Κυριακή, 30 Δεκεμβρίου 2012

Η «μέρα που ‘ναι» κι ο pirandello.

«Είπα μέρα που ‘ναι…» «Μέρα που ‘ναι τι;» «Να μην πω τίποτα. Αρκετά τα δυσάρεστα». «Ναι, σ’ έπιασε τώρα ο πόνος… γίνεσαι γλυκανάλατος». «Γλυκανάλατος; Εγώ;» «Μάλιστα κύριε, γλυκανάλατος. Αρεστός». «Αρεστός; Σε ποιον; Βλέπεις κανέναν άλλον; Εκτός από ‘μας τους δυο θέλω να πω». «Μην κάνεις πως δε καταλαβαίνεις, εννοώ τους θεατές, τους ακροατές». «Τους αναγνώστες εννοείς». «Αυτούς. Αλλιώς δε θα ‘μασταν ούτε εμείς εδώ. Και ίσως αυτό θα ήταν πιο αληθινό, πιο ντόμπρο». «Ώστε γι’ αυτό είσαι εδώ; Και εγώ που νόμιζα πως ήσουν εδώ σαν φίλος». «Είμαι και σαν φίλος. Είμαι και σαν υποβολέας. Είμαι και σαν συνείδηση. Και σαν καθρέφτης. Είμαι όλα αυτά. Αλλά χωρίς αυτούς δεν έχει νόημα και το ξέρεις, υπάρχουμε, κι εσύ κι εγώ για τους άλλους. Αυτός είναι ο πραγματικός μας ρόλος, διαφωνείς;» «Χαίρομαι που βάζεις τα πράγματα στη θέση τους τέλος πάντων, που δεν τρέφεις αυταπάτες». «Κανένας δεν τρέφει πια αυταπάτες. Κι αυτό το ξέρεις». «Γιατί θες να γίνεσαι δυσάρεστος… μέρα που ‘ναι». «Μα η δυσαρέσκεια είναι εδώ, το πω εγώ ή όχι, δεν τη νοιώθεις;» «Να νοιώθω τι; Ότι δεν σου αρκεί το ότι είμαστε εδώ οι δυο μας και τα λέμε; Μα αυτό το ξέρω, όλοι το ξέρουν». «Τέλος πάντων… συζητήσεις, ατέρμονες συζητήσεις, χωρίς νόημα. Θεέ μου… τι απουσία νοήματος». «Μα γιατί θαρρείς υπάρχουν οι άνθρωποι; Τι μπορούν να κάνουν όλοι αυτοί οι ελάχιστοι;» «Ελάχιστοι. Πάντα έτσι έβλεπες τους ανθρώπους, με υπεροψία». «Κουταμάρες. Τους βλέπω σύμφωνα με το πώς είναι, ούτε υπερβάλω ούτε τίποτα, το μαύρο, μαύρο και το άσπρο, άσπρο». «Τέλος πάντων… μέρα που ‘ναι… ας τα αφήσουμε ως έχουν». «Ναι, μέρα που ‘ναι… ας τα αφήσουμε ως έχουν», είπε κι ο pirandello. Και δεν είπαμε τίποτα άλλο. .

Παρασκευή, 28 Δεκεμβρίου 2012

Οι «προβλέψεις» του pirandello .

