχι αρκετά δυνατό. Πρέπει να προπονηθείς, θα τρέχεις 45 λεπτά κάθε πρωί και θα παίρνεις πρωτεΐνες. Εν ανάγκη θα καταφύγουμε στα αναβολικά, πρέπει να αποκτήσεις αυτοπεποίθηση, ανάστημα, σφρίγος. Καταλαβαίνεις ή μιλάω στον αέρα; Ακούς στρατιώτη;» «Καταλαβαίνω», έκανα αδύναμα. «Αλλά θέλω έναν καφέ». «Συμφωνείς; «Να συνεχίσω ή να σ’ αφήσω και να κοιτάξω τις δουλειές μου;» «Όχι, συμφωνώ», είπα. «Σε χρειάζομαι». «Μου αναθέτεις να σε κάνω σκληρό σαν πέτρα; Δυνατό σαν ταύρο; Συμφωνείς;» «Ναι, ναι… όλα αυτά». «Υπερασπίσου τότε ψοφίμι», ούρλιαξε κι άρχισε να με κοπανάει με τη σκούπα. «Τρελάθηκες; Σταμάτα», φώναζα αλλά εκείνος συνέχιζε μέχρι που μου κατάφερε μια γερή στο κεφάλι και άρχισα να αιμορραγώ. Πέταξε τότε το σκουπόξυλο και άναψε τσιγάρο. «Χρειάζεσαι πολύ δουλειά», είπε. «Είσαι σαν να ‘χεις έρθει από άλλον κόσμο, είσαι μαμμόθρεφτος». «Είσαι θεότρελος», είπα, «μου άνοιξες το κεφάλι». Πήγε και μου έφερε πάγο. Ύστερα μου έβαλε ένα φλιτζάνι καφέ και μου έδωσε και τσιγάρο. «Σκέψου πως είσαι στον στρατό, πως έχεις να τα βάλεις με τέρατα. Θα σε φάνε λάχανο αν δεν γίνεις έτσι που λέω, καταλαβαίνεις;» «Καταλαβαίνω», του είπα και αρπάζοντας το σκουπόξυλο χίμηξα κατά πάνω του. «Εντάξει, εντάξει», φώναξε, «καλά τα πας, αντιστάθηκες επιτέλους». «Πάω να πάρω αέρα», είπα αηδιασμένος. Πέταξα ύστερα το σκουπόξυλο και γύρισα να φύγω. Και τότε μου έδωσε μια γερή στο κεφάλι και με έριξε κάτω. «Δε γυρνάμε ποτέ την πλάτη στον αντίπαλο, δε γυρνάμε ποτέ την πλάτη στον αντίπαλο», επαναλάμβανε συνέχεια ενώ με κλωτσούσε στα πλευρά και με βάραγε ανελέητα με το σκουπόξυλο… μέχρι που λιποθύμησα.

Σάββατο, 19 Ιανουαρίου 2013

Γενέθλια με τον pirandello.

