Τετάρτη, 25 Απριλίου 2012

PIRANDELLO-ΚΑΣΤΡΟ-ΠΟΛΙΤΙΚΑ

«Είδες την Παπαρήγα;», με ρώτησε ο Pirandello. «Την είδα», του είπα. «Τραβούσα τα μαλλιά μου». «Κι εγώ θα τα τραβούσα αν μου περίσσευαν», είπε ο Pirandello. «Αλλά έτσι που πάει η δουλειά, όχι μαλλιά, τίποτα δε θα μας μείνει». «Δηλαδή θα ψηφίσεις επιτέλους;», ρώτησα. «Όχι», είπε. «Δε θέλεις ή δεν ξέρεις τι να ψηφίσεις;» «Δε θέλω. Αλλά αν ψήφιζα θα ψήφιζα ΣΥΡΙΖΑ, τον Τσίπρα». «Μπορεί να βγει και δεύτερο κόμμα ο ΣΥΡΙΖΑ. Αλλά για να βγει δεν πρέπει να πάει ούτε μια ψήφος χαμένη». «Εγώ δεν ψηφίζω, είναι θέμα αρχής». «Ποτέ δε θα το καταλάβω αυτό. Πες μου γιατί». «Γενικότερα δεν εγκρίνω κανένα σύστημα, αλλά δεν αρνούμαι να ψηφίσω γι’ αυτό». «Πάλι δεν καταλαβαίνω. Αν δεν ψηφίζει ο ένας, δεν ψηφίζει ο άλλος, θα βγουν όποιοι θέλουν αυτοί». «Ούτως ή άλλως θα βγάλουν ό,τι θέλουν αυτοί, θα ψηφίζεις μαύρο και θα βγαίνει άσπρο, θα γίνει χαμός». «Μα θα υπάρχουν ελεγκτές, θα υπάρχουν άνθρωποι του ΣΥΡΙΖΑ, δε θα μπορούν». «Τέλος πάντων, δεν είναι ούτε αυτό». «Είσαι αρνητής, αυτό καταλαβαίνω εγώ». «Είμαι. Αλλά και πάλι δεν είναι αυτό». Και τι είναι;» «Δεν έχω χαρτιά, δεν έχω ταυτότητα». «Βγάλε». «Δεν εμπιστεύομαι και το παραβάν». «Δικαιολογίες». «Εντάξει, δεν ψηφίζω γιατί έτσι μου κάνει κέφι, τι θες;» «Τίποτα. Απλά να μη λες μετά ότι βγήκαν πάλι αυτοί». «Είναι που είμαι ανάμεσα στον Τσίπρα και την Κατσέλη. Και είναι που δεν εμπιστεύομαι και κανέναν πραγματικά, να μέχρι χθες είχα άλλη γνώμη για το ΚΚΕ, τώρα πάει κι αυτό». «Το ΚΚΕ είναι το τρίτο πόδι του δικομματισμού», είπα εγώ. «Όλοι το ξέρουν αυτό». «Όλοι παίζουν το παιχνίδι του δικομματισμού, ακόμα κι ο πολυκομματισμός», είπε ο Pirandello. «Γι’ αυτό δεν ψηφίζω». «Πρέπει κάποιον να ψηφίζει κανείς. Κι ας μην του αρέσει πραγματικά. Κάποιον άλλον, όποιον να ‘ναι. Κάποιον εκτός απ’ αυτούς». «Θα ψήφιζα Κάστρο. Έναν επαναστάτη», είπε ο Pirandello. «Οι επαναστάτες δεν κάνουνε εκλογές», είπα εγώ. «Και ο Κάστρο είναι δικτάτορας». Δεν έχω καταλάβει, αριστερός είσαι ή δεξιός;», απόρησε ο Pirandello «Να μια συζήτηση που θα μπορούσαμε να κάνουμε μέχρι τις εκλογές». «Δε χρειάζεται, δεν έχει νόημα». «Είσαι μηδενιστής», είπα. «Γι’ αυτό δεν ψηφίζεις». «»Και γι’ αυτό», παραδέχθηκε ο Pirandello. «Και γι’ αυτό. Θα μπορούσαμε να μιλάμε χρόνια γι’ αυτό». «Είσαι ένας παλιομοδίτικος επαναστάτης φοιτητής». «Ναι, ίσως», έκανε ο Pirandello. «Τι καλύτερο από αυτό;»

Πέμπτη, 16 Φεβρουαρίου 2012

Τα νεύρα του pirandello

«Είναι η δεύτερη καφετιέρα που σπας σε δυο μέρες, τι σ’ έχει πιάσει;», ρώτησα.
«Είμαι εκνευρισμένος. Αλλά ήταν ατύχημα», είπε ο Pirandello.
«Να προσέχεις. Δεν έχουμε λεφτά για καφετιέρες».
«Ήταν ατύχημα».
«Και σταμάτα να καπνίζεις, έχεις καπνίσει δυο πακέτα απ’ το πρωί».
«Δε μπορώ. Αν κόψω το τσιγάρο νομίζω πως θα πεθάνω».
«Αν δεν το κόψεις θα πεθάνεις».
«Γιατί μου πας κόντρα;»
«Δε σου πάω κόντρα. Σου λέω να κόψεις το κάπνισμα».
«Έχω κόψει τα πάντα. Φτάνει».
«Θα το κόψεις. Όταν δε θα ‘χεις φράγκο θ’ αναγκαστείς να το κόψεις».
«Θα δανειστώ. Εν ανάγκη θα βγω στον δρόμο να ζητιανέψω».
«Μην ανησυχείς, σε λίγο δε θα ‘χει κανένας να σε δανείσει».
«Εν τοιαύτη περιπτώσει θα το κόψω».
«Μπράβο. Τώρα σκέφτεσαι σαν Ευρωπαίος».
«Γι’ αυτό έχω τα νεύρα μου», είπε ο Pirandello. «Γιατί θ’ αναγκαστώ να σκέφτομαι σαν Ευρωπαίος. Δε θέλω να γίνω Λοβέρδος».

Σάββατο, 14 Ιανουαρίου 2012

Ο καφές του pirandello

Ως την ώρα που του πήγα το πρωινό του όλα έδειχναν ότι είχαμε ξεπεράσει την κρίση. Ο Pirandello διάβαζε ήσυχος το βιβλίο του κι έδειχνε πολύ ευχαριστημένος. «Ευχαριστώ», είπε κι ύστερα διάβασε: «Κάθισε στο τραπεζάκι πλάι στο παράθυρο του γραφείου του, έβγαλε το καπάκι που έκρυβε το πρόγευμα του, είδε στο πιάτο το ψωμάκι, την ομελέτα και το λουκάνικο, έβαλε καυτό σκέτο καφέ από την ασημένια καφετιέρα και άνοιξε την πρωινή εφημερίδα του». Κατέβασε το βιβλίο και κοίταξε τα αντικείμενα στο τραπεζάκι, μπροστά του. «Θεέ μου», αναρρίγησε. «Εδώ γράφει ότι ζω τη ζωή ενός άλλου, πώς είναι δυνατόν;»

Τρίτη, 3 Ιανουαρίου 2012

Η «αφωνία» του Pirandello

«Τι είναι όλα αυτά τα μπαγκάζια;», ρώτησα μπαίνοντας, «ταξιδάκι θα πας;»
Αντί απάντησης ακούστηκε ένα μουγκρητό απ’ το άλλο δωμάτιο, τέτοιο που έβαλα κακό με τον νου μου κι έτρεξα προς τα ‘κει που ερχόταν ο ήχος. Ο Pirandello φορώντας ένα φανταχτερό κιμονό καθόταν οκλαδόν στο πάτωμα της κουζίνας, σε θέση λωτού, με τα μάτια κλειστά και διαλογιζόταν. «Με τρόμαξες καημένε», του είπα, «με κοψωχώλιασες». Αυτός δεν έβγαλε μιλιά.
Πήγα, ήρθα, αυτός εκεί. «
Θα παγώσει ο κώλος σου έτσι που κάθεσαι στις πλάκες», του είπα. Αυτός τίποτα.
«Θα κρατήσει πολύ αυτό το αστείο;», ρώτησα πάλι, «αν δε με θες τίποτα να φύγω». Ούτε μια σύσπαση, τίποτα.
Τακτοποίησα λίγο εκείνο το χάος στο τραπέζι, άδειασα τα τασάκια απ’ τα αποτσίγαρα, έπλυνα τα φλιτζάνια, πήγα τα σκυλιά βόλτα και ξαναγύρισα. Αυτός ήταν πάντα στην κουζίνα, ένα με το πάτωμα.
Ήρθε ένα μήνυμα και πήγα να δω στον υπολογιστή. Ήταν ανοιχτός στη σελίδα του moog και πάνω - πάνω έγραφε: «Άφωνοι καιροί». Έτσι κατάλαβα.
«Θα μπορούσες να βρεις άλλον τρόπο να δηλώσεις συμπάθεια», του είπα αργότερα, όταν ψηνόταν στον πυρετό. «Θα πιείς τώρα το τσάι ή να σου κάνω μήπως πορτοκαλάδα;»
Μούγκρισε αντί άλλης απάντησης και τα μάτια του θαμπά κοίταζαν τον ουρανό.
«Πρέπει να πιεις κάτι , θ’ αφυδατωθείς», είπα αλλά γύρισε τα μούτρα αλλού. «Θα φας έστω μια φρυγανιά; Θες να σου βράσω ένα αυγό;»
Αυτή τη φορά κόντεψε να τα γυρίσει ανάποδα, ξέχασα ότι δεν τρώει αυγό. Μούγκρισε πάλι, αλλά δεν άνοιξε το στόμα του. Του έβαλα μια κρύα κομπρέσα και τον έβαλα να καταπιεί με το ζόρι ό,τι χάπια βρήκα. Τώρα μουγκρίζει στον ύπνο του αλλά μιλιά.
«Αυτό μας έλειπε… πάνω που ήθελα να πάμε εκείνο το ταξιδάκι», παραπονιόμουν.
Εκείνος άνοιξε κάποια στιγμή επιτέλους τα μάτια του. «Πες μου ότι είσαι καλύτερα», είπα και του σουλούπωσα κάπως το μαξιλάρι, «πες μου πως θα πάμε τελικά εκείνη την εκδρομή που μου έλεγες, να δούμε τα χιόνια».
Έβγαλε πάλι εκείνον τον βρυχηθμό, σαν γουρούνι που το σφάζουν, τον έπιασαν σύγκρυα . Ύστερα έπεσε πάλι ξερός. Και τώρα κάθομαι εδώ και περιμένω γιατρό. Κι αυτός, στριφογυρίζει στο κρεβάτι σαν να βλέπει κάποιο κακό όνειρο, σαν να ψήνεται στα καζάνια της κόλασης. Κι από μιλιά τίποτα, λέξη.
Μας μάτιασαν. Τι Άλο να πω;
Θα ‘ρθει κι ο γιατρός και θα τον δει να φοράει και κιμονό… να του το βγάλω; Καλύτερα κιμονό παρά να ήταν γυμνός θα μου πεις, σωστό κι αυτό. Καλά, τι του ‘ρθε να βάλει σήμερα κιμονό με τέτοιο καιρό;

Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2011

Ένα ευχητήριο post του pirandello για τη νέα χρονιά

«Ωστόσο, αν το καλοσκεφτείς», μονολογούσε ο Pirandello, «παρ’ όλη αυτή τη γρουσουζιά και την κρίση, δεν τα πήγαμε καθόλου άσχημα».
«Για ποιο πράγμα μιλάς;» τον ρώτησα.
«Για το blog λέω», είπε. «Δεν είχαμε ούτε αποτυχία ούτε επιτυχία βέβαια αλλά αυτό είναι θαρρώ δεδομένο, δε μπορείς να βλέπεις τις διαδικτυακές σχέσεις σαν κάτι κανονικό, πρέπει να εξετάζεις το θέμα με διαφορετικά κριτήρια».
«Σ’ απασχόλησε πολύ αυτή η δουλειά ε;», ρώτησα.
«Όχι όσο θα έπρεπε, δεν έδωσα αυτό που μπορούσα να δώσω, ψήγματα μόνο».
«Τι ψήγματα, έγραψες σελίδες επί σελίδων», είπα.
«Ναι, είναι αλήθεια».
«Και τώρα; Τους αποχαιρετάς πάλι; Κουράστηκα να σ’ ακούω να φεύγεις και να μη φεύγεις».
«Κοίτα», μου είπε εμπιστευτικά, «δε φεύγω. Αλλά είναι τραγικό αυτό το θέμα με την επικοινωνία στο internet, δεν ξέρω τι νομίζει ο κάθε μαλάκας για τον εαυτό του, ποιος νομίζει πως είναι αλλά έχω γράψει κι εγώ δεν ξέρω πόσα e-mail. Ε, στο 80% δεν απάντησαν. Εννοώ τα επαγγελματικά φυσικά, όταν πρόκειται για μαλακίες απαντούν αμέσως».
Κούνησα το κεφάλι μου, «έτσι γίνεται, ξέρω», είπα, «έχω πικρή εμπειρία».
«Μόνο αυτό έχεις να πεις;»
«Τι άλλο να πω», είπα, «γάμησέ τους».
«Σωστά», είπε ο pirandello, «με τη νέα χρονιά θα τους πάρει ο διάολος τη μάνα και τον πατέρα».
«Και τι έγραφες τώρα» ρώτησα.
«Α, τίποτα, ένα ευχητήριο post για το 12, για καλή χρονιά».

Πέμπτη, 29 Δεκεμβρίου 2011

Ο pirandello και το δήθεν

«Αναρωτιέμαι» του είπα, «γιατί ένας ολόκληρος Pirandello δεν έχει δική του σελίδα στο facebook, όλος ο κόσμος έχει».
«Το είπες και μόνος σου, γιατί όλοι έχουν» είπε εκείνος, «κι η κουτσή Μαρία που λέει ο λόγος. Και γιατί προτιμώ τις εγγραφές παρά τις μεταγραφές, εκεί όλοι αναδημοσιεύουν αλλήλους. Και να σου πω και κάτι άλλο, αν θέλω εφημερίδα πάω και παίρνω, τι νόημα έχει να μου αναδημοσιεύεις τι γράφει το ΒΗΜΑ, τι είμαι , ηλίθιος; Δεν ξέρω να δω;»
«Συμφωνώ» είπα, «αυτός όμως δεν είναι λόγος να μένεις έξω απ’ τα πράγματα».
«Κοίτα» μου είπε ο Pirandello, «το facebook είναι κι αυτό δήθεν, δήθεν έχεις φίλους, δήθεν σ’ ενδιαφέρει τι λένε, δήθεν κάνεις like, δεν υπάρχει τίποτα που δεν είναι εκεί δήθεν».
Μου έκανε εντύπωση που ήταν έτσι ενημερωμένος, «σωστά τα λες» του είπα, «παρ’ όλα αυτά κάτι δε θα ‘ναι δήθεν, κάτι θα μένει».
«Μπούρδες» είπε ο Pirandello. «Το μόνο που δεν είναι δήθεν είναι η εγωπάθεια, κοίτα να δεις τι έξυπνος που είμαι, πόσο κοινωνικός και σωστός, πόσο αγαπάω όλον τον κόσμο, θες να γίνω κι εγώ ένας τέτοιος; Να γλύφω δεξιά - αριστερά για να γίνω κι εγώ αρεστός;»
«Όχι βέβαια» είπα εγώ, «δεν είναι απαραίτητο, πήξαμε στους κόλακες» και τον άφησα στην ησυχία του.

Παρασκευή, 23 Δεκεμβρίου 2011

Η "παραίτηση" του pirandello

«Γιατί τέτοια σιωπή σήμερα;», ρώτησα αλλά εκείνος μου γύρισε την πλάτη, «δε θα ήθελα να το συζητήσω», είπε, «βαρέθηκα να γίνομαι δυσάρεστος». .
«Έλα, πες κάτι», τον παρακάλεσα. «Κοίτα», είπε ο Pirandello, «τα πράγματα είναι απλά, αυτός ο κόσμος είναι άξιος της μοίρας του, δε διορθώνεται».
«Τι θες να πεις;», έκανα, «δε θα στολίσουμε κι εμείς δέντρο όπως όλος ο κόσμος; Δε θα γιορτάσουμε;»
Ο Pirandello με κοίταξε απορημένος, «αυτό δεν καταλαβαίνω με ‘σένα», μου είπε, «καλά, με τίποτα δεν πτοείσαι τέλος πάντων;»
«Αν εννοείς τα καιρικά φαινόμενα, καιρικά είναι, θα περάσουν», είπα. «Δεν εννοώ τον καιρό, εννοώ ότι δεν είναι δυνατόν να γιορτάζει κάποιος όταν γύρω του τα πάντα διαλύονται, όταν δεν ξέρει αν θα βρει να φάει κάτι την επομένη, αυτό εννοώ». «Υπερβολικός όπως πάντα», είπα, «τα πράγματα θα στρώσουν, κάτι θα κάνει κι ο Παπαδήμος…» «Αυτό είναι το κακό», είπε ο Pirandello, «ότι παρ’ όλα όσα συνέβησαν εσύ πιστεύεις ακόμα πως θα γίνει κάτι. Κι αναρωτιέμαι, από πού προκύπτει αυτή η αισιοδοξία;» «Δεν είναι αισιοδοξία», είπα εγώ, «είναι μάλλον αναγκαιότητα».
«Είναι καθαρή βλακεία», είπε μετά από μια μικρή παύση. «Όλοι οι ανόητοι πιστεύουν πως κάτι θα γίνει κι ο κόσμος θ’ αλλάξει, ότι θα διορθωθούν τα πράγματα, ότι κάποιος θα βρεθεί να πατήσει αυτό το ρημαδιασμένο το φρένο». «Και τι άλλο να κάνουμε; Να κλειστούμε μέσα και να περιμένουμε να πεθάνουμε; Αυτή είναι η λύση;»
«Μου ‘δωσες ιδέα», είπε ο Pirandello. Πήγε μετά κι έγραψε κάτι σ’ ένα χαρτί. «Ανακοίνωσε το στον κόσμο», μου είπε, εγώ παραιτούμαι».
«Κι αυτό τι είναι, παραίτηση;», ρώτησα και πήρα το χαρτί. «Τρόπο τινά ναι», είπε ο Pirandello και πήγε να ταΐσει τις γάτες.
Το χαρτί έγραφε: «ΑΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΘΕΟΣ Ας ΚΑΝΕΙ ΚΑΤΙ ΑΥΤΟΣ ΝΑ ΒΟΗΘΗΣΕΙ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ, ΕΓΩ ΑΔΥΝΑΤΩ».
Συμμάζεψα μετά τα στολίδια που ‘χα ετοιμάσει για το Χριστουγεννιάτικο δέντρο και τα ξανάβαλα στο κουτί. «Ίσως την άλλη χρονιά», σκέφτηκα… «αν έχει εμφανιστεί ο Θεός».

Σάββατο, 17 Δεκεμβρίου 2011

Ο Pirandello γιατρός

Πρωί - πρωί σήμερα μ’ έβαλε κι έκανα τεστ κοπώσεως και όταν μου ήρθε σκοτοδίνη απ’ το τρέξιμο μ’ έβαλε και κάθισα σε μια καρέκλα. «Βγάλε τη γλώσσα σου και κάνε ααα», μου είπε και μου έχωσε στο στόμα ένα κουταλάκι να δει είπε τις αμυγδαλές. Κόντεψα να πνιγώ, «τις έχω βγάλει μικρός», ψέλλισα αλλά δεν έδωσε σημασία, μου είπε να βάλω το ένα πόδι πάνω στο άλλο και ήθελε να δει τα αντανακλαστικά μου. Νεύρα καλά», διέγνωσε. Ύστερα με κοίταξε στο μάτι μ’ εκείνον τον φακό που έχουν οι οφθαλμίατροι και αποφάνθηκε πως τα μάτια μου είναι εντάξει… φοράει κι αυτή την άσπρη μπλούζα που δένει πίσω… δεν είναι να του φέρνει κανείς αντιρρήσεις, πετάει σου λέει ο γάιδαρος - πετάει εσύ, τι άλλο να πεις;

Μετά με ξάπλωσε στον καναπέ: «εδώ πονάς;», ρώτησε. «Κούνησα αρνητικά το κεφάλι μου. «Εδώ;» «Ούτε», είπα, «δεν πονάω πουθενά». «Στάσου να σου πάρω και μια πίεση», μου είπε και μου φούσκωσε στο μπράτσο το περιβραχιόνιο. Άκουσε προσεκτικά και μετά δήλωσε: «ούτε πίεση έχεις. Σήκωσε τη μπλούζα σου να σ’ ακροαστώ». Τη σήκωσα. Ο Pirandello μου έβαλε το στηθοσκόπιο στην πλάτη κι αφουγκράστηκε τα εντός μου, «δεν ακούω τίποτα, για βήξε», είπε. Έβηξα δυο - τρεις φορές. «Τίποτα», αναστέναξε, «δείχνεις τρομερά υγιής».