«Αν αυτή ήταν η χειρότερη χρονιά, αναρωτιέμαι πώς θα είναι η επόμενη», είπα. «Α, εγώ δεν αναρωτιέμαι καθόλου», είπε ο pirandello. «Και δε θα ‘ναι χειρότερη, θα ‘ναι ένα όνειρο». «Από πού προκύπτει αυτό διάολε;», ρώτησα. «Να σου πω, δε μπορώ να το υπογράψω αλλά δε βλέπω να πεθαίνουμε κιόλας, που λέει και ο υπουργός». «Ναι. Ψόφο δεν έχουμε», είπα. «Κοίτα», είπε ο Pirandello, «τα πράγματα είναι απλά. Πες πως το 13 θα πάμε όλοι μαζί, μια εκδρομή στα χιόνια, στο ύπαιθρο». «Ε, και;» «Τι κάνεις όταν πας εκδρομή; Παίρνεις μαζί σου καλοριφέρ; Παίρνεις μαζί την κουζίνα;» «Όχι», είπα. «Αυτό σου λέω. Δες το έτσι, βάζεις χοντρές κάλτσες, τρία - τέσσερα μπουφάν, παίρνεις μαζί μια κονσέρβα, έναν σουγιά, ένα φαρμακείο με γάζες και τεραμυκίνη, μερκιουροχρώμ, σλίπιμπαγκ, σκούφο, κασκόλ, γάντια και ανάβεις μια φωτιά με ξερόκλαδα, αυτό κάνεις. Ζεσταίνεσαι, μαγειρεύεις, κατουράς στο θαμνάκι, πλένεσαι στο ποταμάκι, κυνηγάς πεταλούδες, δεν είναι αυτό ένα όνειρο;» «Και με τα εδώ τι γίνεται;», ρώτησα. «Τίποτα», είπε ο pirandello. “Συμμαζεύουμε λίγο το σπίτι… εσύ δηλαδή που είσαι σχολαστικός, σκουπίζεις, κλείνουμε πόρτες και παράθυρα και από ‘δω πάνε κι οι άλλοι». «Τόσο απλά». ‘»Τόσο απλά», είπε ο pirandello και σηκώθηκε. «Άντε», μου είπε, «μη κάθεσαι, εγώ πάω να μαζέψω τα πράγματα». «Να κάνω τι;», ρώτησα. «Σκούπισε, βάλε τα πράγματα στη θέση τους… τα γνωστά». «Κι εσύ τι θα κάνεις;» «Θα δω τις κονσέρβες, τους χάρτες, να βρω έναν φακό, έναν αναπτήρα παντός καιρού… και να δω τι ρούχα θα βάλουμε». «Σε πόσες μέρες μπαίνει το 13;», ρώτησα. «Όπου να ‘ναι», είπε ο pirandello. «Αλλά μη σε νοιάζει, θα ‘αι ένα όνειρο… σκέψου τι ωραία που θα είναι μα κοιμάσαι στο χιόνι, χωρίς όλους αυτούς τους τρισκατάρατους στην τηλεόραση… θα ‘ναι θαύμα σου λέω».

Δευτέρα, 24 Δεκεμβρίου 2012

Τα «χαβανέζο-Χριστούγεννα» του pirandello.

«Γιατί έβαλες καλοκαιρινά; Θα παγώσεις», του είπα. Φορούσε ένα χαβανέζικο πουκάμισο που δεν ξέρω που το βρήκε, βερμούδα και γυαλιά ηλίου. Από κάτω φορούσε σοσόνια και πέδιλα… πολύ γελοία εμφάνιση, θα ‘λεγα. «Προσπαθώ να εναρμονιστώ με το κλίμα της Αυστραλίας», είπε τρέμοντας απ’ το κρύο. «Αυτοί εκεί κάτω έχουν καλοκαίρι, δεν έχουν;» «Έχουν», είπα. «Εσύ δεν καταλαβαίνω τι κάνεις». «Έχουν Χριστούγεννα κι εκεί, δεν έχουν;», ρώτησε. «Και Χριστούγεννα έχουν και Πρωτοχρονιά και απ’ όλα, τι καμώματα είναι αυτά; Θ’ αρπάξεις καμιά πούντα». «Και Άη-Βασίλη έχουν, δεν έχουν;» «Βρε μανία τώρα με την Αυστραλία…», έκανα. «Και πώς εμφανίζεται εκεί ο άγιος; Φοράει μπότες και σκούφο καλοκαιριάτικα;» «Δε μου λες, τρελάθηκες; Πήγαινε άλλαξε». «Επειδή είναι παράδοξο να φοράει μπότες καλοκαιριάτικα… ήθελα να δω τι αντίδραση θα ‘χες», είπε ο pirandello. Ύστερα πήγε και ντύθηκε κανονικά. Κάνει συχνά τέτοιες παλαβομάρες. «Είναι ανορθόδοξο όμως», μονολόγησε. «Που φοράει ο άγιος μπότες;» «Κι αυτό. Γενικά υπάρχει μια παραδοξότητα στην ιστορία των Χριστουγέννων». «Τι παραδοξότητα;», ρώτησα. «Να, δεντράκια, nμπαλίτσες και αγγελάκια που κρέμονται, γιρλάντες… όλα αυτά τα χαρούμενα, ο Αη-Βασίλης που μπαίνει απ’ την καμινάδα, το χιόνι που πέφτει σε όλες τις ταινίες, το έλκηθρο… σαν να μη λαμβάνουν υπόψη τους το άλλο ημισφαίριο».