«Μα σε κάνει έξαλλο», ούρλιαζε ο pirandello, «αυτός ο άνθρωπος καταργεί το αυτονόητο». «Τι συμβαίνει;», ρώτησα μπαίνοντας με την τούρτα, «τι φωνάζεις;» «Σσς», μου έκανε νόημα, «μιλάω με τη δικηγόρο». «Κατάλαβα», είπα και πήγα να βάλω την τούρτα στο ψυγείο… μέρα που βρήκα να ‘χω κι εγώ γενέθλια. «Χρόνια πολλά», μου έκανε κοφτά μόλις γύρισα, «μιλούσα με τη δικηγόρο… συγγνώμη, είμαι πολύ ταραγμένος». «Δεν μιλούσες, ούρλιαζες», είπα. «Μα… μα είναι να μη φωνάζω;» «Να φωνάζεις. Αλλά έχεις και πίεση. Κι εγώ γενέθλια». «Το ξέρω ότι έχεις γενέθλια. Και δεν είναι ανάγκη να μου θυμίζεις τι έχω και τι δεν έχω», είπε. «Πήρες τούρτα;» «Μια μικρή, έτσι για το καλό». «Και κεράκια υποθέτω». «Και κεράκια κι απ’ όλα». «Ελπίζω να μην κάλεσες κανέναν, δεν είναι κατάλληλη η μέρα να αρχίσουν να πηγαινοέρχονται διάφοροι και να μας εύχονται». «Να μου εύχονται θες να πεις». «Ναι, φυσικά. Αν και μετά από το σο καιρό εμείς είμαστε ένα. Και δε θέλω κόσμο… καταλαβαίνεις… μια άλλη φορά ίσως». «Δε θα καλούσα, έτσι κι αλλιώς». «Μπράβο, μπράβο», έκανε, «έτσι θα είμαστε πιο άνετα, αυτές οι γιορτές με κάνουν άνω – κάτω… έχω κι ένα σωρό θέματα… καταλαβαίνεις». «Συγγνώμη», είπα. «Σήμερα έτυχε να ‘χω γενέθλια και στα γενέθλια είθισται…» «Αν δεν περιμένουμε κανέναν φέρε την τούρτα να σβήσεις τα κεράκια». «Δεν είναι απαραίτητο». «Πώς; Τι πάει να πει δεν είναι απαραίτητο; Εδώ κάνουμε τόσα και τόσα. Αποτελεί τελετουργικό άλλωστε… είμαστε ό,τι είμαστε αλλά τα τελετουργικά, τελετουργικά». «Θα προτιμούσα κάτι πιο συναισθηματικό από ένα απλό τελετουργικό», είπα φέρνοντας την τούρτα. «Κουταμάρες», είπε, «τι πιο συναισθηματικό από αυτά τα πυροτεχνήματα; Να βγάλουμε και μια φωτογραφία να τα θυμόμαστε». «Δε θέλω φωτογραφίες. Φωτογραφίες βγάζουν αυτοί που τους αρέσει να δείχνονται. Είναι ένα απλό γλυκό με κεράκια, τα σβήνω, εσύ μου τραγουδάς και τελειώσαμε». «Πέντε μεγάλα και έξι μικρά», παρατήρησε. «Θα μπορούσες να βάλεις ένα, συμβολικά». «Θες να πεις πως μεγάλωσα ε;» «Μη δίνεις σημασία, το θέμα είναι να είσαι καλά». «Τι έκανα όλα αυτά τα χρόνια, μου λες; Γιατί δε θυμάμαι;», ρώτησα αργότερα. «Μη σ’ απασχολούν αυτά που έκανες», σύστησε ο pirandello. «Να σ’ απασχολεί τι δεν έκανες. Ή καλύτερα τι θα κάνεις». «Τι λες να κάνω;» «Δεν ξέρω», μου είπε κοιτάζοντας αφηρημένα απ’ το παράθυρο. «Σου εύχομαι να ‘ναι όμως ενδιαφέρον». «Θες άλλο γλυκό;» «Μάλλον όχι, πρέπει να προσέχουμε και τα πολλά γλυκά είναι για νεώτερες ηλικίες». «Μόνο σήμερα». «Αν είναι μόνο για σήμερα, βάλε μου αυτό το μεγάλο με τη φράουλα». «Σου αρέσει η φράουλα;» «Όχι ιδιαίτερα. Αλλά στη ζωή πρέπει να παίρνεις το καλύτερο που σου προσφέρεται». Σωστά», είπα. Και σερβιρίστηκα ένα μεγάλο κομμάτι, επίσης με φράουλα. «Σου πήρα και δώρο», μου είπε δίνοντάς μου το πακετάκι.»Ένα μαύρο Πάρκερ, το άλλο σου χάλασε, έτσι δεν είναι;» «Δεν ήταν ανάγκη», είπα. Αλλά πολύ το χάρηκα.

Πέμπτη, 17 Ιανουαρίου 2013

Το «κόλπο ντε φάβα» κι ο pirandello.

