Πέμπτη 20 Νοεμβρίου 2014

Το Βατικανό κι ο pirandello.

«Τα ‘μαθες;» ρώτησα μπαίνοντας. Καμία απάντηση. «Μπλέξαμε» σκέφτηκα. Μετά άρχισα να τον φωνάζω και να τον ψάχνω από δωμάτιο σε δωμάτιο. Δεν ήταν πουθενά. Περίμενα λίγο. Μετά τον έψαξα στον κήπο, ούτε εκεί ήταν. Βγήκα και πήγα μέχρι το καφενεδάκι της παραλίας, δεν τον είχε δει κανείς. Και όταν είδα πως το αυτοκίνητο ήταν στο σπίτι άρχισα ν’ ανησυχώ, μέχρι και την αστυνομία σκέφτηκα. Κάπνισα δυο - τρία τσιγάρα, μπας και φανεί. Στο τέλος το αποφάσισα, θα ‘παιρνα το 100. Και ‘κείνη τη στιγμή ακριβώς χτύπησε το τηλέφωνο. «Ναι» είπα ενώ προσευχόμουν από μέσα μου να ‘ναι εκείνος και να μην ακούσω ως συνήθως τίποτα δυσάρεστο. «Το φαντάστηκα πως θα ήσουν εκεί» είπε ο Pirandello, «έρχομαι». «Πού είσαι διάολε;» του φώναξα, «γιατί δεν αφήνεις ένα σημείωμα;¨» «Είχα δουλειά και βιαζόμουν» μου είπε. «Τώρα είμαι στο ταξί». «Έχω να σου πω νέα, θ’ αργήσεις;» «Έχει κίνηση, δεν ξέρω. Τι τρέχει;» «Με θέλουν για συνέντευξη». «Το ξέρω» είπε απαθής, «θα τα πούμε αφού έρθω». «Πού το ξέρεις;» ρώτησα, «εγώ δεν έχω μια ώρα που το ‘μαθα». «Το ξέρω γιατί εγώ το κανόνισα. Και τώρα βιάζομαι γιατί πρέπει να σου πω και τι θα τους πεις, εσύ είσαι κάπως μπουνταλάς». «Τι πάει να πει εσύ το κανόνισες; «Από πού κι ως πού; Γιατί δεν μου είπες τίποτα;» «Γιατί θα μου ‘λεγες όχι. Τώρα που κανονίστηκε δε μπορείς να αρνηθείς, τέλειωσε». «Και πού τους ξέρεις εσύ αυτούς;» «Ξεχνάς πως είμαι Ιταλός». «Και τι σχέση έχει αυτό;» «Το περιοδικό είναι ιταλικό, θυμάσαι;» «Ποιο περιοδικό είναι ιταλικό;» «Θα με σκάσεις. Αυτό απ’ το οποίο θα σου πάρουν τη συνέντευξη». «Εμένα δεν μου είπαν τίποτα τέτοιο, μου μίλησαν για ένα ηλεκτρονικό περιοδικό… δηλαδή δεν ανέφεραν τίποτα, ούτε Ιταλίες ούτε τίποτα». «Μην ανησυχείς για τη γλώσσα θα σου τα μάθω εγώ και εσύ θα τα πεις, μια μέρα δουλειά είναι». «Μα δε μου μίλησαν ιταλικά». «Μπορεί να ξέρουν ελληνικά, πού να ξέρω». «Ήταν μια κοπέλα». «Φυσικά και θα ήταν κοπέλα, έτσι γίνεται. Στους άντρες στέλνουν γυναίκες. Και στις γυναίκες άντρες, είναι οργανωμένοι». «Για να το λες έτσι θα ‘ναι». «Θα μιλήσεις για τη σχέση της καθολικής εκκλησίας και της τέχνης, τα ξέρεις αυτά». «Ποιας καθολικής εκκλησίας; Τι δουλειά έχει η καθολική εκκλησία;» «Ξεχνάς ότι είμαι και καθολικός». «Και τι σχέση έχει αυτό; Και τι ξέρω να πω εγώ για την καθολική εκκλησία και την τέχνη; Εμένα μου είπαν πως θα μιλήσω για τη δουλειά μου». «Έτσι σου είπαν απ’ το τηλέφωνο, δε λέγονται αυτά απ’ το τηλέφωνο, υποτίθεται πως το Βατικανό δεν ανακατεύεται σε τέτοια πράγματα». «Δεν καταλαβαίνω, τι δουλειά έχω εγώ με το Βατικανό;» «Θα στα πω από κοντά, δε μπορώ να μιλάω απ’ το ταξί». «Εμένα με ρώτησαν αν θέλω να τους μιλήσω για τη δουλειά μου, για τα έργα μου, γι’ αυτά που γράφω. Τι δουλειά έχει το Βατικανό κι η εκκλησία;» «Δεν ξέρω». «Πώς το λένε το περιοδικό;» «Δε θυμάμαι, ΒΑΤΙΚΑΝΟ νομίζω». «Κάποιο λάθος θα κάνεις, εμένα μου το είπαν αλλιώς». «Μ’ αμφισβητείς; Σου λέω πως εγώ το κανόνισα, από εκεί έρχομαι». «Πότε το κανόνισες;» «Δηλαδή δεν το κανόνισα ακόμα, μια συζήτηση έκανα». «Εμένα με πήραν εδώ και πέντε ώρες, εσύ πότε τους μίλησες;» «Ε… πριν από λίγο… έκανα μια ώρα να έρθω». «Γι’ αυτό δε μου λέει τίποτα το ΒΑΤΙΚΑΝΟ κι η καθολική εκκλησία, γιατί με πήραν από αλλού». «Τι να σου πω» έκανε. «Βατικανό είναι, κάνει φαίνεται και θαύματα». Και μου έκλεισε το τηλέφωνο.