Πέμπτη, 20 Δεκεμβρίου 2012

Το τέλος κι ο Pirandello.

«Δόξα τω Θεώ», είπε ο pirandello και σηκώθηκε απ’ το τραπέζι. Τι σ’ έπιασε; Εσύ δεν επικαλείσαι ποτέ τον Θεό». «Απόψε είναι αλλιώς, φάγαμε ένα πιάτο φαΐ, ήπιαμε το κρασί μας…», κοίταξε το ρολόι του, «… και μας απομένουν και λίγες ώρες ζωής». «Σκοπεύεις να τα τινάξεις;» «Δεν έχει να κάνει με το τι σκοπεύω εγώ, είναι να μη σ’ έχει βάλει κανένας στο μάτι… πας ας πούμε έναν περίπατο, όπως εγώ το πρωί, στραβοπατάς… και αυτό ήταν, πέφτεις και σπας το κεφάλι σου, πολύ θέλει;» «Φάγαμε, ήπιαμε και τώρα θες να μου το βγάλεις απ’ τη μύτη, έτσι;» Όχι, πίστεψέ με δεν είχα τέτοια πρόθεση». Τότε τι είναι αυτές οι σπαζοκεφαλιές που λες;» «Ανέφερα ένα τυχαίο παράδειγμα, μπορεί να μη στραβοπατήσεις, μπορεί να πέσεις από τη σκάλα, να πατήσεις μια μπανανόφλουδα, να σκοντάψεις στο χαλάκι του μπάνιου…» «Κατάλαβα», είπα, «αν είναι να πας θα πας από πέσιμο». «Δεν είναι απόλυτο, μπορεί να σε βαρέσει αυτοκίνητο, να σε βαρέσει το ρεύμα, να σε βαρέσει κάποιος μ’ ένα ξύλο στο κεφάλι, μπορεί να στη βαρέσει και να πέσεις απ’ το παράθυρο… θέλω να πω πως υπάρχουν ένα σωρό τρόποι για να τα τινάξει κανείς». Θα μου πεις επιτέλους γιατί τα σκέφτεσαι όλα αυτά;» «Για το τέλος του κόσμου, εσύ γράφεις μυθιστορήματα, να μην προτείνω κι εγώ κάτι;»

Δευτέρα, 17 Δεκεμβρίου 2012

Η ενεργειακή σόμπα κι ο pirandello .

