Πέμπτη, 30 Απριλίου 2009

Ο παραλογισμός κι ο Pirandello

-Τι πάει να πει παράλογο;
-Κάτι που υπερβαίνει τη λογική, που είναι κατά λέξη παρά τη λογική, πέρααπό τη λογική, λέγεται και υπέρλογο. -Και θεωρείται καλό ή κακό αυτό; -Μπερδεύει τις περισσότερες φορές, δημιουργεί σύγχυση, αμφιβολίες. Είναισαν ομιχλώδες τοπίο. Επομένως πολλοί θα το έλεγαν κακό - άλλοι, αναγκαίογια την τέχνη, την ονειροπόληση, κλπ -και εσύ πιστεύεις πως είμαι παράλογος; -Θα έλεγα ακριβώς το αντίθετο απ όσο σε γνωρίζω. Νομίζω πως είσαιυπερβολικά λογικός. Ίσως μερικοί να σε λένε όμως έτσι λόγω κάποιωνγραπτών σου όπως αυτά της επιστημονικής φαντασίας, ας πούμε. Πιστεύωόμως ότι το θέμα του ότι δε βλέπεις, είναι από μόνο του τόσο παράλογοπου είναι φυσικό μερικές φορές να γράφεις έτσι. Ίσως και λόγω έλλειψηςγια καιρό οπτικών ερεθισμάτων. -Η τύφλωση είναι παράλογη; ο τυφλοπόντικας είναι κι αυτός παράλογος; ένας αχινός; -Μόνο εσύ μπορείς να το ξέρεις - ξεκινάμε λοιπόν από αυτό. Αλλά επειδήμε ρωτάς, δεν πιστεύω πως η τύφλωση είναι από μόνη της παράλογη αλλάαυτό το οποίο ζεις μαζί της, εννοώ το γεγονός της μη όρασης. Ίσως ναήταν πιο "λογικό" ας πούμε να μην έβλεπε κάποιος εκ γενετής. Τότε, ανμια μέρα έβλεπε ξαφνικά, αυτό θα ήταν γι αυτόν τελείως παράλογο ωςγεγονός γιατί δεν το ήξερε καν πώς είναι. Διαφοροποιεί την εσωτερικήτου θέαση. Δε θα έλεγα ότι ζεις κάτι παράλογο. Κάτι διαφορετικόσίγουρα. Και νομίζω πως αν για κάποιο λόγο ζούσες τελείως μόνος στονκόσμο δε θα δυσκολευόσουν τόσο όσο τώρα που θα πρέπει να δίνειςεξηγήσεις σε εκείνους που προσπαθούν να σε καταλάβουν, εκ του ασφαλούς.
«Δεν ξέρω τι είναι ή τι δεν είναι παράλογο» είπε ο Pirandello, «ξέρω όμως ότι τα πράγματα είναι πολλές φορές πολύ πιο απλά απ’ ό,τι νομίζουμε».