«Τελειώσαμε τώρα μ’ αυτές τις αηδίες, μπορώ να ντυθώ;», ρώτησα. «Ναι, νομίζω», είπε. «Αλλά καλύτερα να κάνεις κι ένα τσεκάπ, μια αίματος, μια μαγνητική… κάτι θα έχεις, δε γίνεται». «Γιατί απαραίτητα πρέπει να ‘χω οπωσδήποτε κάτι;» «Γιατί κάπου θα σ’ έχει βαρέσει και ‘σένα η κρίση, όλοι είναι πια άρρωστοι… εγώ απλά δε διαθέτω τα μέσα». «Κοιμάμαι μάλλον άσχημα, ροχαλίζω και δεν αναπνέω καλά αλλά όλα αυτά πρέπει να είναι απ’ το τσιγάρο», είπα εγώ, «το μόνο που νομίζω πως έχω είναι αυτή η κατάθλιψη… αλλά όλοι έχουν, έτσι είπες». «Και τι πάει να πει αυτό», είπε ο Pirandello, «δεν είμαι γιατρός».

Κυριακή, 11 Δεκεμβρίου 2011

Οι «κότες» κι ο Pirandello



«Συνάντησα τον ταχυδρόμο όπως ερχόμουν και μου ‘δωσε αυτό», είπα μπαίνοντας αλλά αμέσως το ξέχασα, «τι κάνεις εκεί;», ρώτησα έκπληκτος. Ο Pirandello είχε στοιβάξει όλα τα έπιπλα στο άλλο δωμάτιο και σφουγγάριζε μανιωδώς με μια βρώμικη, ελεεινή μάπα. «Δε βλέπεις;», μου είπε χωρίς να σταματήσει, «αλλάζω τρόπο ζωής».
Δεν είχε πουθενά να καθίσω κι έτσι παρέμεινα όρθιος με το δέμα στα χέρια. Αλλά κι εκεί ήρθε σύντομα να με διώξει με τη μάπα, «πήγαινε στην κουζίνα», μου είπε, «μη στέκεσαι μες στα πόδια μου».
Πήγα έφτιαξα καφέ και περίμενα να τελειώσει. Σε λίγο ήρθε κι αυτός και μου έκανε νόημα να τον ακολουθήσω στον κήπο. Εκεί ήταν ένα κλουβί, τυλιγμένο όπως - όπως με κοτετσόσυρμα. Πριν προλάβω να ρωτήσω μου είπε να βάλω ένα χεράκι να το βάλουμε μέσα. Το κουβαλήσαμε λοιπόν, εκεί που ήταν πριν το σαλόνι.
«Κοτέτσι στο σαλόνι;», ρώτησα, «δε σε καταλαβαίνω, από πού κι ως πού σου ήρθε αυτό πάλι;» «περιμένω μια κότα αυτές τις μέρες», μου εξήγησε δήθεν.
«Κότα;», έκανα, «τι κότα;» «Απ’ αυτές που πάνε πέρα - δώθε και κακαρίζουν, τι κότα θέλεις να περιμένω;»
«Μάλιστα», έκανα. «Θα αγοράσω πουλερικά, κουνέλια κι άλλα ζωντανά και θα γίνω ένας ελεύθερος άνθρωπος», είπε ο Pirandello, «δε θα ‘χω κανέναν ανάγκη. Θα βάλω νυχτερινό ρεύμα και θα το κάνω εδώ μέσα εκκολαπτήριο, οι κότες θα γεννοβολάνε κι εγώ θα διακινώ τα αυγά… δηλαδή εσύ, θα ζούμε σαν κανονικοί άνθρωποι, τέρμα οι κουλτούρες κι η πολιτική, πρέπει να δούμε πώς θα επιζήσουμε της επερχόμενης καταστροφής. Τι είπες πως έφερε ο ταχυδρόμος;», ρώτησε μετά. Του έδειξα το δέμα κι αυτός το πήρε και το άνοιξε. «Επιτέλους», είπε και μου έδειξε το βιβλίο, λεπτό σε σχήμα τετραδίου. «Αυτή την κότα περίμενες;», ρώτησα διαβάζοντας πάνω - πάνω τον τίτλο, «γι’ αυτήν έφτιαξες το κοτέτσι;»
«Ήταν το λιγότερο που μπορούσα να κάνω γι’ αυτήν», είπε ο Pirandello, «το λιγότερο. Αλλά ήταν μόνο η αφορμή». Μετά άνοιξε στην τύχη το βιβλίο της Παυλίδου και διάβασε: Το σπίτι

Η οικοδομή που κατοικώ είναι του τριάντα,
μετά από αψιμαχίες, διαπραγματεύσεις και έξοδα
παραδόθηκε στην ανακαίνιση,
κουκουλώθηκε με κόκκινο
στην αγκαλιά της σκαλωσιάς,
εργάτες ξαφνικά μπροστά σου,
παραθυρόφυλλα κλειστά.
Χάθηκε η μέρα,
συγχωνεύτηκε με τη νύχτα της ζωής μας,
αδιαμαρτύρητα βούλιαξε το φως της στο σκοτάδι μας
κι εμείς την αποδεχτήκαμε,
σαν ξεφτισμένο όνειρο της παιδικής μας ηλικίας,
πληρωμένο ακριβά.

"Τι σου έλεγα; Είναι καλή", είπε, "παρ' το να το διαβάσεις"... και μου το έδωσε.

Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 2011

PIRANDELLO FM

«1 - 2, 1 - 2», τον άκουσα που έλεγε. «Γυμναστική κάνεις;», ρώτησα απ’ το άλλο δωμάτιο αλλά εκείνος συνέχισε: «1 - 2, 1 - 2», επαναλάμβανε, «1 - 2, 1 - 2». Τότε μπήκα, τον είδα με τα ακουστικά και κατάλαβα πως δε μ’ άκουγε. «σήμερα - αύριο θα ξεσπάσει κι αυτός ο πόλεμος στο Ιράν, οι Γάλλοι ανακαλούν τους πρεσβευτές τους, να μπούμε δηλαδή άρον - άρον στο κεχρί, αυτό λέμε. Καλά Χριστούγεννα βρε», έλεγε.
«Πάλι μόνος σου μιλάς;», ρώτησα. «Και σε ποιον λες Καλά Χριστούγεννα;»
«Κάνω πρόβα», είπε ο Pirandello βγάζοντας τα ακουστικά, «θα κάνω ραδιόφωνο, το Pirandello news, θα συνεργαστώ με το Indymedia Athens, θα εκπέμπω τη φωνή της αλήθειας, 5 – 6 κάθε πρωί». «Και ποιος θα σ’ ακούει», ρώτησα δικαιολογημένα. «Θα κάνω αναμεταδόσεις, θα ταχτώ με το μέρος των ελεύθερων αγωνιζομένων ανθρώπων, ενάντια στην παγκόσμια τάξη, ενάντια σ’ αυτούς που θέλουν να διαφεντέψουν τον κόσμο, θα βγάζω ανακοινώσεις…» «Καλά όλα αυτά «, τον διέκοψα, «αλλά ποιος θα σ’ ακούει;»
«Κανείς, ας μη μ’ ακούει κανείς… εγώ το ‘χω χρέος», είπε. «Σε ποιον έχεις χρέος;», απόρησα. «Είναι κοινωνική προσφορά», είπε ο Pirandello περιχαρής, «θ’ αφιερώσω τον εαυτό μου στο πολιτικό γίγνεσθαι όλων των ηλιθίων, θα τους μετατρέψω σε πολιορκητική μηχανή και δε θ’ αφήσουμε τίποτα όρθιο». «Παραλογίζεσαι», είπα. «Καθόλου», είπε εκείνος, «καθόλου, περίμενε και θα δεις».
Μετά έβαλε πάλι τα ακουστικά και ούρλιαξε στο μικρόφωνο: «1 – 2, 1 – 2, ακούτε τη φωνή της αλήθειας, τον ελεύθερο σταθμό των ελεύθερων αγωνιζομένων ανθρώπων, ενάντια στη νέα τάξη πραγμάτων και σ’ αυτό το ανάλγητο σύστημα…», ανέβασε λίγο το ποτενσιόμετρο και συνέχισε; «Παπαδήμος και πράσινα άλογα. Το τι είναι όλοι αυτοί οι από πάνω το ξέρετε. Το διαπιστώνετε κάθε μέρα. Τους βλέπετε στις κοκορομαχίες τους στο προπαγανδοκούτι, τους ακούτε να φλυαρούν στα ραδιόφωνα, να κομπάζουν μες στ’ αξιώματα και τις καρέκλες, να σφαγιάζονται για το κοινό καλό και το δίκιο. Ωραία όλα αυτά… αλλά περί της ουσίας ουδέν. Και μη σκεφτείτε πως δεν υπάρχει λύση. Υπάρχει. Απλώς δε θέλουνε να την πουν, γιατί έτσι μάλλον λένε οι εντολές. Γιατί το θέμα είναι απλό, χρωστάμε. Και τι θέλουν; Λεφτά. Και δεν έχουμε. Άρα τι; Τα πετρέλαια, τα γαμημένα τα κοιτάσματα. Ωραία θα σου πει ο λαός, κάνε μια συμφωνία να τελειώνουμε, πόσα εσύ - πόσα εγώ, τα βρήκαμε, τέλος. Αλλά όχι, αυτοί θέλουν να εισπράξουνε φόρους, να σου κόψουν το ρεύμα και να μην έχεις να φας. Σε θέλουν εξαθλιωμένο, ανίκανο να σκεφτείς, ανίκανο να διεκδικήσεις οτιδήποτε. Αυτός είναι ο στόχος κι όλα τα άλλα είναι ιστορίες για τον καιρό».
Έβγαλε τα ακουστικά, «πώς σου φάνηκα;», ρώτησε και περίμενε να του πω εύγε.

Σάββατο, 3 Δεκεμβρίου 2011

Η «συμπαράσταση» του Pirandello

«Θα πρέπει να κουράστηκες μ’ αυτές τις παραστάσεις», μου είπε ο Pirandello και με χτύπησε φιλικά στην πλάτη. «Όχι», είπα εγώ, «δεν έκανα και τίποτα, όλα ήταν φτιαγμένα δέκα χρόνια τώρα». «Δέκα χρόνια;», απόρησε ο Pirandello, «και τι τα έκανες τόσα χρόνια, τα λιβάνιζες;»
«Άστο αυτό», είπα, «είναι μια ματωμένη ιστορία».
«Ήταν παρ’ όλα αυτά μια ωραία παράσταση», είπε, «είμαι περήφανος για ‘σένα». Κοίταξα να δω αν με δουλεύει. «Και γιατί είσαι περήφανος;», ρώτησα, «επειδή έκανα δέκα χρόνια να φτάσω μέχρι εδώ;»
«Επειδή δεν τα παράτησες», μου είπε, «επειδή δεν τα παράτησες».

Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2011

Πιραντελλιές

Έξω έβρεχε. Αυτός καθόταν με την τραγιάσκα και γυαλιά ηλίου στο σκοτάδι και με περίμενε, σιωπηλός. «Τι βλέπω; Πάλι αλλαγές έχουμε;», ρώτησα για ν’ ανιχνεύσω την κατάσταση. Ο Pirandello με λοξοκοίταξε και συνέχισε να μην κάνει τίποτα. «Πήγαινε να μου φτιάξεις έναν καφέ κι άσε τα λόγια», πρόσταξε, «εδώ χανόμαστε». «Και μπορώ να μάθω γιατί παρακαλώ; Τι συνέβη;», επέμεινα.
«Κάνε αυτό που σου λέω και άσε τις ερωτήσεις», είπε και χτύπησε το χέρι του στο τραπέζι. Εγώ πήγα για τον καφέ.
Όταν γύρισα πάλι δεν έκανε τίποτα. Πέρασε μια ώρα και απλώς κάπνιζε και δεν έλεγε, ούτε έκανε τίποτα. «Λοιπόν;», ζήτησα μια απάντηση. «Τίποτα», είπε ο Pirandello, «ήθελα να δω αν πιάνει αυτό με τις αγριοφωνάρες». «Δεν είσαι σοβαρός», είπα, «τι παιδιαρίσματα είναι τώρα αυτά;»
«Καθόλου παιδιαρίσματα», είπε, «δε βλέπεις πώς κάνουν οι Γερμανοί; Πώς νομίζεις ότι περνάνε αυτές τις εγκυκλίους που στέλνουν;»
«Και τι πάει να πει αυτό;», είπα εγώ, «εμείς δεν είμαστε Γερμανοί».
«Να γίνουμε κύριε», είπε και ξαναχτύπησε το χέρι του στο τραπέζι, «να γίνουμε. Να γίνουμε μπας και μας πάρει κάποιος στα σοβαρά».
«Με κλανιές δε βάφουν αυγά», σκέφτηκα να του πω αλλά δεν είχε νόημα.

Τετάρτη, 16 Νοεμβρίου 2011

Ο ρόλος του Pirandello

«Σήμερα έπιασα τον real fm απ’ την αρχή, από το εκκλησιαστικό εγερτήριο. Ακολούθησαν οι ειδήσεις που ανακυκλώνονται χωρίς να λένε τίποτα. Μετά τα λογοπαίγνια και τα διαφημιστικά, που είναι κι αυτά απαραίτητα, ενώ από κάτω έτρεχαν όπως κάθε πρωί τέτοια ώρα, ροκιές. Μετά συμβουλευτήκαμε μαζί το αλμανάκ, για το τη έγινε σαν σήμερα και καταλήξαμε όπως κάθε μέρα στο κοινοβούλιο όπου χάσαμε πάλι τον μπούσουλα. Μάθαμε επίσης πως για την επέτειο αύριο θα δραστηριοποιηθούν τόσες χιλιάδες αστυφύλακες και περάσαμε στις καθημερινές καλημέρες… δεν ήταν να σταθείς σε τίποτα και το έκλεισα».
«Μόνος σου μιλάς;», ρώτησα. Εκείνος σήκωσε τους ώμους του: «σχολιάζω την κατάντια μας», είπε.
«Πώς; Κάνοντας κριτική στο ραδιόφωνο;»
«Δεν κατάλαβες», είπε ο Pirandello, «επαγρύπνηση κάνω. Να ‘χουμε τον νου μας».

Πέμπτη, 10 Νοεμβρίου 2011

Οι ανησυχίες του pirandello

Ο Pirandello έδειχνε κουρασμένος, ήταν πολύ άκεφος και με δυσκολία κρατούσε τα μάτια του ανοιχτά. Επόμενο ήταν, τόσες μέρες στο πόδι. «Όλα εντάξει να υποθέσω;», τον ρώτησα όπως γυρίζαμε. Δεν απάντησε. Όταν φτάσαμε στο σπίτι τον ξαναρώτησα: «αισθάνεσαι καλά;» και κούνησε το κεφάλι του. Σκέφτηκα μήπως είχε κάτι άλλο, κάτι που δεν ήξερα… αλλά ό,τι κι αν ήταν τέλος πάντων, αν ήθελε να το έλεγε.
«Καλύτερα να μην έρθεις μέσα», μου είπε στην πόρτα. «Έχω ανάγκη από ύπνο». «Μήπως είσαι άρρωστος;», ρώτησα. «Όχι, όχι», έκανε, «κάτι σκέφτηκα εκεί που ήμασταν και με ζώσανε τα φίδια». Απόρησα, ο Παπαντρέου παρέδωσε, δεν υπήρχε λόγος ν’ ανησυχεί». «Δεν καταλαβαίνω», του είπα.
Μου έκανε νόημα να μπω μέσα και τον ακολούθησα. Πήγαμε κατευθείαν στο γραφείο του και ο Pirandello μου είπε να κλείσω τις πόρτες και τα παράθυρα. Μετά τον είδα που αποσύνδεσε το τηλέφωνο. «Φοβάμαι», είπε και μου έδωσε ένα τσιγάρο απ’ τα δικά του, μια κίνηση που δεν κάνει ποτέ. «Τι διάολο φοβάσαι;», ρώτησα κι έκατσα απέναντι, «είσαι άρρωστος;»
Ο Pirandello κάπνιζε σιωπηλός και ξεφυσούσε τον καπνό σαν τσιμινιέρα. Για ένα ολόκληρο λεπτό περίμενα, περίμενα ύστερα άλλο ένα, τίποτα. Σηκώθηκα να φύγω.
«Να, αυτός ο Παπαδήμος», ψιθύρισε. Ξαφνιάστηκα. «Τι; Ούτε αυτός σου αρέσει;»
«Όχι, δεν είναι αν μ’ αρέσει ή όχι, δεν καταλαβαίνεις… είναι αυτός λένε που μας έβαλε στην ΟΝΕ». «Τα ξέρω αυτά, τα άκουσα», είπα. «Και πού το κακό; Εμένα μου φάνηκε πολύ σοβαρός». «Κι εμένα», ομολόγησε. «Τότε; Τι σκέφτεσαι;», ρώτησα.
«Κι αν είναι άνθρωπος της Goldmansachs τίποτα;», είπε και με ζώσανε και ‘μένα τα φίδια. Πήγα πίσω και κρέμασα τα ρούχα μου. Μετά κάθισα ξανά στην καρέκλα μου, να το σκεφτούμε μαζί, ήταν ανησυχητικά τα πράγματα.

Κυριακή, 30 Οκτωβρίου 2011

Οι πρόεδροι κι ο Pirandello

«Καλά είναι δυνατόν να σ’ αφήνει αδιάφορο αν δακρύζει ο πρόεδρος;», έκανε έκπληκτος ο Pirandello. Εγώ απέφυγα να δώσω μια απάντηση. «Ο άνθρωπος είναι ένας ήρωας. Και μόνο γι’ αυτό θα έπρεπε να ντρέπεσαι που μένεις αμέτοχος», είπε, «έχετε πολύ μεγάλη ιδέα για τον εαυτό σας όλοι εσείς οι αγανακτισμένοι». «Απογοητευμένοι», διόρθωσα.
«Έστω. Αλλά να κλαίει ένας γέρος άνθρωπος; Ένας θεσμός να θρηνεί και να μη σου καίγεται καρφί; Τι άνθρωποι είσαστε τέλος πάντων εσείς;» «Απογοητευμένοι», επανέλαβα.
«Ίσα – ίσα», είπε, «θα έπρεπε τότε να κλαίγατε μαζί του αντί να τον λοιδορείτε. Τι άλλο θα μπορούσε να κάνει ο πρόεδρος; Τι μπορεί να κάνει κάποιος με δεμένα τα χέρια;» «Να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων», είπα εγώ. «Να σηκωθεί και να πει ; εγώ διαφωνώ με τις αποφάσεις της κυβέρνησης και παραιτούμαι. Αυτό θα έπρεπε να κάνει ένας πρόεδρος και όχι να κλαψουρίζει».
«Αυτές είναι αντιδραστικές θέσεις, θα πέσει η δημοκρατία έτσι, δε μπορεί να παραιτηθεί, είναι θεσμός». «Να κάτσει στην άκρη του τότε και να μην παίρνει θέση, δεν τον είδα να παίρνει πουθενά αλλού καμιά θέση».
Ο Pirandello έμεινε για λίγο αμίλητος. «Θυμάσαι τον άλλον με τα παπάκια; Τουλάχιστον αυτός δεν παίζει με τα παπάκια, είναι μια πρόοδος», είπε μετά. Σ’ αυτό συμφώνησα. Αλλά όχι να λέμε κι ό,τι θέλουμε.

Παρασκευή, 14 Οκτωβρίου 2011

Οι αΰπνίες του Pirandello

«pirandello, pirandello»“», φώναζα αλλά τίποτα. Με τα πολλά μου άνοιξε. «Είσαι καλά;», τον ρώτησα, «ανησύχησα». «Δεν υπήρχε λόγος», είπε εκείνος, «κοιμόμουν». «Συνήθως ξυπνάς άγρια χαράματα, τρέχει τίποτα;», τον ρώτησα πάλι. «Τίποτα», είπε ο Pirandello, «δε μ’ έπιανε ύπνος το βράδυ και κοιμήθηκα το πρωί». «Ουφ», έκανα εγώ.
<»Γιατί τέτοια έννοια;», με ρώτησε όταν βάλαμε να πιούμε καφέ, «φοβάσαι μη μείνεις άνεργος;» «Είσαι αγνώμων», είπα, «εγώ νοιάζομαι για ‘σένα, δεν έρχομαι εδώ για τα φράγκα». «Αυτό μ’ αρέσει σε ‘σένα», είπε ο Pirandello. «Να δω πώς θα περάσεις τον μήνα τώρα, δεν υπάρχει μία».
«Τι εννοείς; Ξέμεινες;» «Όχι εγώ», είπε εκείνος, «η πατρίδα». Εγώ ξεφύσησα πάλι ανακουφισμένος. «Το θέμα είναι να μην ξεμείνουμε κι εμείς», έκανα χιουμοράκι… με την ψυχή στο στόμα όμως.
«Το ίδιο κάνει», είπε ο Pirandello, «άμα δεν έχει να πληρώσει η πατρίδα δε θα ‘χω κι εγώ». «Ναι, αλλά εσύ έχεις, έτσι δεν είναι;», ρώτησα. «Έχω», είπε. «Δεν ξέρω όμως για πόσο».
«Απόψε νομίζω πως δε θα κοιμηθώ ούτε εγώ», είπα.

