Τρίτη 15 Οκτωβρίου 2013

Οι «σχοινοβασίες» του Pirandello.

«Τι κάνεις εκεί πάνω;», τον ρώτησα ενώ εκείνος σχοινοβατούσε στο συρματόσκοινο της μπουγάδας κρατώντας οριζόντιο το κοντάρι της σημαίας. «Όταν βρίσκεσαι ξαφνικά επί ξύλου κρεμάμενος», μου φώναξε, «κάνεις ταχυδακτυλουργικά για να σταθείς όρθιος, ακόμη και κωλοτούμπες. Και καμιά φορά αυτό δεν είναι καθόλου υποτιμητικό… μη σου πω ότι επιβάλλεται κιόλας». «Δεν κατεβαίνεις από ‘κει πάνω να συζητήσουμε σαν άνθρωποι;», του είπα - μόνο που τον έβλεπα μου κοβόταν η ανάσα - «θα πέσεις». «Προετοιμάζομαι», μου είπε ήρεμα και συνέχισε. Τον παρακολουθούσα και προσευχόμουν παράλληλα μέχρι που έφτασε επιτέλους στην άκρη και πήδηξε ολόχαρος κάτω. «Είδες;», είπε, «πανεύκολο». «Και μπορώ να μάθω προς τι αυτή η προετοιμασία;», ρώτησα. «Γιατί η επιβίωση φίλε μου δεν είναι παιχνίδι στην τηλεόραση», μου είπε, «είναι στυγνή, αμείλικτη πραγματικότητα, δεν έχει να κάνει με ηθική, ή δεν ξέρω κι εγώ ποιο άλλο κώλυμα, όταν παίζεις το κεφάλι σου πρέπει να κάνεις κι εσύ κάτι, ο δήμιος δε θα κάτσει να το σκεφτεί εκείνη την ώρα, πρέπει να ‘σαι έτοιμος για όλα». Δεν πολυκατάλαβα ομολογώ αλλά δεν είπα τίποτα, δεν είναι να του βάζεις ιδέες αυτού του ανθρώπου, πάει και τις εκτελεί.

Σάββατο 31 Αυγούστου 2013

Ο ολιγαρκής pirandello

«Το κυριότερο χαρακτηριστικό μας πρέπει να είναι η μικροψυχία», είπα. «Είναι προσωπικό μου συμπέρασμα αυτό βέβαια. Δεύτερο στη σειρά έρχεται η βλακεία και ακολουθεί η αδιαφορία, η ευθυνοφοβία και άλλα. Και μπορεί η λίστα να είναι διαφορετική, ή λιγότερο σημαντική από άλλες αλλά αυτή η κατάταξη δικαιολογεί πολλά πράγματα». «Ο κόσμος μικραίνει όταν τον βλέπεις σύμφωνα με τις δικές σου προσλαμβάνουσες», είπε ο pirandello. «Εγώ θα μπορούσα να φτιάξω άλλη λίστα κι ο άλλος άλλη, δε λένε τίποτα αυτές οι λίστες». «Μπορείς να πεις το ίδιο πράγμα αλλιώς, ή ν’ αλλάξεις τη σειρά αλλά στην ουσία θα λες το ίδιο», είπα, «εξαρτάται απ’ την ώρα που κάνεις τη δήλωση». «Και τι βγαίνει μ’ αυτές τις δηλώσεις; Αν λες πως απευθύνεσαι σε μικρόψυχους ή βλάκες…» «Δεν προσδιόρισα σε ποιους απευθύνομαι». «Απευθύνεσαι θες - δε θες σε κάποιους. Και αυτοί οι κάποιοι είναι ορισμένοι». «Αναφέρομαι σίγουρα και σε κάποιους αλλά η διαπίστωση είναι γενική, δεν έχουν σημασία τα πρόσωπα». «Δεν καταλαβαίνω γιατί ασχολείσαι. Εννοώ με τους βλάκες. Ή μ’ αυτούς τους μικρόψυχους». «Ναι, είναι κουταμάρα μου. Παρ’ όλα αυτά η ζωή θα ήταν αρκετά διαφορετική αν…» «Η ζωή δεν είναι υποθετική, είναι αυτή που είναι. Όλα τα άλλα είναι περιττολογίες». «Ναι, μάλλον», είπα, «προφανώς. Αλλά χωρίς αυτές τις περιττολογίες τι μένει;» «Μένει κάτι σαν το κρασί. Ένα άδειο μπουκάλι κι ένα κεφάλι καζάνι. Και φυσικά μια ωραία βραδιά, δεν είναι αρκετό;»

Κυριακή 2 Ιουνίου 2013

Η απελπισία του pirandello.

Ξημέρωνε. «Θεωρείς δηλαδή πως δε θα το αποφύγουμε;», ρώτησα. «Τι να σου πω; Απίθανο μου φαίνεται», είπε ο pirandello φυλλομετρώντας τα χαρτιά της εφορίας. «Μήπως θα έπρεπε να τα δώσεις αυτά να στα φτιάξει ένας λογιστής; Τι ξέρεις εσύ από λογιστικά;», ρώτησα ύστερα από λίγο, μου καιγόταν η καρδιά να τον βλέπω έτσι απελπισμένο. «Δεν έχει σημασία», είπε εκείνος, «δεν έχει να κάνει με τα ποσά, σε φορολογούν ανεξαρτήτως τι δηλώνεις ή όχι». «Πώς γίνεται αυτό;» «Με νόμους. Είσαι τόσο χρονών, πληρώνεις τόσα. Είσαι απόφοιτος Πανεπιστημίου, άλλα τόσα. Είσαι παντρεμένος άλλα τόσα. Δεν είσαι πάλι άλλα τόσα. Έχεις παιδιά - δεν έχεις, τόσα. Αν το σκεφτείς είναι πολύ απλό σύστημα και πολύ καθαρό, δεν έχεις να κρύψεις κάτι, να τον κλέψεις που λέμε στο ζύγι. Είναι μεγαλοφυΐα αυτός ο Στουρνάρας». «Και τώρα ψήφισαν νόμο που απαγορεύεται να τον βρίσεις». «Δεν υπάρχει κάτι που δεν το φορολογεί, φορολογεί τα ακίνητα, τα αγροτεμάχια, το αυτοκίνητο, τα ταξίδια, το σούπερ μάρκετ, τα φάρμακα που παίρνεις, τις μέρες που είσαι άνεργος, το ρεύμα που έκαψες… όλα τα φορολογεί. Και αν δεν έχεις να τον πληρώσεις προβαίνει σε κατασχέσεις, σε κλείνει εσένα μέσα και σου πουλάει το σπίτι. Δεν είναι απλώς μεγαλοφυΐα, είναι Θεός». «Ναι», είπα. «Αλλά βλέπεις, ό,τι και να κάνουν δεν κουνιέται φύλλο». Σηκώθηκε και πήγε στην κρεβατοκάμαρα και γύρισε μ’ ένα μικρό βαλιτσάκι. «Λοιπόν», είπε, «εγώ πάω. Αν πάω οικειοθελώς μπορεί να τύχω καλύτερης μεταχείρισης». Και έφυγε.

Σάββατο 1 Ιουνίου 2013

Οι θεωρίες του pirandello.

«Στις θεωρίες των καλών ανθρώπων υπάρχει και μια που λέει κάνε το καλό και ρίξ’ το στον γιαλό», είπε ο pirandello. «Πρόκειται για μεγάλου μεγέθους κουταμάρα, συνάδει όμως με τα χριστιανικά ιδεώδη και αυτός είναι ο λόγος που εξακολουθεί να υφίσταται». Με κοίταξε για να δει αν δακτυλογραφώ και όταν σταμάτησα συνέχισε με ‘κείνο το δασκαλίστικο ύφος που μου δίνει στα νεύρα: «πρώτα απ’ όλα αφορά μια μερίδα ανθρώπων - δεν ξέρω κανέναν κακό που θα έκανε καλό, πόσο δε να το ρίξει και στον γιαλό», είπε. «Άρα αφορά μόνο τους καλούς που δε μπορούν παρά να υπηρετούν ένα τέτοιο στάτους», είπα εγώ. «Ακριβώς», έκανε ο Pirandello περιχαρής που τον καταλάβαινα. «Και αυτοί υπάρχουν μέσα απ’ αυτό, επιβεβαιώνονται έτσι στα μάτια τους και στα μάτια των άλλων». «Υπάρχει κι εκεί δηλαδή ίδιον όφελος», είπα εγώ. «Σαφώς», τόνισε ο pirandello. «αλλά το παρακάμπτουμε αυτό γιατί υπάρχει και η περίπτωση να το ρίξουν όντως στον γιαλό και να μην το μάθει κανείς». Περίμενε πάλι λίγο μέχρι να σταματήσω να γράφω κι ύστερα είπε: «αν και κατά τη γνώμη μου έρχεται πάντα κάποια στιγμή που κι αυτοί κάτι αποζητάνε μ’ αυτό, όταν για παράδειγμα έρχονται αντιμέτωποι με τον Θεό, «Θεέ μου», λένε, «εγώ που ήμουν πάντα καλός άνθρωπος…». «Αυτό τώρα προϋποθέτει την ύπαρξη του Θεού», του πέταξα εγώ για να δω τι θα πει. «Ναι», συμφώνησε ο pirandello. «Αλλά μη γράψεις για τον Θεό». «Μα είναι συνυφασμένη η έννοια του Θεού με τον καλό άνθρωπο», είπα εγώ. «Δεν υπάρχει καλό χωρίς τον Θεό». «Σωστά», έκανε ο pirandello. «Αλλά δεν ξέρω αν πρέπει να βάλουμε τον Θεό εδώ. Νομίζω πως θα ταίριαζε στις θεωρίες των κακών ανθρώπων, αυτοί ανακάλυψαν τον Θεό». «Να το γράψω αυτό;», ρώτησα. «Όχι», είπε, «ας μην τον ανακατέψουμε, ξεφεύγουμε απ’ το θέμα μας άμα μιλάμε για τον Θεό». Εγώ παρ’ όλα αυτά το έγραψα.

Παρασκευή 24 Μαΐου 2013

Το «χρυσόψαρο» του pirandello.

«Να, ξάπλωσε εδώ», είπε ο pirandello. «Εννοείς εδώ; Μες στη μέση;» «Ναι. Και αν θες με το κεφάλι απ’ την άλλη μεριά». «Δε μου ‘χες πει ότι ξέρεις κι από μασάζ». «Δε χρειάζεται να ξέρεις για να κάνεις μασάζ, αρκεί να θες». «Σωστά». «Εδώ πονάς;» «Πονάει όλο μου το χέρι, από τον αυχένα μέχρι τα δάκτυλα». «Είσαι μπλοκαρισμένος». «Δεν ξέρω τι είμαι, πονάω». «Σε ανακουφίζει καθόλου;» «Δεν ξέρω, πονάω». «Τώρα πρέπει να κρεμαστείς νομίζω από κάπου». «Εννοείς να κρεμαστώ κανονικά;» «Δεν εννοώ απ’ τον λαιμό. Αν και αυτό θα σε απάλλασσε πραγματικά απ’ τον πόνο». «Ωραίος μασέρ». «Δεν είμαι επαγγελματίας». «Το ξέρω. Φαίνεται άλλωστε». «Από τι φαίνεται;» «Δεν έχεις τα απαραίτητα λάδια. Ούτε πετσέτα. Και δεν κάνουν μασάζ πάνω απ’ τα ρούχα». «Αυτά δεν έχουν σημασία, στο μασάζ είναι να βρεις τον πόνο και να τον στραγγαλίσεις, να του κόψεις τον τσαμπουκά». «Ευτυχώς που δεν σκέφτηκες να το κάνεις επαγγελματικά». «Νομίζω πως θα ήμουν καλός. Αλλά δε μ’ αρέσουν τα πιασίματα». «Ναι, αυτό είναι βασικό στο μασάζ». «Απορώ πώς το κάνουν αυτό το πράγμα σε αγνώστους». «Δουλειά είναι, όπως όλες». «Τρομερό. Να πιάνεις τον έναν και τον άλλον». «Μην ανησυχείς, δε θα υποχρεωθείς να το κάνεις». «Αν σκεφτείς τι κάνει ο άνθρωπος για να βγάλει το ψωμί του… πόσα παίρνουν αυτοί με το μασάζ;» «Δεν έχω ιδέα. Τι σε νοιάζει;» «Να, σκεφτόμουν πως θα μπορούσες να κάνεις εσύ αυτή τη δουλειά και να βγάζεις ένα μεροκάματο». «Να πιάνω δηλαδή αυτούς που δε θες να πιάνεις εσύ;» «Όχι όλους, θα μπορούσες να διαλέγεις, να κάνεις μασάζ μόνο σε κοντές, κάτω από τριάντα. Πώς σου φαίνεται;» «Και γιατί μόνο σε κοντές;» «Για να μην κουράζεσαι, πάνω - κάτω». Πήγε μετά και σκάλισε τα συρτάρια του. «Ορίστε», έκανε περιχαρής και μου έδωσε μια βελόνα. «Θα μαντάρω και κάλτσες;», ρώτησα. «Όχι, θα κάνεις βελονισμό, έτσι τους κλείνεις και το στόμα». «Μα δεν ξέρω να κάνω βελονισμό», είπα. «Δεν έχει σημασία, αρκεί να ‘σαι σοβαρός και να μη λες πολλά. Θα τυπώσουμε και μια κάρτα και θα ‘σαι εντάξει». «Ναι, καλά τα λες. Αλλά εγώ δεν είπα ότι θέλω να κάνω μασάζ». «Κουταμάρες. Εδώ σου ανοίγετε ένα ολόλαμπρο μέλλον… θα γυρνάς στις παραλίες και θα δεις τι επιτυχία θα έχεις… μην το συζητάς, σου παρουσιάζεται μια μεγάλη ευκαιρία» «Ευκαιρία να πασπατεύω κοντές;» «Αν έχεις κάποια άλλη προτίμηση δε χρειάζεται να είναι κοντές, εγώ το είπα για να μην κουράζεσαι με το πάνω - κάτω». «Θα τις τρίβω ή θα της πηδάω; Δεν κατάλαβα». «Γιατί δεν αφήνεις τον εαυτό σου να σκεφτεί ελεύθερα; Θα κάνεις απλώς μια δουλειά. Είναι καλύτερα έτσι που κάθεσαι και δεν κάνεις τίποτα;» «Δε μ’ αρέσει να πιάνω τη μια και την άλλη, γιατί δε θες να το καταλάβεις;» «Μην τις πιάνεις, κάνε τους μόνο βελονισμό, τσίμπα με τη βελόνα». «Μα δε γίνεται, θα τους κάνω καμιά ζημιά». «Ούτε που θα το καταλάβουν, αρκεί να τους τσιμπάς εδώ κι εκεί, σαν κουνουπάκι. Και δε χρειάζεται καν να τις πιάνεις». «Μα τι σου ‘ρθε τώρα Χριστιανέ μου και θέλεις να κάνω οπωσδήποτε κάτι;» «Σε πονάει το χέρι;», ρώτησε ξαφνικά. «Ποιο χέρι;», έκανα εγώ. «Είδες; Σου πέρασε. Σκέψου να σου έκανα και βελονισμό». «Ωραία. Γιατί δεν ανοίγεις δικιά σου σχολή να μ’ αφήσεις ήσυχο;» «Το σκέφτομαι», είπε, «το σκέφτομαι. Θα εφαρμόσω δικιά μου τεχνική, θα κάνω πιραντελισμό, πώς σου φαίνεται;» «Αηδία», είπα. «Πρέπει να αναπτύξεις ένα άλλο είδος ευφυΐας», είπε ο pirandello ύστερα από ώριμη σκέψη. «Είσαι μονολιθικός. Και γι’ αυτό δεν έχεις και κανέναν φίλο». Το σκέφτηκα λίγο κι ύστερα είπα: «δεν έχω φίλους γιατί…», αλλά σταμάτησα εκεί. «Γιατί σταμάτησες;», με ρώτησε. «Γιατί θα έλεγα πως είναι όλοι βλάκες», είπα. « Ενώ δεν είναι;» «Δε θεωρώ πως είμαι ιδιαίτερα έξυπνος για ν’ αποκαλώ τους άλλους βλάκες. Και ναι, φυσικά και δεν είναι». «Τότε;» «Με κουράζουν. Είναι βαρετοί και με κουράζουν… δεν αντιλαμβάνονται βασικά πράγματα και βαριέμαι να εξηγώ. Και μου παγιδεύουν το μυαλό με την ανοησία τους, σκέφτομαι τις δικές τους βλακείες». «Ναι, μπορώ να το καταλάβω αυτό», είπε ο pirandello. «Αλλά πρέπει να κάνεις τα στραβά μάτια». «Δεν καταλαβαίνω γιατί, είμαι μια χαρά μόνος μου». «Δεν είναι υγιές». «Ναι… γιατί κατά τα άλλα σφύζω από Ηγία». «Δεν είσαι άρρωστος. Είσαι προβληματισμένος. Αλλά αυτό ένας άλλος θα το έλεγε… θα σε έλεγε προβληματικό». «Δε με νοιάζει τι θα έλεγε ο ένας κι ο άλλος, δε μ’ ενδιαφέρει τι λένε ή τι σκέπτονται… είναι σαν να μην υπάρχουν». «Αυτοάμυνα», διέγνωσε ο pirandello. «Πώς θα ένοιωθες αν κολυμπούσες σε μια γυάλα με χρυσόψαρα;», τον ρώτησα. «»Δε θα ένοιωθα άνετα», είπε. «Έτσι νοιώθεις;» «Ναι. Και φοβάμαι πως μεταλλάσσομαι σιγά - σιγά κι εγώ σε χρυσόψαρο». «Μη σε νοιάζει», είπε ο pirandello και με χτύπησε φιλικά στην πλάτη. «Θα σε φροντίζω εγώ. Πάντα ήθελα να ‘χω ένα χρυσόψαρο».