n«Τι ακούς πρωί - πρωί με τόση προσοχή;», ρώτησα τον pirandello. «Μια καθημερινή εκπομπή», είπε κάνοντάς μου νόημα να μη μιλάω. «Λένε κάτι σημαντικό;» «Άκου, άκου», έκανε ο pirandello. «Δεν καταλαβαίνω, τι λένε;» «Βλακείες. Η εκπομπή είναι δίωρη και τη δεύτερη ώρα επαναλαμβάνουν ό,τι λένε την πρώτη». «Έτσι είναι η ειδησεογραφία», είπα, «επαναλαμβάνεται». «Δε λέω για τις ειδήσεις, λέω για τις κουβέντες ανάμεσα… λέει για παράδειγμα: «σήμερα το πρωί που ερχόμουν παντού μύριζαν αναμμένα τζάκια»… μια χαζή δηλαδή πληροφορία γιατί στην Κυψέλη ας πούμε αυτό δε γίνεται, ούτε στο Παγκράτι». «Καλά», είπα, «το είπε για να δώσει μια χαρούμενη ατμόσφαιρα». «Το είπε και τις δύο ώρες για να το πάει στη διαφήμιση της ενεργειακής σόμπας, δήθεν όμως αυθόρμητα», είπε ο pirandello, «αυτό φίλε μου λέγεται δημοσιογραφία». «Καλά», είπα, «εσύ μην ακούς». «Έχεις δίκιο», είπε ο pirandello και έκλεισε το ραδιόφωνο, «είναι ανάξια λόγου αυτά τα πράγματα». Πήγα να φέρω καφέ και τον ξαναβρήκα να ακούει ραδιόφωνο. «Πάλι τα ίδια;», ρώτησα. «Όχι», είπε ο Pirandello. «Τώρα έχει αντιστασιακή εκμάθηση». «Τι είναι αυτό;» «Επαναλαμβάνεις αυτά που είπαν οι προηγούμενοι το προηγούμενο βράδυ και τα σχολιάζεις σαν να πρόκειται για το τέλος του κόσμου. Και σε ρωτάω, εσένα τον άσχετο, είναι αυτό τώρα δημοσιογραφία;» «Μην τους ακούς», είπα εγώ. «Άκου, άκου», έκανε ο Pirandello, «πάλι αυτή η ενεργειακή σόμπα». «Τι είναι η ενεργειακή σόμπα;» «Ένα γελοίο πράγμα που κάνει ένα σωρό λεφτά και γεμίζει το σπίτι σωλήνες, εκμεταλλεύονται παιδί μου όλοι την κρίση και σου πουλάνε ό,τι θέλουν, ποιος θα αγόραζε ένα χρόνο πριν ένα τέτοιο έκτρωμα;» «Σουτ», έκανα, «λέει για τη ΔΕΗ». «Τα έχω ακούσει δέκα φορές απ’ το πρωί, τα ίδια λένε συνέχεια, ένα μήνα λένε τώρα για τη ΔΕΗ. Και σε ρωτώ, είναι αυτό δημοσιογραφία; Μήπως θα έπρεπε να το λένε ανακύκλωση;» «Γιατί δεν το κλείνεις;» «Γιατί άμα το κλείσω δε θα ‘χουμε τι άλλο να λέμε, γι’ αυτό», είπε ο pirandello. «Θυμάσαι πριν από μερικά χρόνια; Το θέμα τότε ήταν το ΠΑΣΟΚ κι η Ν.Δ. Τώρα είναι ΣΥΡΙΖΑ - ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ». «Ναι, όπως Παναθηναϊκός - Βέροια». «Παρακολουθείς και ποδόσφαιρο τώρα;» «Ναι», είπε ο pirandello. «Τα ίδια λένε κι εκεί, για την ενεργειακή σόμπα. Μήπως το θέμα είναι η σόμπα;» «Λες;», ρώτησα. «Μπορεί».

Δευτέρα, 10 Δεκεμβρίου 2012

Τα "σκατοανθρώπινα" δικαιώματα κι ο pirandello.