Τρίτη, 28 Απριλίου 2009

Τα πρόβατα κι ο Pirandello

«Τι ήρθαμε να κάνουμε εδώ;» τον ρώτησα αφού είχα κουραστεί να περιμένω με τις ώρες.
«Φαντάζομαι πως είμαστε υποχρεωμένοι κατά κάποιο τρόπο ν’ ανακαλύψουμε κάτι» είπε ο Pirandello, «το νόημα της ζωής ή γιατί φυτρώνουν μ’ αυτόν τον τρόπο οι φράουλες κι όχι αλλιώς, γιατί πετάνε έτσι τα πουλιά και γιατί όχι κι εμείς… διάφορα πράγματα… αλλιώς τι νόημα έχει το ότι βρισκόμαστε εδώ αυτή τη στιγμή και μιλάμε, το ότι είσαι καμωμένος έτσι που είσαι κι εγώ επίσης… αλλιώς… αλλιώς τι;».
Στεκόμασταν στο ψηλότερο σημείο που μπορούσαμε να σταθούμε, εξασφαλίζοντας έτσι μια πανοραμική θέα, με μια κίνηση έβλεπες την τελειότητα και την ασημαντότητα αυτού του κόσμου ταυτόχρονα… αλλά και πάλι, αδυνατούσα να κατανοήσω γιατί αυτό δεν μπορούσαμε να το κάνουμε κι απ’ το σπίτι μας.
«Εννοούσα απλώς τι ήρθαμε να κάνουμε εδώ, εδώ συγκεκριμένα» είπα.
«Δεν νοιώθεις μια ανάταση εδώ; Δεν νοιώθεις τυχερός που είδες κάτι τόσο όμορφο, τόσο μοναδικό;» ρώτησε.
Ένα κοπάδι πρόβατα περνούσε αμέριμνο ‘κείνη την ώρα μπροστά μας. Ένας τσοπάνης τα καθοδηγούσε προφέροντας κάτι ακατανόητα καλέσματα που εκείνα έδειχναν ν’ αντιλαμβάνονται.
«Με συγχωρείς» είπε ο Pirandello και τον είδα να πλησιάζει τον τσοπάνη και να τον ρωτά κάτι. Ο τσοπάνης του έδειξε κάτι μακριά, κάτι του είπε κι ο Pirandello και μετά γύρισε σε ‘μένα.
«Κάνει κάθε μέρα την ίδια διαδρομή» είπε.
«Και τι μας ενδιαφέρει εμάς αυτό;» ρώτησα.
«Δεν μας ενδιαφέρει» είπε ο Pirandello ενώ παρακολουθούσε το κοπάδι που απομακρυνόταν.
Για μια στιγμή μου ‘ρθε να του πω αν είχαμε πάει εκεί για να μετράμε τα πρόβατα αλλά δεν μίλησα.
«Δυστυχώς, τίποτα δεν μας ενδιαφέρει νομίζω» είπε εκείνος. «Κι αναρωτιέμαι σε τι διαφέρουμε απ’ αυτά τα πρόβατα τώρα».

Παρασκευή, 24 Απριλίου 2009

Τα “οικογενειακά” του pirandello

ο καιρός είναι όμορφος, οδεύουμε στο τέλος της άνοιξης, πρέπει να δούμε τι θα κάνουμε φέτος με τις διακοπές… γιατί δόξα να ‘χει ο Κύριος είμαστε και πολλοί, καλά να ‘μαστε.
Ώρες – ώρες σκέφτομαι πόσο δίπλα μας είναι η ευτυχία καμιά φορά, εμείς λίγο έλειψε.
Τρία γεγονότα διασάλευσαν την οικογενειακή μας γαλήνη εκείνο το καλοκαίρι. Το ότι εγώ επισημοποίησα τη σχέση μου με την ωραιότατη υπηρέτρια που είχαμε, το ότι η γυναίκα μου τα ‘φτιαξε επιτέλους με την παιδική της φίλη και το ότι ο γιός μας βρήκε κι αυτός γκόμενο. Αυτά τα τρία ενώ κανονικά θα έπρεπε να επιφέρουν επιτέλους την ευτυχία, επέφεραν στον πατέρα μου ένα εγκεφαλικό και στην πεθερά μου ένα μεγάλο καρδιακό επεισόδιο, λόγους για τους οποίους κι οι δύο κατέληξαν. Ευτυχώς οι δυσάρεστες αυτές συνέπειες ήρθαν αμέσως μετά τα γεγονότα στις αρχές του καλοκαιριού κι έτσι μπορέσαμε μετά τα σαράντα να κάνουμε τις διακοπές που είχαμε ως οικογένεια προγραμματίσει.
Το βασικό πρόβλημα ήταν το ζωντανό, όλοι αγαπούσαν τον Λύκο αλλά ποιος να τον πρωτοπάρει; Αυτό μας αναστάτωσε και αφού συσκεφτήκαμε αρκετά, πράγμα που είχαμε να κάνουμε χρόνια, αποφασίσαμε να τον παίρνουμε εναλλάξ. Ο Λύκος αν και απέκτησε έτσι δύο ακόμα σπίτια, έδειχνε ολοφάνερα τη δυσαρέσκειά του και άρχισε να δαγκώνει, ανεξαιρέτως. Επισκεφτήκαμε ψυχίατρο όπως μας σύστησαν κι αυτός απεφάνθη πως καλύτερα το σκυλί να μείνει στο παλιό του σπίτι που αισθάνεται οικεία και ασφαλής, όπως και κάναμε. Τώρα αντί να πηγαινοφέρνουμε τον σκύλο πηγαινοερχόμαστε εμείς, το μπάνιο έχει γεμίσει οδοντόβουρτσες και δεν τα βρίσκουμε στις μέρες αλλά ο Λύκος μας ηρέμησε.
Ξέχασα ν’ αναφέρω ότι για τις δουλειές προσλάβαμε μία Βουλγάρα την οποία πληρώνουμε από κοινού και όχι όπως παλιά που τα πλήρωνα όλα εγώ, να δουν κι οι άλλοι τη γλύκα. Την Κυριακή που φάγαμε όλοι μαζί είπαμε να βγάλουμε άδεια και να ρίξουμε τα δύο πατώματα που θέλαμε πάντα και να μένουμε πάνω – κάτω στο μέλλον, η γυναίκα μου θ’ αναλάβει τη διακόσμηση με τη φίλη της που είναι ειδική, τη δε οικοδομή θ’ αναλάβει ο φιλαράκος του γιού μας που είναι κι αρχιτέκτονας. Έτσι θα κόψουμε τα σούρ’ τα – φέρ’ τα και θα μειώσουμε και τα έξοδα, με το δάνειο δε που θα πάρουμε θα πάρω κι εγώ το σκαφάκι που ‘χω υποσχεθεί στη δικιά μου τόσο καιρό τώρα.
Σήμερα που έπινα τον καφέ μου με θυμήθηκε ένας φίλος απ’ τα παλιά, χώρισε λέει και τώρα έχει τραβήγματα με δικαστήρια, διατροφές και δεν ξέρω κι εγώ τι. Του είπα πως πολύ λυπάμαι αλλά μέσα μου πολύ χάρηκα που εμείς σαν οικογένεια δεν είχαμε ποτέ τέτοια θέματα. Αυτός όμως ποτέ δεν ήταν προχωρημένο άτομο όπως εμείς… καλά να πάθει.