«Το είδες αυτό που λένε;» «Ποιο;» «Αυτό για τις κάμερες, ότι θα μιλήσουν οι κάμερες». «Ανοησίες». «Αν είχαν κάμερες; Αποκλείεται να έχουν παντού κάμερες;» «Αποκλείεται. Και να έχουν δε θα δουλεύουν». «Πώς είσαι τόσο σίγουρος;» «Ξέρεις κάτι που να δουλεύει;» «Εδώ είναι άλλο, είναι κάμερες»/. «Μα ήταν μια παράγκα, είναι δυνατόν να ‘χουν κάμερες στις παράγκες; Ξέρεις πόσες παράγκες υπάρχουν;» «Πόσες;» «Αυτό είναι τώρα το θέμα μας; Πόσες παράγκες υπάρχουν;» «Εντάξει, είμαι αναστατωμένος». «Κοίτα να ηρεμήσεις. Και ξέχασέ το». «Μα πώς να το ξεχάσω; Κι αν μπουκάρουν τίποτα μπάτσοι;» «Θυμάσαι που ήταν η παράγκα;» «Θυμάμαι… δηλαδή όχι. Ήταν νύχτα. Και κάναμε ένα σωρό κύκλους». «Και το όπλο. Πού είναι το όπλο;» «Δεν ξέρω. Πού το ‘βαλες;» «Όσο λιγότερα ξέρεις τόσο καλύτερα». «Δηλαδή το ‘χεις κι εσύ κατά νου ότι μπορεί να μας πιάσουν». «Δεν είπα αυτό. Απλώς προσπαθώ να σου πω πως δεν υπάρχει λόγος να ανησυχείς. Και στο κάτω - κάτω εσύ δεν έκανες τίποτα, ούτε θυμάσαι καν που ήταν αυτή η παράγκα». «Κοίτα. Η φάτσα σου στην τηλεόραση». «Είναι από μια συνέντευξη που έδωσα». «Έδωσες συνέντευξη; Σε ποιον;» «Ίδρυσα σύλλογο υπέρ των παρεξηγημένων πολιτικών». «Και τι λες στη συνέντευξη;» «Ισχυρίζομαι πως είδα το στικάκι και πως ο Διώτης είναι αθώος. Όπως ο Παπακωνσταντίνου, ο Πρόεδρος και όλοι οι άλλοι». «Και πού τα ξέρεις εσύ αυτά;» «Είναι κοινή λογική, θα δεις που θα δικαιωθώ». «Και για τις κάλπες τι λες;» «Κόλπο ντε φάβα». «Πού το ξέρεις;» «Όλα στην Ελλάδα είναι κόλπο ντε φάβα, είναι εθνική συνταγή». «Και όλα αυτά που γράφουν οι δημοσιογράφοι… αυτά που λένε τα ραδιόφωνα;» «Κι αυτά κόλπο ντε φάβα, ψιλό γαζί… πώς το λένε;» «Μα…» «Μα τι δε βλέπεις; Μάστερ σεφ, εφιάλτης στην κουζίνα, ηλιομαγειρέματα… αυτή δεν είναι χώρα, είναι μαγέρικο».

Τρίτη, 15 Ιανουαρίου 2013

«PIRANDELLO GANG»