Είναι μια κρύα μέρα του χειμώνα, του τελευταίου χειμώνα, σύμφωνα με τις ενδείξεις. Ο pirandello έβαλε τα χοντροπάπουτσα του, κάτι μποτάκια που μοιάζουν με άρβυλα και το κοτλέ με τις τσέπες στα γόνατα που φοράει συνέχεια, ένα πουλόβερ και ένα μπουφάν που βάζει μες στο σπίτι. Τέλος φόρεσε την τραγιάσκα του - που μάλλον τη φοράει και στον ύπνο του - και βγαίνοντας απ’ την πίσω πόρτα, έκανε τον γύρω και μπήκε στο γραφείο του απ’ την πόρτα της κουζίνας, απομακρύνοντας τις γάτες με το μπαστούνι του. Αυτή είναι μια ρουτίνα που κάνει κάθε πρωί. Έφτιαξε μετά καφέ και άναψε το αιρκοντίσιον να ζεστάνει λίγο. Άνοιξε μετά τα πατζούρια να μπει το φως, ένα γκριζογάλανο φως σαν από φθόριο που έχει σαν χαράζει. «Εδώ κοιμήθηκες;», με ρώτησε. «Ναι», είπα, κουκουλωμένος ακόμα κάτω απ’ τα σκεπάσματα.»Τι ώρα είναι;» «Ξημερώνει», μου είπε, «δε χρειάζεται να σηκωθείς». Παρ’ όλα αυτά σηκώθηκα. «Τι γίνεται;», ρώτησα παίρνοντας μια κούπα καφέ. «Σκέφτομαι τα ανθρώπινα δικαιώματα», είπε ο pirandello. «Τι σκέφτεσαι για τα ανθρώπινα δικαιώματα;» «Ότι δεν υπάρχουν πια. Ότι κι αν υπάρχουν δεν τα θυμάται κανείς». «Θα είδες τίποτα στην τηλεόραση», είπα εγώ, πάντα έτσι κάνει, κάθεται και ακούει διάφορα στην τηλεόραση και το πρωί μου τα σερβίρει για δικά του. «Η τηλεόραση δε δείχνει πια τίποτα», είπε ο pirandello. «Από πού προέκυψε τότε αυτό για τα ανθρώπινα δικαιώματα;», ρώτησα. Ο pirandello έδειξε με το χέρι του το δωμάτιο. «Είναι αυτό το ίδιο δωμάτιο που ήταν ένα χρόνο πριν;», μου ανταπέδωσε την ερώτηση. «Εγώ το βλέπω ίδιο», είπα μην ξέροντας τι άλλο να πω. «Απλώς κάνει λίγο κρύο». «Ξέρεις τι πέτυχαν; Πέτυχαν να θεωρείς αυτονόητο ότι δεν πρέπει να ‘χεις θέρμανση τον χειμώνα, ότι αν δεν τους πληρώσεις τον φόρο έχουν το δικαίωμα να σου κόψουν το φως και να σ’ αφήσουν να πεθάνεις εδώ μέσα». «Είναι πολύ νωρίς», είπα, «ακόμα δεν ήπια καφέ… δε μπορώ να σκεφτώ». «Φυσικά», έκανε ο pirandello, «κανένας δε μπορεί να σκεφτεί, αυτό είναι το πρόβλημα». «Να σκεφτεί τι; Τα ανθρώπινα δικαιώματα;» «Είναι 30 μόλις άρθρα», είπε ο pirandello. «Θα μπορούσαν να γίνουν στάμπα στη μπλούζα σου, να γίνουν μπαϊράκι και να κρέμονται έξω από κάθε σπίτι, έχουν μεταφραστεί δεν ξέρω κι εγώ σε πόσες γλώσσες». «Και τι θα ‘βγαινε μ’ αυτό;», ρώτησα. «Τίποτα. Αλλά θα γινόταν ξεκάθαρη αυτή η παραβίαση, θα είχαν έναν λόγο να βγούνε στον δρόμο και ν’ απαιτήσουν τουλάχιστον να τους αναγνωρίζονται αυτά τα σκατοδικαιώματα». Μετά πήγε κι έφερε ένα μεγάλο σεντόνι και μ’ έβαλε και αντέγραψα με ευανάγνωστα, μεγάλα γράμματα τη διακήρυξη. Έτσι πέρασε σχεδόν όλο το πρωί, με τον pirandello να διορθώνει κάθε τόσο τα λάθη μου, μ’ ένα πινέλο που βουτούσε σ’ ένα κουπάκι με πλαστικό. Τέλος, όταν τέλειωσα ανεβήκαμε στην ταράτσα και απλώσαμε το σεντόνι έτσι που θα το έβλεπε - αν υπήρχε, Θεός. «Γιατί δεν το κρεμάμε κάπου να φαίνεται;», ρώτησα ενώ έβαζα κάτι πέτρες να μην το πάρει ο αέρας. «Όποιος θέλει βρίσκει τη διακήρυξη στο internet είπε ο pirandello, «αυτό είναι για άλλη δουλειά».