Σάββατο 11 Μαΐου 2013

Η «τραμπάλα» κι ο pirandello.

«Και πάλι καλά να λες», είπε ο pirandello όταν του εξιστόρησα πώς είχαν τα γεγονότα. «Και πάλι καλά να λες που υπάρχουν και δέκα άνθρωποι που ενδιαφέρονται για τη δουλειά σου». «Δεν έχω παράπονο», είπα. «Αλλά είναι λίγο μάταιο τώρα αυτό, δεν είναι;» «Όλα θα μπορούσες να τα πεις μάταια, άρα κι αυτό. Αλλά απ’ το τίποτα… δε μπορείς να αγνοήσεις το ενδιαφέρον τόσων ανθρώπων». «Θεωρώ ότι είναι εύκολο. Ελπίζω να μην το κάνουν από συμπάθεια, δε θα το άντεχα». «Δεν έχει σημασία για ποιο λόγο το κάνουν, σημασία έχει ότι το κάνουν». «Και τα βιβλία μου παρουσίασαν μια κίνηση τελευταία». «Αυτό πάλι πού το βάζεις;» «Λες να ‘χω τον Δία στο ζώδιό μου;» «Δεν ξέρω. Το βέβαιο είναι πως θα έπρεπε να νοιώθεις αισιόδοξος. Ή τουλάχιστον ικανοποιημένος». «Ξέρεις, δεν έχουν να πουν τίποτα. Λένε ότι τους αρέσουν… δε γίνεται τζερτζελές». «Αν έκανες κάποια ρεαλιστική δουλειά ίσως να έβρισκαν να πουν κάτι. ή να έλεγαν κουταμάρες, ότι είναι σαν εκείνο ή σαν το άλλο και να θες να τα πετάξεις απ’ το παράθυρο. Και θα μπορούσε παρ’ όλα αυτά να μη λένε ούτε κι αυτό. Αυτό εγώ το θεωρώ σημαντικό από μόνο του». «Υποθέτω πως είναι. Αλλά γιατί δε γράφει ποτέ κάποιος σχετικός;» «Δεν έχεις φίλους ζωγράφους;» «Μερικούς έχω. Και μου κάνουν κι αυτοί like. Αλλά δε λέω γι’ αυτούς, ούτε κι εκείνους που με ξέρουν από παιδί, εννοώ τους άλλους. Να γίνει μια ανταλλαγή απόψεων. Τίποτα. Νέκρα». «Αυτοί το βλέπουν σαν δουλειά, για να πουν κάτι πρέπει να τους πληρώσεις». «Δεν είπα να κάνουν ανάλυση, να γράψουν ένα σχόλιο είπα». «Είναι σοβαροφάνεια», είπε ο pirandello. «Υπέρμετρη ιδέα για το τι είναι. Και άμα έχεις καβαλήσει και κανένα καλάμι… πώς να κατέβεις;» «Σιγά τη δουλειά. Και ποτέ μη σώσουν στο τέλος». «Έτσι σε θέλω. Και σ’ όποιον αρέσουμε». «Ναι». «Τι σκέφτηκες πάλι;» «Τίποτα. Αλλά είναι σαν να κάνεις τραμπάλα. Από την ικανοποίηση στην απογοήτευση, μια πάνω - μια κάτω. Και με κίνδυνο να πέσεις να τσακιστείς». «Έτσι είναι η τέχνη φίλε μου», είπε ο pirandello, «μια πάνω - μια κάτω».

Τρίτη 7 Μαΐου 2013

Η «απολωλώς κάλτσα» κι ο pirandello.

«Ώστε έτσι, κουράστηκες». «Πολύ». «Και θα έφαγες φαντάζομαι και του σκασμού». «Όχι, δε θα έλεγα ιδιαίτερα. Αλλά ξέρεις… χρόνια πολλά και πάλι χρόνια πολλά και ο Θεός μαζί σας και να σας χαιρόμαστε και Χριστός Ανέστη και Αληθώς ανέστη… και φιλιά και πάλι φιλιά και ξανά φιλιά… πάρα πολλά για μια μέρα». «Και τώρα χρειάζεσαι αποτοξίνωση;» «Χρειάζομαι ψυχοθεραπεία». «Αυτές είναι οι τραγικές συνέπειες των εορτών, γι’ αυτό δε συμπαθώ τις γιορτές». «Μωρέ εσύ καλά κάνεις, μακάρι να μπορούσα κι εγώ». «Και γιατί δε μπορείς;» «Δε σ’ αφήνουν σε ησυχία. Άμα δε σε βρίσκουν σ’ αφήνουν μήνυμα. Άμα κλείσεις το τηλέφωνο σε ξαναπαίρνουν μέχρι ν’ αναστηθείς, τρελαίνονται οι άνθρωποι». «Και δε θες να τους βρίσεις;» «Φυσικά θέλω. Αλλά ούτε αυτό πιάνει γιατί σου λέει: έχει εκνευριστεί με κάποιον άλλον, δεν είναι για ‘μένα… είναι απελπιστική η κατάσταση». «Και γιατί δε φεύγεις; Γιατί δεν πας να μείνεις κάπου δίχως τηλέφωνο;» «Μην ανησυχείς, θα το κάνω. Προκειμένου να με τρελάνουν θα πετάξω και το κινητό και όλα». «Γιατί δεν τους λες ότι ενοχλείσαι;» «Το λέω παιδάκι μου. Αλλά αυτοί θέλουν να σου μιλήσουν, χέστηκαν τι θες ή τι δε θες εσύ». «Μην το σηκώνεις. Βγάλε το απ’ την πρίζα». «Ναι, θα το βγάλω απ’ την πρίζα». «Και τι άλλα νέα;» «Τα ίδια. Καλοκαίρεψε. Κι έχασα και την κάλτσα μου». «Ποια κάλτσα έχασες;» «Τη δεξιά. Τι πάει να πει ποια κάλτσα έχασα;» «Εννοούσα πώς». «Δεν ξέρω πώς. Ούτε πού». «Δε μπορεί, κάπου εδώ γύρω θα ‘ναι». «Έτσι έλεγα κι εγώ. Αλλά δεν είναι. Εξαφανίστηκε». «Δε μπορεί, δε θα έψαξες καλά». «Μην ψάχνεις, άλλαξα κάλτσες». «Ναι. Αλλά μου κάνει εντύπωση. Πού πήγε; Δε μπορεί να χάθηκε». «Μπορεί να την έχασα μέχρι εδώ». «Δε φορούσες κάλτσες όταν ήρθες;» «Όχι, τις κρατούσα στο χέρι γιατί κάτι γινόταν εκείνη την ώρα και έφυγα βιαστικά». «Περίεργο». «Θα πας πουθενά;» «Θα πάω. Όταν… δε μπορώ να καταλάβω τι έγινε η κάλτσα, δε χάνονται έτσι οι κάλτσες». «Αν δε βρεθεί θα πετάξω και την άλλη και ούτε γάτα ούτε ζημιά». ». «Ναι. Αλλά πού πήγε;» «Μη σκάσεις τώρα για μια κάλτσα, φόρεσα άλλες». «Δε σκάω, απλώς είναι περίεργο». «Θες καφέ;» «Έψαξες στην κουζίνα;» «Έψαξα. Έκανα κι όλη τη διαδρομή μέχρι πίσω». «Και τίποτα;» «Τι λέμε τόση ώρα;» «Θα μπορούσε να είναι η αρχή ενός διηγήματος», είπε. «Ναι», «είπα εγώ. «Η απολωλώς κάλτσα κι ο pirandello».

Σάββατο 4 Μαΐου 2013

Η «απουσία» του pirandello…

Σήμερα δεν είναι εδώ. Δεν ξέρω πού είναι. Καλύτερα βέβαια γιατί δεν έχω καμιά όρεξη για πάρλες. Είναι ανώφελες. Η αλήθεια είναι ότι δεν έχω τίποτα να πω. Και το ότι ελάχιστες φορές έχω τέτοια απαίσια διάθεση. Άσε που τελευταία νομίζω πως γίνομαι όλο και πιο εμπαθής. Θα μου πεις βέβαια πως αυτά είναι ανθρώπινα. Αλλά είναι; Σκατά. Μόνο εγώ αυτολογοκρίνομαι. Μου τη σπάει που όλοι μου το παίζουνε θλιμμένοι όλη τη βδομάδα για να ξεκοιλιαστούνε αύριο στις συκωταριές και τα κρέατα. Με απελπίζει όλη αυτή η αγαθοσύνη, η ευλάβεια, τα λυπημένα άσματα, οι τζάμπα ευχές κι η συναισθηματοκαπηλία. Με κάνει έξαλλο η πατριδολαγνία και όλα αυτά τα κωλοέθιμα ενώ στον παράλληλο κόσμο οι νεκροθάφτες έχουν βγει παγανιά με τα φτυάρια. Με διαδικασίες fast track. Και θα ‘θελα να τους μουντζώσω όλους και να πάω να ρημάξω σ’ ένα νησί ακατοίκητο. Αντί γι’ αυτό θα τσουγκρίζω αυγά και θα χαμογελάω σαν τσαρλατάνος. Και ίσως αυτό είναι που με κάνει κι έτσι χάλια. Και κάθομαι όλη αυτή την ώρα και κοιτάζω το ταβάνι. Αλλά δε συμβαίνει τίποτα.

Τρίτη 30 Απριλίου 2013

Οι «πειρατές της Καραϊβικής» και ο pirandello.

«Και πρέπει να ‘χω έτσι κλειστό και το μάτι;», τον ρώτησα. «Μη μιλάς», φώναξε ο pirandello. «Πρέπει να δείχνεις πειστικός». «Και θα πιάσει;» «Και βέβαια θα πιάσει. Όλος ο κόσμος τους τρέμει τους πειρατές». «Και δε θα δείχνω γελοίος μ’ αυτή τη στολή; Πού ακούστηκε μονόφθαλμος με σπαθί σε Διοικητικό συμβούλιο; Θα με κοροϊδεύουν». «Βγάλε αυτό το πουκάμισο», είπε ο pirandello και χώθηκε πάλι στο σεντούκι. «Σου έχω κάτι καλύτερο». Γδύθηκα απ’ τη μέση και πάνω και περίμενα. «Να», είπε, «αυτή η ριγέ είναι ό,τι πρέπει». «Θα είμαι σαν φυλακισμένος». «Άσε τις αντιρρήσεις και φόρεσέ την, τέτοιες φορούσαν οι ναυτικοί». «Εγώ βλέπω τη θάλασσα από μακριά και ζαλίζομαι», είπα. Αλλά τη φόρεσα. «Δεν ξέρω αν πρέπει να βάλεις μαντήλι στο κεφάλι ή καπέλο». «Θα προτιμούσα καπέλο. Σαν εκείνο του Ναπολέοντα». «Όχι, θα βάλεις αυτό», είπε, «κάτσε να σου το δέσω». «Θα ‘χω και πιστόλες;» «Όχι, είσαι επικίνδυνος, μπορεί να τους ρίξεις καμιά μπαταριά». «Με στενεύουν οι μπότες. Και το παντελόνι. Και είναι ανάγκη να ‘ναι κι αυτό κόκκινο; Χάθηκε ένα μαύρο;» «Πρέπει να δείχνεις δυνατός. Και οι άνθρωποι χέζονται πάνω τους με το κόκκινο, κάνουν συνειρμούς». «Το σπαθί. Δείχνει ψεύτικο. Να μην πάρω μήπως σπαθί;» «Τρελός είσαι; Πειρατής χωρίς σπαθί;» «Σου βρίσκεται και καμιά σημαία με κόκαλα; Πολύ μου άρεσαν αυτές οι σημαίες». «Μην το γελοιοποιήσουμε τώρα, η σημαία είναι υποτίθεται στο καράβι, εσύ θα κάνεις ρεσάλτο». «Και θα πιάσει;» «Δεν ξέρω», έκανε ο pirandello και στάθηκε από μακριά να με δει. «Αλλά τι έχουμε να χάσουμε;» «Και φαίνομαι εντάξει;» «Θα βάλουμε και λίγο φούμο πριν πας, να δείχνεις μπαρουτοκαπνισμένος. Αλλά αυτό την τελευταία στιγμή». ‘Και πώς φαίνομαι;» «Καλός είσαι…» «Δεν το λες με την καρδιά σου». «Είναι ένας ρόλος. Αλλά πρέπει να τον υποστηρίξεις κι εσύ’. Πήγε μετά στην κουζίνα και επέστρεψε μ’ ένα μπουκάλι. «Είναι ρούμι», είπε. «Πριν πας θα το πιείς όλο, θα σε ανεβάσει». Μετά πήρε μια μασιά που είχε στο τζάκι. «Και πρέπει να μάθεις και ξιφασκία». Και μου όρμησε.

Δευτέρα 29 Απριλίου 2013

MUPPET SHOW

«Διανύουμε τη Μεγάλη βδομάδα, εξού και οι φωτογραφίες με τις λαμπάδες», είπα. «Των Βαΐων, μετά τον εκκλησιασμό, μ’ ένα νόμο κι ένα άρθρο η τριμερής ψήφισε άλλο ένα απαράδεκτο πολυνομοσχέδιο. Πήρε 168 θετικές ψήφους. Μονοκούκι. Δηλαδή δε βρέθηκε ούτε ένας που να διαφωνεί, ούτε ένας δεν ξέφυγε απ’ το μαντρί. Και στον δρόμο, έξω, δεν ήταν κανείς. Γιατί ο κόσμος δεν έχει κανέναν για να πιστέψει. Αυτό δείχνει ωριμότητα βέβαια. Ή γήρας. Δείχνει κουρασμένους ανθρώπους που αποδέχονται την εξόντωσή τους». «Μμμμ», μούγκρισε ο pirandello. «Το Μεγάλο Σάββατο θα πάνε όλοι βέβαια στην Ανάσταση», συνέχισα εγώ. «Προσδοκώντας την επουράνια ζωή. Και αναρωτιέμαι, τζάμπα το έγραψε ο Μαρξ το Κεφάλαιο;» «Τζάμπα αναρωτιέσαι», είπε ο pirandello. «Έχουν δίκιο λοιπόν αυτοί οι κύριοι να κάνουν ό,τι κάνουν, αυτό θες να πεις;» «Προφανώς. Είναι διαχειριστές. Και εφόσον εσύ τους επιλέγεις να κάνουν αυτή τη δουλειά, κάνουν ό,τι μπορούν». «Είδες χθες αυτή τη φάση με τον Γαβαλά;» «Ναι, τον είδα κι αυτόν». «Και αυτό για τους ομολογιούχους; Που θα φορολογηθούν για τα χρήματα που έχασαν;» «Ναι. Κι αυτό με τη ΔΕΗ κι αυτό με τις οροθετικές… όλα τα είδα». «Είναι αδιανόητο κράτος. Είναι… είναι ληστές». «Κοίτα, για να βρίσκεσαι εκεί μέσα πρέπει να διαθέτεις κάποια προσόντα, να είσαι δηλαδή πάνω - κάτω σαν όλους τους άλλους. Αν δεν είσαι απ’ την ίδια φάρα δε μπαίνεις καν σε ψηφοδέλτιο». «Εντάξει, αυτό είναι πολύ γενικό τώρα». «Το παιχνίδι το παίζουν στα ψηλά κλιμάκια, οι από κάτω κάνουν καμιά ερωτησούλα έτσι, για να δείχνονται». «Οι από πάνω τα πιάνουν και οι από κάτω παίρνουν έναν μισθουλάκο και κάνουν την πάπια, αυτό θες να πεις;» «Εμένα δε μ’ ενδιαφέρουν αυτοί, μ’ ενδιαφέρει η αφασία αυτού του λαού». «Τελικά φαίνεται πως στο σύνολό του ο λαός είναι ανίκανος. Ή ηλίθιος, αλλιώς δεν εξηγείται». «Είναι ευνουχισμένος. Τον ευνούχισαν με την καλοπέραση». «Λες να ξυπνήσει τώρα με την πείνα;» «Πιθανόν. Αλλά φαίνεται πως δεν πεινάνε ακριβώς». «Θα ξεσηκωθούν όταν τους πάρουν τα σπίτια οι Τράπεζες, ο Έλληνας κάνει τα πάντα για ν’ αποκτήσει ένα σπίτι, είναι ό,τι πιο ιερό έχει». «Φοβάμαι πως οι νεώτεροι δεν έχουν ούτε αυτό, βλέπεις. Αντί να πάνε όλοι μαζί και να τους πετάξουν έξω απ’ τη Βουλή, μεταναστεύουν… δεν τους νοιάζει». «Θα πάνε τώρα εργάτες στην Ολυμπία οδό. Αλλά ίσως τους υπερεκτιμήσαμε. Μπορεί να μην είναι ικανοί για κάτι άλλο, δεν ξέρω». Βαρέθηκα να παριστάνω τον γέρο απ’ τα Μάπετ», είπε ο pirandello δυσανασχετώντας. «Πάμε μια βόλτα» «Ναι, γιατί όχι;», είπα. «Τι άλλο έχουμε να κάνουμε;» Και φύγαμε. Ευχαριστημένοι που δώσαμε και σήμερα το «παρών».

