Πέμπτη, 14 Απριλίου 2011

Ο "αθλητισμός" και ο Pirandello.

Ήταν ακόμα πολύ νωρίς το πρωί και αναμφίβολα αυτό το πράγμα που σερνόταν εκεί έξω με στολή παραλλαγής ήταν ο Pirandello. Ομολογώ πως ξαφνιάστηκα, κυρίως για το περίεργο της ώρας.
«Τι κάνεις εκεί κάτω;», του φώναξα απ’ τη βεράντα. Εκείνος, αναψοκοκκινισμένος απ’ την προσπάθεια γύρισε και μου ‘ριξε μια ματιά, αλλά δεν απάντησε.
«Είσαι με τα καλά σου Χριστιανέ μου, τι σ’ έπιασε και σέρνεσαι πρωί - πρωί;», ρώτησα.
«Έρπω», είπε και συνέχισε να κάνει εκείνες τις παράξενες απλωτές.
Μετά από πέντε λεπτά, λασπωμένος και κουρασμένος εμφανώς εμφανίστηκε στην πόρτα. Σκούπισε τα γυαλιά του στην μπλούζα του και με ρώτησε: «καφέ;»
Πήγε στο μπάνιο και όταν επέστρεψε φορούσε μια πλήρη στρατιωτική εξάρτηση κι ένα γελοίο εγγλέζικο κράνος από ‘κείνα που φορούσαν αυτοί στο Τομπρούκ.
«Τι μασκαραλίκια είναι αυτά;» ρώτησα, «νόμιζα ότι τέλειωσαν οι απόκριες».
«Τέλειωσαν», είπε, «αλλά δεν είμαι ντυμένος μασκαράς».
«Και η στολή;»
«Ήταν η καλύτερη που μπόρεσα να βρω».
«Δεν λέω γι’ αυτό, λέω τι νόημα έχει αυτή η στολή».
«Τίποτα, ήταν μία παρόρμηση».
«Δεν είσαι πολύ μεγάλος για τέτοιες γελοιότητες;»
«Μπορεί να χρειαστείς κι εσύ αύριο μία στολή», είπε.
«Και από πού προκύπτει αυτό;»
«Έχω την αίσθηση πως πλησιάζει η ώρα. Καλύτερα να είναι έτοιμος κανείς… για οτιδήποτε».
Ήθελα να τον ρωτήσω περισσότερα αλλά έσβησε το τσιγάρο του και πήγε στην πόρτα: «είναι ώρα για τρέξιμο, θα ‘ρθεις;», με ρώτησε.
«Δε φοράω κατάλληλα παπούτσια», είπα.
«Θα πεθάνεις κάποια μέρα στην καρέκλα κι ούτε που θα το καταλάβεις», μου είπε.
Δεν είχε και πολύ άδικο. «Περίμενε ν’ αλλάξω παπούτσια», είπα και σε λίγο τρέχαμε μαζί στον χωματόδρομο.
«Γιατί τα κάνουμε αυτά;», ρώτησα κάποια στιγμή.
«Νους υγιής εν σώματι υγιεί», είπε αλλά για κάποιο λόγο καταλάβαινα ότι δεν το κάναμε γι’ αυτό.