Κυριακή, 9 Δεκεμβρίου 2012

Το «μάθημα» του pirandello

«Η θάλασσα ακούγεται φουσκωμένη, κάθε τόσο παίρνει θαρρείς μια βαθιά ανάσα κι ύστερα την ξεφυσάει στην παραλία, σαν κάτι το ζωντανό», είπα, «σαν φάλαινα φυσητήρας». «Μη στέκεσαι στο παράθυρο», είπε ο pirandello, «αυτό το πράγμα μπορεί να σε τρελάνει». Γύρισα και κάθισα στο τραπέζι, εκεί που κάθομαι συνήθως. Ο Pirandello καθόταν απέναντί μου και κάπνιζε χωρίς να λέει ή να κάνει τίποτα, αυτή η ίδια κατάσταση επαναλαμβανόταν τώρα για μέρες. Μετά, σαν να θυμήθηκε κάτι πήρε ένα ογκώδες βιβλίο που διάβαζε και μου το έδωσε, «ρίξε μια ματιά σ’ αυτό», είπε. «Είναι τρομερό αλλά όταν το τελειώσεις ο κόσμος θα σου φανεί πιο όμορφος». «Δεν έχω καιρό για διάβασμα», είπα ανόρεχτα και έσπρωξα το βιβλίο στην άκρη. ¨ «Κι όμως, θα έπρεπε να βρεις», είπε ο Pirandello. Ύστερα φυλλομέτρησε και διάβασε ένα απόσπασμα: «Οι στρατιωτικοί έπρεπε να έχουν κάτι για να ασχολούνται, διαφορετικά κάποια στιγμή θα άρχιζαν να σκοτώνονται μεταξύ τους. Όμως από εκείνη τη μέρα και μετά ο τρόπος με τον οποίο γίνονταν παλιότερα τα πράγματα έπαψε να υφίσταται. Ο πόλεμος -ο πραγματικός πόλεμος, εκείνος που βρισκόταν σε εξέλιξη εδώ και χίλια χρόνια και θα εξακολουθούσε να μαίνεται για άλλα χίλια, ο πόλεμος ανάμεσα σε Εμάς και στους Άλλους, ανάμεσα στους Έχοντες και στους Μη Έχοντες, ανάμεσα στο θεό μου και στο θεό σου, όποιος κι αν ήταν αυτός- θα είχε πλέον για πρωταγωνιστές ανθρώπους με πρόσωπα τα οποία ούτε πρόσεχες ούτε μπορούσες να θυμηθείς, ντυμένους σαν καμαρότους, σοφέρ ή ταχυδρόμους, με σιγαστήρες κρυμμένους στα μανίκια τους. θα είχε για πρωταγωνιστές νεαρές μητέρες που θα έσπρωχναν κιλά εκρηκτικών υλών μέσα σε βρεφικά καρότσια και μαθήτριες που θα έμπαιναν σε συρμούς του μετρό κουβαλώντας φιαλίδια με τοξικές ουσίες μέσα στα παιδικά σακίδια τους. Ο πόλεμος θα διεξαγόταν από τις καρότσες φορτηγών, από ουδέτερα δωμάτια ασήμαντων ξενοδοχείων κοντά σε αεροδρόμια, από σπηλιές σε οροσειρές κάπου στο πουθενά. Ο πόλεμος θα ξεσπούσε πάνω σε τρένα και κρουαζιερόπλοια, σε εμπορικά κέντρα και κινηματογράφους, σε τζαμιά, στην εξοχή και στην πόλη, στο σκοτάδι και στο φως. Ο πόλεμος θα γινόταν στο όνομα του Αλλάχ ή του κουρδικού εθνικισμού ή του προσηλυτισμού των εβραίων στο χριστιανισμό ή της όποιας ομάδας μπέιζμπολ: Οι επιμέρους αιτίες δεν είχαν αλλάξει, ποτέ δεν επρόκειτο να αλλάξουν, όμως, αν