Κυριακή 28 Απριλίου 2013

Το «Σαββατοκύριακο» του pirandello.

«Τι έγινε;», ρώτησα, «γιατί είσαι έτσι χαρούμενος;» «Είδα ένα όνειρο», είπε ο pirandello. «Για το πώς λύνει κάποιος όλα του τα προβλήματα». «Πώς τα λύνει;» «Ήταν κάποιος που είχε λέει ένα αποτεφρωτή, όπως έχουμε εμείς αυτόν τον μικροκυμάτων». «Και τι έκανε;» «Τον λέγανε Τζον Τζον». «»Ωραία. Αλλά τι έκανε;» «Είχε σηκωθεί πρωί - πρωί και είχε πάει στην τουαλέτα. Σε μια ειδική τουαλέτα, σαν χημική». «Έτσι έλυσε τα προβλήματά του;» «Όχι. Ο Τζον Τζον σφράγισε τον φάκελο με τα περιττώματά του και τον έριξε στην αποτέφρωση. Και ο φάκελος έκανε μπραφ και δεν υπήρχε πια. «Μεγάλη εφεύρεση η αποτέφρωση», σκέφτηκε ο Τζον Τζον. Μετά τράβηξε τον ειδικό φάκελο απ’ τον κάδο που ‘χε κάτω απ’ το γραφείο του. Ο φάκελος σφραγίστηκε αυτόματα και ο Τζον Τζον έριξε τα σκουπίδια της προηγούμενης μέρα στην αποτέφρωση. Κι αυτός εξαφανίστηκε. «Άμα δε γουστάρεις κάποιον», σκέφτηκε ο Τζον Τζον, «τον κάνεις κομματάκια, τον φακελώνεις και τον πετάς εκεί μέσα. Και ούτε γάτα ούτε ζημιά». Τακτοποίησε μετά τι άλλο θα αποτέφρωνε εκείνη τη μέρα. Παλιές φωτογραφίες, χαρτιά, χαρτιά κι ύστερα άλλα χαρτιά. «Είναι απίστευτο πόσα άχρηστα πράγματα έχει ο άνθρωπος», είπε. Και συνέχισε να τα καίει. «Το κακό μ’ αυτό το μοντέλο είναι ότι καίει μόνο κάποια είδη, δεν τα καίει όλα», σκέφτηκε. «Τα αλουμίνια για παράδειγμα, γιατί να μην καίει και τα αλουμίνια;» Ο αποτεφρωτήρας είχε ένα αυτοκόλλητο που διέγραφε με Χ μια σειρά από πράγματα. Αποτέφρωνε ό,τι δεν ήταν στη λίστα. «Πρέπει να πάρω έναν με λέιζερ», σκέφτηκε ο Τζον Τζον. «Ή ένα ακτινοπίστολο έστω». Κοίταξε τη βιβλιοθήκη. Θα του έπαιρνε βδομάδες να τα κάψει όλα αυτά. Ενώ μ’ ένα λέιζερ… «Θα μπορούσα να το κάνω όπως παλιά βέβαια», σκέφτηκε. «Να τους ρίξω βενζίνη… αλλά θα γεμίσει το σπίτι κάπνα. Και μετά θα θέλει βάψιμο. Εκτός κι αν τα κάψω έξω απ’ το σπίτι». Πήρε ένα βιβλίο στην τύχη. Δε θυμόταν αν το ‘χε διαβάσει. «Τι νόημα έχουν όλα αυτά;», αναρωτήθηκε. «Ο άνθρωπος μετατρέπει την πραγματική ζωή σε χαρτιά, σε φωτογραφίες και σε βιβλία. Πόσες ζωές είναι χαμένες μέσα σ’ αυτά τα βιβλία…» Και το έριξε κι αυτό στον αποτεφρωτή. «Τώρα καταλαβαίνω», είπε ο Τζον Τζον. «Αυτό το πράγμα είναι απελευθέρωση. Σ’ απελευθερώνει απ’ όλα αυτά τα άχρηστα». Και συνέχισε έτσι, να καίει ένα – ένα, όλα του τα βιβλία». «Και απελευθερώθηκε;» «Όχι», είπε ο pirandello. «Αλλά όταν κάποτε τέλειωσε σκέφτηκε ότι ήταν ένα ωραίο Σαββατοκύριακο».

Σάββατο 27 Απριλίου 2013

Εγώ, ο pirandello κι ο «άλλος».

Ώρες - ώρες μιλάω σαν να μην είμαι εγώ. Σαν κάποιος άλλος να νοίκιασε το κεφάλι μου και σκέφτεται τώρα για ‘μένα. Και μου μιλάει κάθε τόσο με μια άκαμπτη γλώσσα. αλλά δεν απευθύνεται μάλλον σε ‘μένα, απλώς με χρησιμοποιεί. «Συμβαίνουν κάθε μέρα τέτοια πράγματα» θα μου πεις. Ναι, δε λέω. Αλλά είναι κάπως να σκαλίζουνε τα χαρτιά σου, να προσθαφαιρούν φράσεις και να σου βάζουν στο στόμα κουβέντες που δε θα ‘θελες να τις πεις, είναι παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων αυτό, δεν είναι; Θα μου πεις «δικό σου είναι το κεφάλι, πέταξέ τον έξω». το επιχείρησα, δε γίνεται. Σκέφτηκα να τον δώσω στην αστυνομία. Αλλά θα μπλέξω, θα με ρωτάνε πράγματα που δεν ξέρω, θα πέσω σε αντιφάσεις και στο τέλος θα με κλείσουνε μέσα, θα βρουν κάτι. Θα μου πεις «άμα είσαι καθαρός δε θα ‘χεις πρόβλημα». Ναι, λογικά έτσι θα έπρεπε να ‘ναι. Αλλά τι γίνεται με λογικό τρόπο για να γίνει κι αυτό; Και στο τέλος - τέλος τι θα κάνει κι η αστυνομία; Να συλλάβει ποιον; Όχι, όχι. Το καλύτερο είναι να τον πάρω με το καλό. «Κοίτα φίλε, ωραία περάσαμε αλλά… καταλαβαίνεις, δε χωράμε, ο τόπος είναι μικρός». Κι αν αρνηθεί; Αν μου πει να φύγω εγώ; Όχι. Καλύτερα να καθίσω ήσυχα - ήσυχα και να τον κάνω να βαρεθεί. Αν κάνω πως δεν τον ακούω θα με βαρεθεί και θα φύγει. Ναι, αυτό μου φαίνεται καλό, αυτό θα κάνω. Να, θα κάτσω ήσυχα - ήσυχα εδώ και δε θα βγάζω μιλιά. Και άσε τον να μιλάει. Δε μιλάει. Είναι πολύ πονηρός. Προσπαθεί να μου σπάσει τα νεύρα μ’ αυτή τη μουγκαμάρα. «Τι έγινε; Γιατί δε μιλάς;» «Σκέφτομαι». «Τι σκέφτεσαι; Και ποιος είσαι εσύ που σκέφτεσαι μες στο κεφάλι μου; Είναι παραβίαση των ανθρωπίνων μου δικαιωμάτων αυτό, δε θα στο επιτρέψω». «Σταμάτα να λες κουταμάρες και άσε με να σκεφτώ». «Ποιος είσαι εσύ που θα μου πεις ότι λέω κουταμάρες; Και στο κάτω - κάτω δικό μου είναι το κεφάλι και ό,τι θέλω κάνω». «Γίνεσαι κάθε μέρα και πιο ανόητος. Και από πού βγάζεις αυτό το γελοίο συμπέρασμα; Από πού κι ως πού σου ανήκει αυτό το κεφάλι;» «Κοίτα φίλε, δεν ξέρω τι είσαι και τι δεν είσαι και τι διάολο θες. Αλλά αυτό το κεφάλι είναι δικό μου. Και δεν το παραχωρώ σε κανέναν. Εδώ αφεντικό είμαι εγώ». «Έχεις εμμονές. Γιατί δεν πας να σε δει κάποιος γιατρός;» «Κοίτα, ξέρω πολύ καλά τι έχω και τι δεν έχω. Και ξέρω πολύ καλά πως αυτό το κεφάλι είναι δικό μου και κανενός άλλου. Γι’ αυτό κοίτα να ξεκουμπιστείς, αρκετά σε ανέχτηκα». «Πραγματικά με εντυπωσιάζεις. Μόνο εσύ νομίζεις πως διαθέτεις κεφάλι; Και πώς σου μπήκε η ιδέα πως εμένα μ’ αρέσει που είμαι εδώ;» «Αν δε σου άρεσε δε θα ‘χες έρθει. Και αφού όλοι έχουν κεφάλι, το δικό σου πού είναι;» «Θα προσπαθήσω να στο πω με απλά λόγια γιατί μάλλον δεν καταλαβαίνεις. Αυτό το κεφάλι είναι δικό μου, εσύ είσαι ο παρείσακτος». «Α, να που φτάσαμε στο προκείμενο. Ώστε αυτό θες; Να μου πάρεις το κεφάλι;» «Δε μου λες, θυμάσαι καθόλου τι έκανες χθες;» «Φυσικά και θυμάμαι, μην πας ν’ αλλάξεις τη συζήτηση». «Αφού θυμάσαι, πες μου. Τι έκανες χθες βράδυ;» ‘Ό,τι κάνω κάθε μέρα». «Θα μου πεις ή θα παίζουμε με τις λέξεις;» «Και ποιος είσαι εσύ για να μ’ ανακρίνεις;» «Δε σε ανακρίνω, σε ρωτάω αν θυμάσαι». «Ωραία λοιπόν, έγραφα. Τι πάει να πει τώρα αυτό;» «Τι έγραφες; Συγκεκριμένα». «Ένα κείμενο. Δε θυμάμαι τι κείμενο». «Μήπως για κάποιον που νομίζει πως ένας άλλος έχει μπει μέσα στο κεφάλι του;» «Αυτό το γράφω τώρα. Χθες έγραφα κάτι άλλο». «Αλλά δε θυμάσαι». «Δε θυμάμαι. Γράφω ένα σωρό κείμενα κάθε μέρα. Και γιατί να είμαι υποχρεωμένος να θυμάμαι;» «Πήγαινε στο αρχείο με το πρόβατο». «Πού ξέρεις εσύ για το πρόβατο;» «Κάνε αυτό που σου λέω». «Ορίστε, πήγα». «Ποιος έγραψε αυτές τις τελευταίες σελίδες;» «Μπαίνεις και γράφεις όταν κοιμάμαι». «Αυτό προσπαθώ να σου πω. Αντί να μου εναντιώνεσαι διαρκώς αποδέξου πως εσύ κι εγώ είμαστε ένα. Ο ένας - ο λιγότερο εργατικός - είσαι εσύ ασφαλώς. Ο άλλος - αυτός που σκέφτεται διαρκώς τη δουλειά - είμαι εγώ». «Και θες αυτό τώρα να το δεχτώ; Να κάνω ό,τι δεν τρέχει τίποτα;» «Δεν καταλαβαίνω γιατί να πρέπει να κάνεις κάτι άλλο». «Δε μ’ αρέσει να μοιράζομαι τη ζωή μου με κανέναν». «Δε σου ζητάει κανένας κάτι τέτοιο, θέλω απλώς να μ’ αφήσεις να κάνω τη δουλειά μου, έχασα ήδη πάρα πολύ χρόνο μ’ αυτές τις βλακείες». «Εσένα δηλαδή το μόνο που σ’ ενδιαφέρει είναι η δουλειά; Αυτό θες να πεις; ότι δε θες κάτι άλλο;» «Τι άλλο να θέλω;» «Δεν ξέρω, τη δόξα». «Για την ώρα δε βλέπω καμιά δόξα. Και τέλος πάντων θέλω να κάνω αυτό που κάνω και έχω κι εσένα να με πρήζει ότι καταπατούνται τα ανθρώπινα σου δικαιώματα… άκου ανοησία». «Δεν καταπατούνται; Δεν έρχεσαι εδώ και παριστάνεις το αφεντικό; Αν δεν είναι αυτό παραβίαση τι είναι;» «Λοιπόν για να τελειώνουμε. Εγώ ήμουν από πάντα εδώ. Αν τώρα εσύ ξεμωράθηκες και δεν αναγνωρίζεις τον ίδιο σου τον εαυτό δε φταίω εγώ. Και δε μπορώ να κάνω κάτι γι’ αυτό». «Με το καλό, φύγε. Αλλιώς θα φωνάξω την αστυνομία». «Θα σε πάρουνε για τρελό». «Δε με νοιάζει για τι θα με πάρουνε. Θέλω μόνο να ξεκουμπιστείς από ‘δω». «Εντάξει λοιπόν, θα φύγω». «Στο καλό. Και να μας γράφεις». «Θα μετανιώσεις». «Να μην σε νοιάζει τι θα κάνω εγώ». «Εντάξει λοιπόν. Φεύγω». «Φύγε. Τι μας το λες;» «Δε θα τα καταφέρεις χωρίς εμένα». «Έτσι νομίζεις». «Καλά λοιπόν, φεύγω». «Στα τσακίδια». «Με ποιον τα ‘βαλες πάλι;», ρώτησε ο pirandello που στεκόταν τώρα απέναντί μου και με κοίταζε. «Τίποτα… κάτι δικό μου», είπα. «Αυτό που δεν τα βρίσκεις ποτέ με τον εαυτό σου να το κοιτάξεις», με παρότρυνε. «Πού ξέρεις εσύ ότι δεν τα βρίσκω με τον εαυτό μου;», ρώτησα έκπληκτος. «Όλοι έχουμε κάποια θέματα με τον εαυτό μας, δεν είσαι ο μόνος». «Έχεις κι εσύ τέτοια θέματα;» «Φυσικά. Πάντα φταίει ο άλλος». «Και σου μιλάει κι εσένα μέσα στο κεφάλι σου;» «Φυσικά». «Και δε σ’ ενοχλεί;» «Ίσα – ίσα». «Θες να πεις πως είναι λογικό; Ότι όλοι μιλάνε με τον εαυτό τους;» «Φυσικά». «Και τσακώνονται;» «Ναι. Τις περισσότερες φορές. Αλλά είναι ωφέλιμο να ακούς μια διαφορετική άποψη, σε προφυλάσσει από διάφορα». «Και εγώ τον έδιωξα». «Πώς τον έδιωξες;» «Του είπα να ξεκουμπιστεί και να φύγει. Τσακωθήκαμε και του είπα να φύγει». «Και έφυγε; Είσαι σίγουρος;» «Νομίζω… ναι, νομίζω πως έφυγε». «Άλλο το τι νομίζεις». «Είσαι εδώ;», ρώτησα. «Δυστυχώς», είπε η φωνή στο κεφάλι μου. «Εδώ είναι», είπα. «Είδες που σου ‘λεγα;», είπε ο pirandello. «Κανείς δε μπορεί να απαλλαγεί απ’ τον εαυτό του. Γι’ αυτό καλύτερα να τα βρείτε. Στο κάτω - κάτω δεν έχετε τίποτα να χωρίσετε». «Εύκολο να το λες», είπα. «Μου επιτρέπεις να του πω δυο κουβέντες;» «Πες του ό,τι θες». «Εσύ, ο «άλλος», μ’ ακούς;» Ο «άλλος» κούνησε το κεφάλι μου. «Δε γίνεται έτσι», είπε ο pirandello, «άφησέ τον να μιλήσει». «Τον αφήνω», είπα απαξιωτικά. «Τι πρόβλημα έχετε;», ρώτησε ο pirandello, «κάνετε σαν μικρά παιδιά». «Σ’ αυτόν πες τα», είπε ο «άλλος». «Αυτή η ιστορία παρατράβηξε. Και είναι γελοία. Πρέπει να νοιώθετε ευτυχείς που έχει ο ένας τον άλλον». «Εγώ δεν έχω πρόβλημα», είπε ο «άλλος». «Αυτός θέλει να παριστάνει το αφεντικό». «Εγώ θέλω απλώς την ησυχία μου. Κι εσύ ήρθες και μου μπαστακώθηκες εδώ, δε σε κάλεσα», είπα εγώ. «Σταματήστε, θα με τρελάνετε», φώναξε ο pirandello. «Και στο κάτω - κάτω εγώ κάνω κουμάντο εδώ. Και σας απαγορεύω, είμαι ο εργοδότης σας και σας το απαγορεύω». «Δε μπορείς να μας απαγορέψεις τίποτα», είπε ο «άλλος». «Το blog είναι δημόσιο… άλλο αν είσαι εσύ ο πρωταγωνιστής». «Σωστά», είπα εγώ. «Συμφωνώ. Και γιατί κάνεις κουμάντο εσύ; Το blog είναι δημοκρατικό». «Α, δε θα με τρελάνετε εσείς», είπε ο pirandello, «φεύγω». «Πού πας; Δεν τελειώσαμε», του φώναξε ο «άλλος». «Άσε τον να φύγει», είπα εγώ. «Μαζευτήκαμε πολλοί εδώ σήμερα». «Έφυγε», είπε ο «άλλος». «Λες να παρεξηγήθηκε;» «Να πιει ξύδι», είπα εγώ. Μείναμε και οι «δυο» να κοιτάζουμε απ’ το παράθυρο τον pirandello που έφευγε. «Πού πάει;», ρώτησα εγώ. «Στην παραλία. Όταν τσαντίζεται πάει πάντα στην παραλία», είπε ο «άλλος». «Δεν ήταν σωστό», είπα εγώ. «Στο κάτω - κάτω μεταξύ μας ήταν το πρόβλημα’. «Σωστά», είπε ο «άλλος». «Πάμε να τον βρούμε να του ζητήσουμε συγγνώμη;’ Και φύγαμε.