Τετάρτη, 12 Οκτωβρίου 2011

Ευμετάβλητος pirandello

«Πάλι άλλαξες γνώμη;», τον ρώτησα. «Ναι», είπε ο Pirandello, «το να είναι κανείς σταθερός στις ιδέες του, δε λέει τίποτα σήμερα». Είχε δίκιο σ’ αυτό. «Και θα κάνεις πάλι αναγγελία;», επέμεινα. «Με πιέζεις», είπε εκείνος, «δεν έχω αποφασίσει τίποτα». Τον είδα μετά που βγήκε και κάπνιζε έξω, καθόταν εκεί έξω και κάπνιζε αρκετή ώρα. «Θα πουντιάσεις», του είπα κι εκείνος με ακολούθησε δίχως αντίρρηση. Όταν ο Pirandello δε φέρνει αντιρρήσεις κάτι σοβαρό του συμβαίνει. «Τι διάολο έχεις;», ρώτησα πάλι. Εκείνος αναστέναξε κι έπεσε βαρύς στην καρέκλα του: «σκέφτομαι το μέλλον», είπε.
«Και πού κατέληξες;», τον ρώτησα το μεσημέρι, πριν φύγω. «Πουθενά», είπε εκείνος, «δε μπορείς να ‘σαι ποτέ σίγουρος με το μέλλον». «Θα πτωχεύσουμε;», είπα γιατί αυτό μ’ έκαιγε εμένα. Ο Pirandello με κοίταξε απορημένος, «γιατί να πτωχεύσουμε;», έκανε. «Καλά δεν ακούς τις ειδήσεις;», ξαφνιάστηκα εγώ. «Ακούω», είπε, «αλλά δε βλέπω κανέναν τέτοιο κίνδυνο, δε συμφέρει κανέναν να πτωχεύσουμε». Ο κόσμος έξω είναι ανάστατος, θα βγούνε μαχαίρια», είπα. «Βλακείες», είπε εκείνος, «δεν παλεύεται με μαχαίρια αυτή η δουλειά, τι τους πέρασες; Τίποτα ξεβράκωτους;» «Και τι εννοείς;», έκανα εγώ, «ότι θα κάτσουμε έτσι και δε θα κάνουμε τίποτα;» «Τι να σου πω, δε βλέπω φως», είπε ο Pirandello, «διανύουμε σκοτεινές μέρες».

Τετάρτη, 28 Σεπτεμβρίου 2011

Το νέο προφίλ του pirandello

Θα κάνω ριζοσπαστικές αλλαγές.
1) Θα λέω κάθε πρωί την προσευχή μου.
2) Θα είμαι καλός με τους συνανθρώπους μου.
3) Θα βάζω το κοινό καλό πάνω απ’ το δικό μου.
4) Δε θα ξαναβρίσω την κυβέρνηση και δε θα βαρυγκωμώ με το έργο της.
5) Θα είμαι ευγενικός με όσους μου τα πρήζουν στο τηλέφωνο.
6) Δε θα είμαι όλη μέρα στο internet.
7) Δε θα έχω καμιά απαίτηση απ’ τους άλλους.
8) Θα κοιτάω τη δουλειά μου και δε θα παρεμβαίνω στις δουλειές των άλλων.
9) Δε θα μιλάω, ούτε για τα στραβά του καθενός, ούτε για τίποτα, στόμα θα ‘χω και μιλιά δε θα ‘χω.
10) Θα κάνω ό,τι μου λένε, πειθήνιο όργανο.

Κυριακή, 4 Σεπτεμβρίου 2011

Ο γάμος του pirandello

«Πολύ χαίρομαι που θα ‘ρθεις κι εσύ σ’ αυτόν τον γάμο», είπε ο pirandello, “θα βαριόμουν πολύ εκεί μόνος». «Θα ‘ναι τουλάχιστον εκατό άτομα», είπα εγώ. «Κι αν δε με πίεζαν τόσο, αν μπορούσα να το αποφύγω, θα το απέφευγα». . «Θα περάσουμε όμορφα», είπε εκείνος, «όλη τη μέρα κάτω απ’ τον καυτό ήλιο». «Μα εσένα δε σου αρέσει ο ήλιος, ούτε πας ποτέ σου στη θάλασσα». «Δεν λέω για ‘μας, μιλώ για τους άλλους», είπε ο pirandello. «Εμείς θα την αράξουμε στο ξενοδοχείο με τις μικρούλες και θα πίνουμε τα ποτάκια μας… θα ‘ναι υπέροχα». «Ποιες μικρούλες; Πού θα τις βρούμε τις μικρούλες;», ρώτησα απορημένος. «Εκεί απ’ ό,τι ξέρω θά ‘ναι μόνο κάτι γεροντοσαρανταποδαρούσες ξερακιανές και αγάμητες, οι πιτσιρίκες θα ‘ναι όλες στην παραλία». «Όλα είναι εδώ μέσα φίλε μου», έκανε ο pirandello και χτύπησε τον δείχτη του στον κρόταφο. «Και να σου πω λυπάμαι πιο πολύ εκείνον τον άμοιρο που παντρεύεται». «Γιατί τον λυπάσαι; Αυτός παίρνει ένα κοριτσάκι». Ναι», είπε. «Αλλά πόσα χρόνια μπορεί να κρατήσει αυτό;»

Πέμπτη, 4 Αυγούστου 2011

Η άμμος κι ο pirandello

«Λοιπόν, πώς την είδες τη δουλειά με τα ναρκωτικά;», ρώτησα. Ο pirandello ανασήκωσε τους ώμους του, «δεν ξέρω», είπε, «προβληματίζομαι». .
«Ανεξάρτητα με το γιατί το κάνουν αυτό», είπα εγώ, «είναι καλό μέτρο όμως, δεν είναι;»
«Πρέπει να ‘σαι πάντα υποψιασμένος μ’ αυτή την κυβέρνηση, πάντα έχει κάτι άλλο στο μυαλό της απ’ αυτό που δείχνει απ’ έξω».
«Γιατί κοιτάς συνέχεια το ρολόι σου;», ρώτησα, «θα πας πουθενά;»
«Έχω παραγγείλει κάτι κι έπρεπε να είναι ήδη εδώ».
«Τι παράγγειλες πάλι;»
«Άμμο».
«Τι θα την κάνεις την άμμο;»
«Χίλια τσουβαλάκια με άμμο. Αλλά νομίζω πως με κατέκλεψαν».
Χίλια τσουβάλια με άμμο… θα χτίσουμε;»
«Θα ταμπουρωθούμε. Ποτέ δεν ξέρεις τι ξημερώνει μ’ αυτόν».
«Δε φταίει για όλα ο Παπανδρέου».
«Μια κουβέντα είναι αυτή, αν δε φταίει αυτός, τότε ποιος φταίει, εγώ;»
«Θέλω να πω πως όλοι φταίμε, λίγο - πολύ».
Αυτό είναι ενοχικό σύνδρομο, από πού κι ως πού φταίμε εμείς; Έβαλες τίποτα στην τσέπη σου εσύ απ’ τα υποβρύχια; Γιατί εγώ δεν έβαλα».
«Μα δεν είναι μόνο τα υποβρύχια. Εσύ δεν έκρυψες τίποτα από τη δήλωση;»
«Μα μιλάς σοβαρά; Τι θες τώρα, να μου βγάλεις περιστερά τον Παπανδρέου;»
«Κάνει λάθη…»
«Ναι, μόνο λάθη, δεν κάνει τίποτα σωστό. Και χέσε με τώρα μ’ αυτόν, αρκετά, προσπαθώ ν’ αποτοξινωθώ».
«Μα δεν την πήγα εγώ την κουβέντα εκεί».
«Δεν την πήγες αλλά γι’ αυτόν λέμε».
«Ωραία, να πούμε κάτι άλλο, τι θέλεις να πούμε;»
«Να πάρεις τηλέφωνο να δεις γιατί αργούν τα σακιά».
«Θα πάρω, τι βιάζεσαι;»
«Βιάζομαι. Το κακό μπορεί να συμβεί ανά πάσα στιγμή, εξαρτάται από το πώς θα ξυπνήσει αυτός το πρωί. Γιατί πες μου: Πώς του ήρθε ξαφνικά να ρυθμίσει το θέμα για την πρέζα; Δεν είχαμε άλλα θέματα;»
«Και πού λες να τα βάλουμε αυτά τα σακιά;», ρώτησα.
«Πόρτες, παράθυρα… όπως στις ταινίες. Όχι ότι προστατεύουν αλλά κάτι θα κάνουν κι αυτά».

Πέμπτη, 21 Ιουλίου 2011

Η Μέρκελ κι ο pirandello

«Πρέπει να κάψουμε τους κάδους, να κλείσουμε τους δρόμους, να συμπλακούμε με την αστυνομία… να δείξουμε με κάθε τρόπο τη δυσαρέσκειά μας», έλεγε ο pirandello στο τηλέφωνο. Δε συμφωνούσα, παρ’ όλα αυτά τι είμαι εγώ για να συμφωνώ ή να μη συμφωνώ κι έκατσα στην άκρη μου και περίμενα.
«Άκουσες», μου είπε κατεβάζοντας το ακουστικό, «δίκιο δεν έχω;»
«Μα είδες ότι δεν οδηγεί πουθενά αυτό το πράγμα», είπα εγώ. «Άλλωστε δεν είναι κανείς στην πλατεία.
«Μα δε μιλούσα για την πλατεία, για τις Βρυξέλες μιλούσα», είπε. «Πρέπει να χτυπήσουμε το κακό στη ρίζα του, αυτή τη Μέρκελ».
«Εμείς; Τη Μέρκελ;»
«Ή είμαστε πολίτες της Ευρώπης ή δεν είμαστε», είπε. «Και τι έχει η Μέρκελ και δε μπορούμε να τη χτυπήσουμε;»
«Μα αυτά που πρότεινε η Μέρκελ είναι υπέρ της Ελλάδας νομίζω», είπα διστακτικά, «είναι η πρώτη φορά που γίνεται κάτι που μας συμφέρει».
«Κι εγώ γιατί δεν το πιστεύω;», έκανε.
«Γιατί είσαι καχύποπτος, πάντα είσαι καχύποπτος και βλέπεις παντού μόνο συνομωσίες».
«Εγώ; Εγώ τα βλέπω όλα διάφανα σαν το νερό».
«Πώς δηλαδή;»
«Δεν άκουσες για την Κύπρο;»
«Άκουσα, θα μπει κι αυτή υπό κηδεμονία ας πούμε».
«Και δε σου λέει τίποτα που μέχρι χθες δεν κινδύνευε; Σήμερα χρειάζεται το ΔΝΤ ενώ χθες όχι;»
«Ωραία, όλα είναι στο σχέδιο. Και θ’ αλλάξει τίποτα άμα κάψουμε ένα - δυο κάδους; Δε σε καταλαβαίνω».
«Κοίτα», είπε, «εγώ είμαι γεννημένος επαναστάτης και πρέπει να κάνω τη δουλειά μου. Αυτοί ας κάνουν ό,τι θέλουν, χέστηκα».

Κυριακή, 10 Ιουλίου 2011

Η «απόπειρα» του pirandello

Όταν έφτασα το πρωί, το πρώτο που μου έκανε εντύπωση ήταν που άκουσα τη μηχανή του αυτοκινήτου να δουλεύει. μετά διαπίστωσα ότι ο pirandello δεν ήταν εκεί κι ένας μακρύς σωλήνας ήταν προσαρμοσμένος στην εξάτμιση. Ο σωλήνας διέσχιζε την αυλή και έμπαινε στο σπίτι από ένα μικρό άνοιγμα που ο pirandello το είχε μπουκώσει με κάτι πετσέτες και άπλυτα. Αμέσως ο νους μου πήγε στο κακό, εσείς τι άλλο θα σκεπτόσασταν; Άρχισα να φωνάζω και να χτυπάω την πόρτα με τις γροθιές μου. Τότε άκουσα ένα μουγκρητό απ’ το θυροτηλέφωνο που έλεγε μάλλον τα εξής: «δεν έχεις κλειδιά;»
Αυτό με καθησύχασε κάπως γιατί τουλάχιστον τον είχα προλάβει ζωντανό, δόξα νά ‘χει ο Θεός… άνοιξα με τα κλειδιά μου και μπήκα. Παρατήρησα πως ο σωλήνας που έμπαινε απ’ το άνοιγμα διέσχιζε το υπόγειο - η πόρτα της εισόδου είναι στο υπόγειο γιατί το σπίτι είναι χτισμένο πάνω στα θεμέλια ενός παλιού αυθαίρετου, έτσι η πόρτα έπεσε χαμηλά - και ανέβαινε τις σκάλες για πάνω. Καθώς έστριψα στο κεφαλόσκαλο τα αέρια της εξάτμισης μου έκοψαν την ανάσα και χρειάστηκε να βγάλω το πουκάμισό μου και να το χρησιμοποιήσω σαν μάσκα… «γιατί;», σκεφτόμουν ενώ πάσχιζα να πάρω μια ανάσα, «γιατί να θέλει ν’ αυτοκτονήσει;»
Μπήκα στον κυρίως χώρο. Η κάπνα κάλυπτε τα πάντα και δεν έβλεπα μπρος μου. Κοντεύοντας να σκάσω διέσχισα στα τυφλά το δωμάτιο και σκουντουφλόντας δεξιά κι αριστερά έφτασα επιτέλους στην τζαμαρία, την έσπρωξα και άνοιξε, δεν ήταν κλειδωμένη, απλώς την είχε σπρώξει εκεί.
Καθαρός αέρας φύσηξε απ’ τη θάλασσα. κι η ατμόσφαιρα, αν και η εξάτμιση κάτω δούλευε ακόμα, καθάρισε. Σκέφτηκα πως αν δεν είχα ταραχτεί τόσο θα ‘χα σκεφτεί να γυρίσω το κλειδί, δεν το σκέφτηκα όμως. Και τότε βρέθηκα μπροστά σε μια έκπληξη. Ο pirandello καθόταν στην πολυθρόνα που κάθεται συνήθως . Μπροστά του στο ένα μέτρο ο σωλήνας ξερνούσε τα ασφυξιογόνα αέρια αλλά αυτός καθόταν ατάραχος και με κοίταζε. Κι ενώ εγώ κόντευα να σκάσω απ’ τις αναθυμιάσεις εκείνος ήταν μια χαρά, ορεξάτος και υγιέστατος. Με τη μάσκα έδειχνε σαν διασωληνομένους βέβαια, αλλά έτσι είναι αυτές οι μάσκες.
Πρώτα πήγα και έκλεισα τη μίζα. Μετά, συγκρατώντας τον θυμό μου, άνοιξα όλα τα παράθυρα να παρασύρω την κάπνα.
«Είσαι τρελός; τον ρώτησα, «τι καμώματα είναι τώρα αυτά;»
«Έκανα άσκηση», είπε ο pirandello. «Πρέπει να μάθουμε να ζούμε μ’ αυτά τα πράγματα».

Τρίτη, 28 Ιουνίου 2011

Τα γενέθλια του pirandello

«Κοίτα τι λέει εδώ», είπε ο Pirandello, «λέει ότι εγώ, ο Λουίτζι Πιραντέλλο, γεννήθηκα σαν σήμερα στις 28 Ιουνίου 1867 και πέθανα λέει στις 10 Δεκεμβρίου 1936. Και εκτός απ’ αυτό λέει ότι ήμουν Ιταλός δραματουργός, μυθιστοριογράφος και πως το 1934 μου απονεμήθηκε το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας. Δε γίνεται, θα τους κάνω μήνυση».

Παρασκευή, 24 Ιουνίου 2011

Αντικοινοβουλευτικός pirandello

«Και τι ακριβώς σκέφτεσαι να κάνεις;», τον ρώτησα. Εκείνος συνέχισε να βάζει πράγματα στη βαλίτσα του, ξυριστικά, σαμπουάν, σαπούνι με φύκια κι ένα σωρό άλλα άχρηστα. Τέλος έβαλε κι ένα ζευγάρι πάνινα. «Θα τα πάρεις κι αυτά;», ρώτησα.
«Γιατί μου κάνεις πάντα όλες αυτές τις ηλίθιες ερωτήσεις;», με ρώτησε. «Είναι προφανές».
«Τέλος πάντων», είπα κι έριξα μαύρη πέτρα, «πού σκοπεύεις να πας;»
«Να σου πω», είπε ο pirandello, «οπουδήποτε και να πήγαινα θα ήταν καλύτερα».
«Μήπως υπεκφεύγεις τώρα, μήπως δεν είναι κατάλληλη εποχή για διακοπές;»
«Μα δεν πάω διακοπές», είπε.
«Κι αυτά τι είναι; Για πούλημα;»
«Λες να βρισκόταν κανένας να τα αγοράσει;» ρώτησε.
«Όχι, δε νομίζω», είπα, «τι να κάνει ένα σαπούνι με φύκια όταν ακούει αυτά που ακούει. Αλλά αν δεν πας διακοπές τι είναι όλες αυτές οι ετοιμασίες; Μεταναστεύεις;»
«Περίπου. Μετακομίζω στο Σύνταγμα».
«Τι θα κάνεις εκεί; Εσύ δεν τα καταφέρνεις να ψήσεις καφέ, τι θα κάνεις στο Σύνταγμα;»
«Θέλω να ζήσω στον παλμό των γεγονότων», είπε, «να ενταχτώ».
«Να ενταχτείς πού; Στους αγανακτισμένους;»
«Σ’ αυτούς που θα σταθούν απέναντι στα πράγματα. Αλλάζει η ιστορία, αν δεν κατάλαβες»
Πήρε τη βαλίτσα και πήγε στην πόρτα. «Και θέλω να είμαι εκεί όταν γίνει», είπε. Άνοιξε μετά την πόρτα και έφυγε. Εγώ άνοιξα την τηλεόραση να δω τι γίνεται με το μεσοπρόθεσμο. Αλλά η ΔΕΗ έκοψε εκείνη την ώρα το ρεύμα.

Πέμπτη, 16 Ιουνίου 2011

Η «επικαιρότητα» του pirandello

«Όλο αχχ και αχ είσαι, τι αναστενάζεις;», τον ρώτησα. Εκείνος, μπροστά στην τηλεόραση να καπνίζει αρειμανίως, ν’ αλλάζει κανάλια και να χειρονομεί, ξέρετε πώς.
«Να μαλάκα», ή «στα τσακίδια κωλοηλίθιε», ή που και που απευθυνόμενος σε ‘νένα: «καλά για τι μας έχει; Δεν του είπε κανείς πως κι η βλακεία έχει κι αυτή τα όριά της;» και μετά πάλι στην τηλεόραση: κοίτα, κοίτα, δεν είναι ούτε πενήντα άνθρωποι. Τι είδους αστυφύλακες είναι αυτοί; Σε ποιον πετάνε τα χημικά, στον κόσμο;»… κι άλλα τέτοια, όλη μέρα.
«Δεν κατάλαβα, με ποιον τα ‘χεις ακριβώς;», ρώτησα.
«Μ’ όλους. Μ’ αυτόν που νομίζει πως παίζει Μονόπολη, με τους παπάρες τους δημοσιογράφους που κοιτάνε προς τα πού θα γείρει η βάρκα, με τους μπάτσους που παίρνουν 3 κι 60 και βαράνε τον κόσμο, με τους κουκουλοφόρους που βάζουν πλάτη σ’ αυτό το θέατρο, με τον κόσμο που δε φτύνει να τους πνίξει… με όλους».
«Τι να σου κάνει ο κόσμος, είδες, καθάρισαν και την πλατεία».
«Ναι, νοικοκύρηδες. Τους άλλους να δω πότε θα τους νοικοκυρέψουν».
«Γιατί τα βλέπεις;»
«Γιατί φτάνει με τα στραβά μάτια, ή τώρα ή ποτέ, γι’ αυτό».
«Θα κάνει λέει ανασχηματισμό».
«Μωρέ δεν πάει να κάνει και ανασκολοπισμό… ως εδώ ήταν, τελείωσε».
«Μην είσαι τόσο αισιόδοξος, θα τα βρούνε και θα μας τη φορέσουν πάλι, δεν ακούς τον Χατζηνικολάου;»
«Είπε ο Χατζηνικολάου αυτό το πράγμα;»
«Όχι, τα λέει απ’ έξω - απ’ έξω κι αυτός».
«Στις 1538 μονάδες τα σπρεντ, άκουσες;»
«Έχει και τα γενέθλιά του ο λεγάμενος».
«Ναι, να του κάνουμε και δώρο».
«Τι δώρο;»
«Θα σου έλεγα τι δώρο».
«Για τον ανασχηματισμό;»
«Μη μου μιλάς γι’ αυτόν, φουντώνω».
«Ποιους λες να βάλει;»
«Παραιτήθηκε ο Φλωρίδης, άκουσες; Έστειλε επιστολή. Τον είχε λέει για τον ανασχηματισμό».
Την κάνουν ένας - ένας», είπε και μου 'κανε νόημα να βάλω καφέ.