«Ας αναπαραστήσουμε λοιπόν τη σκηνή», είπε ο pirandello και πήρε το Καλάσνικοφ απ’ το πίσω κάθισμα. «Πρόσεχε μ’ αυτό το πράγμα», είπα. «Εσύ κράτησε τη μηχανή αναμμένη και τα άλλα άφησέ τα σε μένα», είπε και βγήκε απ’ το αυτοκίνητο. Έκανε μερικά βήματα, σταμάτησε, κοίταξε ένα γύρω, μου χαμογέλασε μ’ εκείνον τον μορφασμό που κάνει όταν χαμογελάει, όπλισε, σήκωσε το όπλο και το άδειασε στον τοίχο της παράγκας ενώ εμένα όλη αυτήν την ώρα η καρδιά μου πήγαινε να σπάσει. «Πώς σου φάνηκε;», με ρώτησε απ’ το παράθυρο. «Μπες μέσα να φύγουμε», φώναξα, ‘»γρήγορα». «Τι βιάζεσαι;», με ρώτησε μπαίνοντας με το πάσο του, «δε μας κυνηγάει κανείς». Πάτησα γκάζι και εξαφανιστήκαμε από ‘κει. «Είσαι τελείως τρελός», είπα. «Αν εμφανιζόταν κάποιος;» «Ηρέμησε», είπε. Είχε λύσει στο μεταξύ το όπλο και έβαζε τα κομμάτια του σ’ έναν εκδρομικό σάκο. «Κόσκινο την έκανα την παλιοπουτάνα», είπε μετά. «Και τι κατάλαβες τώρα;», ρώτησα. «Αν μας έπιαναν…» «Καλά είσαι σοβαρός;», μου είπε ανάβοντας τσιγάρο και ανοίγοντας το ραδιόφωνο. «Είδες να πιάνουν ποτέ κάποιον; Πιάνουν μόνο κάτι φτωχομπινέδες που χρωστάνε στην εφορία». Το ραδιόφωνο έπαιζε Αμερικάνικα, του 30. Μετά διέκοψε για ν’ ανακοινώσει το δελτίο τύπου της Γερμανικής πρεσβείας, ότι δηλαδή τα κάνανε πλακάκια ο Τσίπρας κι ο Σόιμπλε. «Κοίτα να το ξεφορτωθείς το συντομότερο αυτό το πράγμα», είπα, δείχνοντας τον σάκο. «Δεν είσαι καλά, αυτό είναι πια ιστορικό όπλο, θα είναι το σήμα της οργάνωσης». «Ποιας οργάνωσης;» «Της δικής μας. Της PIRANDELLO GANG». «Θα μας χώσουν μέσα μ’ αυτές τις μαλακίες που κάνεις, ο δρόμος είναι τώρα γεμάτος κάλυκες… θα τα μαγειρέψουν και θα μας φορτώσουν και καμιά δολοφονία στο τέλος. Θα μας μπουζουριάσουν και θα ζήσουμε την υπόλοιπή μας ζωή στη φυλακή». «Ανοησίες. Στο κάτω - κάτω τι κάναμε;» «Έκανες κόσκινο εκείνη την παράγκα. Πάλι καλά που δεν άφησες και καμιά προκήρυξη». «Άφησα, ποιος σου είπε ότι δεν άφησα;» «Θεέ μου, είσαι τελείως τρελός; Θα μας πιάσουν και θα κάνουμε παρέα στον Ξηρό στον Κορυδαλλό. Αυτό θες;» «Μην ανησυχείς. Το κτίριο δεν είναι καν του ΣΥΡΙΖΑ. Αμφιβάλω αν το πάρουν χαμπάρι… εδώ που τα λέμε δεν είναι καν κτίριο, μια σκατοπαράγκα είναι». «Πάλι καλά». «Θα έριχνα στην Τρικούπη. Αλλά δεν ήθελα να το διακινδυνεύσω. Για σένα το έκανα, επειδή φοβάσαι» «Κι η προκήρυξη; Τι έλεγε η προκήρυξη;» «Ότι η PIRANDELLO GANG αναλαμβάνει την πολιτική ευθύνη και ότι ο επόμενος στόχος θα είναι το Προεδρικό Μέγαρο». «Γιατί το Προεδρικό Μέγαρο;» «Γιατί έτσι κάνουν όλοι, δε βλέπεις; Ρίχνουν στα σπίτια. Και μάλιστα όταν δεν είναι κανείς, σίγουρα πράγματα. Και για το Προεδρικό το είπα για να τους φοβίσω. Όλα άλλωστε γίνονται ένεκα εντυπωσιασμού». «Δε σε καταλαβαίνω, γιατί όλα αυτά;» «Πρέπει να είσαι μέσα στην εποχή, ν’ ακολουθείς τη μόδα. Αλλιώς δε σε λογαριάζει κανείς». «Γιατί, τώρα ποιος σε λογαριάζει;» «Πάλι κανείς. Αλλά αύριο θα ‘ναι μια άλλη μέρα».

Κυριακή, 13 Ιανουαρίου 2013

Η «ευκαιρία» του pirandello.