Παρασκευή 26 Απριλίου 2013

Η arte povera κι ο pirandello.

«Γιατί δε γράφεις κάτι; ή γιατί δε ζωγραφίζεις;; δε μπορείς;» «Βαρέθηκα. Και δεν έχει νόημα». «Δε διασκεδάζεις πια; Αυτό θες να πεις;» «Δεν τα έκανα όλα αυτά για διασκέδαση, ήταν μέρος του εαυτού μου». «Και δεν είναι πια;» «Είναι. Είναι όπως έχεις ένα χωράφι, ή όπως αν έχεις πορτοκαλιές. Βγάζεις ωραία, ζουμερά πορτοκάλι αλλά δεν τα παίρνει κανείς. Και αντί να τα πετάς στα σκουπίδια και να σου καίγεται η καρδιά βάζεις μια μπουλντόζα και ξεριζώνεις τα δέντρα. Και ούτε γάτα ούτε ζημιά, δεν έχεις τίποτα κι ησυχάζεις». «Δεν είναι πολιτική αυτή, απλώς όλα αυτά παρουσιάζουν τελευταία μια κάμψη». «Σαν πολύ μακρύ δεν είναι αυτό το τελευταία; Πόσο πρέπει να διαρκέσει κάτι για να το πάρεις απόφαση ότι δεν τραβάει;» «Εσύ πρέπει να επιμείνεις, αυτή είναι η δουλειά σου». «Δε γίνεται. Όσο ηλίθιος και να είναι κανείς κάποτε καταλαβαίνει, δεν τραβάει». «Και τι θα κάνεις; Θα κάθεσαι και θα βλέπεις τηλεόραση; Ή θα ακούς όλους αυτούς τους ηλίθιους στο ραδιόφωνο να αναμασάνε τα σου ‘πα - μου ‘πες;» «Δεν ξέρω. Δε βλέπω τι άλλο να κάνω». «Γιατί δεν κάνεις κι εσύ προσφορές; Με κάθε πίνακα κι έναν πίνακα δώρο; Ή με κάθε βιβλίο και ένα δώρο; Ή ένα πακέτο μακαρόνια;» «Αυτό δεν το είχα σκεφτεί. Δηλαδή πόσο γελοίος μπορεί να γίνει κανείς;» «Απεριόριστα. Η γελοιότητα πουλάει ξέρεις. Όσο πιο γελοίος τόσο καλύτερα». «Έχεις κάποιον στο μυαλό σου;» «Διάφορους. Αλλά γιατί δεν κάνεις το άλλο;» «Υπάρχει και άλλο;» «Ναι. Να πληρώνεσαι σε είδος. Παίρνει κάποιος έναν πίνακα και σου δίνει ένα κουπόνι για το Carrefour… παίρνεις ένα σωρό πράγματα με τα κουπόνια». «Κοροϊδεύεις. Αλλά η πραγματικότητα είναι αμείλικτη». «Η πραγματικότητα είναι εξίσου γελοία, εσύ δε θες να το καταλάβεις». «Μα δε μπορώ να πουλάω πίνακες με κουπόνια, τι δεν καταλαβαίνω;» «Και όμως, όσο ταπεινωτικό κι αν σου φαίνεται, αυτό θα έπρεπε να δείχνει η τέχνη. Τη ζωή σε προσφορά… αξίζει να ταπεινώνεσαι για κάτι τέτοιο. Θα ‘χε κάποιο νόημα. Και θα ήσουν και συνεπής». «Εσύ θα το έκανες;» «Εγώ όχι. Αλλά εσύ τι έχεις να χάσεις;» «Σωστά. Και θα είμαι είπες και συνεπής;» «Ναι. Θα κάνεις arte povera. Στην κυριολεξία».

Πέμπτη 25 Απριλίου 2013

Μαυροκόκκινος pirandello.

«Γιατί είσαι έτσι μουρτζούφλης;, τι έγινε;» «Τίποτα. Δεν έχω απλώς όρεξη». «Λόγω καιρού;» «Όχι… δηλαδή δεν έχει να κάνει με τον καιρό». «Αν θες να φύγεις, δε σε χρειάζομαι». «Όχι, ευχαριστώ. Να φύγω να πάω πού άλλωστε;» «Να πας μια βόλτα. Τώρα που σε βλέπω καλύτερα δε μ’ αρέσει καθόλου αυτό το χρώμα που έχεις, είναι χαλκοπράσινο». «Τις βαριέμαι τις βόλτες». «Άκουσες γι’ αυτούς που κατέβασαν τη σημαία;» «Κουταμάρες. ΚΑΙ ΚΑΛΆ ΚΆΝΑΝΕ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΑΤΈΒΑΣΑΝ». «Ανήρτησαν στη θέση της τη γνωστή μαυροκόκκινη». «Εντάξει μωρέ, κάτι πιτσιρικάδες που παίζουν με συμβολισμούς, δεν τρέχει τίποτα». «Το έκαναν για να εντυπωσιάσουν νομίζεις;» «Το έκαναν γιατί κάτι ήθελαν να κάνουν. Αν έβαζαν φωτιά σ’ έναν κάδο δε θα ασχολείτο κανείς. Αλλά η σημαία πουλάει, γι’ αυτό το έκαναν, για να τραβήξουν την προσοχή». «Δε θα ήσουν έτσι χαλαρός αν την κατέβαζαν ακροδεξιοί». «Τέτοια που είναι δεν ξέρω γιατί βρίσκεται εκεί. Και δε το λέω επειδή την κατέβασαν αντιεξουσιαστές, η κίνηση κρύβει κάποια αλήθεια». «Τι αλήθεια;» «Η σημαία δε συμβολίζει το έθνος, γι’ αυτούς είναι το κράτος, το κράτος καταλύει το έθνος και αυτή η κίνηση καταλύει το κράτος… συμβολικά». «Εμπεριέχει μια επικινδυνότητα όμως αυτό». «Δεν πειράζει. Είναι καλό που σκέφτονται ορισμένοι διαφορετικά, που δεν είναι κονσέρβες στο σούπερ μάρκετ». «Εσύ θα την κατέβαζες;» «Όχι. Αλλά από αδιαφορία». «Τους δικαιώνεις δηλαδή αυτούς που το έκαναν;» «Δεν ξέρω. Θα τους άφηνα όμως ελεύθερους. Κανονικά ο καθένας θα πρέπει να ‘χει τη σημαία του». Και αυτό του επιτρέπει να κατεβάζει τη σημαία των άλλων;» «Αν νοιώθει πως πρέπει να το κάνει ας το κάνει, αυτό λέω. Ότι το βρίσκω υγιές. Και στο κάτω - κάτω μια σημαία κατέβασαν, δε σκότωσαν». «Δεν ήταν η σημαία της ΑΕΚ». «Εσύ δηλαδή είσαι τώρα με το κράτος;» «Όχι, σε τσιγκλάω απλώς να τα λες. Και έφτιαξε κάπως το χρώμα σου».

Τρίτη 23 Απριλίου 2013

Κουβεντιάζοντας με τον pirandello.

«Δε σε καταλαβαίνω, με ποιον είσαι τελικά;» «Θεωρώ πως φταίνε κι οι μετανάστες που προσφέρονται να κάνουν αυτή τη δουλειά. Φταίει και το κράτος που παραβλέπει το γεγονός ότι χιλιάδες πιθανόν άνθρωποι έρχονται απ’ την άκρη του κόσμου για να πάνε να γίνουν σκλάβοι ενός επιχειρηματία. Φταίει ο επιχειρηματίας που είναι κτήνος. Φταίει η δικαιοσύνη που δεν τον κλείνει μέσα. Φταίμε κι εμείς που πάμε και αγοράζουμε φράουλες… δηλαδή δε μπορώ να πω ποιος φταίει και ποιος δε φταίει, όλοι φταίνε». «Ναι αλλά κυρίως φταίει αυτός ο παραγωγός που εκμεταλλεύεται αυτούς τους ανθρώπους». «Ναι αναμφίβολα. Αλλά είναι η κορυφή του παγόβουνου, από κάτω ή από δίπλα τα πιάνει το κράτος, ο δήμαρχος ίσως, το ΔΣ, η αστυνομία… πού να προβοδώσει αυτός ο παλιάνθρωπος;» «Δεν έχουμε σωσμό από πουθενά». «Δε βαριέσαι… όλο και κάτι θα γίνεται, θα τσιμπάς ένα κόκαλο από ‘δω, ένα ψίχουλο από ‘κει… εκτός κι αν γίνεις κι εσύ απ’ τους άλλους». «Ξέρεις, παλιάνθρωπος γεννιέσαι, δε γίνεσαι». «Μην το λες, η επιστήμη έχει προχωρήσει πολύ. Ύστερα είναι κι η αυτοσυντήρηση, κάτι θα κάνεις για να σωθείς». «Θες να πεις πως…» «Πως είναι ένα καζάνι που βράζει. Και επιλέγεις αν θα ‘σαι μέσα ή αν θα ανακατεύεις τη σούπα με την κουτάλα». «Μα αυτό είναι ανθρωποφαγία». «Είναι. Αλλά έτσι είναι αυτή η ζωή». «Τι σκατά είναι αυτά τώρα; Αυτή είναι μοιρολατρική άποψη». «Η άλλη είναι μη ρεαλιστική’. «Δηλαδή τι προτείνεις; Να καθόμαστε και να το συζητάμε και να μην κάνουμε τίποτα;» «Όχι βέβαια, ό,τι κάνει κανένας είναι κάτι. αλλά δε λύνονται έτσι αυτά τα θέματα, αν εσύ, ο ένας ή ο άλλος δε συνασπιστούν… αν δε καθίσουν κάτω να αντιμετωπίσουν τα θέματα και σαν μια γροθιά…» «Αυτό είναι τώρα ρεαλιστικό; Εδώ δε μπορούμε να χωρίσουμε δυο γαϊδάρων άχυρα θα λύσουμε τέτοια θέματα;» «Βλέπεις; Έρχεσαι στα λόγια μου, δε μπορείς να κάνεις τίποτα κι επιστρέφεις στα λόγια. Αλλά αυτό δεν είναι παρά μια κουβεντούλα, δεν είναι πράξη. Και με τα λόγια δε βγάζει ποτέ κανείς τίποτα».

Κυριακή 21 Απριλίου 2013

Ο Δον Κιχώτης κι ο pirandello.

«Τα ‘χω βάλει με μεγάλα καθίκια και δεν ξέρω αν μπορώ να τα καταφέρω. Φαίνεται αδύνατον ώρες - ώρες. Απ’ την άλλη δεν είχα άλλο περιθώριο, δε γινόταν αλλιώς. Δεν ξέρω τι φοβούνται από ‘μένα, προφανώς όλα εκείνα που θα βγουν αν φτάσουμε στα δικαστήρια. Αλλά έχουν τον χρόνο με το μέρος τους, τα μέσα και την εμπειρία να με βγάλουν απ’ το παιχνίδι. Και είναι φυσικά αδίστακτοι, ψεύτες, ανήθικοι και όλα τα συναφή. Θα μου πεις τώρα όλα αυτά θα έπρεπε να τα ‘χεις σκεφτεί πριν. Αλλά τα είχα σκεφτεί». «Ιδου», αναφώνησε ο pirandello και ξέσπασε σε χειροκροτήματα, «ιδού κύριοι ένας γνήσιος απόγονος του διασημότερου, ευφάνταστου ευπατρίδη της Μάντσας». Απ’ τα γύρω τραπέζια όλος ο κόσμος είχε γυρίσει τώρα και μας κοίταζε. «Τρέμετε ανεμόμυλοι»», συνέχισε να ζητωκραυγάζει. «Τι θα πάρουν οι κύριοι;», ρώτησε ο σερβιτόρος που κατέφθασε τρέχοντας. «Ό,τι θέλει να μας διαθέσει το μαγαζί», είπε ο pirandello, «Σας ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΎΜΕ ΠΟΛΎ». «Δεν κατάλαβα τι επιθυμούν οι κύριοι», είπε με επαγγελματικό ύφος ο άλλος ενώ οι θαμώνες ξέσπασαν σε γέλια. «Είπα πως ευχαρίστως θα δεχθούμε ό,τι θέλετε να μας προσφέρετε, τι δεν κα τα λα βαί νεις;» «Μα κύριε», προσπάθησε να παραμείνει ευγενής ο σερβιτόρος, «εδώ είμαστε μαγαζί…» «Πήγαινε παιδί μου και ρώτησε τη διεύθυνση τι είναι σε θέση να μας προσφέρει, δεν ήρθαμε εδώ να χάνουμε την ώρα μας με κουβέντες». «Μάλιστα», είπε ο σερβιτόρος κι έφυγε τρέχοντας ενώ ο κόσμος τριγύρω χειροκροτούσε τώρα με θέρμη. «Όχι εμένα κύριοι», είπε ο pirandello και σηκώθηκε όρθιος, «τον κύριο από ‘δω που μας διδάσκει νέους τρόπους διεκδίκησης, στον φλογερό αυτόν επαναστάτη που ανοίγει τον δρόμο… που θυσιάζετε για ν’ αποδείξει πως υπάρχουν ακόμα κάποιοι που δε φοβούνται να τα βάλουν με ανεμόμυλους, με τον ισχυρό και το κοινωνικό κατεστημένο, τα ζήτω σας γι’ αυτόν τον ήρωα κύριοι», είπε και ο κόσμος τότε σηκώθηκε απ’ τα τραπέζια και με σήκωσαν στον αέρα και δεν ξέρω για πόση ώρα με περιέφεραν κατ’ αυτόν τον τρόπο στην παραλία.