Σάββατο, 4 Ιουνίου 2011

Τα προβλήματα του pirandello

«Από κιλά δεν έχω πάρει και τόσα», είπε ο pirandello και κατέβηκε απ’ τη ζυγαριά. «Έκανα επίσης εξετάσεις και δε μου βρήκαν τίποτα και αναρωτιέμαι: γιατί τότε νοιώθω τόσο άσχημα;»
«Θες να σου πω εγώ;», ρώτησα.
«Όχι, αλλά δεν έχω λόγο που νοιώθω έτσι και ανησυχώ».
«Γιατί ν’ ανησυχείς; Αφού δεν έχεις τίποτα».
«Μπορεί να ‘χω κάτι που δε φαίνεται… εσύ τους εμπιστεύεσαι όλους αυτούς τους σκιτζήδες;»
«Αν είναι ανάγκη… αλλά δε βλέπω κάποια ανάγκη».
«Νοιώθω ένα φόβο. Δε μ’ αφήνει να κοιμηθώ».
«Όλοι φοβούνται κάτι».
«Υποτίθεται πως εγώ τα ‘χω ξεπεράσει αυτά, πως δε με νοιάζει».
«Και στην πράξη είναι αλλιώς;»
«Ναι… μάλλον».
«Να το ξεπεράσεις. Δεν είναι του στυλ σου».
«Φοβάμαι πως πάει κι αυτό… πως δε μου απέμεινε τίποτα πια».
«Έχεις τον φόβο».
«Σωστό κι αυτό. Αλλά δεν είναι σκύλος. Και τι μπορεί να κάνει κάποιος με τον φόβο; Δεν οδηγεί πουθενά… απλώς φοβάσαι… κι όλο κλείνεσαι και περισσότερο, δε μιλάς, δεν έχεις φίλους, δε βγαίνεις… δεν είναι ζωή αυτή».
«Υπάρχουν και χειρότερα, δεν έχεις τίποτα».
«Πρέπει λες να μάθω να ζω με τον φόβο;»
«Ναι… μάλλον».
«Δε με βοηθάς. Θα ‘πρεπε να μου πεις να μη φοβάμαι, να μου δώσεις κουράγιο».
«Δε θα με άκουγες. Πάντα κάνεις του κεφαλιού σου».
«Έχεις δίκιο, μόνος μου πρέπει να βρω τι θα κάνω μ’ αυτόν τον φόβο. και πρώτα και καλύτερα να συνειδητοποιήσω τι είναι ακριβώς αυτό που φοβάμαι».
«Ναι, αυτή είναι μια καλή αρχή».
«Να, φοβάμαι πως θα ‘ρθουν και όλο και χειρότερες μέρες… και δε μπορώ να ευχαριστηθώ το παρόν, φοβάμαι το αύριο».
«Ξέρω, όλοι αυτό φοβούνται».
«Και; Τι θα ‘λεγες αν ήσουν γιατρός;»
«Δεν είμαι γιατρός».
«Ναι βρε παιδί μου, σαν φίλος… τι θα ‘λεγες σε μια τέτοια περίπτωση;»
«Να ερωτευτείς μάλλον. Όταν ερωτεύεται ο άνθρωπος ξεχνάει τον φόβο».
«Να ερωτευτώ; Πώς;»
«Κανονικά δεν το ρωτάει κάποιος αυτό, απλώς ερωτεύεται».
«Ξέρω. Κι αν δε μπορεί;»
«Δεν ξέρω, έχει άλλα προβλήματα φαντάζομαι».
«Ευχαριστώ, με βοήθησες».
«Δηλαδή δε θα φοβάσαι πια;»
«Όχι… ή… δεν ξέρω. Έχω άλλα προβλήματα τώρα».

Δευτέρα, 30 Μαΐου 2011

Οι απορίες του pirandello

«Αναρωτιέμαι», είπε ο pirandello, «γιατί η κυβέρνηση δεν υιοθετεί τη δημοσίευση διαφημίσεων με το Google AdSense; Φαντάζομαι πως θα είχε κάποια έσοδα».
«Ειρωνεύεσαι τώρα; Είμαστε σε άθλια κατάσταση ξέρεις», είπα.
«Κοίτα, τη βρίσκω καλή ιδέα αν θες να ξέρεις. Να δούμε και τι αξίζει σαν επιχείρηση… γιατί μόνο λόγια ακούω, μόνο μεγάλα λόγια… μακροπρόθεσμα σχέδια, τρομοκρατικά σενάρια και επενδύσεις… άσχετα που επενδύσεις δε βλέπω».
«Δε μπορεί να κάνει επενδύσεις με το ζόρι… και άλλωστε τώρα μας ενδιαφέρει η δόση».
«Ας διαφημίσει οτιδήποτε… τις σαρδέλες Καλλονής, κάτι».
«Εμείς γιατί δε δημοσιεύουμε διαφημίσεις με το Google AdSense;»
«Γιατί δεν είμαστε τόσο καιροσκόποι όσο χρειάζεται… μάλλον. Αυτοί όμως… αρκεί να ‘χει όρεξη για δουλειά κάποιος».

Παρασκευή, 20 Μαΐου 2011

Οι καφέδες κι ο pirandello

-Του φοράνε λέει κι ένα δαχτυλίδι στο πόδι για να ξέρουν ανά πάσα στιγμή που βρίσκεται, λες να μας βάλουν κι εμάς τέτοιο;
-Εμάς γιατί; Δεν πρόκειται να φύγουμε.
-Κανονικά όμως θα ‘πρεπε, γιατί τους χρωστάμε και είμαστε ύποπτοι φυγής.
-Να βάλουμε στους πολιτικούς μας τέτοιο γιατί αν είναι να φύγει κάποιος, το πιθανότερο είναι να φύγουν αυτοί.
-Αυτοί είναι υπάλληλοί τους, δεν φεύγουν έτσι.
-Μα κι αυτός υπάλληλός τους ήτανε.
-Ναι αλλά αυτός δεν τους έκατσε, οι δικοί μας τους κάθονται.
-Πού πάμε ρε συ pirandello;
-Εμείς πουθενά. Αυτοί έρχονται.
-Θα πιείς καφέ;
-Ναι. Πικρό.
-Της παρηγοριάς;
-Ο Έλιοτ Μόρλεϋ έφαγε 16 μήνες, το άκουσες;
-Το άκουσα, είχε φάει λέει 30000 λίρες.
-Εμείς πόσα φάγαμε;
-Απ’ όσο ξέρω τίποτα.
-Είμαστε τελικά τόσο μαλάκες;
-Ναι, μάλλον είμαστε.
-Εσύ, καφέ;
-Ναι. Δυο πικρούς.

Δευτέρα, 9 Μαΐου 2011

Οι μαύρες σημαίες του Pirandello

«Πιστεύεις ακόμα στον συμβολισμό;», με ρώτησε μια μέρα ο pirandello.
«Νομίζω», είπα εγώ, «ποιον συμβολισμό εννοείς;»
«Εννοώ τις μαύρες σημαίες. Αν αναρτούσαμε μαύρες σημαίες λες να το ‘έπαιρναν κι εκείνοι αλλιώς;»
«Και πάλι, εξαρτάται ποιον εννοείς, αν εννοείς την κυβέρνηση…»
«Όχι, δεν εννοώ αυτούς», είπε κι έπιασε το κεφάλι του. «Βλέπω μαύρες σημαίες, στον ύπνο μου… βλέπω σ’ όλα τα μπαλκόνια ν’ ανεμίζουν μαύρες σημαίες και δεν ξέρω τι μπορεί να σημαίνει αυτό».
«Τα χάλια μας σημαίνει», είπα, «τι άλλο;»
«Δεν ξέρω», είπε κι έκλεισε τα μάτια του. «Μπορεί να ‘ναι ένα μήνυμα».
«Ήταν δικιά μας απόφαση να εκλέξουμε αυτούς που εκλέξαμε», είπα εγώ, «δε μας πρόδωσε κανείς. Δεν είμαστε ικανοί να καθορίζουμε τις τύχες μας, να σταματήσουμε την πτώση, αυτό είναι. Δε φταίνε οι άλλοι, ούτε αυτοί. Δικό μας είναι το φταίξιμο. Που το επιτρέψαμε».
«Δεν πάει πουθενά», είπε με τα μάτια ερμητικά κλειστά. «Φαίνεται. Ολοκάθαρα. Αλλά δεν το βλέπουμε».
«Πρέπει να φύγω», είπα. «Υπάρχει κάτι άλλο να κάνουμε;»
«Ναι», είπε. «Να τους πούμε για τις σημαίες». Και έκατσε κι έγραψε αυτό εδώ.

Πέμπτη, 14 Απριλίου 2011

Ο "αθλητισμός" και ο Pirandello.

Ήταν ακόμα πολύ νωρίς το πρωί και αναμφίβολα αυτό το πράγμα που σερνόταν εκεί έξω με στολή παραλλαγής ήταν ο Pirandello. Ομολογώ πως ξαφνιάστηκα, κυρίως για το περίεργο της ώρας.
«Τι κάνεις εκεί κάτω;», του φώναξα απ’ τη βεράντα. Εκείνος, αναψοκοκκινισμένος απ’ την προσπάθεια γύρισε και μου ‘ριξε μια ματιά, αλλά δεν απάντησε.
«Είσαι με τα καλά σου Χριστιανέ μου, τι σ’ έπιασε και σέρνεσαι πρωί - πρωί;», ρώτησα.
«Έρπω», είπε και συνέχισε να κάνει εκείνες τις παράξενες απλωτές.
Μετά από πέντε λεπτά, λασπωμένος και κουρασμένος εμφανώς εμφανίστηκε στην πόρτα. Σκούπισε τα γυαλιά του στην μπλούζα του και με ρώτησε: «καφέ;»
Πήγε στο μπάνιο και όταν επέστρεψε φορούσε μια πλήρη στρατιωτική εξάρτηση κι ένα γελοίο εγγλέζικο κράνος από ‘κείνα που φορούσαν αυτοί στο Τομπρούκ.
«Τι μασκαραλίκια είναι αυτά;» ρώτησα, «νόμιζα ότι τέλειωσαν οι απόκριες».
«Τέλειωσαν», είπε, «αλλά δεν είμαι ντυμένος μασκαράς».
«Και η στολή;»
«Ήταν η καλύτερη που μπόρεσα να βρω».
«Δεν λέω γι’ αυτό, λέω τι νόημα έχει αυτή η στολή».
«Τίποτα, ήταν μία παρόρμηση».
«Δεν είσαι πολύ μεγάλος για τέτοιες γελοιότητες;»
«Μπορεί να χρειαστείς κι εσύ αύριο μία στολή», είπε.
«Και από πού προκύπτει αυτό;»
«Έχω την αίσθηση πως πλησιάζει η ώρα. Καλύτερα να είναι έτοιμος κανείς… για οτιδήποτε».
Ήθελα να τον ρωτήσω περισσότερα αλλά έσβησε το τσιγάρο του και πήγε στην πόρτα: «είναι ώρα για τρέξιμο, θα ‘ρθεις;», με ρώτησε.
«Δε φοράω κατάλληλα παπούτσια», είπα.
«Θα πεθάνεις κάποια μέρα στην καρέκλα κι ούτε που θα το καταλάβεις», μου είπε.
Δεν είχε και πολύ άδικο. «Περίμενε ν’ αλλάξω παπούτσια», είπα και σε λίγο τρέχαμε μαζί στον χωματόδρομο.
«Γιατί τα κάνουμε αυτά;», ρώτησα κάποια στιγμή.
«Νους υγιής εν σώματι υγιεί», είπε αλλά για κάποιο λόγο καταλάβαινα ότι δεν το κάναμε γι’ αυτό.

Σάββατο, 26 Μαρτίου 2011

Το “καταφύγιο” του Pirandello

Ξαφνιάζομαι όταν συμβαίνουν πράγματα που παρουσιάζουν έστω και ελάχιστο ενδιαφέρον. Τελευταία το τίποτα έχει γίνει καθεστώς και το κακό είναι πως μάλλον το αντιλαμβάνονται όλοι. Το χειρότερο βέβαια είναι όταν παγιώνεται κάτι, όταν καταθέτεις τα όπλα ας πούμε. Συνήθως δεν τα παρατάω, απογοητεύομαι όμως, απογοητεύομαι διαρκώς. Κι όταν απογοητεύομαι γυρνάω εδώ, ο Pirandello είναι ένα καταφύγιο, ο μόνος ίσως που μπορώ να συνεννοηθώ, να τα βρω. Υπάρχουν και μέρες που δε λέμε τίποτα, όπως σήμερα. Κοιταζόμαστε χωρίς να μιλάμε, ακούμε ο ένας την ανάσα του άλλου, καπνίζουμε τα ίδια τσιγάρα και φτιάχνουμε καφέδες, πότε εκείνος και πότε εγώ. Είναι ωραίο να ‘χεις ένα φίλο κάπου, να του πεις μια μπούρδα βρε αδελφέ, ή να μην του πεις τίποτα. Μάλλον γι’ αυτό είναι κι οι φίλοι… για να υπάρχουν, απλώς.

Κυριακή, 20 Φεβρουαρίου 2011

Το “άβατον” κι ο Pirandello

Παρακολουθούσα πολύ ώρα τον Pirandello, έδειχνε πολύ σκεφτικός. Θα έλεγα κακόκεφος αν ήθελα να διακινδυνεύσω γιατί μ’ αυτόν δε μπορείς να ‘σαι ποτέ σίγουρος. Ύστερα τέλος πάντων από ώρα γύρισε και μου είπε: «υπάρχει μια λεπτή, κόκκινη γραμμή που άμα την υπερβείς ο γιατρός σου προτείνει μια σειρά από χάπια, αντικαταθλιπτικά μεταξύ άλλων γιατί, ισχυρίζεται ότι έχεις κάτι που θεραπεύεται. Εσένα, συνήθως, δε σ’ ενδιαφέρει αυτό, γιατί απλά δε μπορείς να σκεφτείς καν πως μπορεί να ‘σαι άρρωστος. Για παράδειγμα εγώ, φυσικά και δεν είμαι. Αυτό δεν είναι όμως κάτι που μπορείς να πεις στον γιατρό και αναγκαστικά, του λες άλλα αντί άλλων».
Έσπευσα να συμφωνήσω γιατί όταν λέει τέτοια πράγματα δεν είναι να του πηγαίνει κανείς κόντρα.
«Αυτή η γραμμή είναι σαν διαχωριστική και ξεχωρίζει ένα σωρό πράγματα», συνέχισε ο Pirandello, «εθνικότητες, πεποιθήσεις, νοοτροπίες, διαπροσωπικές σχέσεις… σε κατατάσσει από ‘δω ή από ‘κει, σχεδόν σ’ οτιδήποτε, είναι τα προσωπικά σου σύνορα, ένας ιδιωτικός χώρος. Είναι σαν να λέμε το άβατον του καθενός. Κι αλίμονο στον καταπατητή, τον εισβολέα, μαύρη η ώρα που θα σκεφτεί… αλλά πώς να τα πεις αυτά στον γιατρό;»
«Ναι», είπα, «αυτά τα πράγματα δε λέγονται» κι ύστερα αλλάξαμε κουβέντα, δε θυμάμαι τι είπαμε όμως.

Τρίτη, 4 Ιανουαρίου 2011

Οι “παρατυπίες” του Pirandello

Η πόρτα του σύμπαντος έχασκε ανοιχτή, όπως ήταν δηλαδή πάντα, απ’ την αρχή της δημιουργίας. Ψυχές πήγαιναν κι έρχονταν, παρ’ όλη αυτή την κοσμοσυρροή όμως, ο παράδεισος παρέμενε βουβός, αμόλυντος απ’ την παρουσία της ζωής.
«Κουράστηκα πια όλη μέρα μ’ αυτά τα σούρταφέρτα», είπε μια μέρα ο θάνατος, αυτός δηλαδή που μεσολαβούσε για να γυρίσει η ψυχή πίσω. Ένας άγγελος τον χτύπησε συναδελφικά στην πλάτη; «έτσι είναι η ζωή φίλε μου», είπε, «άλλος αυτό, άλλος εκείνο, ο καθένας όλο και κάτι πρέπει να κάνει σ’ αυτή τη ζωή».
«Εγώ κουράστηκα, ο κόσμος δε θέλει να με δει, όλοι κάνουν ό,τι μπορούν να μ’ αποφύγουν… λες και φταίω εγώ, εγώ θέλω να τους πεθαίνω;»
«Μην τους συλλογίζεσαι», είπε ο άγγελος, «δεν ξέρουν».
«Μα πώς δεν ξέρουν; Όλο οι ίδιοι, πάνω – κάτω, δε φταίω εγώ που ‘ναι έτσι τα πράγματα, μακάρι να μπορούσα να τους παρατήσω, να ζούσαν κι αυτοί αιώνια, να ‘χα κι εγώ την ησυχία μου… αλλά δυστυχώς, εγώ είμαι αναγκασμένος να τους παίρνω τη ζωή και αυτοί να με καταριόνται. Αλλά δεν είναι σωστά πράγματα αυτά».
«Θα περιμένω πολύ ώρα;», ρώτησε ο Pirandello που περίμενε όλη αυτή την ώρα στην ουρά, «δεν υπάρχει κάποιος να βάλει μια τάξη εδώ πάνω;»
Ο αρμόδιος άγγελος αναστέναξε και γύρισε στο γραφείο του. «Τι να κάνουμε κύριε; Δε βλέπετε τι γίνεται;», είπε.
«Αν δε μπορείτε να κάνετε τη δουλειά σας να δηλώσετε παραίτηση», είπε ο Pirandello, «και τέλος πάντων, τι χρειάζονται όλες αυτές οι διαδικασίες;»
«Ελάτε κύριε», είπε ο άγγελος, «έχουμε την ταλαιπωρία μας έχουμε κι εσάς να διαμαρτύρεστε… θέλετε ν’ αλλάξουμε θέση;»
«Εγώ δεν επέλεξα να γίνω άγγελος κύριε», έκανε ο Pirandello. Μετά γύρισε και ρώτησε όλους εκείνους που στέκονταν μαζί του στην ουρά: «εσείς κύριοι… είναι κάποιος από ‘σας που δεν ξέρει τη διαδικασία;»
Απ’ την ουρά ακούστηκε ένα αρνητικό μούγκρισμα και οι διαμαρτυρίες εντάθηκαν.
«Σας παρακαλώ», έκανε ο άγγελος, «κι εμείς υπάλληλοι είμαστε, δεν μας αρέσει ούτε να σας βάζουμε να περιμένετε, ούτε το κάνουμε για να ταλαιπωρείστε, έτσι είναι τα πράγματα. Κανείς δε μπαίνει, ή δε βγαίνει απ’ τον παράδεισο δίχως άδεια, αυτό είναι νόμος».
«Υποτίθεται πως εδώ είναι παράδεισος όμως κύριε, κανονικά εδώ έπρεπε να πηγαίνουν όλα ρολόι και να ‘μασταν όλοι ευχαριστημένοι, ουρές είχαμε και αλλού», είπε μια γυναίκα αγανακτισμένη κι αυτή.
«Ορίστε κυρία μου», είπε ο άγγελος και πήρε την αίτηση της κυρίας… «μμμμ, πεθάνατε πριν πέντε χρόνια και θέλετε να επιστρέψετε, διότι, λέει εδώ, διότι έχετε λέει υποχρεώσεις που δεν προλάβατε να… μάλιστα, λυπάμαι κυρία μου, δεν έχετε την απαραίτητη παραμονή, το λιγότερο που χρειάζεται είναι δέκα χρόνια, πρώτη φορά επιστρέφετε;»
«Δεν επιστρέφω πρώτη φορά», είπε η κυρία, «αλλά υπάρχει πραγματικά λόγος, δε θα το ζήταγα αν δεν υπήρχε λόγος».
«Ναι, ναι, ξέρω» έκανε ο άγγελος, «όλοι το ίδιο λένε». Στράφηκε μετά στον συνάδελφο δίπλα του που έβαζε τις σφραγίδες των εισερχομένων: «μα τι σου ‘ναι αυτοί οι άνθρωποι, όλοι θεωρούν ότι δεν τους έφτασε ο χρόνος και θέλουν να γυρίσουν πίσω να παιδεύονται». Ο συνάδελφος χαμογέλασε και συνέχισε τη δουλειά του. Ο άγγελος των εξερχομένω στράφηκε πάλι στη γυναίκα: «δεν σας καταλαβαίνω», της είπε, «πέντε χρόνια εδώ και δε μάθατε πως τίποτα δεν έχει τελικά σημασία;»
«Δεν σας αφορά αυτό κύριε», είπε η γυναίκα, «πώς μπορείτε εσείς να παίρνετε αποφάσεις για το τι είναι σημαντικό, ή όχι στη ζωή του καθενός; Ποιος σας έδωσε τέτοιο δικαίωμα;»
«Δε θα μας πείτε εσείς κυρία μου πώς θα κάνουμε τις δουλειές μας», είπε ο άγγελος, «η αίτησή σας απορρίπτεται», και της πέταξε πίσω τα χαρτιά, «ο επόμενος παρακαλώ».
Η γυναίκα πήρε τα χαρτιά της απειλόντας Θεούς και δαίμονες και έφυγε. Ο Pirandello έκανε ένα βήμα μπροστά. «Είτε το θέλετε, είτε όχι, εγώ θα επιστρέψω», είπε, οπότε πείτε μου που υπογράφω να φεύγω».
Ο άγγελος μόρφασε βαριεστημένα, κάθε μέρα παρουσιαζόταν κι ένας τρελός που ήθελε ν’ αλλάξει το σύστημα, «μα πώς ήταν δυνατόν να σκέφτονται έτσι αυτοί οι άνθρωποι; Τόσο όρνια λοιπόν;»
«Λοιπόν; Θα περιμένω πολύ γι’ αυτή την παλιουπογραφή;», ρώτησε ανυπόμονα ο Pirandello.
«Και ποιος νομίζετε πώς είστε κύριε; Από ‘δω δε φεύγει κανείς αν δεν το πω εγώ», ύψωσε τη φωνή του ο άγγελος.
«Ωραία λοιπόν», είπε ο Pirandello, «με άδεια, ή χωρίς άδεια, εγώ έφυγα». Δρασκέλισε μετά την πόρτα του παραδείσουαφήνοντας πίσω του τον άγγελο να ωρύεται: «είναι θέμα τάξης», φώναζε, «δε γίνεται να κάνει ο καθένας ό,τι θέλει, έτσι θα το κάνουμε μπάχαλο».

