Παρασκευή, 1 Ιανουαρίου 2010

“Καλή χρονιά Pirandello”

Αφού είχαμε παρακολουθήσει ούτε κι εγώ ξέρω πόσες Πρωτοχρονιές όλη τη μέρα στην τηλεόραση, στις 12 παρά 1 περίπου, ο pirandello έσβησε όλα τα φώτα και βγήκε στον κήπο, να υποδεχθεί όπως είπε, τη νέα χρονιά. Σε κάτι τέτοια ζητήματα δε σηκώνει κουβέντα, είναι πολύ του εθιμοτυπικού, οπότε δεν του έφερα καμία αντίρρηση και τον ακολούθησα. Στις 12 ακριβώς η θέα απ’ το μπαλκόνι ήταν εξαιρετική καθώς δεκάδες βεγγαλικά έκαναν τη νύχτα – μέρα, ανοίγοντας τις βεντάλιες τους στον ουρανό. Ο Pirandello δίπλα μου χειροκροτούσε όλος χαρά. Εγώ απορούσα με το τόσο κέφι και περίμενα να τελειώσει πώς και πώς αυτό το πανηγύρι, να πάμε να φάμε επιτέλους σαν άνθρωποι και τέλος πάντων, όλα αυτά κάποια στιγμή τέλειωσαν.
«Ωραία δεν ήταν;», ρώτησε πηγαίνοντας προς την πόρτα.
«Καλά ήταν», είπα κι εγώ και στάθηκα δίπλα του.
«Θύμισε μου που θα τρώμε να σου πω για την Πρωτοχρονιά του 57», είπε χτυπώντας με στην πλάτη, «ήμασταν όλοι που λες μαζεμένοι… άντε λοιπόν, γιατί δεν ανοίγεις;», ρώτησε τρίβοντας τα χέρια του, γιατί την ψυχρούλα του την είχε.
«Δεν έχω κλειδιά», είπα, «νόμιζα πως πήρες εσύ».
Με κοίταξε με μάτια που λες και θα ‘βγαιναν από τις κόγχες τους, «δηλαδή… δηλαδή θες να πεις… πως μείναμε απ’ έξω;», ψέλλισε.
Δεν μπορούσα να πιστέψω πως είχαμε ένα ωραιότατο τραπέζι στρωμένο και θα καθόμασταν έξω να το κοιτάμε. «Ηρέμησε», είπα προσπαθώντας να κρύψω την απελπισία μου, «θα βρούμε μια λύση».
«Να υποθέσω πως ούτε κλειδιά αυτοκινήτου έχουμε, ούτε τηλέφωνο βέβαια», είπε ελπίζοντας ποιος ξέρει σε τι.
«Να βρούμε έναν κλειδαρά», είπα για να προλάβω την έκρηξη.
Τα σκυλιά ήρθαν και τρίφτηκαν στα πόδια μας.
«Από πού ήρθαν αυτά; Δεν ήταν μέσα;»
«Μέσα ήταν», πρόλαβα να πω ενώ εκείνος είχε κάνει μεταβολή κι είχε αρχίσει ήδη να τρέχει.
«Η πόρτα της κουζίνας», φώναξε, «αν υπάρχει Θεός μας λυπήθηκε».
Ύστερα από λίγο τσουγκρίζαμε τα ποτήρια μας. Δυο – τρία κούτσουρα καίγονταν στο τζάκι, κεράκια τρεμόπαιζαν στο γιορτινό τραπέζι κι η τηλεόραση έδειχνε σ’ επανάληψη show από άλλες Πρωτοχρονιές.
«Καλή χρονιά Pirandello», είπα.
«Καλή χρονιά», είπε. Αλλά είχε μια έκφραση σαν να μην το πολυπίστευε.
«Καλή θα είναι», επέμεινα.