Πέμπτη 18 Απριλίου 2013

Η σιχαμάρα του pirandello

«Πήρα να σου πω ότι δε θα ‘ρθω σήμερα», είπα. «Είσαι άρρωστος;», ρώτησε ο pirandello. «Όχι… δηλαδή έχω μια μικρή ναυτία». «Κατάλαβα, δεν είναι τίποτα. Είσαι έτοιμος για αύριο;» «Νομίζω, θα δείξει». «Σε καταλαβαίνω». «Αλήθεια; Και εγώ γιατί δε με καταλαβαίνω;» «Γιατί εσύ είσαι άμεσα εμπλεκόμενος». «Δεν έχω αμφιβολίες. Αλλά είμαι αηδιασμένος». «Να το αποβάλεις. Να το δεις σαν κάτι που πρέπει να γίνει». «Έτσι το βλέπω. Αλλά με αηδιάζει». «Δεν έχεις περιθώρια, θα γίνει αυτό που πρέπει να γίνει». «Θα γίνει;» «Θα το δεις μετά αυτό. Τώρα πρέπει να ξεπεράσεις τους ενδοιασμούς σου και να σηκωθείς και να πας». «Εντάξει», είπα. «Να σου διαβάσω τι μου έγραψε;» «Διάβασέ μου». «Αξιότιμε κύριε». «Έτσι γράφει; Αξιότιμε κύριε;» «Ναι. Μεταξύ μας έτσι μιλάμε». «Συνέχισε». «Σας γνωστοποιούμε ότι η συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας η οποία είχε ορισθεί για την 4η Απριλίου 2013. στα γραφεία της έδρας της Εταιρείας, σύμφωνα με το Νόμο και το Καταστατικό της και σύμφωνα με τα οριζόμενα στην από 28.3.2013 πρόσκληση του Διοικητικού Συμβουλίου, αναβλήθηκε κατόπιν σχετικού αιτήματος σας και θα διεξαχθεί στις 19.4,2013 ημέρα Παρασκευή και ώρα 14.00 στον ίδιο τόπο, για συζήτηση και λήψη αποφάσεων στα θέματα ημερήσιας διάταξης που αναφέρονται στη» από 28.3.2013_πρόσκληση, ήτοι: 1) Έγκριση των Οικονομικών Καταστάσεων της χρήσεως 2012, ήτοι τοι Ισολογισμού, της Κατάστασης των αποτελεσμάτων χρήσεως, της διάθεσης των αποτελεσμάτων και του Προσαρτήματος. 2) Σύνταξη και έγκριση της Έκθεσης Διαχειρίσεως του Διοικητικού Συμβουλίου προς την Τακτική Γενική Συνέλευση των Μετόχων. 3) Ορισμός ημερομηνίας σύγκλησης της Τακτικής Γενικής Συνέλευσης των . Μετόχων και πρόσκληση των μετόχων στην Τακτική Γενική Συνέλευση μετά των θεμάτων της ημερήσιας διάταξης. 4) Αύξηση μελών Διοικητικού Συμβουλίου. Σας ενημερώνουμε ότι συμπληρωματικώς Θα συζητηθούν και τα ακόλουθα θέματα: 5) Έγκριση αμοιβών των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου. 6) Απαλλαγή μελών του Διοικηπκού Συμβουλίου και του ελεγκτού από κάθε εΛύνη γα τα πεπραγμένα της χρήσεως 2012». ‘Μπλαχ», έκανε ο pirandello, «επόμενο είναι να αηδιάζεις. Και να πάρεις μια δραμαμίνη για αύριο. Και οπωσδήποτε να μη φας τίποτα. Και περιττεύει να σου πω να μην υπογράψεις». «Δεν πρόκειται», είπα και έκλεισα το τηλέφωνο.

Παρασκευή 5 Απριλίου 2013

Οι «γενικότητες» του pirandello.

Τι κάνεις;», ρώτησε ο pirandello που με είδε να κάθομαι και να ρεμβάζω. «Αυτό που βλέπεις», είπα, «κάθομαι». «Γιατί δεν κάνεις κάποια δουλειά; Ξέρεις πως με βουρλίζει όταν βλέπω κάποιον να κάθεται». «Δεν έχω όρεξη. Και έχω και δικά μου προβλήματα». «Οικονομικά;» «Οικονομικά, ψυχολογικά… απ’ όλα τα καλά». «»Όλοι είμαστε στην ίδια κατάσταση, δεν πρωτοτυπείς». «Δεν το κάνω για να πρωτοτυπήσω. Απλώς είμαι σ’ αδιέξοδο». «Έμαθες για το μπουμ στην Κορέα;» «Έμαθα». «Ο κόσμος είναι γεμάτος τρελούς τελικά» «Εσύ τι κάνεις;’ Εγώ; Τίποτα. Δηλαδή όλο και κάτι κάνω». «Και μπορείς να κάνεις μια πρόβλεψη;» «Προβλέψεις μπορούν να κάνουν μόνο όσοι έχουν προσβάσεις στις πληροφορίες, εγώ δεν είμαι μέσα στα πράγματα». «Θα πεινάσουμε λες;» «Δε θέλω να κάνω την Κασσάνδρα αλλά θα ‘χουμε πολύ χειρότερα… η προτεραιότητα της κυβέρνησης είναι οι φυλακές υψίστης ασφαλείας». «Άκουσες για το κόμμα του Αλαβάνου;» «Ναι, παιδική χαρά». «Και τι λες για την τρόικα;» «Αν έχεις λεφτά στην τράπεζα να τα σηκώσεις». «Πού να τα βρω για να τα σηκώσω;» «Λέω… αν έχεις κανέναν φίλο να του το πεις, όποιος μπορεί να σωθεί, να σωθεί». «Κι ο Κασιδιάρης;» «Όλα αυτά γίνονται για να ξεφεύγουμε απ’ την ουσία και να μη βγάζουμε άκρη». «Λέω να τα γράψω όλα αυτά. Τι τίτλο να βάλω;» «Γενικότητες», είπε ο pirandello. Ύστερα σηκώθηκε και βγήκε στον κήπο.

Παρασκευή 29 Μαρτίου 2013

Τα χρώματα της ατμόσφαιρας κι ο pirandello.

«Όποιος ζωγραφίζει πράσινους ουρανούς και μπλε λιβάδια θα έπρεπε να στειρώνεται», είπε ο pirandello κοιτάζοντας βλοσυρά τους πίνακες. Τον κοίταξα με το στόμα ανοιχτό σαν χάνος., δεν πίστευα στα αφτιά μου. «Τι είπες;», ρώτησα. «Επανέλαβα απλώς μια ρήση του Χίτλερ», έκανε εκείνος αδιάφορα. «Ώστε αυτά φτιάχνεις όταν πας και χάνεσαι;» «Είδες αρκετά», είπα έξαλλος. «Ήλπιζα πως θα μπορούσες να καταλάβεις αλλά έπεσα έξω. Και δε χρειάζεται να μείνουμε άλλο εδώ γιατί θα χαλάσουμε τις καρδιές μας. Και δε θέλω». «Στάσου», έκανε ο pirandello, «να το συζητήσουμε». «Δεν έχουμε να συζητήσουμε τίποτα, δεν υπάρχει λόγος», είπα εγώ και τον έσπρωξα… κάπως άγαρμπα ομολογώ κατά την πόρτα. «Η τέχνη είναι υποτίθεται για να τη βλέπει ο κόσμος», διαμαρτυρήθηκε. «Δε μ’ ενδιαφέρει γιατί είναι και τι δεν είναι», επέμενα και συνέχισα να τον σπρώχνω. «Έξω». «Αυτό είναι τουλάχιστον ανωριμότητα», είπε εκείνος και σταμάτησε να αντιστέκεται. «Έξω», επανέλαβα, «έξω». «Στο κάτω - κάτω εσύ μου ζήτησες να σου πω τη γνώμη μου για τους πίνακες», φώναξε. «Σωστά», είπα. «Και μου την είπες. Και τώρα έξω». Βγήκαμε στο φως του ήλιου. «Εντάξει», είπε ο pirandello, «ίσως υπήρξα κάπως κάθετος. Έχω δει και πολύ χειρότερα». «Ας μην το συνεχίσουμε», είπα. «Κλασική ευθιξία. Μα τι νομίζετε πώς είστε όλοι εσείς οι καλλιτέχνες;» «Θα μπορούσες να δείξεις μια στοιχειώδη ευγένεια». «Απλώς διατύπωσα μια σκέψη που έκανα, δεν ήταν καν γνώμη». Δε χρειάζεται να μου πεις τη γνώμη σου, κατάλαβα». «Δεν έχουν όλοι οι άνθρωποι τα ίδια κριτήρια. Και μπορεί η γνώμη ενός τρίτου να σου φανεί χρήσιμη». «Εγώ είμαι ευχαριστημένος μ’ αυτά που φτιάχνω. Και δε μ’ ενδιαφέρει αν σ’ αρέσουν ή όχι. Τελειώσαμε τώρα μ’ αυτό;» «Κοίταξε, αντιλαμβάνομαι κάποια τεχνική, μια εμπειρία θα έλεγα σε σχέση με τη δράση των υλικών… αλλά διακρίνω την απουσία του θέματος, δεν καταλαβαίνω γιατί φτιάχνεις εκείνα που φτιάχνεις». «Δεν είναι απαραίτητο. Ούτε εγώ καταλαβαίνω όλες σου τις παλαβομάρες». «Οι δικές μου παλαβομάρες δεν είναι τέχνη, η τέχνη πρέπει να εμπεριέχει ένα νόημα». «Αυτός είναι ένας στατικός τρόπος σκέψης. Η ίδια η τέχνη είναι το νόημα, δεν έχει να κάνει με το αποτέλεσμα, ή τη θεματολογία, αυτό δεν αντιλαμβάνεσαι, την ίδια την ουσία της πράξης. Η πράξη δεν έχει να κάνει με την αναπαραστατικότητα». «»Ποιος μίλησε για αναπαραστατικότητα;» «Δε μίλησες αλλά το υπονόησες. Θα προτιμούσες να δεις ένα λιβάδι ή κάποια θάλασσα». Μπορώ ν’ αντιληφθώ μέχρι τις δεσποινίδες της Αβινιόν. Αλλά αυτά που φτιάχνεις εσύ… πες μου, εσύ ξέρεις τι φτιάχνεις «Ξέρω. Κατά προσέγγιση». «Μπορείς να μου εξηγήσεις να καταλάβω;» «Μπορώ. Είναι μυσταγωγίες. Είναι πύλες για ένα εσώτερο διάστημα». «Πάλι αδυνατώ». «Θα προσπαθήσω αλλιώς. Το ότι στα καλά καθούμενα η Μέρκελ εξαφανίζει την Κύπρο το καταλαβαίνεις;» «Όχι. Αλλά τι σχέση έχει αυτό;» «Δεν έχει. Αλλά λέει ότι δεν κάνω μόνο εγώ ακατανόητα πράγματα». «Ναι αλλά εδώ μιλάμε για εικαστικά, δε μιλάμε για την ΑΟΖ». «Δε μιλάμε για την ΑΟΖ αλλά για τον κόσμο που αλλάζει. Και η τέχνη διατυπώνει αυτόν τον κόσμο όπως μπορεί, είναι συνδιαμορφωτής, ένα αντίβαρο που σε κρατάει για να μην πέσεις, συμφωνούμε μέχρι εδώ;» «Ας πούμε πως συμφωνούμε». «Ωραία. Πες μου τώρα πώς θα το ζωγράφιζες εσύ αυτό; Θα ζωγράφιζες πιθανόν ένα βάζο;» «Θα ζωγράφιζα πιθανόν το κενό». «Και τι χρώμα έχει αυτό το κενό, ξέρεις;» «Μαύρο;» «Κάποιος άλλος θα έλεγε μπλε. Κι ένας άλλος θα έλεγε κόκκινο». «Δε μπορεί ένα πράγμα να είναι και μαύρο και κόκκινο και μπλε». «Γιατί; Ποιος ορίζει την αίσθηση;» Ήμασταν τώρα μπροστά στη θάλασσα. «Κοιτάζεις δηλαδή αυτή τη θάλασσα και έχεις μια αίσθηση από κόκκινο; Αυτό θες να πεις;» «Πιθανόν. Αν ταξιδέψεις στην άκρη της εικόνας, αν δεις πέρα από ‘κείνο που φαίνεται μπορεί η θάλασσα να είναι και κόκκινη. Ή πράσινη». «Η θάλασσα δεν έχει χρώμα, έχει να κάνει με την ατμόσφαιρα, όλοι το ξέρουν αυτό». «Ε, πες τότε πως ζωγραφίζω την ατμόσφαιρα», είπα και δεν είπαμε τίποτα άλλο γι’ αυτό.

Τετάρτη 27 Μαρτίου 2013

Το ΟΥ του ΠΑΡΑΛΟΓΟΥ κι ο pirandello

«Έμαθα ότι έγραψες γράμμα στον Σόιμπλε». «Όντως. Τίποτα όμως σημαντικό». «Το διάβασα πρέπει να σου πω». «Ε και;» «Ήταν θεωρώ ανέντιμο να αναφερθείς στην αναπηρία του. Στο κάτω - κάτω όλοι έχουν κάποιο ελάττωμα. Αυτή καθαυτή σαν ενέργεια ήταν παράλογη, τι νόημα είχε ένα γράμμα… και μάλιστα τέτοιο;» «Ναι, είναι αλήθεια, ήταν κάτω απ’ τη μέση, δηλαδή απευθυνόμουν περισσότερο στην καρέκλα. Και όταν λέω καρέκλα αναφέρομαι στην καρέκλα της εξουσίας». «Δε το λες καθαρά, δείχνεις να τον κοροϊδεύεις επειδή είναι ανάπηρος. Τον προτρέπεις επιπλέον να αποτελειώσει αυτό που αρχίνησε ο Κάουφμαν, να τα τινάξει δηλαδή και να μας αφήσει ήσυχους». «Ναι, όντως. Δε γουστάρω καθόλου τις μηχανές ξέρεις. Και ο Σόιμπλε μου κάνει σαν ταμειακή». «Είναι αναμφίβολα σκληρός άνθρωπος. Αλλά δε μπορείς να εύχεσαι τον θάνατό του. είναι… απαράδεκτο, απολίτιστο». «Είναι απλώς ένα γράμμα. Εξάλλου ο Σόιμπλε δεν ξέρει Ελληνικά. Και δεν το έστειλα και σε καμιά εφημερίδα, μεταξύ μας το είπα, σαν αστείο, για να γελάσουμε». «Εγώ δε γέλασα καθόλου πρέπει να σου πω. Άσε που αυτό καθιστά το γράμμα πέρα για πέρα παράλογο». «Προφανώς έχεις χάσει το χιούμορ σου, εγώ το κατευχαρηστήθηκα». «Με τρομάζει το πόσο κακός μπορεί να γίνει κανείς». «Κουταμάρες. Εσύ προχθές με προέτρεπες να κάψουμε την Αθήνα και τώρα σε πείραξε ένα γράμμα; Θα με τρελάνεις;» «Τα γράμματα μπορούν να είναι το ίδιο εμπρηστικά». «Ωραία. Κι εσένα τι σε πειράζει;» «Δε με πειράζει αυτό. Με πειράζει που δεν το ‘χω γράψει εγώ».

Δευτέρα 25 Μαρτίου 2013

Οι «άγγελοι της κολάσεως» κι ο pirandello.

