Σάββατο, 14 Ιανουαρίου 2012

Ο καφές του pirandello

Ως την ώρα που του πήγα το πρωινό του όλα έδειχναν ότι είχαμε ξεπεράσει την κρίση. Ο Pirandello διάβαζε ήσυχος το βιβλίο του κι έδειχνε πολύ ευχαριστημένος. «Ευχαριστώ», είπε κι ύστερα διάβασε: «Κάθισε στο τραπεζάκι πλάι στο παράθυρο του γραφείου του, έβγαλε το καπάκι που έκρυβε το πρόγευμα του, είδε στο πιάτο το ψωμάκι, την ομελέτα και το λουκάνικο, έβαλε καυτό σκέτο καφέ από την ασημένια καφετιέρα και άνοιξε την πρωινή εφημερίδα του». Κατέβασε το βιβλίο και κοίταξε τα αντικείμενα στο τραπεζάκι, μπροστά του. «Θεέ μου», αναρρίγησε. «Εδώ γράφει ότι ζω τη ζωή ενός άλλου, πώς είναι δυνατόν;»

Τρίτη, 3 Ιανουαρίου 2012

Η «αφωνία» του Pirandello

«Τι είναι όλα αυτά τα μπαγκάζια;», ρώτησα μπαίνοντας, «ταξιδάκι θα πας;»
Αντί απάντησης ακούστηκε ένα μουγκρητό απ’ το άλλο δωμάτιο, τέτοιο που έβαλα κακό με τον νου μου κι έτρεξα προς τα ‘κει που ερχόταν ο ήχος. Ο Pirandello φορώντας ένα φανταχτερό κιμονό καθόταν οκλαδόν στο πάτωμα της κουζίνας, σε θέση λωτού, με τα μάτια κλειστά και διαλογιζόταν. «Με τρόμαξες καημένε», του είπα, «με κοψωχώλιασες». Αυτός δεν έβγαλε μιλιά.
Πήγα, ήρθα, αυτός εκεί. «
Θα παγώσει ο κώλος σου έτσι που κάθεσαι στις πλάκες», του είπα. Αυτός τίποτα.
«Θα κρατήσει πολύ αυτό το αστείο;», ρώτησα πάλι, «αν δε με θες τίποτα να φύγω». Ούτε μια σύσπαση, τίποτα.
Τακτοποίησα λίγο εκείνο το χάος στο τραπέζι, άδειασα τα τασάκια απ’ τα αποτσίγαρα, έπλυνα τα φλιτζάνια, πήγα τα σκυλιά βόλτα και ξαναγύρισα. Αυτός ήταν πάντα στην κουζίνα, ένα με το πάτωμα.
Ήρθε ένα μήνυμα και πήγα να δω στον υπολογιστή. Ήταν ανοιχτός στη σελίδα του moog και πάνω - πάνω έγραφε: «Άφωνοι καιροί». Έτσι κατάλαβα.
«Θα μπορούσες να βρεις άλλον τρόπο να δηλώσεις συμπάθεια», του είπα αργότερα, όταν ψηνόταν στον πυρετό. «Θα πιείς τώρα το τσάι ή να σου κάνω μήπως πορτοκαλάδα;»
Μούγκρισε αντί άλλης απάντησης και τα μάτια του θαμπά κοίταζαν τον ουρανό.
«Πρέπει να πιεις κάτι , θ’ αφυδατωθείς», είπα αλλά γύρισε τα μούτρα αλλού. «Θα φας έστω μια φρυγανιά; Θες να σου βράσω ένα αυγό;»
Αυτή τη φορά κόντεψε να τα γυρίσει ανάποδα, ξέχασα ότι δεν τρώει αυγό. Μούγκρισε πάλι, αλλά δεν άνοιξε το στόμα του. Του έβαλα μια κρύα κομπρέσα και τον έβαλα να καταπιεί με το ζόρι ό,τι χάπια βρήκα. Τώρα μουγκρίζει στον ύπνο του αλλά μιλιά.
«Αυτό μας έλειπε… πάνω που ήθελα να πάμε εκείνο το ταξιδάκι», παραπονιόμουν.
Εκείνος άνοιξε κάποια στιγμή επιτέλους τα μάτια του. «Πες μου ότι είσαι καλύτερα», είπα και του σουλούπωσα κάπως το μαξιλάρι, «πες μου πως θα πάμε τελικά εκείνη την εκδρομή που μου έλεγες, να δούμε τα χιόνια».
Έβγαλε πάλι εκείνον τον βρυχηθμό, σαν γουρούνι που το σφάζουν, τον έπιασαν σύγκρυα . Ύστερα έπεσε πάλι ξερός. Και τώρα κάθομαι εδώ και περιμένω γιατρό. Κι αυτός, στριφογυρίζει στο κρεβάτι σαν να βλέπει κάποιο κακό όνειρο, σαν να ψήνεται στα καζάνια της κόλασης. Κι από μιλιά τίποτα, λέξη.
Μας μάτιασαν. Τι Άλο να πω;
Θα ‘ρθει κι ο γιατρός και θα τον δει να φοράει και κιμονό… να του το βγάλω; Καλύτερα κιμονό παρά να ήταν γυμνός θα μου πεις, σωστό κι αυτό. Καλά, τι του ‘ρθε να βάλει σήμερα κιμονό με τέτοιο καιρό;