«Έχεις κάτι μαζί μου;» «Πώς σου ήρθε αυτό;» «Απλώς ρωτάω… δε μιλάς». «Δε μιλάω γιατί δεν έχω τι να σου πω». «Μπορείς να πεις οτιδήποτε, δε χρειάζεται να ‘χεις κάτι συγκεκριμένο». «Οι άνθρωποι συνήθως λένε βλακείες. Δεν έχουν να πουν τίποτα και λένε βλακείες». «Η ζωή είναι τέτοια, δε φταίνε οι άνθρωποι». «Δε καταλαβαίνω τι νόημα έχει τώρα αυτή η συζήτηση». «Δε μπορούμε να είμαστε στο ίδιο δωμάτιο και να μη μιλάμε, αν είναι να φύγω». «Αν θέλεις να φύγεις, φύγε». «Κάτι σ’ απασχολεί». «Όντως. Αλλά δε θέλω να το συζητάω». «Καλώς. Θέλεις κάτι να κάνω;» «Όχι». «Αυτός ο καιρός είναι πληκτικός, δεν είναι;» «Είναι χειμώνας. Πάντα ο χειμώνας είναι έτσι πληκτικός». «»Λοιπόν… να φεύγω κι εγώ». «Δε μπορείς να κάτσεις σ’ ένα μέρος χωρίς να μιλάς;» «Μπορώ. Αλλά δε βλέπω τον λόγο». «Μα δε βλέπεις πως όταν οι άνθρωποι δεν έχουν τι να πουν αναγκάζονται να λένε βλακείες;» «Είσαι αυστηρός με τους ανθρώπους. Στο κάτω - κάτω δεν είναι υποχρεωμένοι να έχουν να πουν κάτι». «Και δεν είναι τραγικό αυτό;» «Δε συμβαίνει και πάντα». «Συμβαίνει όμως. Ανοίγει ξαφνικά η πόρτα και ο άνθρωπος που έχεις μπροστά σου, σου φαίνετε απελπιστικά βαρετός, δε συμβαίνει ;» «Όλοι έχουν δικαίωμα να είναι ακόμα και βαρετοί». «Μονάχα οι ανόητοι. Οι άλλοι ξέρουν να μη το δείχνουν». «Εμένα δε μου φαίνεσαι βαρετός». «Γιατί το λες τώρα αυτό;» «Έτσι μου ‘ρθε, μη δίνεις σημασία». «Ούτε εμένα μου φαίνεσαι βαρετός». «Προφανώς δε φτάνει αυτό». «Προφανώς». «Θες να πάμε μια βόλτα με το αυτοκίνητο;» «Να πάμε πού;» «Μια βόλτα». «Μπορούμε να πάμε μακριά;» «Όσο θες». «Τότε εντάξει». «Μπορούμε να πάμε και μέχρι την Ιταλία αν θες». «Δεν εννοώ τόσο μακριά». «Μπορούμε να πάμε σε κάποιο νησί». «Δεν είναι κακή ιδέα. Σε ποιο νησί λες;» «Σε όποιο να ‘ναι». «Δε θ’ αλλάξει τίποτα, το ξέρεις, έτσι δεν είναι;» «Το ξέρω. Αλλά πρέπει να πάμε. Πρέπει να της δώσουμε μια ευκαιρία». «Πώς λες να ‘ναι;» «Ποια;» «Αυτή η ευκαιρία». «Πώς είναι οι ευκαιρίες;» «Δεν ξέρω. Θα είναι διαφορετικές φαντάζομαι… δηλαδή απ’ ό,τι συνήθως». «Πάμε τότε. Δεν είναι σωστό να την αφήσουμε να περιμένει». «Το καπέλο μου» μου είπε με το που μπήκαμε στο αυτοκίνητο. «Ξέχασα το καπέλο μου». «Θα στο φέρω εγώ», είπα, «ποιο καπέλο;» «Δεν έχω αποφασίσει ακόμα, θα πάω εγώ», είπε και ξαναγύρισε σπίτι. Είναι μια ώρα μέσα και ψάχνει για ένα καπέλο. Και έχω βαρεθεί να περιμένω. Νομίζω πως δε θα φύγουμε ποτέ απ’ αυτό το μέρος.

Τρίτη, 1 Ιανουαρίου 2013

Οι «νέες επιδιώξεις» του pirandello .