«Νόμιζα πως πέρασε το τριώδιο», είπα, αλλά ούτε που μου έδωσε σημασία, μπαινόβγαινε στην κρεβατοκάμαρα και επέστρεφε κάθε φορά μ’ ένα ακόμα αξεσουάρ. «Δεν σε καταλαβαίνω», είπα, «τι είναι πάλι όλα αυτά τα μασκαραλίκια;» «Δεν είναι καθόλου μασκαραλίκια», είπε ο pirandello δοκιμάζοντας ένα κράνος της Βέρμαχτ. «Θα τους πολεμήσουμε με τα ίδια τους τα όπλα». «Ποια όπλα; Ποιον θα πολεμήσουμε πάλι;», ρώτησα. «Ξέρεις να οδηγείς μηχανή;», ρώτησε εκείνος αντί άλλης απάντησης. «Και πες ότι ξέρω, να σου θυμίσω ότι δεν έχουμε μηχανή;» «Ξέρω πολύ καλά τι έχουμε και τι δεν έχουμε», είπε ο pirandello. «Αλλά αυτό δεν είναι πρόβλημα». «Δεν είναι πρόβλημα για ποιο πράγμα;» «Θα κλέψουμε μία. Δηλαδή θα κλέψεις εσύ μία, εγώ είμαι πολύ μεγάλος για τέτοια πράγματα». Έβαλα τα γέλια. «Και πες ότι κλέβω», είπα. «Τι έχει το πρόγραμμα για μετά;» «Θα δώσουμε το παράδειγμα. Δε θα αφήσουμε τίποτα όρθιο, θα παραδώσουμε καμένη γη. Θα δικτυωθούμε. Θα οργανώσουμε τους απανταχού αγγέλους επί της γης και θα κάνουμε κίνημα». «Τι κίνημα; Κίνημα με δερμάτινα;» «Βαρβαρότητα στη βαρβαρότητα, είναι η μόνη απάντηση», είπε κουμπώνοντας τα γάντια του, κάτι τεράστια γάντια με πρόκες. «Να μη μείνει τίποτα όρθιο, τίποτα που να μπορούν να εκμεταλλευτούν αυτοί οι διάβολοι». Στήθηκε καμαρωτός να τον δω. «Πώς σου φαίνομαι;», ρώτησε. «Καλός», είπα. «Αλλά θα τα βάλουμε με την Ευρωπαϊκή ένωση; Εσύ δεν ξέρεις καν να καβαλάς μηχανή». «Θα κάθομαι από πίσω, σαν τον Τζακ Νίκολσον. Θα κάθομαι από πίσω και θα εκτοξεύω μολότοφ. Θα κάψουμε την Αθήνα, ύστερα το Βερολίνο… μετά θα καταλάβουμε τη Νέα Υόρκη, όπως λέει και το τραγούδι». «Και το θεωρείς αυτό πολιτική στάση; Να βάλουμε φωτιά στο σύμπαν;» «Πρέπει να αναθεωρήσουμε τον τρόπο που βλέπουμε τα πράγματα», είπε ο pirandello βαδίζοντας πάνω - κάτω για να συνηθίσει τις μπότες. «Έχουν ξεραθεί», είπε. «Έχω να τις βάλω από τότε που ήμουνα πανκ». «Πότε θα καταλάβεις πως δεν είσαι πια γι’ αυτά τα πράγματα; Πότε θα καταλάβεις ότι ο κόσμος που ήξερες πέθανε;» «Γι’ αυτό ακριβώς», είπε ο pirandello σπρώχνοντας πίσω τα γυαλιά στη μύτη του. «Πριν γίνουμε πραγματικοί άγγελοι, λέω να δοκιμάσουμε κι αυτό. Πρέπει να βρεθεί κάποιος να εξεγερθεί σ’ όλα αυτά. Ή να ξεκινήσει την εξέγερση». «Και νομίζεις πως κάτι θα βγει;» «Στην πραγματικότητα όχι. Αλλά είναι αλλιώς να ‘χεις μπροστά σου κάποιον που γυαλίζει το μάτι του, δεν είναι;» Δεν είχα τι να του πω πάνω σ’ αυτό.

Παρασκευή 1 Φεβρουαρίου 2013

Οι «ευτιχισμένες μέρες» κι ο pirandello.

«Τι κόσμος όμως», είπα και κάθισα να πιω κι εγώ έναν καφέ. «Σε τι ακριβώς αναφέρεσαι;», ρώτησε ο pirandello δίχως να παρατήσει την εφημερίδα του. «Στην κατάληψη του υπουργείου. Ο υπουργός έτρωγε λέει σάντουιτς εκείνη την ώρα στη Βουλή, τον είδε λέει η Βούλτεψη». «Τη συμπαθείς εσύ αυτή τη Βούλτεψη, έτσι δεν είναι;» «Ούτε τη συμπαθώ ούτε την αντιπαθώ, έχουμε διαφορετικές ίσως θέσεις». «Ίσως; Ούτε γι’ αυτό δεν είσαι βέβαιος;» «Όχι, δεν έχει νόημα να ‘χεις διαμάχες. Μπορείς να πάρεις κάτι; Αυτό είναι. Τα άλλα είναι σε δουλειά να βρισκόμαστε». «Δεν τους έχεις δηλαδή σε εκτίμηση». «Τι πάει να πει εκτίμηση; Οι άνθρωποι μας δουλεύουν, δεν είδες τι είπε ο Στουρνάρας για τον νέο φόρο;» «Θα κατεβάσει λέει τις αντικειμενικές». «Αυτοί είναι ικανοί να φτωχοποιήσουν το σύμπαν. Σε λίγο δε θα υπάρχει τίποτα για ν’ αντισταθείς, αυτό είναι το σχέδιο». «Βλέπω ότι σ’ απασχολούν πάλι τα κοινά, καλό σημάδι». «Δε βαριέσαι. Τα κοινά άλλωστε είναι και δικά μου επίσης. Αν χάσουν όλοι θα χάσω κι εγώ». «Ναι, σωστό. Τα κοινά είναι δικά μας επίσης. Αλλά βλέπεις, απεργεί κάποιος και τα παπαγαλάκια βγάζουν διάφορους που διαμαρτύρονται και ο κόσμος παρασύρεται». «Να δούμε τώρα τι θα γίνει με τα τρακτέρ». «Ό,τι γίνεται πάντα, ΜΑΤ, ξύλο, διαπραγματεύσεις, κάμερες… τίποτα δε θα γίνει». «Και τι λέει η εφημερίδα; Καλό μήνα;» «Μπα, τίποτα. Είναι παλιά, την ξαναδιαβάζω». «Γιατί;» «Προσπαθώ να μάθω απ’ τα λάθη μου. Και γιατί να δίνω λεφτά στους εκδότες;» «Είδες το πρόγραμμα του MEGA; Ο «καναλάρχης» θα παίζει επαναλήψεις, τσάμπα πρόγραμμα δηλαδή. Και αυτό το αποφασίζεις σου λέει εσύ». «Το είδα. Θα δείξει λέει τους απαράδεκτους, τον απόντα, το Μπράβο με την Κορομηλά… λες και αυτό ήταν που μας έλειπε, να δούμε τη Ρούλα». «Ευτυχισμένες μέρες». «Ναι, Μπέκετ».

Πέμπτη 31 Ιανουαρίου 2013

Το «θεώρημα του πολιτικού λόγου» κι ο pirandello.

«Η γωνία πρόσπτωσης Μπρούστερ υπολογίζεται από τον μαθηματικό τύπο όπου n1 και n2 είναι οι δείκτες διάθλασης των δύο οπτικών υλικών. Για παράδειγμα ο αέρας έχει δείκτη διάλθασης ενώ ένα τζάμι έχει δείκτη διάθλασης περίπου και το νερό έχει δείκτη διάθλασης . Στο τζάμι η γωνία πρόσπτωσης Μπρούστερ είναι περίπου 56° ενώ στο νερό είναι 53°. Κατάλαβες;», ρώτησε σκουπίζοντας τα χέρια του και πιάνοντας πάλι τη βέργα. «Κατάλαβα… δηλαδή όχι», παραδέχθηκα, δεν είχα ιδέα τι έλεγε. «Είναι πολύ φυσικό», είπε, «δεν προσέχεις στο μάθημα. Συγκεντρώσου στο θέμα μας, τι πρόβλημα έχουμε εδώ;», ρώτησε και χτύπησε τη βέργα του στον μαυροπίνακα. «Νομίζω την ταχύτητα της πρόσπτωσης της χιονοστιβάδας», είπα αφού μελέτησα το σχέδιο. «Αυτό μάλλον». «Το μάλλον δεν είναι απάντηση, πρέπει να ‘σαι βέβαιος για την απάντηση». «Μα δε διατύπωσες την ερώτηση, έκανες μόνο ένα σχέδιο λέγοντας πως αυτή είναι η κορυφή ενός βουνού και αυτή εδώ κάτω είναι μια καλύβα. Αλλά μετά με μπέρδεψες μ’ αυτή τη γωνία πρόσπτωσης Μπρούστερ». «Τι άλλο είπα;» «Διάφορα άσχετα, κάτι για τη θερμοκρασία, την απόσταση κορυφής - καλύβας… τη βαρύτητα, το είδος του χιονιού, την ποσότητα… δεν καταλαβαίνω το ερώτημα». «Ανέφερα το υψόμετρο;» «Νομίζω όχι». «Ανέφερα δηλαδή γενικότητες και εσύ κατέληξες πως υπάρχει κάποιο σημαντικό ερώτημα στο οποίο θα έπρεπε να απαντήσεις, έτσι δεν είναι;» «Ναι, μάλλον». «Είσαι κοντά στην επίλυση του προβλήματος, εν αγνοία σου». «Μα δεν καταλαβαίνω καν το ερώτημα». «Πες μου, είμαι μετεωρολόγος;» «Απ’ όσο ξέρω όχι». «Είμαι μήπως φυσικός; Σεισμολόγος; Μαθηματικός μήπως;» «Όχι, απ’ όσο γνωρίζω». «Μελετάμε κάτι θεωρητικό εδώ ή ένα πραγματικό γεγονός;» «Νομίζω πως είναι ένα θεωρητικό ερώτημα». «Είναι συλλογισμός, δεν είναι ερώτημα». «Έστω, συλλογισμός. Πού θες να καταλήξεις;» «Δεν έχει σημασία το ερώτημα, αυτό προσπαθώ να σου πω», είπε ο pirandello κι έσβησε με το σφουγγάρι τον πίνακα. «Σημασία έχει να κρατάς τον συνομιλητή σου απασχολημένο, έτσι που να μη μπορεί να σκεφτεί, παρουσιάζοντάς του συνέχεια προβλήματα, με τυχαία σειρά». «Και τι κερδίζεις μ’ αυτό;» «Πρώτα απ’ όλα τον κάνεις να νοιώθει ανόητος γιατί δε μπορεί ν’ απαντήσει. Δεύτερον, τον κάνεις να νοιώθει ότι είσαι εσύ εξυπνότερος. Και αφού δε μπορεί να σε αντιμετωπίσει σε κάτι - δε μπορεί να σ’ αντιμετωπίσει σε τίποτα. Κατάλαβες;» «Αυτό που κάνουν δηλαδή οι πολιτικοί». «Ακριβώς», έκανε ο pirandello τρίβοντας τα χέρια του ευχαριστημένος. «Αυτό ακριβώς». «Ναι. Αλλά πάλι δεν καταλαβαίνω», είπα, «όλη αυτή η φάση με τη χιονοστιβάδα ήταν μια φούσκα;» «»Α, όχι. Ήταν μια συγκεκριμένη θεωρία που έχω… για την ακρίβεια ένα θεώρημα. Το θεώρημα του πολιτικού λόγου». «Κι αυτή η γωνία πρόσπτωσης Μπρούστερ;» «Απλή επίδειξη, πιάνουν πολύ κάτι τέτοια».

Τετάρτη 30 Ιανουαρίου 2013

Η «τσίπα» κι η παιδεία του pirandello.

«Και τώρα;», ρώτησα, «ποιο είναι το επόμενο βήμα;» «Τώρα τίποτα, περιμένουμε». «Τι λες να γίνει;» «Το πιθανότερο είναι να πετύχουμε την επιβίωσή μας αρχικά. Μόλις ανοίξουμε τα χαρτιά μας θα θορυβηθεί και θ’ αναγκαστεί να παραδεχθεί ορισμένα πράγματα. Φυσικά θα πει πως δεν έχει χρήματα… τα γνωστά». «Τον άρτον ημών τον επιούσιον δηλαδή». «Σε πρώτη φάση. Μακροπρόθεσμα βλέπουμε τι θα πετύχουμε». «Είναι σαν να κάθομαι σ’ αναμμένα κάρβουνα». «Καταλαβαίνω. Αλλά να σκέφτεσαι πως την πατάτα την έχει εκείνος». «Ανησυχώ». «Εγώ πάλι είμαι αισιόδοξος» «Και εγώ. Αλλά ανησυχώ». «Εσύ πρέπει να είσαι συγκρατημένα αισιόδοξος. Αλλά δεν υπάρχει λόγος ν’ ανησυχείς». «Με τρελαίνει όμως η απραξία». «Δεν είναι απραξία, είναι προαπαιτούμενος χρόνος». «Με τρελαίνουν κι όλα αυτά τα δικολαβίστικα». «Να, πάρε αυτά», μου είπε ο pirandello και μου ‘δωσε κάτι ξερόκλαδα. «Τι είναι αυτά;», ρώτησα, «προσάναμμα;» «Όχι, είναι για ξόβεργες, να κάνεις κάτι να περνάει η ώρα». «Και θα στήνω ξόβεργες;» «Αν δε θες ξόβεργες μπορείς να πας για ψάρεμα, μπορούμε να πάμε και μαζί άμα θες». «Γιατί δεν πάμε μέχρι τον δικηγόρο;» «Γιατί δεν έχεις κάτι καινούργιο να πεις. Και γιατί σου χρειάζεται επίσης ηρεμία για να σκεφτείς». «Ναι. Αλλά ξέρεις πως μ’ εκνευρίζει το ψάρεμα». «Το ψάρεμα είναι άσκηση, μαθαίνεις να περιμένεις. Και είσαι έτοιμος πάντα να αρπάξεις μια ευκαιρία». «Πάντα θεωρούσα πως όταν ψαρεύεις χάνεις την ώρα σου». «Εξαρτάται απ’ το ψάρι, εμείς θα πάμε για τσίπα». «Τι είναι η τσίπα;» «Σκυλόψαρο. Είναι πολύ επικίνδυνο». «Και θα πιάσουμε σκυλόψαρο με πετονιά;» «Δε θα το πιάσουμε με πετονιά». «Και πώς θα το πιάσουμε;» «Με δόλωμα. Θα του το πετάξουμε στα βαθειά και θα τρέξουμε πίσω. Θα το βγάλουμε στα ρηχά». «Και γιατί να τρέξει ξωπίσω;» «Γιατί τίποτα δεν του αντιστέκεται. Και γιατί του αρέσει το δόλωμα». «Τι θα βάλουμε δόλωμα;» «Εσένα. Θα σε ρίξω μ’ ένα σκοινί στη θάλασσα». «Είσαι τρελός, πού το σκέφτηκες αυτό;» «Έχω παιδεία. Δεν έχεις διαβάσει το ΔΟΚΙΜΟΣ ΗΖΥ;»

Τρίτη 29 Ιανουαρίου 2013

Ο «Μακιαβέλλι» κι ο pirandello.

«Τι είναι αυτό;», ρώτησα. «Μια πάνινη κούκλα, παραγεμισμένη με άχυρο», είπε ο pirandello, «που στην περίπτωσή μας είναι ένας Μακιαβέλλι, ένας ποταπός αντίπαλος που είναι αποφασισμένος να χρησιμοποιήσει όλα τα μέσα για να πετύχει τον σκοπό του, να ας πούμε η εμφάνισή του, το ότι μοιάζει με μια αδύναμη πάνινη κούκλα, ένα αξιολύπητο αντικείμενο». «Μα είναι μια κούκλα». «Αυτό προσπαθώ να σου πω, ότι δεν είναι αυτό που βλέπεις. Εσύ βλέπεις αυτά τα κουρέλια και τα άχυρα αλλά αυτά δεν είναι παρά στάχτη στα μάτια, από πίσω κρύβεται ένας Σατανάς». «Ωραία. Και τι κάνουμε τώρα; Εξορκισμό;» «Μπορείς να το πεις κι έτσι. Κατ’ αρχάς δεν τον αγγίζουμε, προσέχουμε τι λέμε και τι κάνουμε και δεν χάνουμε τον στόχο μας. Να θυμάσαι πως αυτός εδώ ο διάβολος θα προσπαθήσει να σε τυλίξει σε μια κόλλα χαρτί και ότι είναι αδίστακτος». «Ωραία. Κι εγώ τι πρέπει να κάνω;» «Εσύ τίποτα. Σαν να ‘χεις μπροστά σου έναν χιμπατζή, δεν παρασύρεσαι και είσαι ήρεμος. Να σκέφτεσαι σαν κι αυτόν, με τον χειρότερο τρόπο, δεν είναι και τόσο δύσκολο». «Δηλαδή να γίνω σαν τα μούτρα του;» «Δεν είναι και τόσο άσχημος… εξωτερικά. Αλλά κυρίως μας ενδιαφέρει ο τρόπος που σκέφτεται». «Μα δε γίνεται κάποιος Μακιαβέλλι επειδή έτσι θέλει…» «Λάθος. Μακιαβέλλι δε γεννιέσαι, γίνεσαι. Ή τουλάχιστον προσπαθείς». «Είναι εμετικά όλα αυτά. Δεν ξέρω αν μπορώ ν’ ανταποκριθώ». «Δε μπορείς να κάνεις αλλιώς, ή Μακιαβέλλι ή τίποτα». «Αφού δε μπορώ να το αποφύγω… Μακιαβέλλι», είπα «Ωραία», είπε ο pirandello, «ορίστε, έχεις εδώ μπροστά σου έναν αντίπαλο, δείξε μου τι μπορείς να του κάνεις». «Εννοείς την κούκλα;» «Ναι. Δείξε μου πόσο κακός μπορείς να ‘σαι». «Να κάνω δηλαδή τι;» «Δεν ξέρω, εσύ αποφασίζεις, βγάλτης τα μάτια». «Είναι αποκρουστικό», είπα, «δε μπορώ να της βγάλω τα μάτια». «Κόψτης τότε το κεφάλι, βγάλτης το χέρι». «Μα δε μπορώ να κάνω τέτοιες αγριότητες, για ποιον με πέρασες; Και τέλος πάντων… σε τι θα ωφελήσει αυτό;» «Μα είναι μια πάνινη κούκλα», είπε ο pirandello, «δε θα πάθει τίποτα». «Μα μου ζητάς να την καταστρέψω, πώς δε θα πάθει τίποτα; Αν δεν πάθει τίποτα γιατί να τα κάνω όλα αυτά;» «Πρώτα απ’ όλα πρέπει ν’ αποβάλεις αυτόν τον συναισθηματισμό, να μη σ’ ενδιαφέρει τι θα πάθει η κούκλα». «Το θεωρείς εύκολο αυτό;» «Όχι. Αλλά από κάπου πρέπει να αρχίσει κανείς». «Το καταλαβαίνω. Αλλά και πάλι δεν ξέρω αν μπορώ να βγάλω τα μάτια αυτής της κούκλας». «Ευαισθησίες και ξεράσματα», είπε ο pirandello, «κάνε πέρα». Και λέγοντας αυτά έπιασε το κεφάλι της κούκλας και με μια δυνατή κίνηση το ξερίζωσε απ’ τους ώμους. «Ορίστε», έκανε. «Πού το βλέπεις το δύσκολο. «Εσύ είσαι άλλο», είπα. «Εσύ είσαι άλλο κι εγώ άλλο, εγώ δε μπορώ να πετσοκόψω την κούκλα». «Φοβάμαι πως δεν υπάρχει άλλος τρόπος», έκανε και έπιασε το σκουπόξυλο, «σου χρειάζεται πολύ ξύλο». «Δε μπορώ να το κάνω», φώναξα ενώ σήκωνα τα χέρια μου να προστατέψω το κεφάλι μου. «Υπεράσπισε τον εαυτό σου διάολε», φώναζε εκείνος ενώ με βάραγε όπου μ’ έβρισκε ακάλυπτο, «υπεράσπισε τον εαυτό σου». Οπισθοχωρούσα μέχρι που δεν έπαιρνε άλλο. Ύστερα άρπαξα μια καρέκλα και του την πέταξα στο κεφάλι. «Αρκετά για σήμερα», είπε εκείνος. «Έκανες επιτέλους ένα βήμα. Θα συνεχίσουμε αύριο. Θα συνεχίσουμε μέχρι που θα σε κάνω άνθρωπο».