Δευτέρα, 12 Ιουλίου 2010

Τα λουλούδια του Pirandello

Τελικά δέχθηκα και μου κάνανε εκείνη την ένεση. Πρέπει να κοιμήθηκα αρκετές ώρες, τώρα είναι σχεδόν απόγευμα, «της επομένης», μου διευκρίνισε η προϊσταμένη. Δε μιλούσα και αποφάσισε να μου δείξει τον καλό της εαυτό, λες κι αυτό θα έλυνε όλα μου τα προβλήματα.
«Φαίνεστε πολύ καλύτερα απόψε», μου είπε και μου ‘στρωσε πάλι το σεντόνι, «θέλετε μήπως κάτι;»
«Σαν τι;», απάντησα κάπως έντονα.
«Ποιος είναι αυτός ο Πιραντέλο που λέτε στον ύπνο σας;»
«Pirandello. Όχι Πιραντέλο, pirandello».
«Δεν καταλαβαίνω τη διαφορά, τέλος πάντων, ποιος είναι;»
«Αυτός ο φίλος που είχε έρθει προχθές».
«Μάλιστα».
«Εσείς επιμένετε πως δεν ήρθε κανείς. Ήσασταν εδώ; Εννοώ χθες, τη νύχτα, ήσασταν εδώ;»
«Όχι συνέχεια, έχει και άλλους ασθενείς ο όροφος».
«Τότε πώς μπορείτε να λέτε με τόση βεβαιότητα ότι δεν μ’ επισκέφτηκε κανείς;»
«Γιατί ήταν μεσάνυχτα και το επισκεπτήριο τώρα το καλοκαίρι είναι το πολύ μέχρι τις εννιά, μετά απαγορεύεται, κλείνουν οι πόρτες».
«Εσείς αν θέλετε κάτι δεν μπορείτε να βγείτε και να μπείτε ξανά στη συνέχεια;»
«Φυσικά μπορώ. Εδώ όμως τώρα μιλάμε για το επισκεπτήριο… και ‘κείνη την ώρα δε μπορεί να μπει κάποιος, εκτός αν είναι γιατρός ή κάτι τέτοιο».
«Τι κάτι τέτοιο;»
«Προσωπικό. Νοσηλευτής, τραυματιοφορέας, μια καθαρίστρια, άνθρωποι που δουλεύουν εδώ».
«Κι αυτοί μπαίνουν κανονικά;»
«Τι εννοείτε κανονικά; Μπαίνουν από την πόρτα».
«Την κεντρική;»
«Όχι, αυτή κλείνει».
«Άρα υπάρχει και άλλη πόρτα».
«Και βέβαια υπάρχει, είναι νοσοκομείο, έχει πολλές πόρτες».
«Και ελέγχονται;»
«Όχι, δε νομίζω… καταλαβαίνω πού το πάτε αλλά χθες δεν ήρθε κανείς, δεν ήρθε κανείς άγνωστος, ρώτησα».
«Άρα πιστεύετε πως είχα παραισθήσεις».
«Δεν είπα αυτό».
«Πώς δε λέτε αυτό; Αφού λέω πως ήρθε κάποιος κι εσείς λέτε πως δεν ήρθε, εγώ πρέπει να ‘χω παραισθήσεις».
«Εντάξει. Θέλετε να παραδεχθώ πως ήταν κάποιος εδώ χθες; Το παραδέχομαι, ησυχάστε τώρα».
«Μπορείτε να μου σηκώσετε λίγο το μαξιλάρι;»
«Βέβαια… τόσο είναι καλά;»
«Ναι, ευχαριστώ».
«Θέλετε κάτι άλλο;»
«Όχι, είμαι καλά».
«Ωραία, θα περάσω πάλι αργότερα».
«Να περάσετε.
«Θέλετε κάτι ιδιαίτερο απόψε για φαγητό;»
«Όχι, ευχαριστώ, μια χαρά είναι το φαγητό».
«Ωραία λοιπόν, σας αφήνω να ξεκουραστείτε».
«Μπορείτε να μου πείτε τι ώρα είναι παρακαλώ;»
«Βεβαίως, είναι 3:18 μμ «.
«Ευχαριστώ».
Έκανε ζέστη. Οι ώρες κυλούσαν απελπιστικά αργά. Ξαφνικά ένοιωσα να μου τραβάνε πάλι το σεντόνι. Ήθελα πολύ να ρωτήσω: «ποιος είναι;», αλλά δε ρώτησα.
«Κοιμηθήκατε, μπράβο», άκουσα πάλι την προϊσταμένη.
«Δεν έκλεισα μάτι, πώς βγάλατε το συμπέρασμα ότι κοιμήθηκα;»
«Αχ, κρίμα», είπε εκείνη, «αλλά τι βλέπω; Είχατε επισκέψεις;»
«Όχι, δεν ήρθε κανείς. Μην αστειεύεστε μαζί μου παρακαλώ».
«Μα δεν αστειεύομαι, ποτέ δεν αστειεύομαι όταν έχω υπηρεσία».
«Μα αφού σας λέω πως δεν κοιμήθηκα, πώς θα είχα επισκέψεις;»
«Τότε… αυτά τα λουλούδια, ποιος σας τα έφερε;»

Σάββατο, 10 Ιουλίου 2010

Ο θάλαμος του Pirandello

Όταν ξύπνησα χρειάστηκε να μου επαναλάβουν δεκάδες φορές πως διέφυγα τον κίνδυνο, απηυδισμένοι κάπως γιατί τους έκανα διαρκώς τις ίδιες ερωτήσεις.
«Και ο pirandello;»
«Όλα θα πάνε καλά, ησύχασε».
Κατάλαβα και δεν συνέχισα.
Με κρατάνε σε καταστολή, την γλύτωσα παρά τρίχα, λέει ο γιατρός που έρχεται δυο ή τρεις φορές την ημέρα.
«Γιατρέ, θα περπατήσω;»
«Το μόνο που χρειάζεται είναι ανάπαυση, αυτά τα πράγματα παίρνουν καιρό».
«Θα δω γιατρέ;»
«Είναι νωρίς ακόμα, όλα πήγαν καλά;»
«Ο Pirandello;»
Σιωπή.
Είμαι μια βδομάδα τώρα σ’ αυτό το παλιοκρέβατο και δεν κοιμάμαι πια όπως πριν. Δεν μπορώ άλλωστε, κάθε τρεις και λίγο κάποιος ή κάποια έρχεται και σε τραβολογάει να δει αν πέθανες. Τώρα μου ταρακουνάει το πόδι, θα κάνω τον ψόφιο.
«Εδώ είσαι; Σε ψάχνω όλη τη μέρα».
Έβαλα τα κλάματα: «νόμιζα πως είχες πεθάνει… ρωτούσα συνέχεια αλλά δε μου έλεγε κανείς τίποτα… αλλά πώς;»
«Κανονικά, άμα δεν είναι η ώρα σου… εσύ, πώς είσαι;»
«Δεν ήταν η ώρα μου», λέω και βάζουμε τα γέλια.
Μου πιάνει το χέρι και μου δίνει να πιάσω κάτι. Είναι κρύο… και μοιάζει με φάκελο… Θεέ μου… όχι πάλι.
«Ηρέμησε καημένε σοκολάτες είναι», λέει.
«Δε θα το ξεχάσω ποτέ».
«Είμαι σίγουρος».
«Ξέρεις, σκεφτόμουν εκείνον τον άνθρωπο… ούτε που πρόλαβε να σκεφτεί».
«Ναι, δυστυχώς. Αλλά δε νομίζω πως το σκέφτεται κανείς άλλος αυτό… κρίμα τον άνθρωπο. Είναι άσκοπες αυτές οι ενέργειες».
«Είναι εγκληματικές, όποιος το έκανε είναι εγκληματίας».
Δε μιλάει.
«Γιατί δε λες τίποτα;»
«Τι να πω; Δεν είναι ώρα για τέτοιες συζητήσεις».
«Ξέρεις, σκεφτόμουν πως η ζωή είναι ένα τίποτα… για κάποιους».
«Για όλους είναι ένα τίποτα, απλώς σε μερικούς τους διαφεύγει».
«Πότε θα βγούμε, ξέρεις;»
Πάλι δε μιλάει.
«Δέκα μέρες; Είκοσι;»
«Πρέπει να γυρίσω στον θάλαμό μου, υποτίθεται πως βγήκα έξω για να καπνίσω και λείπω μια ώρα, θα με ψάχνουν».
«Πού σε έχουν;»
«Εδώ, απέναντι».
Μου πιάνει πάλι το χέρι: «Θα ξανάρθω, αύριο».
«Είναι μέρα ή νύχτα;»
«Νύχτα».
«Εντάξει, αύριο», λέω.
«Αύριο», λέει κι αυτός.
«Μη μου τραβολογάς τα σκεπάσματα», λέω, «μ’ έχουνε φάει τα κουνούπια».
«Τι είπατε;», ρωτάει μια άλλη φωνή, κάποια νοσοκόμα υποθέτω.
«Είπα πως έχει κουνούπια», λέω εκνευρισμένος, «μου τσιμπάνε τα πόδια».
«Τα πόδια;»
«Ναι, τι σας κάνει εντύπωση;»
«Τίποτα, τίποτα», λέει η νοσοκόμα.
«Μήπως μπορείτε να πείτε κάτι στον φίλο μου που ήταν εδώ πριν; Ξέχασα να του πω κάτι».
«Το επισκεπτήριο είναι κάθε μέρα στις πέντε. Πότε ήταν αυτός ο φίλος σας εδώ;»
«Μα τώρα, ένα λεπτό πριν».
«Δεν ήταν κανείς εδώ, κοιμηθείτε, χρειάζεστε ανάπαυση».
«Μα πώς δεν ήταν; Είναι απέναντι, στον απέναντι θάλαμο και ήταν εδώ ένα λεπτό πριν».
«Απέναντι;»
«Ναι. Και ήταν εδώ ένα λεπτό πριν».
«Θα ειδοποιήσω τον γιατρό να σας κάνει μια ένεση».
«Δεν χρειάζομαι ένεση, θέλω απλώς να πω στον φίλο μου κάτι που ξέχασα».
«Μα κύριε…»
«Φωνάξτε μου την προϊσταμένη, θέλω την προϊσταμένη».
«Εγώ είμαι η προϊσταμένη, θα ειδοποιήσω τον γιατρό για την ένεση».
«Μα του μίλησα, πριν από ένα λεπτό ήταν εδώ, είναι γύρω στα πενήντα, με γυαλάκια… τίποτα το ιδιαίτερο…»
«Σας καταλαβαίνω, δεν είναι εύκολο».
«Δε θέλω να με καταλάβετε, θέλω να μιλήσω στον φίλο μου, είναι εδώ απέναντι, είναι τόσο δύσκολο να καταλάβετε τι θέλω να πω;»
«Ηρεμήστε, θα πω στον γιατρό να σας κάνει μια ένεση».
«Δε θέλω να ηρεμήσω, θέλω να μιλήσω στον φίλο μου. Και ή θα τον φωνάξετε ή θα σηκώσω το νοσοκομείο απ’ τις φωνές».
«Ηρεμήστε. Πού είπατε ότι είναι ο φίλος σας;»
«Εδώ απέναντι, σ’ έναν θάλαμο απέναντι».
«Απέναντι;»
«Θα τον φωνάξετε ή θα βάλω εγώ τις φωνές;»
«Απέναντι είναι ο νεκροθάλαμος κύριε. Και ευτυχώς δεν έχουμε κανέναν εκεί».

Σάββατο, 26 Ιουνίου 2010

μία booby trap για τον pirandello

Δε μου μιλάει, συγκεκριμένα από προχθές. Θεώρησα πως είχε πάλι τις ανάποδές του, δεν πήγε το μυαλό μου.
«Θέλεις κάτι;», τον είχα ρωτήσει, «θα βγω».
«Να πας στο καλό», μου 'χε πει χωρίς να σηκώσει κεφάλι.
«Ωραία λοιπόν», είπα, «καλό Σαββατοκύριακο».
«Στάσου μια στιγμή», είπε και σηκώθηκε, «να σου δείξω κάτι».
«Τι είναι αυτό;», ρώτησα.
«Αυτό που βλέπεις, εσένα πώς σου φαίνεται;»
«Πώς να μου φαίνεται; Είναι ένας φάκελος», είπα και το κούνησα να δω τι έχει μέσα.
«Μη τον πολυκουνάς», φώναξε, «δεν παίζουν μ’ αυτά τα πράγματα.
«Δεν καταλαβαίνω».
«Είναι booby trap, άμα το κουνάς μπορεί να σκάσει».
«Είσαι τρελός;»
«Είμαι απλώς της μόδας, όλοι σε λίγο θα φτιάχνουν τέτοια, δε γουστάρεις ας πούμε το αφεντικό σου… πάρε ένα δωράκι, χρωστάς λεφτά, πάρε κι εσύ ένα».
«Μόνο ένα αρρωστημένο μυαλό μπορεί να σκεφτεί κάτι τέτοιο».
«Ωστόσο είναι αρκετά παλιά μέθοδος», είπε και μου πήρε το πακέτο.
«Και πού τα ‘μαθες εσύ αυτά;», ρώτησα όταν μου πέρασε η έκπληξη.
«Μα από τηλεοράσεως, είχαν φέρει τον κύριο Λόλιο κι έδινε μαθήματα, σαν άνευ διδασκάλου. Ότι απορίες έχετε μπορείτε να επισκεφτείτε την ιστοσελίδα μας, είπε ο άνθρωπος, Ελληνικό κέντρο ελέγχου όπλων, έδωσε νομίζω και mail».
«Και κάθισες εσύ κι έφτιαξες βόμβα; Θες να σκοτωθούμε αναμεταξύ μας;»
«Όχι, ήθελα να δω μονάχα πώς γίνεται, ανοίγεις τον φάκελο…», κι έκανε τη γνωστή κίνηση, «τραβάς από ‘δω…», είπε κι ακούστηκε μια τρομερή έκρηξη.

Δευτέρα, 17 Μαΐου 2010

Οι εθνοσωτήρες, ο Κολοκοτρώνης κι ο Pirandello

«Έχω τρελαθεί να ακούω παπαριές γύρω – τριγύρω», είπε ο pirandello. «Είμαστε ένα τσούρμο απελπισμένοι σε μια ξεπουλημένη χώρα… και σαν να μη φτάνει αυτό, μας βομβαρδίζουν μ’ όλες αυτές τις δηλώσεις, αυτό είπε ο πρωθυπουργός, αυτό ο Τσίπρας κι αυτό ο Καρατζαφέρης, πήξαμε στους εθνοσωτήρες, αμάν πια».
«Κι εμείς; Με ποιόν είμαστε;»
«Σάμπως ξέρω κι εγώ; Ο καθένας κι ο κώλος του υποθέτω, δεν είδες η Ντούβλη;»
«Να γίνουμε όλοι πουτάνες να ξεμπερδεύουμε;»
«Δεν ξέρω. Δεν ξέρω ποιος θα πηδάει ποιόν σε λίγο, δεν είδες ο Πάγκαλος; Δεν είδες ο Ερντογάν;»
«Λες να βάλουμε και μαντήλα;»
«… να σε συστήσω θέλω, δε θέλω να σε γαμήσω».
«Γι’ αυτό λες ήρθε ο Εντογάν;»
«Δεν ξέρω γιατί ήρθε κι αυτός, εμείς κάτσαμε όμως».
«Λες να μας αρέσει; Λες τελικά πως αυτό είναι το πρόβλημα;»
«400 χρόνια είναι αυτά, όπως μάθει κανείς;»
«Κι ο Κολοκοτρώνης;»
«Μωρέ, Κολοκοτρώνης που μας χρειάζεται…».

Τρίτη, 6 Απριλίου 2010

Ο ημιυπαίθριος κι ο pirandello

Ο Pirandello άπλωσε στο τραπέζι το τοπογραφικό. Είχε σημειώσει με κόκκινο μαρκαδόρο τα επίμαχα σημεία.
«Αυτός εδώ είναι ο ημιυπαίθριος, που σύμφωνα με τα νέα μέτρα θα νομιμοποιηθεί», είπε. Μετά έφερε και ακούμπησε στο τραπέζι τη σακούλα με τα χαρτιά: «κι αυτά εδώ είναι τα χαρτιά που υποτίθεται πως χρειάζονται, δηλαδή κάποια απ’ αυτά».
Τον κοίταζα δίχως να καταλαβαίνω. «Εγώ τι πρέπει να κάνω;», ρώτησα.
«Να πας με τον δικηγόρο στην Εφορία, στην Πολεοδομία, στο ΤΕΒΕ… τέλος πάντων θα σου πει ο δικηγόρος».
«Μα αυτά είναι δικά σου θέματα, πρέπει να ασχοληθείς προσωπικά», είπα ελπίζοντας ν’ απαλλαγώ.
Έβγαλε άλλο ένα χαρτί: «ορίστε, το πληρεξούσιο», είπε. «Όλα αυτά πρέπει να είναι έτοιμα… να μη σου πω χθες», είπε. Μετά πήρε το καπελάκι του κι έφυγε.
Μα τι άνθρωπος είναι αυτός;

Σάββατο, 3 Απριλίου 2010

… “μέρα που ‘ναι”

«… στο Ελ. Βενιζέλος, αφίχθη πριν από λίγο το Άγιο Φως, με ειδική πτήση. Απεδόθησαν τιμές αρχηγού κράτους…», ανακοίνωσε ο εκφωνητής. Ο pirandello με κοίταξε στραβά και κούνησε το κεφάλι του: «δεν πάμε καλά», είπε.
«Έτσι πρέπει», είπα, «έτσι είθισται».
«Σωστά», έκανε.
«Συρρέουν κατά χιλιάδες κάθε φορά οι επισκέπτες στην κεντρική πλατεία…», έλεγε ο δήμαρχος της Κέρκυρας, «για μας οι επισκέπτες είναι δικοί μας άνθρωποι».
Πάλι τον είδα που στράβωσε: «Τι σε πειράζει τώρα;», ρώτησα.
«Τίποτα, τίποτα», έκανε… «αλλά αν δεν το πω θα σκάσω».
«Να πεις τι; Που τα σπάνε; Για τις φιλαρμονικές; Σε πειράζουν τώρα κι οι φιλαρμονικές;»
«Με πειράζει που όλα γίνονται για τα Ευρούλια, που δεν υπάρχει πια τίποτα άλλο».
«Έλα τώρα, ηρέμησε, μέρα πού ‘ναι, θα φάμε και μαγειρίτσα το βράδυ, πότε άλλοτε τρώμε μαγειρίτσα;»
«Κανονικά θα ‘πρεπε να ‘ναι το εθνικό μας φαγητό, με τόσο μαγείρεμα», είπε. «Κι ούτε μ’ αρέσει η μαγειρίτσα».
«Ναι αλλά είπες ότι θα φας, τσάμπα μαγειρεύουμε όλη μέρα;»
«Θα φάω», είπε ο Pirandello. «Για να μην τα τρώνε όλα μόνοι τους».
«Δεν θα ευχηθείς στους φίλους σου χρόνια πολλά;», ρώτησα για ν’ αλλάξω κουβέντα.
«Γράψε εσύ», είπε, «και πες και χρόνια πολλά από ‘μένα, εγώ θα βγω».
«Θα πας πού; Έχουμε τραπέζι το βράδυ».
«Εδώ έξω εννοούσα, απλώς βαριέμαι τις χαιρετούρες».
Προς στιγμή σκέφτηκα να μην γράψω τίποτα. Μετά είπα, μέρα που ‘ναι…
«Καλό Πάσχα σε όλους».