«Τι είναι αυτά;», ρώτησα έκπληκτος. «Ποια αυτά;», έκανε εκείνος παριστάνοντας τον ανήξερο, «τα κυνηγητικά εννοείς;» «Ακριβώς», έκανα. «Θα πας κυνήγι;» «Όχι», είπε κορδωμένος, «μ’ έχεις για τέτοιον;» «Τότε προς τι όλα αυτά; Τι τη θες την καραμπίνα;; τι τις θες τις μπότες; Και τι είναι όλα αυτά τα φισεκλίκια; Ανταρτοπόλεμο έχουμε;» «Α, λες για την αμφίεση», είπε ο pirandello. «Είπα να τα βάλω έτσι για την καλή χρονιά. Σηματοδοτεί τις νέες επιδιώξεις». «Τι είναι πάλι αυτές οι επιδιώξεις;» «Έλα να κόψουμε τη βασιλόπιτα», είπε ο Pirandello κι έβγαλε ένα πριονωτό μαχαίρι απ’ τη ζώνη του. Το κοίταξα έντρομος. «Μη φοβάσαι, είναι για τη βασιλόπιτα», είπε. Σταύρωσε μετά την πίτα και άρχισε να κόβει… «Ένα», είπε, «του Χριστού, να τον έχει ο Θεός καλά για να μας προσέχει κι εμάς τους ακάθαρτους. Δύο του σπιτιού, για να μην πέσει να μας πλακώσει. Τρία του οικοδεσπότη, γιατί έτσι είθισται. Τέσσερα του καλεσμένου, εσύ είσαι αυτός, ο τέσσερα». Τον ευχαρίστησα και πήρα το κομμάτι μου. «Δεν έβαλα φλουρί, λόγω κρίσης», είπε, «μην ψάχνεις». «Δεν ψάχνω», έκανα τον αδιάφορο. «Αλλά μπορούσες να βάλεις κάτι, ένα πενηνταράκι αν δεν είχες ευρώ». «Η βασιλόπιτα είναι υπερβατικό έθιμο, δεν είναι για τα λεφτά, φέρνει λένε τύχη. Αλλά εγώ δεν πιστεύω στην τύχη». «Τότε προς τι το έθιμο;» «Πιστεύω στην υπερβατικότητα», είπε και συνέχισε να κόβει τα κομμάτια… «της Μπερλίν, του Πουκ…». Θα κόψεις όλη τη βασιλόπιτα;», ρώτησα, «θα ξεραθεί». «Όχι, τέλειωσα», είπε. «Άλλωστε είμαστε εμείς κι εμείς». Άφησε μετά κάτω το μαχαίρι κι άρχισε να εξετάζει την καραμπίνα. «Λοιπόν, αν δε με χρειάζεσαι κάτι να πάω κι εγώ σπίτι μου», είπα και σηκώθηκα να φύγω. «Λες τα Βέλγικα να τα βγάλουν πέρα με το κυνήγι;», ρώτησε αφήνοντας στην άκρη το όπλο. «Δεν ξέρω», είπα, «δεν είναι κυνηγόσκυλα». «Από προκύπτει αυτό;» «Προκύπτει απ’ το ότι είναι φύλακες, δεν είναι κυνηγόσκυλα». Πήγε κι έφερε ένα βιβλίο και μου το έδωσε. «Εδώ λέει πως εκπαιδεύονται τα σκυλιά για το κυνήγι του βίσωνα», είπε. «Κοίτα να δεις τι μπορείς να κάνεις». «Να κάνω δηλαδή τι;», είπα. «Μα να τα εκπαιδεύσεις. Θέλω να τα κάνεις τα καλύτερα κυνηγουάουα». «Τι είναι τα κυνηγουάουα;», ρώτησα έκπληκτος. «Είναι μια απ’ τις νέες επιδιώξεις μου, να κάνω τα βέλγικα κυνηγουάουα, το τέλειο σκυλί για το κυνήγι του βίσωνα σε παραθαλάσσιες περιοχές». «Μα δεν έχουμε βίσωνες, θα φέρεις και βίσωνες;» «Ω Θεέ μου, πόσο πεζός είσαι», είπε. «Φυσικά και δεν έχουμε. Αν είχαμε δε θα ήταν νέα επιδίωξη, θα ήταν παλιά». «Σωστά», έκανα και πήρα το βιβλίο. «Αυτό δε λέει για σκυλιά», είπα, «είναι το ταξίδι στο κέντρο της γης». Κούνησε το κεφάλι του. «Φυσικά», έκανε. «Δεν υπάρχει ανάλογο βιβλίο για κυνηγουάουα και βίσωνες. Αλλά κάνε κι εσύ κάτι».