Σάββατο 26 Ιανουαρίου 2013

Η «πραγματική εικόνα των πραγμάτων» κατά pirandello.

«Γιατί δεν κοιμάσαι και με ξενυχτάς κι εμένα;», ρώτησα, «και τι διάολο κάνεις και σεργιανάς πάνω κάτω βραδιάτικα;» «Σ’ έφερα εδώ για να μιλήσουμε», είπε ο piradello. «Τι να πούμε χριστιανέ μου ; είναι άγρια μεσάνυχτα. Και γιατί δεν ανάβεις ένα φως; Τι παριστάνεις;» «Μην ανοίγεις το φως», είπε εκείνος, «είναι καλύτερα έτσι». «Τι είδους μούρλα είναι αυτή πάλι; Τι κάνεις στα σκοτάδια; Και γιατί μιλάς έτσι; Πούντιασες;» «Είναι η κουκούλα. Και αν το καλοσκεφτείς θα δεις πως δεν είναι καθόλου απαραίτητο το φως. Ίσα - ίσα σ’ αποπροσανατολίζει απ’ αυτό που πραγματικά βρίσκεται εκεί, από ‘κείνο που πρέπει να δεις». «Κατάλαβα», έκανα. «Πάλι οι γνωστές παλαβομάρες. Δεν είχες ύπνο και λες, δεν τον φωνάζω εδώ αυτόν τον ηλίθιο να περάσουμε την ώρα μας;» «Καθόλου παλαβομάρες», είπε ο pirandello. «Και αν δεν έβγαζες όπως πάντα αυθαίρετα συμπεράσματα θα καταλάβαινες πως σου μιλάω για την πραγματική εικόνα των πραγμάτων, όχι για ‘κείνη που φαίνεται». «Άσε με σε παρακαλώ ν’ ανάψω ένα φως, να μιλήσουμε επιτέλους σαν άνθρωποι». «Φύγε απ’ τον διακόπτη». «Καλά… δεν ανοίγω το φως. Αλλά στον Θεό σου, οι άνθρωποι τέτοια ώρα κοιμούνται». «Οι ηλίθιοι κοιμούνται. Γιατί πρέπει να παραδεχθείς πως το να κοιμάσαι ενώ συμβαίνουν τόσα τριγύρω είναι κουταμάρα. Είναι βλακεία… ηλιθιότητα». «Το να κοιμάται κάποιος είναι ηλιθιότητα; Και τι να κάνουμε; Να φοράμε κουκούλες και να κυκλοφορούμε στα σκοτάδια;» «Αυτό με το σκοτάδι και το φως είναι απλώς προκατάληψη. Αν δε βλέπεις τι μύτη σου δεν έχει καμιά σημασία αν είναι μέρα ή νύχτα». «Μα τον Θεό, δεν σε καταλαβαίνω. Με ξεσηκώνεις απ’ το κρεβάτι μου για να με φέρεις εδώ και να μου αραδιάσεις όλες αυτές τις βλακείες; Μα τι άνθρωπος είσαι εσύ τέλος πάντων; Και γιατί φοράς την κουκούλα; Να μη σε αναγνωρίσω;» » «Αν είχες κουκούτσι μυαλό στο κεφάλι σου θα καταλάβαινες πως δεν παίζω. Και πάνω στο τραπέζι έχει κι άλλη , φόρεσέ την». «Είσαι τρελός. Γιατί να τη βάλω την κουκούλα;» «Κάνε αυτό που σου λέω. Αλλιώς θα σηκωθώ και θα σε παρατήσω να σε φάνε τα σκυλόψαρα, οι Ψωμιάδηδες». «Α, εκεί το πας». «Φυσικά και το πάω εκεί. Και αν θες να ξέρεις δε τη φοράω για σένα την κουκούλα, τη φοράω για το κοινό. Γιατί το κοινό πρέπει να καταλάβει κάτι απ’ όλη αυτή την ιστορία». «Μα δε σε βλέπει… δε μας βλέπει κανείς. Κι αυτό το σκοτάδι… σε τι εξυπηρετεί το σκοτάδι;» «Το σκοτάδι κάνει τη δουλειά του κι εμείς τη δική μας, φόρεσέ την να τελειώνουμε». «Ορίστε, τη φόρεσα». Τον άκουσα να με πλησιάζει. Και την ίδια στιγμή ένοιωσα ένα φοβερό χτύπημα που μου κατάφερε στα μούτρα με το διαλομένο το σκουπόξυλο. «Σιχαμένε», βόγκηξα, «μου έσπασες τη μύτη… μου έσπασες τη μύτη». Άκουσα το σκουπόξυλο που έπεσε πέρα. Τώρα ήταν άοπλος… και βούτηξα να το πιάσω. Αλλά εκείνος μου έβαλε μάλλον τρικλοποδιά και σωριάστηκα κάτω σαν τον ηλίθιο. «Το σκοτάδι εξυπηρετεί στο να μη βλέπει ο αντίπαλος της κινήσεις μας», είπε ο pirandello. «Αυτό δε σημαίνει πως εμείς δεν πρέπει να προβλέπουμε τις δικές του». «Να πας στον διάολο», ούρλιαξα. «Βρικόλακα. ανώμαλε». «Θα μ’ ευγνωμονείς κάποτε για όλα αυτά φίλε μου», είπε και τον άκουσα που έφευγε. «Αλλά αρκετά για σήμερα μ’ αυτό το θέατρο, να μη σε κουράζω», είπε και την άλλη στιγμή άναψε τα φώτα. Ήταν ντυμένος καρδινάλιος. «Τρελέ», φώναξα. «Ανισσόροπε». «Ποτέ δε βλέπουμε την πραγματική εικόνα των πραγμάτων φίλε μου», είπε, «ποτέ».

Τρίτη 22 Ιανουαρίου 2013

Ο «βετζετέριαν» κι ο pirandello.

«Ο καθένας και μόνος του», είπε ο pirandello, «αυτό είναι το σύστημα». «Ναι», συμφώνησα. «Αλλά αυτό είναι ανθρωποφαγία». «Προφανώς», είπε ο pirandello. «Το άλλο όμως είναι βλακεία. Είναι σαν να πιστεύεις πως δε θα σε φάει ο καρχαρίας επειδή είχε περιδρομιάσει προηγουμένως γατόψαρα». «Μπορείς να μην είσαι τόσο περιγραφικός; Με τρομάζεις». «Σε τρομάζω επειδή σου λέω την αλήθεια;» «Με τρομάζεις επειδή την ξέρω. Την ξέρω και δε θέλω να μου λες ότι την ξέρεις κι εσύ». «Γιατί;» «Γιατί μου την επιβεβαιώνεις». «Θα προτιμούσες δηλαδή να σε φλομώνω στα ψέματα;» «Όχι. Ούτε αυτό… δεν ξέρω τι θα ‘θελα». «Θα ‘θελες να ‘χες ξεμπλέξει μ’ όλα αυτά. Ή να μην είχαν συμβεί ποτέ». «Μάλλον. Αλλά τα πράγματα δε γίνονται ποτέ όπως θες». «Μου πήρες την ατάκα μου τώρα». «Δεν πειράζει, καταλαβαινόμαστε». «Δε μπορείς επομένως να συνεχίζεις να είσαι βετζετέριαν». «Ναι… νομίζω. Δεν είναι εύκολο να γίνεις σαρκοφάγο ξαφνικά». «Ούτε μαϊμού μπορείς γιατί θα σε φάνε». «Άρα;» «Δεν έχει άρα, άρχισε να τρως. Στην ανάγκη κατάπινέ τα αμάσητα». «Μου ‘ρχεται να ξεράσω». «Ξέρασε. Αλλά συνέχισε».

Δευτέρα 21 Ιανουαρίου 2013

Η «εκπαίδευση» του pirandello.

«Τι τα θέλουμε αυτά τα γελοία ρούχα;», ρώτησα. «Πώς; You're in the army now», είπε ο pirandello, «πρέπει να μπεις στο πετσί του στρατιώτη. Και μη σταματάς, 1, 2. 1, 2… συνεχίζουμε από ‘κει που ‘χαμε μείνει, καταρρίπτω όλα σου τα επιχειρήματα, λέγε» «Έπρεπε εξ αρχής να καθορίσουμε τους όρους μας», είπα ασθμαίνοντας και πηδώντας πάνω - κάτω, «να ‘χω κι εγώ… πώς το λένε… το μερτικό μου». «Είσαι επηρεασμένος και δεν ξέρεις τι λες», είπε ο pirandello βαδίζοντας πέρα - δώθε με το σκουπόξυλο και τη σφυρίχτρα, «άκου εκεί μερίδιο… και αν θες να ξέρεις ο κόσμος έρχεται για ‘μένα εδώ, αν δεν ήμουν εγώ εσύ ποιος θα ‘σουν;» «Έπρεπε να γράφει κάπου το όνομα μου, βαρέθηκα να ζω στην σκιά». «Τι είπες στρατιώτη; Δεν άκουσα τίποτα». «Έπρεπε να γράφει κάπου το όνομα μου, βαρέθηκα να ζω στην σκιά», ούρλιαξα. «Να ανοίξεις δικό σου μαγαζί τότε», μου φώναξε μέσα στο αφτί. «Δεν χρειάζεται να είσαι τόσο πειστικός», είπα, «μη φωνάζεις». Ο pirandello χτύπησε παλαμάκια. «Συγκεντρώσου, δεν κάνουμε θέατρο τώρα, προετοιμάζουμε την στάση σου στο δικαστήριο. Και στο δικαστήριο δε θα ‘χεις χρόνο να σκεφτείς, πρέπει να είσαι δασκαλεμένος. Συνέχισε, 1, 2. 1, 2…» «Εντάξει», είπα. «Αλλά ας κάνουμε ένα διάλειμμα, κουράστηκα». «Δεν υπάρχουν περιθώρια για ξεκούραση… εκτός κι αν θέλεις να χάσεις». «Μα λέμε και ξαναλέμε τα ίδια πράγματα, τα εμπέδωσα». «Σε βρίσκω αδύναμο… ή τέλος πάντων όχι αρκετά δυνατό. Πρέπει να προπονηθείς, θα τρέχεις 45 λεπτά κάθε πρωί και θα παίρνεις πρωτεΐνες. Εν ανάγκη θα καταφύγουμε στα αναβολικά, πρέπει να αποκτήσεις αυτοπεποίθηση, ανάστημα, σφρίγος. Καταλαβαίνεις ή μιλάω στον αέρα; Ακούς στρατιώτη;» «Καταλαβαίνω», έκανα αδύναμα. «Αλλά θέλω έναν καφέ». «Συμφωνείς; «Να συνεχίσω ή να σ’ αφήσω και να κοιτάξω τις δουλειές μου;» «Όχι, συμφωνώ», είπα. «Σε χρειάζομαι». «Μου αναθέτεις να σε κάνω σκληρό σαν πέτρα; Δυνατό σαν ταύρο; Συμφωνείς;» «Ναι, ναι… όλα αυτά». «Υπερασπίσου τότε ψοφίμι», ούρλιαξε κι άρχισε να με κοπανάει με τη σκούπα. «Τρελάθηκες; Σταμάτα», φώναζα αλλά εκείνος συνέχιζε μέχρι που μου κατάφερε μια γερή στο κεφάλι και άρχισα να αιμορραγώ. Πέταξε τότε το σκουπόξυλο και άναψε τσιγάρο. «Χρειάζεσαι πολύ δουλειά», είπε. «Είσαι σαν να ‘χεις έρθει από άλλον κόσμο, είσαι μαμμόθρεφτος». «Είσαι θεότρελος», είπα, «μου άνοιξες το κεφάλι». Πήγε και μου έφερε πάγο. Ύστερα μου έβαλε ένα φλιτζάνι καφέ και μου έδωσε και τσιγάρο. «Σκέψου πως είσαι στον στρατό, πως έχεις να τα βάλεις με τέρατα. Θα σε φάνε λάχανο αν δεν γίνεις έτσι που λέω, καταλαβαίνεις;» «Καταλαβαίνω», του είπα και αρπάζοντας το σκουπόξυλο χίμηξα κατά πάνω του. «Εντάξει, εντάξει», φώναξε, «καλά τα πας, αντιστάθηκες επιτέλους». «Πάω να πάρω αέρα», είπα αηδιασμένος. Πέταξα ύστερα το σκουπόξυλο και γύρισα να φύγω. Και τότε μου έδωσε μια γερή στο κεφάλι και με έριξε κάτω. «Δε γυρνάμε ποτέ την πλάτη στον αντίπαλο, δε γυρνάμε ποτέ την πλάτη στον αντίπαλο», επαναλάμβανε συνέχεια ενώ με κλωτσούσε στα πλευρά και με βάραγε ανελέητα με το σκουπόξυλο… μέχρι που λιποθύμησα.

Σάββατο 19 Ιανουαρίου 2013

Γενέθλια με τον pirandello.