Κυριακή, 19 Απριλίου 2009

Το “Πάσχα” του Pirandello

Είχαμε δέσει στ’ ανοιχτά του λιμανιού κι ο ήλιος τώρα προσπαθούσε να ξεμυτίσει μες απ’ τα σύννεφα.

«Το κατάρτι είναι που τρίζει;» ρώτησε ο pirandello, «ή το σκαρί;»

Βλέπαμε μπροστά μας την Ύδρα, φαινόταν καθαρά τα σπίτια, το πήγαινε – έλα στην προκυμαία.

«Πόσο βαραίνει τους ποιητές το Πάσχα, τα Θεία πάθη…» είπε με τα μάτια κλειστά να μην ζαλίζεται, «ενώ εμείς οι άλλοι απλώς μετράμε τις αργίες, πότε θα ξημερώσει Κυριακή. Από πριν έτοιμες οι σούβλες, τα κοκορέτσια αλατοπιπερομένα, απ’ το πρωί ν’ ανάψουμε τα κάρβουνα, μην μας πάρει το μεσημέρι και δεν φάμε».

Εγώ είχα δυσπεψία απ’ τα χθεσινά και δεν μίλαγα.

«Ελάχιστο δάκρυ την ώρα της αποκαθήλωσης, τα αυγά βαμμένα από την Πέμπτη, τα τσουρέκια πλασμένα και ψημένα στους 180, κατά γράμμα του Παρλιάρου η συνταγή. Ναι, τα πάμε πολύ καλά με τα έθιμα, δυο πιάτα η μαγειρίτσα στον καθένα, κρασί που το ευλόγησε κι ο Κύριος - που λέει ο λόγος - «δεν ήταν ακριβά» ο απολογισμός».

Εγώ χαιρετούσα κάποιον γνωστό που μας κουνούσε το χέρι απ’ την ακτή.

«Ευτυχώς που υπάρχουν οι ποιητές να λέμε» συνέχισε σαν από άλλο έργο. «Να κλαίνε για ‘μας».