Τετάρτη, 31 Μαρτίου 2010

Τα “μπινελίκια” του pirandello

«Ποιοι ήταν τελικά αυτοί οι έχοντες και κατέχοντες;», είπε βαρώντας το χέρι του στο τραπέζι ο pirandello, «το κέρατό μου μέσα, δε βλέπω να γίνεται λόγος για πολιτικούς, τραπεζίτες, χρηματιστές, όλους εκείνους δηλαδή που οδήγησαν την κατάσταση εκεί που είναι σήμερα. Γιατί η κυβέρνηση δεν πιάνει από ‘κει το κουβάρι; Θες να σου πω; Γιατί δεν έχει σκοπό βέβαια να φορολογήσει κανέναν απ’ αυτούς, ή άλλους, όπως την εκκλησία. Και φυσικά δε θα βγούμε από κανένα αδιέξοδο έτσι, με το να φορολογεί μισθοσυντήρητους και συνταξιούχους. Γιατί δεν εκποιεί μέρος της δημόσιας περιουσίας; Γιατί βάζει στην άκρη το θέμα του κλήρου; Λόγω Πάσχα;»

Παρασκευή, 26 Μαρτίου 2010

Τα “πουλάκια” του pirandello

«Επιτέλους», φώναξε ο Pirandello, «τα βρήκανε τα πουλάκια μου».
«Πουλάκια; Η Μέρκελ κι ο Σαρκοζί; Πουλάκια;»
«Ναι», είπε ο Pirandello. «Κι από σήμερα θα το γιορτάζουμε επίσης σαν εθνική μας επέτειο, πώς σου φαίνεται;»
«Στο Αμήν πάντως», είπα, «στο παραπέντε».
«Κάπως έτσι θα γινότανε», είπε ο Pirandello και χαμήλωσε τον ήχο στην τηλεόραση, «έλα να φάμε τώρα, μ’ όλη αυτή την αγωνία μου άνοιξε η όρεξη».
«Ήταν κόντρα ανάμεσα στις δύο χώρες, έτσι δεν είναι;», ρώτησα.
«Ναι, μωρέ, σιγά μη νοιάζει τους Ευρωπαίους αν έχουμε εμείς να φάμε. Κι εδώ που τα λέμε, ούτε εμένα θα μ’ ένοιαζε».
«Δηλαδή, δεν υπάρχει περίπτωση να το έκαναν απ’ την καλή τους την καρδιά;»
«Όχι παιδί μου», έκανε ο Pirandello, «το χρήμα δεν έχει καρδιά».
«Πάντως η λύση έσχατης ανάγκης που είπε η Μέρκελ, εμάς μας βολεύει, έτσι δεν είναι;»
«Πίσω έχει η αχλάδα την ουρά», ξεροκατάπιε ο Pirandello, «περίμενε ν’ ακούσουμε τον λογαριασμό πρώτα και το διασκεδάζουμε μετά. Αλλά φοβάμαι πως θα ‘ναι πάλι ο κούκος αηδόνι, τι να σου πω;»

Πέμπτη, 18 Μαρτίου 2010

Τα νέα μέτρα κι ο Pirandello

Βλέπαμε την Κατσέλη στον Παπαγιάννη. Η υπουργός προσπαθούσε να τον πείσει πως για την ώρα θίγονται μόνο οι μισθωτοί κι οι συνταξιούχοι γιατί δεν έχει εφαρμοστεί το δεύτερο σκέλος, αυτό που θα κατατεθεί σήμερα και αφορά τους φοροδιαφεύγοντες και τις φοροαπαλλαγές. Ο pirandello ήταν βαπόρι έτοιμο να φύγει, ξεκούμπωσε το παντελόνι κι άρχισε να πηγαινοέρχεται στο σαλόνι, να βγάζει χαρτιά απ’ το γραφείο, να κοιτάζει τις αποδείξεις, να κάνει γκριμάτσες και ν’ αναψοκοκκινίζει. Τον είδα που δυσανασχετούσε κι είπα να διασκεδάσω λίγο με την κατάσταση: «λοιπόν», είπα δήθεν αδιάφορα, «πώς τα βλέπεις τα πράγματα;»
«Είμαι τόσο πολυάσχολος τελευταία, που δεν προλαβαίνω να στενοχωρηθώ με τα γεγονότα».
«Εννοείς τα νέα μέτρα της κυβέρνησης;»
«Ναι, είναι και τα νέα μέτρα. Περισσότερο με κόβουν τα παλιά όμως».
«Ναι, είναι αλήθεια πως ούτε εγώ βλέπω φως από πουθενά. Και απορώ που όλοι πιστεύουν πως ο Παπανδρέου τα πάει εξαιρετικά καλά έξω».
«Μα εγώ δεν μιλάω για τον Παπανδρέου…»
«Και γιατί μιλάς τότε;»
«Πάχυνα. Με κόβουν τα παντελόνια».
Κατάλαβα ότι δεν τον ενδιέφεραν καθόλου τα νέα μέτρα, αλλά ήθελα ντε και καλά να του αποσπάσω μια γνώμη: «Κι όλα αυτά που λένε από τηλεοράσεως;», ρώτησα, «όλα αυτά περί στήριξης και τέτοια;»
«Παραμύθια της Χαλιμάς», είπε. «Δεν απομένει παρά να λύσουμε το ενεργειακό με τίποτα ιπτάμενα χαλιά».
«Εγώ λέω για τον δανεισμό, πού θα πάει αυτή η δουλειά;»
«Τα παραμύθια έχουν συνήθως αίσιο τέλος», είπε. «Αφού ξεπουλήσουμε ό,τι έχουμε και δεν έχουμε, θα μας πουν πως όλα πήγαν σύμφωνα με το σχέδιο… και ζήσαν αυτοί καλά και ‘μεις καλύτερα».

Κυριακή, 7 Μαρτίου 2010

Το "ξεκαθάρισμα" του pirandello

«Λοιπόν από τότε που άλλαξα γραμμή πλεύσης, μου πάνε όλα καλύτερα», είπε ο Pirandello ενώ πλήρωνε τον υδραυλικό.
«Ό,τι πεις εσύ μάστορα», έκανε εκείνος, τσέπωσε το εβδομηντάρη και μας χαιρέτησε. Εμείς ανασκουμπωθήκαμε και πιάσαμε να μαζεύουμε, εγώ σκούπιζα κι ο Pirandello τακτοποιούσε ό,τι σώθηκε ύστερα απ’ την πλημμύρα.
«Σκατοσωλήνες», είπα κάποια στιγμή, έξαλλος απ’ τα νεύρα μου, «ήταν ανάγκη να το πάθουμε τώρα κι αυτό;»
«Γιατί, τι άλλο πάθαμε;», ρώτησε εκείνος ατάραχος.
«Καταστράφηκαν όλα τα πράγματα», είπα, «τι άλλο έπρεπε να πάθουμε;»
«Αυτό δεν ήταν τίποτα», είπε. «Πες πως ήταν η ώρα ν’ αλλάξουμε μερικά πράγματα».
«Τώρα; Μ’ αυτή την κρίση; Πας καλά;»
«Εννοώ άλλα πράγματα, να κάνουμε ας πούμε μια νέα αρχή, ένα καλό ξεκαθάρισμα».
Ήμουν τα χάλια μου. Στεκόμασταν όρθιοι και γύρω – γύρω ήταν παντού κατεστραμμένα αντικείμενα, πίνακες, σχέδια, όλη η συλλογή μου ήταν για τα σκουπίδια.
«Και τι θα γίνει μ’ αυτά;», ρώτησα ανήμπορος να σκεφτώ.
«Θα περισώσουμε ό,τι μπορεί να σωθεί, τα άλλα πες πως τα πούλησες».
«Μα δεν είναι το ίδιο».
Πήγε και μου ‘φερε ένα φλιτζάνι καφέ. Ύστερα άναψε ένα τσιγάρο και μου το έδωσε.
«Θα κάνεις άλλα», είπε. «Και μια χαρά είμαστε. Τόσο καιρό δεν είχαμε τι άλλο να κάνουμε».

Παρασκευή, 29 Ιανουαρίου 2010

Ο Μπαμπινιώτης κι ο pirandello

«κορβανάς», διάβασε ο pirandello, «αρχική σημ. «ο θησαυρός του ναού στην Ιερουσαλήμ, παλιά ιστορία δηλαδή». Αναστέναξε και συνέχισε: «πβ. Ματθ. 27, 6: Οι δε αρχιερείς λαβόντες τα αργύρια ειπον ουκ εξεστιν βαλεϊν αυτά εις τον κορβανάν, έπεί τιμή αίματος εστί») < κορβάν < εβρ. qorbin «προσφορά, δώρο… πράγμα που σημαίνει πως θα φτύσουμε αίμα γι’ αυτό το κωλοταμείο».
Συνέχισε να ξεφυλλίζει μετά μανίας τον Μπαμπινιώτη: «Σπέκουλα, σπρεντ… όλο καινούργιες λέξεις. Ξέρει δηλαδή ο κόσμος τι μας λένε;»
«Δεν ξέρω», είπα.
«Δε μιλάμε πια σαν άνθρωποι, αυτό ξέρω εγώ, γίναμε ταμιακές μηχανές».
«Τώρα που είπες ταμιακές, παίρνουν κάθε μέρα τηλέφωνο από τις Τράπεζες, τι να τους πω;»
«Να τους πεις να μη παίρνουν από απόκρυψη, αυτό να τους πεις».
«Μάλιστα», είπα.
«Και να πάρεις σπρέι. Θα γράψουμε απ’ έξω πως είμαστε υπερκαταναλωτικά γουρούνια».
«Να μη γράψω: Υπερκαταναλωτικά γουρούνια – Τραπεζίτες – Δολοφόνοι;»
Δεν πήρα απάντηση κι έκανα να φύγω.
«Να γράψεις κι αυτό που έλεγε κάθε πρωί ο πατέρας μου», είπε χωρίς να σηκώσει τα μάτια του απ’ τον Μπαμπινιώτη.
«Τι δηλαδή;»
«Αλήτες», είπε, «λεχρίτες, κερχανατζήδες, ρουφιαμπάσιδες».

Τρίτη, 26 Ιανουαρίου 2010

Το “κοπή τη πίτα” κι ο pirandello

«Ωραία, αστειευτήκαμε αρκετά», είπε ο pirandello. «Στην κοπή της πίτας των γυναικών της Ν.Δ, το φλουρί έπεσε τυχαία στην κυρία Σαμαρά. Οι αγρότες “εκθέτουν” προφανώς τα τρακτέρ τους για δωδέκατη μέρα σήμερα και το ραδιόφωνο λέει πως αυτό κοστίζει 200000000 στην Εθνική οικονομία. Το να μην κάνει τίποτα η κυβέρνηση είναι πάγια τακτική βέβαια των Ελληνικών κυβερνήσεων, ν’ αναγκαστεί ο κόσμος να διαμαρτυρηθεί και να βάλει τους “διαμαρτυρόμενους” στη μαύρη λίστα. Ωραίο κόλπο αλλά τα ξέρουμε αυτά. Αλλά κάποιος θα βρεθεί να τις κόψει όλες αυτές τις πίτες, δε μπορεί, εκεί το πάνε μήπως;»

http://www.youtube.com/watch?v=7RGW6oSd_po

Πέμπτη, 21 Ιανουαρίου 2010

Η “Επόμενη μέρα” κι ο Pirandello

«Έφερα να μελετήσουμε το ημερολόγιο των Μαγια», είπε ο pirandello. «Είμαστε ένα κλικ πριν την καταστροφή».
Εγώ κοίταζα με προσοχή τους χάρτες, τις δεκάδες πληροφορίες που ‘χε μαζέψει για το θέμα: «έχουν ενδιαφέρον όλα αυτά», είπα, «αλλά δε μπορεί να τα πιστεύεις;»
«Νομίζω πως έχουν βάλει σκοπό να το διαλύσουμε το μαγαζί», έκανε. «Και μπορεί να ήταν άλλος ο λόγος που εξαφανίστηκαν οι Μάγια, αλλά είχαν προβλέψει πως ο κόσμος θα χαθεί το2012 και δυστυχώς κατά ‘κει πάμε. Εννοώ την κρίση και τα ρέστα».
«Εγώ πάλι πιστεύω πως γίνεται ένα ξεκαθάρισμα, πώς δεν έχουμε να φοβηθούμε τίποτα και πως όλα θα πάνε μια χαρά αν αποδεχθούμε τη μοίρα μας και δεν κάνουμε υστερίες».
«Βρες μου πληροφορίες, πάρε προσφορές και ενημέρωσέ με», μου είπε. «Πρέπει ν’ αγοράσουμε ένα τρακτέρ».
«Τι θα το κάνουμε το τρακτέρ;», ρώτησα.
«Θα το παρκάρουμε. Σήμερα δεν μπορείς να διεκδικήσεις τίποτα αν δεν έχεις στη διάθεσή σου ένα τρακτέρ, είναι το όπλο του πολίτη».
«Μα αυτοί είναι αγρότες».
«Δεν ξέρω τι είναι, κάνουν ό,τι θέλουν όμως. Ας είμαστε μια φορά έστω με το μέρος των ισχυρών».
«Ωραία. Και πόσα λεφτά διαθέτουμε για το τρακτέρ;»
«Όσα χρειάζονται. Εν ανάγκη θα πουλήσουμε το αυτοκίνητο, τι το κάνουμε που έχουμε αυτοκίνητο;»
«Ωραία», είπα. «Τίποτα άλλο;»
«Τίποτα. Να είναι πράσινο και μεγάλο, να κάνει εντύπωση, δεν είσαι τίποτα σήμερα αν δεν κάνεις με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο εντύπωση».
«Και θα κατεβούμε στα μπλόκα;»
«Δε χρειάζεται, θα έρθουν κάποια στιγμή και εδώ. Θα το παρκάρουμε απ’ έξω και θα περιμένουμε να ‘ρθει η μέρα να ενταχθούμε στην αντίσταση».
«Διακρίνω κάποια ειρωνεία σε όλα αυτά;», ρώτησα.
«Μα τι άλλο να κάνεις φίλε μου», είπε, «όταν τους αγώνες των αγροτών ακούς πως τους σιγοντάρει ο Μαρκογιαννάκης;»

Τρίτη, 19 Ιανουαρίου 2010

Οι συμβουλές του Pirandello

Διαφωνούμε τελευταία πολύ με τον pirandello. Το πιο πρόσφατο ήταν το ότι ενώ εγώ επιμένω πως είμαι κάτι περισσότερο από αγενής ώρες – ώρες, αυτός με βρίσκει τουναντίον, μάλλον εξαιρετικά ευπροσήγορο.
«Δε φτάνει να βγάζεις αυτές τις αγριοφωνάρες που βγάζεις όταν σε πιάνει η υστερία σου», δήλωσε. «Δε χρειάζεται. Το μόνο που χρειάζεται είναι να λες αυτό ακριβώς που έχεις στο μυαλό σου, δίχως να υπολογίσεις το κόστος. Τον πιάνεις τον άλλο απ’ το μανίκι, τον ταρακουνάς και του λες: άκου εδώ σιχαμένε, αν με ξαναενοχλήσεις θα σου κόψω τ’ αρχίδια και θα σε βάλω να τα φας».
«Κι είσαι σίγουρος πώς θα καταλάβει αυτός ο άλλος;»
«Ε, του τα κόβεις τότε και βλέπουμε», είπε.
Μου φάνηκε τελικά καλή συμβουλή. Σήμερα μάλιστα, παρακολουθώντας σ’ αυτό εδώ το ρημάδι κάποιες πιέσεις ας πούμε που δέχθηκε κάποια φίλη από έναν άγνωστο – έχει ονοματεπώνυμο υποτίθεται – σκέφτηκα να της πω όσα είπαμε . Κι αυτή ας το χειριστεί όπως θέλει.

Πέμπτη, 14 Ιανουαρίου 2010

Οι “κλειστές” του Pirandello

«Pirandello», του είπα μια μέρα, «γιατί κάθεσαι όλη μέρα μέσα, γιατί δεν πας κάπου;»
«Να πάω πού;» εξεπλάγη.
«Δεν ξέρω, έξω, να βγεις μ’ έναν φίλο».
«Βγαίνουμε μαζί, αρκεί», έκανε.
«Δε σ’ ενδιαφέρει να γνωρίζεις ανθρώπους, να δεις και κάποιον άλλον βρε αδελφέ;»
«Καθόλυ όμως», είπε ξερά και παράτησα εκείνη τη μέρα την κουβέντα.
«Pirandello», του είπα πάλι ύστερα από καιρό, «θες να πάμε ένα σινεμά, ένα θέατρο;»
«Έχω δει αρκετά, δε λένε κάτι καινούργιο», απάντησε.
«Θες να πάμε έξω μήπως για φαγητό;»
«Γιατί; Δεν εχουμε ένα πολύ ωραίο φαγητό σήμερα;», είπε.
«Κοίτα«, του είπα, «δε γίνεται να περάσουμε όλη την υπόλοιπη ζωή μας κλεισμένοι εδώ μέσα, θα τρελαθούμε».
«Αποφάσισα να βγαίνω μόνο όταν πρόκειται για κάτι σημαντικό», είπε, «έγινε μήπως κάτι σημαντικό και δεν το πρόσεξα;»
«Όχι, δεν έγινε τίποτα. Αλλά η ζωή δεν είναι μόνο τα σημαντικά πράγματα, είναι κι η καθημερινότητα, το σούπερ μάρκετ, το να πας να πάρεις ντομάτες, το να πιείς ένα καφέ, να φας σ’ ένα καλό μαγαζί, να πας μια εκδρομή, δεν είναι να κάθεσαι εδώ μέσα και να παριστάνεις τον περίεργο».
«Δε σε καταλαβαίνω», μου είπε και μου έδειξε τα σκυλιά που έπαιζαν στον κήπο, «αυτά δεν πάνε πουθενά, σου φαίνονται δυστυχισμένα;»
«Μα είναι άλλο ο άνθρωπος, ο άνθρωπος έχει ενδιαφέροντα».
«Και ποιος σου ‘πε ότι εγώ δεν έχω ενδιαφέροντα; Επειδή δεν έχουμε τα ίδια ενδιαφέροντα δε σημαίνει πως δεν έχω, απλώς επιθυμώ διαφορετικά πράγματα».
«Και τι είναι αυτό που επιθυμείς τέλος πάντων;», ρώτησα.
Έμεινε για λίγο σκεφτικός. «Θα μπορούσα να σου δώσω μια οποιαδήποτε απάντηση», είπε, «θα το συνοψίσω όμως. Το όλο ζήτημα είναι θέμα αισθητικής, δε μ’ αρέσει όλο αυτό το σκηνικό που μου προτείνεις, δε μου λέει τίποτα, δε μ’ αρέσει να διαθέτω το μόνο που έχω, εμένα, σε πράγματα που δε μου λένε τίποτα. Τώρα αν αυτό το βρίσκεις περίεργο… μπορεί και να ‘ναι, τι να σου πω;»
Ούτε εγώ είχα τι να του πω βέβαια κι η συζήτηση σταμάτησε εκεί.

Δευτέρα, 11 Ιανουαρίου 2010

Ο επαγγελματικός προσανατολισμός κι ο Pirandello

«Λοιπόν καιρός είναι να κάνουμε και καμιά άλλη δουλειά», είπε ο Pirandello και μου ‘κανε νόημα να περιμένω. Γύρισε ύστερα από λίγο κρατώντας μια κρυστάλλινη σφαίρα, από ‘κείνες που λένε το μέλλον οι χαρτορίχτρες.
«Τι είναι αυτό;», ρώτησα γιατί βαριέμαι κάθε τόσο αυτές τις παραστάσεις.
«Θα σου πω το μέλλον σου», μου είπε.
«Δε θέλω ν’ ακούσω τίποτα για το μέλλον», είπα και το είπα με τέτοιο τρόπο που τον έκανα να παγώσει στην καρέκλα του.
«Καλώς», έκανε. «Θα σου πω τι σκέφτεσαι τότε», είπε.
Συνοφρυώθηκε και κοίταξε για λίγο με θεατρικό τρόπο τη σφαίρα… μετά είπε: «Βρήκα άκρη και μίλησα μ’ ένα χοντρέμπορο σήμερα, δηλαδή κάποιος άλλος το ‘κανε για ‘μένα. Του είπε πως το βιβλίο δεν θα έχει καμιά ελπίδα να ζητηθεί απ’ τους εμπόρους που το διανέμουν, αν και εφόσον δεν υπάρξουν κριτικές, δημοσιεύσεις που το προτείνουν… κι αφού είναι το πρώτο βιβλίο βέβαια, είπε.
Απ’ την άλλη έχω μερικές δεκάδες έργα απούλητα στο σπίτι μου για τα οποία πάλι πρέπει να μεσολαβήσει ένας χοντρέμπορος.
Συμπέρασμα: Στην Ελλάδα, την τέχνη τη διαμορφώνουν οι χοντρέμποροι. Κι από την έκφραση καταλαβαίνετε και για τι επίπεδο πρόκειται».
Άφησε τη σφαίρα στο τραπέζι: «Λοιπόν; Να το κάνω επάγγελμα;», ρώτησε.