άφηνες στην άκρη τις μαλακίες, όλα κατέληγαν πάντα σε κάποιον ισολογισμό τριμήνου ή σε κάποια επίμαχη θέση. Η διαφορά ήταν ότι ο πόλεμος βρισκόταν πλέον παντού, εξαπλωνόταν σαν καρκίνος που κάνει μεταστάσεις, λες και ένα εκατομμύριο ανεξέλεγκτα κύτταρα σάρωναν τον πλανήτη και οι πάντες είχαν μολυνθεί». Έκλεισε το βιβλίο και το άφησε μπροστά μου. «Τζάστιν Κρονιν, το Πέρασμα», είπε. «Αν δεν το έχεις καταλάβει σε λίγο δε θα ‘χουμε τι άλλο να φάμε», είπα εγώ. Ο pirandello έβαλε τα γέλια. «Πού το βλέπεις το αστείο;», ρώτησα. Μερικές φορές νομίζω πως έχει το ακαταλόγιστο. «Θυμήθηκα τον χρυσοθήρα του Τσάπλιν», είπε. «Εκεί δεν είναι που τρώει την αρβύλα του;» «Νομίζω… δε θυμάμαι», έκανα εγώ. «Και πάλι δε βλέπω τίποτα το αστείο». «Δεν είναι αστείο που τρώει τα κορδόνια των παπουτσιών του;», έκανε σκασμένος στα γέλια. «Δεν σε καταλαβαίνω, που βρίσκεις την όρεξη και γελάς;» Ξαφνικά σοβάρεψε. «Δεν γελάω», είπε. «Αυτοσαρκάζομαι. Λες να μην καταλαβαίνω τι γίνεται;» «Έτσι δείχνεις». «Λοιπόν θα σου πω τι σκέφτομαι… ή μάλλον πώς το σκέφτομαι», είπε ο pirandello. Περίμενα να δω τι θα πει. Εκείνος πέταξε πέρα το άδειο πακέτο απ’ τα τσιγάρα του και απλώνοντας το χέρι πήρε ένα απ’ τα δικά μου, χωρίς να ρωτήσει. «Είμαστε στο χείλος του γκρεμού, σωστά;», ρώτησε ανάβοντας το τσιγάρο. Εγώ τον κοίταζα. «»Και τι γίνεται;», ρώτησε. «Τίποτα», είπα. «Καπνίζεις τα τσιγάρα μου». «Αυτό ακριβώς «, είπε ο pirandello. «Έτσι ακριβώς είναι και το σύστημα της οικονομίας. Και οι δύο είμαστε σε άθλια θέση αλλά εγώ είμαι καλύτερα από ‘σένα γιατί εσύ μου επιτρέπεις να καπνίζω τα τσιγάρα σου». «Δεν καταλαβαίνω, τα τσιγάρα μου είναι το πρόβλημα;» «Όχι. Το πρόβλημα είναι ότι μου επιτρέπεις να απλώνω χέρι στα τσιγάρα σου… όπως ακριβώς κάνει το σύστημα, σου αδειάζει την τσέπη και εσύ δεν αντιστέκεσαι». «Τι να κάνω;» «Να μην το επιτρέψεις. Να μην επιτρέπεις σε κανέναν να χώνει το χέρι του στην τσέπη σου. Ή για να το κάνει να πρέπει να δώσει κι αυτός κάτι». Και λέγοντας αυτά πήρε ένα ακόμα τσιγάρο απ’ το πακέτο μου». «Κάτω τα χέρια», είπα. «»Το τσιγάρο κάνει ένα ευρώ». Έβγαλε τότε απ’ την τσέπη του ένα ευρώ και μου το ‘δωσε. «Αν και θα έπρεπε να μου το δώσεις εσύ αυτό», είπε, «για το μάθημα». Θολωμένος κάπως μάζεψα τα τσιγάρα μου κι έφυγα. Μετά ξαναγύρισα και πήρα και το βιβλίο. Στον δρόμο σκεφτόμουν συνεχώς πιο πραγματικά ήταν το μάθημα.