Τρίτη, 14 Απριλίου 2009

“Μια μέρα του…” pirandello

Ξυπνάς λοιπόν ένα πρωί κι ανακαλύπτεις πως έχεις όσο χρόνο θες, επιτέλους. Μετά καταλαβαίνεις πως ό,τι έγινε, έγινε στην ώρα του και πως έχεις μεν τον χρόνο που θες, δεν έχεις τι να τον κάνεις όμως κι εύχεσαι να ήταν όλα όπως πριν, να μην είχες χρόνο, με τίποτα που λέει ο λόγος δεν είναι ευχαριστημένος κανείς, φαύλος κύκλος.
Πας έξω να πιείς ένα καφέ, να σκεφτείς, παραγγέλνεις κι ανάβεις ένα τσιγάρο να τα βάλεις σε μια σειρά και σου φέρνουν μια σόδα. Έχει κάνει λάθος το χαρτάκι ο σερβιτόρος αλλά εσύ έχεις πηδήξει απ’ το παράθυρο, δι’ ασήμαντον αφορμή.
Λες εντάξει, δεν μπορεί να ‘ναι όλα τόσο άσχημα, πας μια βόλτα για να ξεσκάσεις κι εκεί στην ερημιά έρχεται και σε κουτσουλάει απ’ το πουθενά ένα πουλί, αν είναι να σου τύχει θα σου τύχει, δεν χωράει αμφιβολία, αν έχεις τύχη διάβαινε δηλαδή.
Ο γιατρός σου συστήνει κι άλλες εξετάσεις, δεν έχεις σου λέει τίποτα, θα πάρεις τα τάδε ηρεμιστικά, χρειάζεσαι άσκηση, να κάνεις παρέα με φίλους, να βγαίνεις… απ’ έξω – απ’ έξω δηλαδή ότι είσαι σκατά, το προσπερνάς τέλος πάντων και προσπαθείς να παραμείνεις ήρεμος, πας σπίτι και σου ‘ρχεται ένας λογαριασμός και θες να πέσεις στα ναρκωτικά.
Τρως κάτι ελαφρύ γιατί αν φας ας πούμε τηγανιτά θα σε ξεκάνει το στομάχι και πέφτεις να ξεραθείς μια ώρα, να σου φύγει αυτό το βάρος… αλλά πώς;
Σε βρίσκει το ξημέρωμα να ‘χεις καπνίσει ένα πακέτο, να ‘σαι πτώμα στην κούραση. Αλλά τι ανάγκη έχεις εσύ; Έχεις όσο χρόνο θες. Και πρέπει να κόψεις και το τσιγάρο…

Τετάρτη, 8 Απριλίου 2009

Οι σκέψεις του Pirandello

Λοιπόν έχω την αίσθηση πως έχουμε βγάλει τις μεζούρες και μετράμε.. ο ένας τον άλλον, οι άλλοι τους άλλους, οι άλλοι εμάς. Τι διάολο βγαίνει τώρα απ’ αυτό μην με ρωτάς, τίποτα μάλλον, είναι εντελώς άσκοπες αυτές οι μετρήσεις. Μιλάω εδώ για τα blogs και συζητώντας το πρωί γι’ αυτό μου ‘ρθε κι η επιφοίτηση, για το τι ακριβώς είναι blog.
Είναι λοιπόν ένα δημόσιο μέσο επικοινωνίας, ένα είδος λεωφορείου δηλαδή, που ανεβαίνει ο κάθε λογής. Αν το συσχετίσεις τώρα με ένα πραγματικό λεωφορείο θα σκεφτείς αυτόματα «μα τι έχω να πω εγώ τώρα μ’ όλους αυτούς τους άγνωστους;»… «άσχετους» θα πεις αλλά για να είμαστε κόσμιοι…
Το περίεργο είναι πως ενώ σ’ ένα λεωφορείο ο ένας θα σου ξίνιζε κι ο άλλος θα σου βρώμαγε, εδώ κάνεις τεμενάδες αν τύχει κάποιος να σου πει μια κουβέντα.
Συμπέρασμα: «Κανείς δεν τη θέλει αυτή την κυρία Μοναξιά».
Έχω άδικο μήπως;

Πέμπτη, 2 Απριλίου 2009

Ο Θάνατος κι ο Pirandello

Ο pirandello επέστρεψε σαν να μην είχε συμβεί τίποτα, με παρακάλεσε να ειδοποιήσω όποιον τυχόν ανησύχησε κι έπεσε για ύπνο, θα τα λέγαμε, είπε το πρωί.

«Τι έγινε τελικά;» τον ρώτησα, ελπίζοντας να μου λύσει το μυστήριο.
«Τίποτα» είπε. «Ο Θάνατος αστόχησε, ως συνήθως».