Σάββατο, 9 Ιανουαρίου 2010

Ο Pirandello και η θάλασσα

Είχε φουσκοθαλασσιά σήμερα. Και σήμερα του ‘ρθε του Pirandello να κατέβει στην παραλία, να μιλήσει είπε με τα κύματα, τα ψάρια και τα πτηνά του ουρανού κι ανέβηκε καλού – κακού σ’ ένα μέρος που βλέπει κανείς τη θάλασσα από πάνω, σαν από μπαλκόνι. Δεν είχα τι να κάνω κι εγώ και τον πήρα από πίσω να δω τι θα ‘λεγε.
Στάθηκε λοιπόν για ώρα όρθιος κοιτάζοντας πότε πέρα τον ορίζοντα και πότε μπρος του, εκεί που σκάζανε τα κύματα, αλλά από μιλιά τίποτα. . Είχε υγρασία κι ο αέρας λες και θα σε σήκωνε, τον έβλεπα που δεν έκανε και τίποτα και του είπα πως φτάνει, να γυρίζαμε στο σπίτι, αλλά δεν κούναγε.
Όταν είδα πως είχε χάσει το χρώμα του ανησύχησα, «είσαι άρρωστος;», ρώτησα.
«Με πείραξε η θάλασσα», είπε και πιάστηκε από το κάγκελο. Κάναμε μαζί μεταβολή και πήραμε τον δρόμο για το σπίτι.
Δεν είχαμε κάνει δεκαπέντε μέτρα κι είχε ξαναβρεί το χρώμα του, «ξέρεις τι;», με ρώτησε.
«Τι;»
«Αν ήμουν ο Κολόμβος, δεν θα είχε ανακαλυφθεί ποτέ η Αμερική», είπε.

Κυριακή, 3 Ιανουαρίου 2010

Το κοινό αίσθημα κι ο Pirandello

Στη συζήτηση χθες ο pirandello εξομολογήθηκε πως πολύ τον πειράζει που μεγαλώνει και είπε πως καθόλου δεν του αρέσει να μιλάει για ηλικίες. «Αυτό είναι το κακό μαντάτο», είπε, «με το που αλλάζει ο χρόνος».
Όλοι οι άλλοι άλλαξαν αμέσως κουβέντα.
Τώρα το πρωί που τον είδα πάλι μου είπε πως έκανε άσχημο ύπνο, πως είχε ενοχλήσεις με το στομάχι του και πως δεν είχε τέτοια θέματα παλιά.
«Μήπως παράφαγες;», ρώτησα.
«Ναι, παράφαγα», μου το γύρισε, «επί τόσα συναπτά έτη».
«Δεν είναι λες ότι σε πειράζει το χοιρινό; Λες πως είναι τα χρόνια;»
«Δεν ξέρω πού να το αποδώσω, νοιώθω πολύ χάλια με το στομάχι μου από χθες όμως», είπε. «Ίσως φταίει κι η αλλεργία που έχω με τις γιορτές. Πέφτουν πολλές βλέπεις… κι εμείς γιορτάζουμε για ψύλλου πήδημα».
«Για στάσου», έκανα, «δεν είναι ψύλλου πήδημα η Πρωτοχρονιά».
«Ναι, αν δεν ήταν πριν τα Χριστούγεννα, μετά των Φώτων, μετά του Άη Γιαννιού και μετά του ποιος ξέρει ποιανού… κάθε μέρα γιορτή έχουμε».
«Ξέρεις κάτι;», του είπα, «έχεις ιδιοτροπέψει πολύ, σε λίγο δεν θα πατάει άνθρωπος εδώ μέσα».
»Μπα», έκανε. «Νομίζω πως εκφράζω το κοινό αίσθημα».

Παρασκευή, 1 Ιανουαρίου 2010

“Καλή χρονιά Pirandello”

Αφού είχαμε παρακολουθήσει ούτε κι εγώ ξέρω πόσες Πρωτοχρονιές όλη τη μέρα στην τηλεόραση, στις 12 παρά 1 περίπου, ο pirandello έσβησε όλα τα φώτα και βγήκε στον κήπο, να υποδεχθεί όπως είπε, τη νέα χρονιά. Σε κάτι τέτοια ζητήματα δε σηκώνει κουβέντα, είναι πολύ του εθιμοτυπικού, οπότε δεν του έφερα καμία αντίρρηση και τον ακολούθησα. Στις 12 ακριβώς η θέα απ’ το μπαλκόνι ήταν εξαιρετική καθώς δεκάδες βεγγαλικά έκαναν τη νύχτα – μέρα, ανοίγοντας τις βεντάλιες τους στον ουρανό. Ο Pirandello δίπλα μου χειροκροτούσε όλος χαρά. Εγώ απορούσα με το τόσο κέφι και περίμενα να τελειώσει πώς και πώς αυτό το πανηγύρι, να πάμε να φάμε επιτέλους σαν άνθρωποι και τέλος πάντων, όλα αυτά κάποια στιγμή τέλειωσαν.
«Ωραία δεν ήταν;», ρώτησε πηγαίνοντας προς την πόρτα.
«Καλά ήταν», είπα κι εγώ και στάθηκα δίπλα του.
«Θύμισε μου που θα τρώμε να σου πω για την Πρωτοχρονιά του 57», είπε χτυπώντας με στην πλάτη, «ήμασταν όλοι που λες μαζεμένοι… άντε λοιπόν, γιατί δεν ανοίγεις;», ρώτησε τρίβοντας τα χέρια του, γιατί την ψυχρούλα του την είχε.
«Δεν έχω κλειδιά», είπα, «νόμιζα πως πήρες εσύ».
Με κοίταξε με μάτια που λες και θα ‘βγαιναν από τις κόγχες τους, «δηλαδή… δηλαδή θες να πεις… πως μείναμε απ’ έξω;», ψέλλισε.
Δεν μπορούσα να πιστέψω πως είχαμε ένα ωραιότατο τραπέζι στρωμένο και θα καθόμασταν έξω να το κοιτάμε. «Ηρέμησε», είπα προσπαθώντας να κρύψω την απελπισία μου, «θα βρούμε μια λύση».
«Να υποθέσω πως ούτε κλειδιά αυτοκινήτου έχουμε, ούτε τηλέφωνο βέβαια», είπε ελπίζοντας ποιος ξέρει σε τι.
«Να βρούμε έναν κλειδαρά», είπα για να προλάβω την έκρηξη.
Τα σκυλιά ήρθαν και τρίφτηκαν στα πόδια μας.
«Από πού ήρθαν αυτά; Δεν ήταν μέσα;»
«Μέσα ήταν», πρόλαβα να πω ενώ εκείνος είχε κάνει μεταβολή κι είχε αρχίσει ήδη να τρέχει.
«Η πόρτα της κουζίνας», φώναξε, «αν υπάρχει Θεός μας λυπήθηκε».
Ύστερα από λίγο τσουγκρίζαμε τα ποτήρια μας. Δυο – τρία κούτσουρα καίγονταν στο τζάκι, κεράκια τρεμόπαιζαν στο γιορτινό τραπέζι κι η τηλεόραση έδειχνε σ’ επανάληψη show από άλλες Πρωτοχρονιές.
«Καλή χρονιά Pirandello», είπα.
«Καλή χρονιά», είπε. Αλλά είχε μια έκφραση σαν να μην το πολυπίστευε.
«Καλή θα είναι», επέμεινα.

Κυριακή, 27 Δεκεμβρίου 2009

Ο “άγνωστος” blogger κι ο pirandello

«Μετά από τόσο καιρό εδώ λοιπόν…», έλεγε ο pirandello κοιτάζοντας την οθόνη, «νομίζω πως χάσαμε τον καιρό μας, κι εσείς και εγώ».
«Μιλάς στο Skype;», ρώτησα χαμηλόφωνα.
«Όχι», είπε. «Δεν έχω καν συνδεθεί».
«Και με ποιόν μιλάς τότε;», ρώτησα.
«Με κανέναν. Μιλάω γενικώς, στον “άγνωστο” blogger… σε ‘μένα, δεν ξέρω».
«Στον “άγνωστο” blogger;»
«Ναι, σ’ αυτόν που κρύβεται εκεί έξω, που με βομβαρδίζει με τα σχόλιά του, που του εκμυστηρεύομαι την καθημερινότητά μου, τις σκέψεις μου, ξέρεις».
«Και τι έχεις να πεις μ’ έναν άγνωστο;»
«Αυτό είναι το θέμα», έκανε. «Μ’ έναν άγνωστο δεν λες τίποτα… έλα όμως που αυτός λέγεται blogger, είναι ας πούμε συνάδελφος, είναι αυτός που αναπληρώνει το κενό, πώς να στο πω, ο απαραίτητος θεατής, χωρίς αυτόν δεν έχει νόημα τίποτα».
«Τα παραλές τώρα, δεν είναι παρά ένας άγνωστος του διαδικτύου. Στον δρόμο ούτε που θα γύριζες».
«Είδες; Στον δρόμο ούτε που θα γύριζα κι εδώ είμαστε όλοι με το ‘σεις και με το ‘σας».
Σηκώθηκε απ’ το τραπέζι του και πήγε στο παράθυρο. Συνηθισμένος σ’ αυτά τα καμώματα περίμενα την επόμενη ερώτηση… και δεν άργησε.
«Τι πιστεύεις;, με ρώτησε. «Πιστεύεις πως είμαστε υποκριτές; Ή κάτι ακόμα χειρότερο, αναξιόπιστοι μήπως; Ή απλώς πουκάμισα αδειανά;»
«Πρέπει να επιλέξω ανάμεσα σ’ αυτά;»
«Δε χρειάζεται», είπε. «Νομίζω πως όλοι έχουμε την απάντηση».

Παρασκευή, 18 Δεκεμβρίου 2009

Τα “μεθεόρτια” κι ο pirandello

Είχαμε απομείνει εμείς κι εμείς. Η μουσική έπαιζε χαμηλά κι ενώ είχαμε τελειώσει με τα τυπικά, ο pirandello δεν έδειχνε διατεθειμένος να φύγει, πριν βάλει τα πράγματα στη θέση τους.
«Ώστε η κυρία Βούλτεψη θεώρησε πως πρόκειται για προπαγάνδα;», ρώτησε πίνοντας ήρεμα το κρασί του.
«Ναι, το δήλωσε νομίζω απερίφραστα. Είπε μάλιστα πως ο εκδότης την παγίδεψε... κι ότι μετά παγιδεύτηκε από το ίδιο το μυθιστόρημα. Δεν ήταν σίγουρη ωστόσο ότι επρόκειτο για μυθιστόρημα, ότι η μία σελίδα αναιρούσε την άλλη, κάτι τέτοιο είπε».
Μου 'ριξε μια συνωμοτική ματιά, ανασήκωσε τον ώμο του, όπως θα έκανε κι ο επίτιμος και χαμογέλασε. «Ναι», είπε, «γιατί να το κρύψουμε άλλωστε;»
«Εκ των υστέρων που το σκέφτομαι, μπορεί η κυρία Βούλτεψη να ήθελε απλώς να αστειευτεί», είπα πιστεύοντας πως εκτόνωνα έτσι την κατάσταση. «Είναι λογικό να έχει μια τέτοια θέση, νομίζω πως ενεπλάκη και συναισθηματικά, είδες ότι αναφέρθηκε στην περίπτωση Μπακογιάννη. Δε μπορείς ν' αντιτάξεις κάτι πάνω σ' αυτό».
«Ναι, σωστά», είπε. «Αριστοτεχνικά θα έλεγα. Όπως και στο μαθητικό κίνημα εκείνη την περίοδο, και για την προσωπική της εμπειρία στη Νομική, ήταν γενικά ένθερμη, έγραψες κι εσύ αυτά που έγραψες για τους δημοσιογράφους, δηλαδή και πάλι καλά να λες, τι ήθελες να πει;»
«Ναι, φυσικά», είπα. «Ωστόσο αν ήθελε να το δει θεωρητικά το θέμα θα έπρεπε να σταθεί στο περιεχόμενο των προκηρύξεων...»
«Μα…», με κοίταξε στα μάτια, «πιστεύεις πραγματικά πως θα έκανε κάτι τέτοιο;»
«Όχι αλλά θα προτιμούσα ας πούμε μια κατά μέτωπο επίθεση, αν είχε να αντιτάξει κάτι».
«Μα, οι αντικαθεστωτικοί είναι για να λένε αγαπητέ μου», είπε. «Οι αντικαθεστωτικοί για να λένε κι οι άλλοι για να τους αγνοούν, είναι διακριτοί οι ρόλοι».
Η βροχή είχε σταματήσει όταν φύγαμε και ξεχάσαμε την ομπρέλα μας στο μαγαζί.

Τρίτη, 15 Δεκεμβρίου 2009

“Πολύ κακό για το τίποτα” και τον pirandello

«Ο Κλαύδιος, η Ηρώ», είπα, «ο Βενέδικτος και η Βεατρίκη, ήταν όλοι εκεί. Αλλά... δε συναντήθηκαν».
«Ήταν από άλλο έργο», είπε ο Pirandello, «γι’ αυτό».
«Δεν σε είδα τελικά», εξέφρασα την πικρία μου.
«Συμμετείχα σ’ αυτό το παιχνίδι με τις μάσκες», είπε, «ήταν διασκεδαστικό… ξέρεις, κρύβεσαι και σε ψάχνουν να σε βρουν, αλλά δεν είναι αυτό μόνο, είναι βασικά ένα παιχνίδι δίχως κανόνες».
«Ποτέ δεν κατάλαβα τέτοιου είδους παιχνίδια», είπα.
«Δε διαθέτεις φαντασία», μου είπε, «γι’ αυτό».
«Κάποια παρατήρηση;», ρώτησα.
«Τι παρατήρηση;», με χτύπησε συντροφικά στην πλάτη, «έκανες την επανάστασή σου. Είδες ποτέ να αλλάζει τίποτα μετά από μια επανάσταση;»
Δεν είχα δει βέβαια…

Πέμπτη, 3 Δεκεμβρίου 2009

Η "ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ" κι ο pirandello


«Μα Δευτέρα; Δε γινότανε μια άλλη μέρα, Δευτέρα βρήκες;»
«Δεν κανόνισα εγώ την ημερομηνία», είπα.
«Δεν ξέρω αν θα μπορέσω να έρθω, αφού ξέρεις τι πρόβλημα έχω με τις Δευτέρες. Δε γίνεται να πεις κάτι; Παρασκευή, γιατί δεν το κάνεις Παρασκευή; Είναι κι άλλοι που δεν μπορούν τη Δευτέρα».
«Νομίζω πως όλο αυτό είναι μια πρόφαση, θες απλώς να το αποφύγεις. Τι σχέση έχει αν είναι Δευτέρα ή Παρασκευή; Αφού δεν θα 'ρχόσουν».
«Ε, πώς; Άλλο Δευτέρα κι άλλο Παρασκευή».
«Δηλαδή αν το 'κανα Παρασκευή θες να πεις πως θα 'ρχόσουν;»
«Δεν... δεν ξέρω... θα υπήρχε κάποια περίπτωση».
«Θα είναι σαν να είσαι εκεί», είπα κι έβαλα την πρόσκληση στην τσέπη μου.
«Γιατί μου πήρες την πρόσκληση; Δεν δικαιούμαι μια πρόσκληση;»
«Μα αφού δεν θα έρθεις, τι να την κάνεις την πρόσκληση;»
Μου την πήρε από τα χέρια: «Πώς», είπε. «Θα τη βάλω στο blog, να την πάρει κάποιος που θα θέλει να έρθει, να μην πάει χαμένη».
«Όσο για το αν έρθω... έχουμε μέρες, άσε με λίγο να το σκεφτώ», είπε.

Κυριακή, 15 Νοεμβρίου 2009

Οι Μακρυκωσταίοι, οι Κοντογιώργηδες κι ο pirandello

«Λοιπόν, δεν περίμενα ποτέ πως ο Σαμαράς θα 'μπαινε μπρος», είπε ο pirandello. «Θεωρούσα πως ήμασταν καταδικασμένοι, πρώτα με τους Καραμανλήδες, μετά με τους Μητσοτακέους... Κοντογιώργηδες και Μακρυκωσταίοι. Φαίνεται ότι ο παλιός, καλός Ελληνικός κινηματογράφος μας τέλειωσε, οριστικά». «Ναι», είπα εγώ, «έχουμε τον Παπανδρέου απ' την άλλη όμως...»«Ναι», με διέκοψε ο pirandello, «ότι τον έχουμε, τον έχουμε. Αλλά η Φίνος φιλμ πάει, αυτό εννοώ».«Τελειώνουν τα τζάκια, αυτό βλέπω εγώ», είπα.«Θα ζοριστούμε κάποια χρόνια με την "τηλεόραση"», είπε ο pirandello, «αλλά μετά θα προκύψει καλύτερος "κινηματογράφος", έτσι νομίζω. Να μη βλέπουμε συνέχεια τους ίδιους τουλάχιστον, νοιώθω τρομερά ηλίθιος έτσι».

Παρασκευή, 6 Νοεμβρίου 2009

Η βασκανία κι ο pirandello

«Ένα ευχέλαιο ρε παιδιά» δήλωσε ο Pirandello, «μας έχουν ματιάσει, δε γίνεται. Δε βλέπω άλλη λύση. Πάμε απ' το κακό στο χειρότερο. Κι ενώ η χώρα χρεοκοπεί, κι ενώ ποιός ξέρει τι άλλα μέτρα ετοιμάζει κι αυτή η κυβέρνηση, η Νέα Δημοκρατία συνεχίζει τα κλασικά της, σαν να μην τρέχει τίποτα, σαν να 'χουμε βάλει τη χώρα στον αυτόματο και πάει, σαν να 'ναι η Ντόρα πρωθυπουργός, τι δηλώσεις είναι αυτές; Μόλις δε χάσανε τις εκλογέςς;
Παιδιά, τι παίρνουμε;»

Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου 2009

Οι αντικατοπτρισμοί κι ο Pirandello

«Να σε συστήσω στον ομοτράπεζό μας» είπε ο pirandello και μου αποκάλυψε έναν καθρέφτη με μια φίνα κορνίζα, ελαφρώς μπανάλ.
«Ντρέπεσαι να πεις τελείως μπανάλ;» είπε και μου έδειξε την άλλη καρέκλα. Θα μου έκανε το τραπέζι αλλά δεν ήθελε λέει να φάμε τελείως οι δύο μας... ούτε ήθελε να βγει έξω, τον κουράζει το έξω.
«Θα σερβίρεις εσύ βέβαια» μου είπε.
Το φαγητό ήταν έτοιμο, εγώ έπρεπε μόνο να το ζεστάνω, να φουντώσω δηλαδή τον φούρνο για δέκα λεπτά στους 250c βαθμούς, «αυτό κάνει το φαγητό να δείχνει σαν μόλις να βγήκε» είπε.
Έκανα όπως μου είπε, ανοίξαμε και κρασί και φάγαμε, εμείς και τα είδωλά μας πιο 'κει.
«Πολύ ωραία βραδιά» είπα στο τέλος, έτσι για να πω κάτι. Φαντάστηκα πως θα μου έλεγε κάτι για το γεγονός των ημερών, να μου πει τι είχε κατά νου, να μου δώσει μια συμβουλή, να μου δικαιολογήσει γιατί δώσαμε αυτή την παράσταση με τους καθρέφτες έστω, δεν γινόταν αυτό να έγινε χωρίς λόγο, ήμουν περίεργος τέλος πάντων.
Εκείνος κοίταξε μια εμένα και μια τον καθρέφτη. Μετά άναψε τσιγάρο. Εγώ περίμενα.
«Τι υποχρεώνει έναν άνθρωπο να 'ρχεται κάθε τόσο αντιμέτωπος με τον εαυτό του, ξέρεις;» ρώτησε ο pirandello.
Κοίταζα σαν χαμένος, «πώς σου 'ρθε τώρα αυτό;», ρώτησα με τη σειρά μου.
«Τι πάει να πει πώς μου ήρθε;» είπε. «Όπως σου 'ρχονται όλα εκείνα που σκέφτεσαι. Γιατί υπάρχει πάντα κάτι που σε τρώει από κάτω... τι διάολο είναι αυτό το κάτι;»
«Κάποια υπόφυση φαντάζομαι» είπα.
«Οπωσδήποτε μια υπόφυση» έκανε εκείνος, «αλλά γιατί να υπάρχει κάτι τέτοιο; Σε τι εξυπηρετεί το ν’ αυτό-αξιολογείσαι κάθε φορά ή ν’ αυτό-λογοκρίνεσαι, γιατί να βάζεις τον εαυτό σου σε μια τέτοια διαδικασία, ποιος ο λόγος;»
«Για να γίνεις καλύτερος υποθέτω».
«Καλύτερος; Κι αν είσαι εγκληματίας; Θα γινόσουν καλύτερος άνθρωπος ή καλύτερος εγκληματίας; Αυτό σκέφτομαι και δεν βγάζω άκρη».

