Κυριακή 1 Δεκεμβρίου 2013

ΠΟΛΙΤΙΚΟΛΟΓΙΕΣ - ΔΕΛΤΙΟ ΚΑΙΡΟΥ ΚΑΙ ΠΙΘΑΝΟΤΗΤΕΣ

«Δεν τα φάγαμε μαζί βέβαια αλλά το ότι το αφήσαμε να φτάσει μέχρι εδώ… φυσικά ήταν δική μας υπαιτιότητα. Φρόντισαν βλέπεις οι κυβερνώντες - δε θα πω Τυραννικό καθεστώς - να στιγματίσουν λέξεις όπως επανάσταση ή αντίσταση. Και ενώ κάποτε οι λέξεις ήταν συνώνυμες με την ελευθερία ή τη θέληση του λαού, παρερμηνεύτηκαν και σημαίνουν παραβατική δραστηριότητα και διώκονται. Έβαλαν τα ΜΜΕ να το κάνουν αυτό. Μετά προχώρησαν στον διαμελισμό και κατακερμάτισαν τους πολίτες σε φατρίες, τάξεις και επαγγέλματα, εξολοθρεύοντας το ένα μετά το άλλο, ξεχωριστά - πρώτα την οικονομία, ύστερα την παιδεία, μετά την υγεία και αύριο ό,τι άλλο απέμεινε. Για το κράτος φταίνε πάντα οι πολίτες. Πολύ στο βάθος διακρίνω μάλλον ένα δίκιο σ’ αυτό. Λόγω της δικής μας βαρεμάρας και ανοχής. Και για μια θεσούλα πιθανόν, οπουδήποτε. Έτσι δεν πάει πουθενά όμως παρά μόνο στο χάος και στην κονιορτοποίηση». «Το βλέπω», είπα και συνέχισα το σκάψιμο. Είχα σκάψει αρκετά και τώρα έβρισκα χώματα που ο pirandello τα φτυάριζε σ’ ένα καρότσι και πήγαινε και τα πέταγε κάπου. Παράλληλα μου εξηγούσε διάφορα τέτοια, πολιτικά που στην κατάστασή μας δε μπορούσα να καταλάβω τι πρόσθεταν. «Ξέρεις πάνω - κάτω τι καιρό κάνει έξω;», ρώτησα σε κάποια ανάπαυλα. «Φαινομενική καλοκαιρία», είπε ο pirandello. «Αλλά εδώ κάτω δε μας επηρεάζει, έχουμε σταθερή θερμοκρασία». «Το διαπίστωσα. Αλλά ρωτάω από περιέργεια». «Την τελευταία φορά που άκουσα δελτίο έλεγε πως θα πέσει και πως θα ‘χουμε μέχρι και χιόνια». «Άρα δεν ξέρουμε, χθες βράδυ μπορεί και να χιόνισε». «Ναι, μπορεί… κι αν δε χιονίσει θα βρέξει. Δεν καταλαβαίνω γιατί ενδιαφέρεσαι». «Δεν ενδιαφέρομαι, προσπαθώ να ‘χω το μυαλό μου απασχολημένο γιατί αυτή η κατάσταση δεν είναι και ό,τι καλύτερο όπως καταλαβαίνεις». «Να ζεστάνω κάτι στο γκαζάκι να φάμε;» «Πού θα το βρεις;», ρώτησα έκπληκτος. «Έχω κάποιες προμήθειες… τίποτα το ιδιαίτερο, μη φανταστείς, κάτι κονσέρβες και τέτοια». «Έχεις και νερό;» «Έχω. Εμφιαλωμένο. Δεν έχω ανέσεις αλλά αυτά που θα μας επιτρέψουν να επιβιώσουμε τα ‘χω. Χρειάζεται ρέγουλα όμως». «Πιστεύεις δηλαδή πως υπάρχει κάποια ελπίδα;» «Όχι, βασίζομαι στον νόμο των πιθανοτήτων». «Και τι πιθανότητες έχουμε;» «Πολλές… αν λάβεις υπόψη σου τα λεγόμενα του δικηγόρου». «Ναι. Μόνο που αυτός λέει κι εγώ σκάβω, δε σκάβει αυτός». «Θα βγούμε, είναι απλά μια σκληρή φάση. Μετά θα βγούμε έξω και θα πανηγυρίζουμε τη νίκη μας, αυτό να σκέφτεσαι». «Ή θα θαφτούμε για πάντα εδώ κάτω». «Προτιμώ να σκέφτομαι θετικά, πως θα τα καταφέρουμε». «Κουράστηκα», είπα, «δεν αντέχω». «Μη λιγοψυχάς τώρα, να σκέφτεσαι πως μας μένουν μόνο μερικά μέτρα, να κοίτα», είπε κι έβαλε το χέρι του στην τρύπα, «το χώμα είναι νωπό». «Και τι πάει να πει αυτό;» «Ότι κοντεύουμε, αυτό θα πει, ότι δε θα μας πάρει καιρό». «Αυτό είναι ένα αυθαίρετο συμπέρασμα, μπορεί απ’ την άλλη να είναι μια λακκούβα γεμάτη νερό, να δώσω άλλη μια και να μπουκάρει εδώ μέσα νερό. Και αντί να βγούμε να μπει αυτό εδώ μέσα και να μας πνίξει». «Καταλαβαίνω πως σκέφτεσαι αλλά δες το κι αλλιώς». «Πώς να το δω;» Ότι ήσουν χαμένος, έτσι κι αλλιώς και πως τώρα έχεις μια πιθανότητα». «Έχεις ένα τσιγάρο;», ρώτησα κι έκατσα κι εγώ κατάχαμα. Ο pirandello έβγαλε την ασημένια ταμπακιέρα του… γιατί η πολυτέλεια, πολυτέλεια. «Αν σωθούμε θέλω να μου υποσχεθείς πως θ’ αλλάξεις ζωή», είπε, «πως θα ζήσεις σαν κανονικός Άνθιππος». Δε μπορούσα να σκεφτώ καθαρά και η ατμόσφαιρα μύριζε βρεγμένο χώμα… ήταν ημίφως και ακούγονταν μόνο οι ανάσες μας, σαν να ‘μασταν στον κόσμο μόνο εγώ και αυτός. «Στο υπόσχομαι», είπα. «Αν ξεφύγουμε από ‘δω θα ‘μαι… διαφορετικός». «Διαφορετικός είσαι ήδη», είπε, «εγώ θέλω να μου υποσχεθείς πως θα γίνεις κανονικός». «Κανονικός…», επανέλαβα. «Τι πάει να πει κανονικός; Πώς είναι να είναι κάποιος κανονικός;» «Άμα γίνεις θα το καταλάβεις κι αυτό», είπε κι έπιασε τον κασμά να σκάψει με τη σειρά του. Εγώ έσβησα το τσιγάρο μου κι έγειρα πίσω λίγο να κοιμηθώ. «Ξέρει άραγε κανείς πως είμαστε εδώ;», ρώτησα. «Δεν έχω ιδέα», μου είπε. «Αλλά είναι δική μας δουλειά το αν θα βγούμε από ‘δω». Θυμήθηκα ξαφνικά τον κούκο που είχε στο γραφείο, «τι ώρα λες να ‘ναι;», ρώτησα. «Δεν ξέρω», είπε, «νύχτα». Έκλεισα τα μάτια μου να κοιμηθώ. Γκαπ, Γκαπ, Γκαπ, άκουγα μες στον ύπνο μου τον κασμά. Ή ήταν η καρδιά μου που άκουγα; Κάπως έτσι άλλαξε εκείνη τη νύχτα ο μήνας.