Σάββατο, 1 Δεκεμβρίου 2012

pirandello και pirandello

«Τι συμβαίνει;», ρώτησα, «μας έκοψαν το φως;» «Όχι», είπε ο Pirandello, «έχω κατεβάσει τις ασφάλειες». «Τι είδους παλαβομάρα είναι αυτή πάλι;», έκανα, έχω απηυδήσει πια. «Δεν περίμενα να καταλάβεις», είπε εκείνος. «Προσπαθώ να επικοινωνήσω σε άλλη διάσταση». «Μάλιστα. Και με ποιον;» «Με τον εαυτό μου, στο μέλλον». «Α, βέβαια», είπα, «κάθε μέρα το κάνω αυτό». «Δεν αστειεύομαι», είπε πολύ σοβαρά ο pirandello. «Και σε πληροφορώ πως δεν είναι η πρώτη φορά που το επιχειρώ. Με επιτυχία εννοώ». «Δηλαδή πώς» «Αν αυτοσυγκεντρωθείς. Με την προϋπόθεση πως το θέλεις πραγματικά. Πως δε θα φοβηθείς να δεις τον αυριανό σου εαυτό». «Γιατί να φοβηθώ;» «Γιατί μπορεί ν’ αντικρίσεις κάτι φριχτό… είναι βέβαιο πως θα δεις κάτι φριχτό». Σοβάρευε το θέμα και κάθισα. «Και γιατί αυτό πρέπει να γίνει στα σκοτεινά;» «Εμένα με διευκολύνει αυτό», είπε ο Pirandello. «Εσύ μπορεί να μπορείς να το κάνεις με φως». «Ωραία», είπα. «Εμένα γιατί μου ‘πες να ‘ρθω;» «Για να ‘ναι κάποιος εδώ. Φοβάμαι μόνος μου». «Τι έχεις σκοπό να κάνεις;», ρώτησα. Είχα αρχίσει να ανησυχώ. «Μπορεί να εξαφανιστώ. Μπορεί να πάρει τη θέση μου αυτός. Και ξαφνικά να είμαι ένας γέρος, ένα γερόντιο που δε θα στέκει στα μυαλά του, που θα χέζεται πάνω του, που θα φτύνει και θα βαρυγκωμάει όλη την ώρα». «Έτσι φαντάζεσαι πως θα γίνεις;» «Έτσι δε γίνεται ο άνθρωπος; «Έτσι γίνεται. Αλλά όχι απ’ τη μια ώρα στην άλλη, δε θα γίνει απόψε». «Σε πειράζει να ξαπλώσεις εδώ; Δε θα κάνω φασαρία». «Μα… δεν βρίσκω τον λόγο, όλα αυτά είναι βλακείες». «Το ξέρω. Μόνο γι’ απόψε». «Και αύριο; Δε θα θες να μείνω και αύριο;» «Θα το ‘χω περάσει μια φορά. Απόψε είναι που φοβάμαι. Αν δεν γεράσω απόψε πάει να πει πως θα γίνει αργά, κανονικά». «Εντάξει», του είπα, «θα μείνω εδώ, θα κοιμηθώ στον καναπέ». «Όχι, καλύτερα να κοιμηθείς στην κρεβατοκάμαρα, έχω βολευτεί τώρα εδώ». «Όπως νομίζεις», είπα και σηκώθηκα. «Πας από τώρα;» «Μπορώ να μείνω κι άλλο αν θες. Αλλά πιστεύω πως καταλαβαίνεις πως αυτά τα πράγματα που λες δε γίνονται». «Δεν ξέρεις», είπε ο pirandello. «Μπορεί να φτάσω στην αγνωσία, να βγω απ’ τη συνείδησή μου. Και να δω τον εαυτό μου να περιφέρεται στον χρόνο, να τον δω να γερνάει, να πεθαίνει και να γεννιέται ξανά. Και το πρωί να είμαι πάλι εδώ και να μη θυμάμαι τίποτα. Γι’ αυτό θέλω έναν μάρτυρα, να το δει κάποιος». «Μα πώς μπορώ να δω εγώ τι θα σκέφτεσαι;» «Θα είναι κάτι υπερφυσικό, θα το νοιώσεις… θ’ αρχίσω να παραμιλώ, να ουρλιάζω, να βγάζω αφρούς, θα πέσω ξερός, ή θα σουλατσάρω στο ταβάνι, θα ξαμοληθώ με μια χρυσή κλωστή στον ουρανό, κάτι θα δεις». «Εντάξει», είπα, έσβησα το τσιγάρο μου κι έφυγα. Αλλά φυσικά δε μπόρεσα να κοιμηθώ.