Κυριακή, 25 Οκτωβρίου 2009

Η “αφιέρωση” του Pirandello

«Και δηλαδή... πώς αισθάνεσαι;», με ρώτησε ο pirandello.
«Πώς να αισθάνομαι; Περίεργα».
«Θα έχεις διάφορες αγωνίες τώρα φαντάζομαι», είπε.
«Αγωνίες δεν ξέρω», είπα, «έχω πολλά πράγματα να κάνω, αυτό ναι».
«Θα σε βοηθούσα αλλά δεν θέλω να εκτεθώ, καταλαβαίνεις. Θέλω να διατηρήσω την ανωνυμία μου».
«Ανωνυμία;», ρώτησα, «ως pirandello;»
«Τέλος πάντων, καταλαβαίνεις υποθέτω. Δεν θέλω ν' ανακατευτώ... πώς να στο πω;»
«Μα δεν σου ζήτησε κανείς να κάνεις τίποτα».
«Ναι, αλλά επειδή δεν ξέρω πώς σκέφτεσαι, πώς θα σκεφτόταν δηλαδή ο καθένας... είμαι σε δύσκολη θέση, γι' αυτό δεν μιλάω... θα φανεί σαν να προσπαθώ να σου κάνω διαφήμιση και δεν θέλω».
«Δεν υπάρχει θέμα», είπα. «Το κάνουν άλλοι ήδη αυτό, ο καθένας με τον τρόπο του».
«Ναι, ήταν εξαιρετικό αυτό που κάνανε, το είδα».
Ναι, να 'ναι καλά τα παιδιά», είπα.
«Θα μου γράψεις μια αφιέρωση στο βιβλίο;», ρώτησε.
«Θα σου γράψω», είπα, «θα σου κάνω ειδική αφιέρωση».
«Φαντάζομαι πως θα είναι δύσκολο ν' αφιερώνεις κάτι. Και μάλιστα σε ανθρώπους που δεν έχεις δει καν».
«Ναι, είναι κάπως. Το θέλουν όμως, τι να τους πω;»
«Τίποτα, τίποτα, απλώς να υπογράφεις σε κάποια σελίδα, τουλάχιστον».
«Ναι, έτσι έχω σκοπό να κάνω».
«Δηλαδή και σε 'μένα απλώς θα υπογράψεις; Εγώ θέλω κάτι διαφορετικό».
«Τι διαφορετικό;»
«Δεν ξέρω, να βρεις».

… και κάθομαι τώρα και σπάω το κεφάλι μου τι είδους αφιέρωση να κάνω στον καθένα. Κι έχω κι αυτόν τον τρελό κάθε τρεις και λίγο να με ρωτάει τι βρήκα. Τι μπλέξιμο…

Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2009

Το “ταξιδάκι” του Pirandello

Έβρεχε καταρρακτωδώς και με το που φθάσαμε τρέξαμε να προφυλαχτούμε κάτω από ένα υπόστεγο. Μόλις που ξημέρωνε και στην αποβάθρα δεν ήταν κανείς, ούτε καν τρένο.
«Τι ήρθαμε να κάνουμε εδώ;» ρώτησα. Μ’ έτρεχε μες τη νύχτα κι ούτε ήξερα τι θα κάνουμε και γιατί, τα συνηθίζει κάτι τέτοια.
«Μα θα πάρουμε το τρένο» είπε με μια τεράστια απορία στα μάτια, «τι άλλο κάνουν οι άνθρωποι στους σταθμούς;»
Κοίταξα γύρω μου. δεν υπήρχε τίποτα, ούτε κάποιος να ρωτήσει κανείς, μόνο εγώ κι αυτός κάτω απ’ το υπόστεγο, να τρεμουλιάζουμε σαν κοτόπουλα και δεν το βρήκα καθόλου ευχάριστο αυτό.
Δηλαδή θες να πεις πως υπάρχει κάποιο δρομολόγιο τέτοια ώρα;» ρώτησα για να σιγουρέψω πως δεν θα καθόμασταν να περιμένουμε τζάμπα.
«Ασφαλώς και θα υπάρχει δρομολόγιο» είπε με μια φοβερή σιγουριά, «τα τρένα πάντα φεύγουν στην ώρα τους».
Η απάντηση δεν με ικανοποίησε, «και για να ‘χουμε καλό ‘ρώτημα… πού θα πάμε ακριβώς» ρώτησα. .
«Θα εκδράμουμε» είπε κι ένοιωσα τα πόδια μου να λύνονται, «»σ’ άλλη γη, σ’ άλλα μέρη».
Υπήρχε ένα πέτρινο παγκάκι πιο ‘κει και πήγα και κάθισα. Εκείνος βημάτιζε νευρικά πάνω - κάτω και που και που μου έριχνε και μια ματιά. Χαμογελούσε κι έδειχνε χαρούμενος, σαν μικρό παιδί. Πέρασε έτσι αρκετή ώρα. Εγώ δεν μίλαγα αλλά ήξερα πως δεν υπήρχε τρένο. Ήταν ένας έρημος σταθμός, μπορεί να ‘χε να χρησιμοποιηθεί χρόνια, αυτό έδειχναν τα χόρτα στις ράγες, οι σοβάδες που έπεφταν, το υπόστεγο που έσταζε από παντού.
«Τι κάνετε εσείς οι δύο εδώ;» άκουσα ξαφνικά μια φωνή. Κάποιος είχε εμφανιστεί απ’ το πουθενά, κάποιος που έδειχνε να είναι από ‘κει.
«Μα περιμένουμε το τρένο» είπε ο Pirandello, «ξέρετε μήπως τι ώρα έχει το επόμενο τρένο;»
«Το επόμενο;» έκανε ο άλλος σαν να μην πίστευε στα αφτιά του, «για το επόμενο δεν ξέρω, το προηγούμενο ήταν όμως πολλά χρόνια πιο πριν. Αργήσατε μάλλον».
Δίχως άλλη κουβέντα κατευθύνθηκα εκεί που ‘χαμε αφήσει το αυτοκίνητο. Ύστερα από λίγο τον άκουσα να τρέχει ξοπίσω μου.
«Σαν ιδέα ήταν καλή όμως» είπε σαν να μην έτρεχε τίποτα, «πρέπει να το παραδεχτείς. Τι καλύτερο θα κάναμε σπίτι τέτοια ώρα, μου λες;»
«Το ήξερες» είπα έξαλλος, «ήξερες πως δεν θα περνούσε ποτέ από ‘δω τρένο».
«Η αλήθεια είναι πως το ‘ξερα» είπε. «Αλλά ζήσαμε έτσι ένα μέρος του ταξιδιού, χωρίς να ταλαιπωρηθούμε με αυτά τα πήγαινε – έλα. Ζήσαμε για λίγο αυτή την αναμονή… κι αν δεν είχε εμφανιστεί εκείνος ο φύλακας…»
Τι θα γινόταν αν δεν ερχόταν ο φύλακας;»
«Θα ζούσαμε λίγο ακόμη το όνειρο φίλε μου» είπε, «το άγνωστο».

Σάββατο, 17 Οκτωβρίου 2009

Η επικοινωνία κι ο pirandello

«Γράφεις κάτι;» ρώτησα.
«Κάτι παλεύω είναι η σωστή έκφραση» είπε ο pirandello.
«Ένα κείμενο υποθέτω».
«Στην ουσία να τα φέρω βόλτα μ' όλους αυτούς που έβαλα ξαφνικά στο κεφάλι μου, ξέρεις, ο καθένας το μακρύ του και το κοντό του».
«Έλα τώρα» του είπα επειδή τον ξέρω, «με ποιόν τα 'χεις βάλει πάλι;»
« Γράφεις, στη λένε που γράφεις. Δε γράφεις, σε πιέζουν να γράψεις, λες πως δε θα γράψεις, σε λένε ρόμπα, τι κόσμος όμως κι αυτός ε;»
«Έτσι είναι ο κόσμος» είπα. «Ο καθένας το μακρύ του και το κοντό του. Μη δίνεις κι εσύ σημασία».
«Ύστερα είναι κι αυτό το ζήτημα της συνέπειας, όλοι απαιτούν από όλους να είναι συνεπείς».
«Έλα καημένε» του είπα, «η συνέπεια μας μάρανε. Μη δίνεις σημασία» επανέλαβα.

«Ξέρεις» είπε, «η επικοινωνία βασίζεται ακριβώς σ' αυτό, να δίνεις σημασία σ' αυτό που λέει ο άλλος, αλλιώς δεν επικοινωνείς, δεν υπάρχει λόγος να επικοινωνείς».
Σ’ αυτό είχε δίκιο τώρα, τι να του έλεγα;

Κυριακή, 11 Οκτωβρίου 2009

Το πλήρωμα του χρόνου κι ο Pirandello

«Ήρθε λοιπόν αυτό το περίφημο πλήρωμα του χρόνου» είπε ο Pirandello. «Και αντί να πηδήξω απ’ το παράθυρο λέω να το κλείσω αυτό το ρημάδι να πάει στο διάολο».
Σοβαρολογούσε.
«Μπορείς να το αδρανοποιήσεις απλώς» είπα αφού θα έμενα χωρίς δουλειά έτσι, «να γράψεις μια αποχαιρετιστήρια επιστολή, να την κοτσάρεις εδώ και να το παρατήσεις, όπως όλος ο κόσμος. Δεν χρειάζεται να το κλείσεις… πες πως σου τη δίνει μια μέρα και θες να πεις κάτι».
«Σαν καβάτζα ένα πράγμα» έκανε.
«Πες το κι έτσι. Σαν να αφήνεις ένα παράθυρο ανοιχτό».
«Στενοχωριέμαι, μη νομίζεις» είπε, «έκανα μερικούς φίλους εδώ».
«Ωραία, ένας λόγος παραπάνω. Ευχαρίστησέ τους έναν – έναν ονομαστικά και βαλ’ το στην άκρη να βρίσκεται».
«Δεν είναι λίγο σαν να τους γράφω στα παλιά μου τα παπούτσια;»
«Θ καταλάβουν. Κουράστηκε ο Pirandello και την έκανε θα πουν, εντάξει δεν τους βρίζεις κιόλας».
«Δεν μου ‘ρχεται να γράφω αποχαιρετιστήρια… άσε που το κάνω κάθε τόσο, θα με χέσουν στο τέλος».
«Το ζήτημα είναι να μην κλείσεις το blog, όχι το τι θα τους πεις».
«Σωστά. Δεν χρειάζεται να πω τίποτα επομένως, ήλθον, είδον και απήλθον».
«Ναι. Κι εδώ είμαστε».
«Ναι» επανέλαβε, «κι εδώ είμαστε».

Δευτέρα, 5 Οκτωβρίου 2009

Ο σοσιαλισμός κι ο Pirandello

Βλέπαμε στην τηλεόραση τον πρώην πρωθυπουργό, συντριμμένο να τα μαζεύει και να φεύγει, όλη η Ελλάδα είδε φαντάζομαι την δήλωσή του στο Ζάππειο. Είδαμε και τον πολιτικό χάρτη που πρασίνισε όπως τότε επί Αντρέα.
«Ώστε αυτό ήταν» είπε ο Pirandello. «Τώρα εμείς είμαστε πάλι σοσιαλιστές;»

Κυριακή, 27 Σεπτεμβρίου 2009

Η νύχτα κι ο Pirandello

Όταν ο pirandello κοίταξε το ρολόι του, ή ώρα δεν ήταν καν τρεις. «Έχω πάψει και να κοιμάμαι σαν άνθρωπος», μονολόγησε. Σηκώθηκε μετά κι έφτιαξε καφέ. «Πολύ δύσκολη νύχτα», είπε.
Άνοιξε τον υπολογιστή, ήπιε μια γουλιά, άναψε τσιγάρο. Η οθόνη αναβόσβηνε, τα προγράμματα έτρεχαν.
Είδε πρώτα αν του ‘χε γράψει κανείς. Δεν του ‘χε γράψει. Είδε μετά στις επαφές μήπως ήταν ξύπνιος άλλος κανείς. Δεν ήταν. Ήπιε κι άλλη γουλιά, άναψε κι άλλο τσιγάρο. Άνοιξε στο τέλος μια σελίδα στο word κι έγραψε τα παραπάνω.
«Όταν ήμουν παιδί», έγραψε, «μου έλεγαν θυμάμαι, να μην πηγαίνω στο δάσος. Με το πες – πες είχα φοβηθεί. Κάποιο βράδυ, μόλις που ‘χε νυχτώσει έκανα βόλτες πάνω – κάτω με το ποδήλατο, μέχρι την άκρη του δρόμου και πίσω. Εκεί στο τέλος υπήρχε μια κολώνα με μια λάμπα που φώτιζε. Πιο πέρα σκοτάδι, απειλητικό το βουνό.
Δίστασα μια στιγμή. Μετά σούφρωσα ένα μαχαίρι απ’ την κουζίνα και προσέχοντας μη με πάρει χαμπάρι κανείς ξεγλίστρησα πάλι στον δρόμο. Ήξερα πως θα με έψαχναν σε καμιά ώρα, ήξεραν πως μου άρεσε να κρύβομαι πότε εδώ και πότε εκεί. Μερικά μέτρα πιο ‘κει το φως της λάμπας κρύφτηκε κι αυτό απ’ τα δέντρα.
Το ήξερα το βουνό, κάθε του σπιθαμή. Μα το βράδυ ήταν αλλιώς, κάθε ήχος, κάθε τρίξιμο, κάθε πετραδάκι που κατρακύλαγε. Φοβόμουν, θα φοβόμουν και τίποτα να μην μου είχανε πει.
Έκανα μια μεγάλη βόλτα, όχι τόσο μεγάλη σαν εκείνες που έκανα το πρωί, δεν πήγα ας πούμε στον γκρεμό αλλά τριγύρισα το δάσος για πολύ ώρα. Η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρελή και δεν έβλεπα την ώρα να γυρίσω πίσω αλλά την έκανα τη διαδρομή. Τέλος είδα πάλι το φως της λάμπας.
Γύρισα κι έβαλα το μαχαίρι στη θέση του. Οι άλλοι συζητούσαν στη βεράντα. Τα είχα καταφέρει αλλά δεν ξέρω ποιος νίκησε τελικά τι».

Δευτέρα, 21 Σεπτεμβρίου 2009

Ο Γουάτσον κι ο Pirandello

«Επιτέλους, ξεφύγαμε απ’ αυτήν την υστερία των blogs» είπε ο Pirandello. «Κανένας δεν γράφει πια».
«Εμένα με θλίβει λίγο αυτό μπορώ να σου πω», είπα. «Απ’ την άλλη όλα τελειώνουν κάποτε, κάποτε θα μας τέλειωναν και τα blogs».
«Ο κόσμος πάει μπροστά φίλε μου», είπε. «Ήταν αστείο άλλωστε, μεγάλοι άνθρωποι να παίζουμε όλη μέρα μ’ αυτό το πράγμα». «Αναρωτιέμαι αν είχα και τίποτα άλλο να πω», είπε και σηκώθηκε. «Τους είπα για τη θάλασσα, τον ουρανό, τους είπα για τον κήπο μου, τη σχέση μου με τον Θεό, τους ανθρώπους… δε θυμάμαι αν τους μίλησα και για τον έρωτα, δε μπορεί κάτι θα είπα και γι’ αυτό, τι άλλο μένει να πει κανείς;»
«Ώστε αυτό ήταν; Δε θα γράψεις ξανά;», ρώτησα.
«Όχι, όχι, δεν είπα αυτό, είπα, ή μάλλον έχεις δίκιο, δεν είπα, τώρα θα πω, πως μου ‘χει φύγει το άγχος, μη γράφοντας κατάλαβα πως δεν υπήρχε και πραγματικός λόγος που έγραφα».
«Και; Θα γράφεις ή δε θα γράφεις; Δεν κατάλαβα».
«Άμα έχεις κάτι να πεις το λες» είπε ο Pirandello. «Αλλιώς δε χρειάζεται να σκοτίζεις και τους άλλους μ’ ένα σωρό ανοησίες».
«Ναι, αλλά άμα κόψεις κι από ‘δω, τι άλλο θα κάνεις; Μου λες;»
Έμεινε για λίγο αμίλητος, σκεπτικός. «Δεν ξέρω είναι η αλήθεια», είπε. «Στην ηλικία που είμαι και δεν έχω τι άλλο να κάνω πέρα απ’ το να παίζω όλη μέρα στο blog, σου φαίνεται φυσικό τώρα αυτό;»
«Είναι καλύτερο απ’ το να ξημεροβραδιάζεται στο καφενείο κανείς, σίγουρα».
Το σκέφτηκε για λίγο. «Ωραία», είπε μετά, «πες πως γράφω κάτι, τι το ενδιαφέρον κάναμε σήμερα;»
Έριξα μια ματιά στο ρολόι μου, «είναι ώρα να φύγω», είπα.
Με ακολούθησε μέχρι την πόρτα, «ναι, αλλά δε με βοηθάς έτσι, πες μου τι θα μπορούσα να γράψω και φύγε».
«Γράψε… για την τιάρα των Αψβούργων», του είπα.
Έδειχνε κάπως σαν σκοτισμένος, τον λυπήθηκα να σου πω. «Γράψε γι’ αυτά που είπαμε εδώ σήμερα», του είπα. Αυτός άνοιξε τα χέρια του και με αγκάλιασε: «Τι θα έκανα χωρίς εσένα Γουάτσον», μου είπε, «Τι θα έκανα χωρίς εσένα;»

Τετάρτη, 2 Σεπτεμβρίου 2009

Η ομπρέλα του Pirandello

«Τι είναι ο άνθρωπος, ένα τίποτα» είπε ο pirandello. «Αυτό το έλεγε ο πατέρας μου. Κι εγώ, στην ηλικία που είμαι θα έπρεπε να ξέρω πια».
Προσπαθούσα να εναρμονιστώ με το βήμα του και να μην γκρεμιστώ στον γκρεμό που έχασκε από κάτω. Εκείνος, από τη μέσα μεριά του μονοπατιού δεν διέτρεχε κανένα κίνδυνο και ενώ μιλούσε όλο και μ’ έσπρωχνε ασυναίσθητα.
«Ούτε καν το κέφι του δεν μπορεί να κάνει κάποιος» έλεγε χειρονομώντας με το ελεύθερο χέρι του, «είδες πώς μας κοίταζαν όλοι επειδή έτσι μου ‘ρθε να πάρω μαζί μια ομπρέλα;»
«Η αλήθεια είναι πως δεν χρειάζεται» είπα πίσω του.
«Τίποτα δεν χρειάζεται αν το καλοσκεφτείς» είπε εκείνος χωρίς να γυρίσει να με κοιτάξει, «θα μπορούσες να περπατάς και χωρίς παπούτσια κι όμως φοράς».
«Άλλο τα παπούτσια» είπα.
«Θεωρείς πως έπρεπε να ζητήσω από κάποιον την άδεια για να κρατήσω μια ομπρέλα; Ποιόν ενδιαφέρει το τι κάνω εγώ;»
«Κανέναν. Απλώς φαίνεται παράξενο».
«Ο κόσμος είναι γεμάτος παραξενιές, δεν έπρεπε να τους κάνει εντύπωση μία ομπρέλα».
«Πρέπει να παραδεχθείς πως δεν είναι και το πλέον συνηθισμένο να κυκλοφορεί κάποιος με ομπρέλα με τέτοιο καιρό».
«Έπρεπε να το φανταστώ πως θα σκεφτόσουν με τέτοιο τρόπο».
«Δεν καταλαβαίνω, τι έχει ο τρόπος μου;»
Ο Pirandello σταμάτησε απότομα και με κοίταξε. Εγώ βρήκα ευκαιρία να χωθώ την ίδια στιγμή στη σκιά, να πάρω μια ανάσα σαν άνθρωπος.
«Αφού σου φαίνεται παράλογο το γεγονός γιατί δεν κάθεσαι να σε καίει ο ήλιος;» ρώτησε.
Ενστικτωδώς έκανα ένα βήμα πίσω. «Ναι, παραδέχομαι πως δεν είναι κακή ιδέα» είπα.
Ο Pirandello έκανε μεταβολή, με προσπέρασε και πήρε τον δρόμο του γυρισμού. Μπρος αυτός, πίσω εγώ περπατήσαμε έτσι γι’ αρκετή ώρα. Εγώ φρόντιζα να βρίσκομαι αρκετά κοντά ώστε να περπατάω υπό σκιά.
«Απλώς ήθελα να πω πως αν έκανε ο καθένας το κέφι του αυτός ο κόσμος θα ήταν πιο υποφερτός, η ζωή μας πιο εύκολη» είπε. «Κι ίσως να ‘μασταν ένα βήμα πλησιέστερα στην ευτυχία».
Μία ψιχάλα με βρήκε στη μύτη κι ύστερα άλλη και άλλη. Λίγα μέτρα απ’ το σπίτι ο ουρανός είχε σκοτεινιάσει κι έβρεχε κανονικά. Αναγκάστηκα να τον κρατήσω απ’ το χέρι για να προστατευτώ απ’ τη βροχή. Συναντηθήκαμε και με κάποιους που έτρεχαν να προφυλαχθούν από την ξαφνική μπόρα. Εκείνος στάθηκε και τους κοίταζε, απαθής.
«Όλοι αυτοί δεν ήταν που μας κορόιδευαν πριν;» ρώτησε.