Τρίτη, 8 Αυγούστου 2017

Μία Ρωξάνη για τον Pirandello

Τι μούτρα είναι αυτά; Είναι απ’ την ανασκόπηση. Δηλαδή; Απλώς είχα διαφορετική εντύπωση. Διαφορετική εντύπωση για ποιο πράγμα; Για μας. Κατάλαβα, ενοχές. Αλλά δεν τρέχει τίποτα, όλοι νιώθουμε ενοχές πότε - πότε. Είναι που δεν έχω καταφέρει να σε κάνω έτσι πραγματικό που θα ήθελα. Για την ακρίβεια σε παρουσιάζω εξωπραγματικό. Εγώ δεν έχω πρόβλημα, δεν σε καταλαβαίνω. Να, δεν είσαι ανθρώπινος, πώς να στο πω; Δεν πας ποτέ να πληρώσεις έναν λογαριασμό… είσαι σαν αέρας που μπαίνει απ’ το παράθυρο, όλο μεγάλες ιδέες κι αερολογίες, δεν έχεις τίποτα που να μπορέσει κάποιος να ταυτιστεί. Γιατί, ταυτίζεται κανείς με τον Συρανό ντε Μπερζεράκ; Αν έχει μεγάλη μύτη ναι. Αυτή η δυσμορφία τον κάνει μοναδικό όμως. Κι εξηγεί γιατί είναι καβγατζής, τόσο μοναχικός κι απαρηγόρητος. Ο Συρανό ερωτεύεται τη Ρωξάνη, της γράφει φλογερά γράμματα, της αφιερώνει τη ζωή του ολάκερη. Ενώ εγώ; Ενώ εσύ είσαι υπεράνω. Δεν είναι φυσιολογικό… είναι εκτός πραγματικότητας. Μα οι έρωτες… αυτή η πραγματικότητα που λες… είναι εντελώς πρόσκαιρα πράγματα, όλοι το ξέρουν αυτό. Δεν έχει σημασία. Πώς θ’ αντέξει την πραγματικότητα ο άνθρωπος χωρίς έρωτες; Τέλος πάντων, αν είναι να νιώθεις έτσι άσχημα θα κάνω τη θυσία να ερωτευτώ. Να, βλέπεις; Το λες όπως λες θα κάνω ένα τσιγάρο ή θα πιω στου Απότσου έναν καφέ. Και πώς θα ’πρεπε να το πω; Με κωδωνοκρουσίες; Δεν έχεις αισθήματα. Οι άνθρωποι νιώθουν πράγματα. Μα δεν είναι της ηλικίας μου τα καρδιοχτύπια, θες να με παρουσιάσεις γελοίο; Εγώ λέω εκείνα που βλέπω. Και πες μου, τόσα χρόνια που κάνουμε παρέα, έχεις ποτέ σου ερωτευτεί; Εγώ εδώ υπηρετώ έναν ρόλο, δεν είμαι υπεύθυνος για το τι είδους θα είναι η παράσταση. Μα με προδιαθέτεις. Αυτό είναι μετατόπιση ευθυνών. Κάθε άλλο. Αλλά δεν γίνεται να ’σαι συνέχεια άμοιρος, σου επισημαίνω ότι δεν βοηθάς. Φταίει το παρελθόν, το παρουσιαστικό, ο κόσμος των ιδεών… δεν ξέρω αλλά έχω να κάνω μ’ έναν υπερόπτη κι έναν τσιτατοποιό… Εγώ τσιτατοποιός; Το ’χεις πάρει χαμπάρι ότι ο βλάκας μονίμως είμαι εγώ; Δεν φταίω εγώ, εσύ γράφεις τα σενάρια. Και δεν έχω αντίρρηση, την άλλη φορά να με βάλεις να λέω να ένα μήλο ή να με βάλεις να σκαρφαλώνω στη φασολιά… αν είναι να νιώσεις καλύτερα. Να πάλι αυτή η αναθεματισμένη υπεροψία σου. Πώς να κάνω ερωτικό έναν εγωίσταρο; Το μόνο που σε νοιάζει είναι το γαμημένο σου το εγώ. Τι κακό έχει αυτό; Με τι άλλο ν’ ασχοληθώ; Μ’ αυτό είναι σαν τη μακαριότητα των νεκρών διάβολε, δεν είσαι πεθαμένος. Ποιος το λέει αυτό; Εγώ. Ναι αλλά κι εσύ δεν είσαι Θεός. Μην προσπαθείς να εμπλέξεις στην κουβέντα μας τρίτους, άσε τον Θεό στην ησυχία του. Δεν είχα σκοπό. Μεσολάβησε μια βαριά σιωπή, ολόιδια με κουρτίνα. Ύστερα ο Pirandello πήρε ένα Pall Mall απ’ το πακέτο του όπως ο ήρωας στη μεγάλη κούρσα των κατασκόπων που ’χα διαβάσει μικρός. Δεν θα είχα αντίρρηση να ερωτευτώ αν έβρισκα στον δρόμο μου μία Ρωξάνη είπε και φύσηξε ένα γαλάζιο, αρωματικό συννεφάκι στον ανέφελο μέχρι πρότινος ουρανό.

Το τίποτα κι ο Pirandello

Ψάχνω έναν ορισμό για το τίποτα. Τίποτα ονομάζεται το ουσιαστικό που σημαίνει την απουσία του οτιδήποτε. Σε άλλη χρήση, το τίποτα σημαίνει την έλλειψη σημασίας, ενδιαφέροντος, αξίας, σχέσης, ή σημαντικότητας από κάποιο πράγμα ή μία έννοια. Ανυπαρξία ονομάζεται η κατάσταση κατά την οποία δεν υπάρχει τίποτα, η κατάσταση της μη-ύπαρξης… Δεν εννοούσα τη Βικιπαίδεια, τη Βικιπαίδεια την ξέρω κι εγώ. Τότε μπορείς να πεις πως το τίποτα είναι μεταδοτικό. Είναι επίσης καθαγιασμένο και άκακο. Αλλά είναι και πολύ βαρετό, σαν υποψηφιότητα για θάνατο, σαν να λέμε ολίγον νεκρός. Σαν να πηγαίνεις νωρίτερα σε ραντεβού; Σαν να πέφτεις στις γραμμές του τρένου αλλά δίχως κάτι το αναπάντεχο. Χωρίς σασπένς; Σαν σαμπάνια χωρίς φυσαλίδες. Χωρίς καν αλκοόλ. Αυτός μου φαίνεται καλός ορισμός. Αλλά δεν ξέρω αν σημαίνει τίποτα αυτό. Τι τον θέλεις τον ορισμό; Δεν ξέρω. Δεν έβρισκα τι να γράψω και μου ’ρθε αυτό. Δεν είναι κακό. Το τίποτα δεν είναι τίποτα, είναι ακριβώς αυτό, κανένα ίχνος. Ναι αλλά λέμε δεν τρέχει τίποτα. Ναι, λέμε και τι θες ή τι γίνεται και μετά λέμε τίποτα. Το βάζουμε όταν δεν υπάρχει κάτι άλλο, το τίποτα είναι μια περιγραφή ας πούμε για το κενό, είναι δηλαδή μια ιδέα. Μπορεί να είναι ιδεαλισμός; Ιδεαλισμός είναι φιλοσοφική θεωρία που στο Βασικό πρόβλημα της φιλοσοφίας, τη σχέση μεταξύ ανθρώπου και εξωτερικού κόσμου, ή συνείδησης και ύλης, παίρνει θέση υπέρ της πρωταρχικότητας του πνεύματος, της Νόησης και της Συνείδησης. Σοβαρά; Δεν το ήξερα. Ναι, βέβαια. Οι ιδεαλιστές φιλόσοφοι υποστήριζαν ότι μόνο η συνείδησή μας έχει πραγματική υπόσταση και ότι ο υλικός κόσμος είναι μόνο προϊόν των αισθήσεων, των παραστάσεων μας και των αντιλήψεών μας. Εντάξει, ιδεατό. Ξέρεις τι είναι το ιδεατό; Δεν είναι κάτι δίχως πραγματική υπόσταση, σαν μεταφορά; Το τίποτα είναι κάτι που ο καθένας το αντιλαμβάνεται αλλιώς. Για τον ένα μπορεί να είναι μια πράξη, για έναν άλλον μία σιωπή και για έναν τρίτο ένας ορισμός, μια κατάσταση, αιτία δεινών, ακαματοσύνη, αδυναμία… μια αρνητική έννοια. Δηλαδή τι μου προτείνεις; Να μην γράψεις τίποτα. Είναι συμμαζεμένο και περιεκτικό.

Δευτέρα, 7 Αυγούστου 2017

Το καλοκαίρι του Pirandello

Τι γράφεις; Α, τίποτα, ένα ημερολόγιο. Δεν ήξερα ότι κρατούσες τέτοιο πράγμα. Όλοι κρατάνε. Και πολύ σχολαστικά μάλιστα. Δεν το ήξερα. Και τι γράφεις ακριβώς; Θέλω να πω τι είδους ημερολόγιο είναι αυτό; Παρατηρήσεων. Και τι παρατηρείς; Τις μέρες… τον καιρό… διάφορα πράγματα. Και σήμερα τι έγραψες; Τίποτα. Αλλά παρατήρησα ότι τον τελευταίο καιρό ξεκινάω τη μέρα μου με καφέ και μία μπανάνα. Κι ύστερα; Ύστερα τίποτα, ο κόσμος τελειώνει μ’ αυτή την μπανάνα. Επειδή τις φέρνουν από μακριά ή είναι κάτι συμβολικό; Και τον καφέ τον φέρνουν από μακριά. Λες να σημαίνει κάτι αυτό; Είμαι μήπως σε μια αναζήτηση; Μάλλον είναι γιατί δεν παράγουμε τέτοια προϊόντα εδώ. Τι άλλο παρατήρησες; Παρατηρώ και τα πεύκα. Τι παρατηρείς στα πεύκα; Πρόσεξα ότι το καλοκαίρι μετατρέπονται σε τζιτζικιές. Νομίζω μάλιστα ότι είμαι ο πρώτος που το πρόσεξε αυτό. Αυτό είναι μάλλον λάθος συμπέρασμα. Ναι. Αλλά μου φάνηκε ποιητικό.

Παρασκευή, 4 Αυγούστου 2017

Η βάρκα του Κώστα κι ο Pirandello

Δεν είχες πει ότι θα ’φερνε αυτός ο φίλος σου ο Κώστας μια βάρκα; Ναι. Αλλά ξέρεις πώς γίνονται αυτά τα πράγματα. Αφού το είπε θα έπρεπε να τον πιέσεις, να δείξεις ότι θα σ’ ενδιέφερε και σένα. Δεν είναι δική του η βάρκα, θα τη ζητούσε κι αυτός από κάποιον άλλον. Τι σ’ έπιασε τώρα μ’ αυτή τη βάρκα; Να, έλεγα μην βγαίναμε για κανένα ψαράκι. Από πότε σ’ ενδιαφέρει το ψάρεμα; Δεν μ’ ενδιαφέρει. Αλλά αφού δεν κάνουμε τίποτα άλλο είπα δεν πάμε για ψάρεμα;