«Μα σε κάνει έξαλλο», ούρλιαζε ο pirandello, «αυτός ο άνθρωπος καταργεί το αυτονόητο». «Τι συμβαίνει;», ρώτησα μπαίνοντας με την τούρτα, «τι φωνάζεις;» «Σσς», μου έκανε νόημα, «μιλάω με τη δικηγόρο». «Κατάλαβα», είπα και πήγα να βάλω την τούρτα στο ψυγείο… μέρα που βρήκα να ‘χω κι εγώ γενέθλια. «Χρόνια πολλά», μου έκανε κοφτά μόλις γύρισα, «μιλούσα με τη δικηγόρο… συγγνώμη, είμαι πολύ ταραγμένος». «Δεν μιλούσες, ούρλιαζες», είπα. «Μα… μα είναι να μη φωνάζω;» «Να φωνάζεις. Αλλά έχεις και πίεση. Κι εγώ γενέθλια». «Το ξέρω ότι έχεις γενέθλια. Και δεν είναι ανάγκη να μου θυμίζεις τι έχω και τι δεν έχω», είπε. «Πήρες τούρτα;» «Μια μικρή, έτσι για το καλό». «Και κεράκια υποθέτω». «Και κεράκια κι απ’ όλα». «Ελπίζω να μην κάλεσες κανέναν, δεν είναι κατάλληλη η μέρα να αρχίσουν να πηγαινοέρχονται διάφοροι και να μας εύχονται». «Να μου εύχονται θες να πεις». «Ναι, φυσικά. Αν και μετά από το σο καιρό εμείς είμαστε ένα. Και δε θέλω κόσμο… καταλαβαίνεις… μια άλλη φορά ίσως». «Δε θα καλούσα, έτσι κι αλλιώς». «Μπράβο, μπράβο», έκανε, «έτσι θα είμαστε πιο άνετα, αυτές οι γιορτές με κάνουν άνω – κάτω… έχω κι ένα σωρό θέματα… καταλαβαίνεις». «Συγγνώμη», είπα. «Σήμερα έτυχε να ‘χω γενέθλια και στα γενέθλια είθισται…» «Αν δεν περιμένουμε κανέναν φέρε την τούρτα να σβήσεις τα κεράκια». «Δεν είναι απαραίτητο». «Πώς; Τι πάει να πει δεν είναι απαραίτητο; Εδώ κάνουμε τόσα και τόσα. Αποτελεί τελετουργικό άλλωστε… είμαστε ό,τι είμαστε αλλά τα τελετουργικά, τελετουργικά». «Θα προτιμούσα κάτι πιο συναισθηματικό από ένα απλό τελετουργικό», είπα φέρνοντας την τούρτα. «Κουταμάρες», είπε, «τι πιο συναισθηματικό από αυτά τα πυροτεχνήματα; Να βγάλουμε και μια φωτογραφία να τα θυμόμαστε». «Δε θέλω φωτογραφίες. Φωτογραφίες βγάζουν αυτοί που τους αρέσει να δείχνονται. Είναι ένα απλό γλυκό με κεράκια, τα σβήνω, εσύ μου τραγουδάς και τελειώσαμε». «Πέντε μεγάλα και έξι μικρά», παρατήρησε. «Θα μπορούσες να βάλεις ένα, συμβολικά». «Θες να πεις πως μεγάλωσα ε;» «Μη δίνεις σημασία, το θέμα είναι να είσαι καλά». «Τι έκανα όλα αυτά τα χρόνια, μου λες; Γιατί δε θυμάμαι;», ρώτησα αργότερα. «Μη σ’ απασχολούν αυτά που έκανες», σύστησε ο pirandello. «Να σ’ απασχολεί τι δεν έκανες. Ή καλύτερα τι θα κάνεις». «Τι λες να κάνω;» «Δεν ξέρω», μου είπε κοιτάζοντας αφηρημένα απ’ το παράθυρο. «Σου εύχομαι να ‘ναι όμως ενδιαφέρον». «Θες άλλο γλυκό;» «Μάλλον όχι, πρέπει να προσέχουμε και τα πολλά γλυκά είναι για νεώτερες ηλικίες». «Μόνο σήμερα». «Αν είναι μόνο για σήμερα, βάλε μου αυτό το μεγάλο με τη φράουλα». «Σου αρέσει η φράουλα;» «Όχι ιδιαίτερα. Αλλά στη ζωή πρέπει να παίρνεις το καλύτερο που σου προσφέρεται». Σωστά», είπα. Και σερβιρίστηκα ένα μεγάλο κομμάτι, επίσης με φράουλα. «Σου πήρα και δώρο», μου είπε δίνοντάς μου το πακετάκι.»Ένα μαύρο Πάρκερ, το άλλο σου χάλασε, έτσι δεν είναι;» «Δεν ήταν ανάγκη», είπα. Αλλά πολύ το χάρηκα.

Πέμπτη 17 Ιανουαρίου 2013

Το «κόλπο ντε φάβα» κι ο pirandello.

«Το είδες αυτό που λένε;» «Ποιο;» «Αυτό για τις κάμερες, ότι θα μιλήσουν οι κάμερες». «Ανοησίες». «Αν είχαν κάμερες; Αποκλείεται να έχουν παντού κάμερες;» «Αποκλείεται. Και να έχουν δε θα δουλεύουν». «Πώς είσαι τόσο σίγουρος;» «Ξέρεις κάτι που να δουλεύει;» «Εδώ είναι άλλο, είναι κάμερες»/. «Μα ήταν μια παράγκα, είναι δυνατόν να ‘χουν κάμερες στις παράγκες; Ξέρεις πόσες παράγκες υπάρχουν;» «Πόσες;» «Αυτό είναι τώρα το θέμα μας; Πόσες παράγκες υπάρχουν;» «Εντάξει, είμαι αναστατωμένος». «Κοίτα να ηρεμήσεις. Και ξέχασέ το». «Μα πώς να το ξεχάσω; Κι αν μπουκάρουν τίποτα μπάτσοι;» «Θυμάσαι που ήταν η παράγκα;» «Θυμάμαι… δηλαδή όχι. Ήταν νύχτα. Και κάναμε ένα σωρό κύκλους». «Και το όπλο. Πού είναι το όπλο;» «Δεν ξέρω. Πού το ‘βαλες;» «Όσο λιγότερα ξέρεις τόσο καλύτερα». «Δηλαδή το ‘χεις κι εσύ κατά νου ότι μπορεί να μας πιάσουν». «Δεν είπα αυτό. Απλώς προσπαθώ να σου πω πως δεν υπάρχει λόγος να ανησυχείς. Και στο κάτω - κάτω εσύ δεν έκανες τίποτα, ούτε θυμάσαι καν που ήταν αυτή η παράγκα». «Κοίτα. Η φάτσα σου στην τηλεόραση». «Είναι από μια συνέντευξη που έδωσα». «Έδωσες συνέντευξη; Σε ποιον;» «Ίδρυσα σύλλογο υπέρ των παρεξηγημένων πολιτικών». «Και τι λες στη συνέντευξη;» «Ισχυρίζομαι πως είδα το στικάκι και πως ο Διώτης είναι αθώος. Όπως ο Παπακωνσταντίνου, ο Πρόεδρος και όλοι οι άλλοι». «Και πού τα ξέρεις εσύ αυτά;» «Είναι κοινή λογική, θα δεις που θα δικαιωθώ». «Και για τις κάλπες τι λες;» «Κόλπο ντε φάβα». «Πού το ξέρεις;» «Όλα στην Ελλάδα είναι κόλπο ντε φάβα, είναι εθνική συνταγή». «Και όλα αυτά που γράφουν οι δημοσιογράφοι… αυτά που λένε τα ραδιόφωνα;» «Κι αυτά κόλπο ντε φάβα, ψιλό γαζί… πώς το λένε;» «Μα…» «Μα τι δε βλέπεις; Μάστερ σεφ, εφιάλτης στην κουζίνα, ηλιομαγειρέματα… αυτή δεν είναι χώρα, είναι μαγέρικο».

Τρίτη 15 Ιανουαρίου 2013

«PIRANDELLO GANG»

«Ας αναπαραστήσουμε λοιπόν τη σκηνή», είπε ο pirandello και πήρε το Καλάσνικοφ απ’ το πίσω κάθισμα. «Πρόσεχε μ’ αυτό το πράγμα», είπα. «Εσύ κράτησε τη μηχανή αναμμένη και τα άλλα άφησέ τα σε μένα», είπε και βγήκε απ’ το αυτοκίνητο. Έκανε μερικά βήματα, σταμάτησε, κοίταξε ένα γύρω, μου χαμογέλασε μ’ εκείνον τον μορφασμό που κάνει όταν χαμογελάει, όπλισε, σήκωσε το όπλο και το άδειασε στον τοίχο της παράγκας ενώ εμένα όλη αυτήν την ώρα η καρδιά μου πήγαινε να σπάσει. «Πώς σου φάνηκε;», με ρώτησε απ’ το παράθυρο. «Μπες μέσα να φύγουμε», φώναξα, ‘»γρήγορα». «Τι βιάζεσαι;», με ρώτησε μπαίνοντας με το πάσο του, «δε μας κυνηγάει κανείς». Πάτησα γκάζι και εξαφανιστήκαμε από ‘κει. «Είσαι τελείως τρελός», είπα. «Αν εμφανιζόταν κάποιος;» «Ηρέμησε», είπε. Είχε λύσει στο μεταξύ το όπλο και έβαζε τα κομμάτια του σ’ έναν εκδρομικό σάκο. «Κόσκινο την έκανα την παλιοπουτάνα», είπε μετά. «Και τι κατάλαβες τώρα;», ρώτησα. «Αν μας έπιαναν…» «Καλά είσαι σοβαρός;», μου είπε ανάβοντας τσιγάρο και ανοίγοντας το ραδιόφωνο. «Είδες να πιάνουν ποτέ κάποιον; Πιάνουν μόνο κάτι φτωχομπινέδες που χρωστάνε στην εφορία». Το ραδιόφωνο έπαιζε Αμερικάνικα, του 30. Μετά διέκοψε για ν’ ανακοινώσει το δελτίο τύπου της Γερμανικής πρεσβείας, ότι δηλαδή τα κάνανε πλακάκια ο Τσίπρας κι ο Σόιμπλε. «Κοίτα να το ξεφορτωθείς το συντομότερο αυτό το πράγμα», είπα, δείχνοντας τον σάκο. «Δεν είσαι καλά, αυτό είναι πια ιστορικό όπλο, θα είναι το σήμα της οργάνωσης». «Ποιας οργάνωσης;» «Της δικής μας. Της PIRANDELLO GANG». «Θα μας χώσουν μέσα μ’ αυτές τις μαλακίες που κάνεις, ο δρόμος είναι τώρα γεμάτος κάλυκες… θα τα μαγειρέψουν και θα μας φορτώσουν και καμιά δολοφονία στο τέλος. Θα μας μπουζουριάσουν και θα ζήσουμε την υπόλοιπή μας ζωή στη φυλακή». «Ανοησίες. Στο κάτω - κάτω τι κάναμε;» «Έκανες κόσκινο εκείνη την παράγκα. Πάλι καλά που δεν άφησες και καμιά προκήρυξη». «Άφησα, ποιος σου είπε ότι δεν άφησα;» «Θεέ μου, είσαι τελείως τρελός; Θα μας πιάσουν και θα κάνουμε παρέα στον Ξηρό στον Κορυδαλλό. Αυτό θες;» «Μην ανησυχείς. Το κτίριο δεν είναι καν του ΣΥΡΙΖΑ. Αμφιβάλω αν το πάρουν χαμπάρι… εδώ που τα λέμε δεν είναι καν κτίριο, μια σκατοπαράγκα είναι». «Πάλι καλά». «Θα έριχνα στην Τρικούπη. Αλλά δεν ήθελα να το διακινδυνεύσω. Για σένα το έκανα, επειδή φοβάσαι» «Κι η προκήρυξη; Τι έλεγε η προκήρυξη;» «Ότι η PIRANDELLO GANG αναλαμβάνει την πολιτική ευθύνη και ότι ο επόμενος στόχος θα είναι το Προεδρικό Μέγαρο». «Γιατί το Προεδρικό Μέγαρο;» «Γιατί έτσι κάνουν όλοι, δε βλέπεις; Ρίχνουν στα σπίτια. Και μάλιστα όταν δεν είναι κανείς, σίγουρα πράγματα. Και για το Προεδρικό το είπα για να τους φοβίσω. Όλα άλλωστε γίνονται ένεκα εντυπωσιασμού». «Δε σε καταλαβαίνω, γιατί όλα αυτά;» «Πρέπει να είσαι μέσα στην εποχή, ν’ ακολουθείς τη μόδα. Αλλιώς δε σε λογαριάζει κανείς». «Γιατί, τώρα ποιος σε λογαριάζει;» «Πάλι κανείς. Αλλά αύριο θα ‘ναι μια άλλη μέρα».

Κυριακή 13 Ιανουαρίου 2013

Η «ευκαιρία» του pirandello.

«Έχεις κάτι μαζί μου;» «Πώς σου ήρθε αυτό;» «Απλώς ρωτάω… δε μιλάς». «Δε μιλάω γιατί δεν έχω τι να σου πω». «Μπορείς να πεις οτιδήποτε, δε χρειάζεται να ‘χεις κάτι συγκεκριμένο». «Οι άνθρωποι συνήθως λένε βλακείες. Δεν έχουν να πουν τίποτα και λένε βλακείες». «Η ζωή είναι τέτοια, δε φταίνε οι άνθρωποι». «Δε καταλαβαίνω τι νόημα έχει τώρα αυτή η συζήτηση». «Δε μπορούμε να είμαστε στο ίδιο δωμάτιο και να μη μιλάμε, αν είναι να φύγω». «Αν θέλεις να φύγεις, φύγε». «Κάτι σ’ απασχολεί». «Όντως. Αλλά δε θέλω να το συζητάω». «Καλώς. Θέλεις κάτι να κάνω;» «Όχι». «Αυτός ο καιρός είναι πληκτικός, δεν είναι;» «Είναι χειμώνας. Πάντα ο χειμώνας είναι έτσι πληκτικός». «»Λοιπόν… να φεύγω κι εγώ». «Δε μπορείς να κάτσεις σ’ ένα μέρος χωρίς να μιλάς;» «Μπορώ. Αλλά δε βλέπω τον λόγο». «Μα δε βλέπεις πως όταν οι άνθρωποι δεν έχουν τι να πουν αναγκάζονται να λένε βλακείες;» «Είσαι αυστηρός με τους ανθρώπους. Στο κάτω - κάτω δεν είναι υποχρεωμένοι να έχουν να πουν κάτι». «Και δεν είναι τραγικό αυτό;» «Δε συμβαίνει και πάντα». «Συμβαίνει όμως. Ανοίγει ξαφνικά η πόρτα και ο άνθρωπος που έχεις μπροστά σου, σου φαίνετε απελπιστικά βαρετός, δε συμβαίνει ;» «Όλοι έχουν δικαίωμα να είναι ακόμα και βαρετοί». «Μονάχα οι ανόητοι. Οι άλλοι ξέρουν να μη το δείχνουν». «Εμένα δε μου φαίνεσαι βαρετός». «Γιατί το λες τώρα αυτό;» «Έτσι μου ‘ρθε, μη δίνεις σημασία». «Ούτε εμένα μου φαίνεσαι βαρετός». «Προφανώς δε φτάνει αυτό». «Προφανώς». «Θες να πάμε μια βόλτα με το αυτοκίνητο;» «Να πάμε πού;» «Μια βόλτα». «Μπορούμε να πάμε μακριά;» «Όσο θες». «Τότε εντάξει». «Μπορούμε να πάμε και μέχρι την Ιταλία αν θες». «Δεν εννοώ τόσο μακριά». «Μπορούμε να πάμε σε κάποιο νησί». «Δεν είναι κακή ιδέα. Σε ποιο νησί λες;» «Σε όποιο να ‘ναι». «Δε θ’ αλλάξει τίποτα, το ξέρεις, έτσι δεν είναι;» «Το ξέρω. Αλλά πρέπει να πάμε. Πρέπει να της δώσουμε μια ευκαιρία». «Πώς λες να ‘ναι;» «Ποια;» «Αυτή η ευκαιρία». «Πώς είναι οι ευκαιρίες;» «Δεν ξέρω. Θα είναι διαφορετικές φαντάζομαι… δηλαδή απ’ ό,τι συνήθως». «Πάμε τότε. Δεν είναι σωστό να την αφήσουμε να περιμένει». «Το καπέλο μου» μου είπε με το που μπήκαμε στο αυτοκίνητο. «Ξέχασα το καπέλο μου». «Θα στο φέρω εγώ», είπα, «ποιο καπέλο;» «Δεν έχω αποφασίσει ακόμα, θα πάω εγώ», είπε και ξαναγύρισε σπίτι. Είναι μια ώρα μέσα και ψάχνει για ένα καπέλο. Και έχω βαρεθεί να περιμένω. Νομίζω πως δε θα φύγουμε ποτέ απ’ αυτό το μέρος.

Τρίτη 1 Ιανουαρίου 2013

Οι «νέες επιδιώξεις» του pirandello .

«Τι είναι αυτά;», ρώτησα έκπληκτος. «Ποια αυτά;», έκανε εκείνος παριστάνοντας τον ανήξερο, «τα κυνηγητικά εννοείς;» «Ακριβώς», έκανα. «Θα πας κυνήγι;» «Όχι», είπε κορδωμένος, «μ’ έχεις για τέτοιον;» «Τότε προς τι όλα αυτά; Τι τη θες την καραμπίνα;; τι τις θες τις μπότες; Και τι είναι όλα αυτά τα φισεκλίκια; Ανταρτοπόλεμο έχουμε;» «Α, λες για την αμφίεση», είπε ο pirandello. «Είπα να τα βάλω έτσι για την καλή χρονιά. Σηματοδοτεί τις νέες επιδιώξεις». «Τι είναι πάλι αυτές οι επιδιώξεις;» «Έλα να κόψουμε τη βασιλόπιτα», είπε ο Pirandello κι έβγαλε ένα πριονωτό μαχαίρι απ’ τη ζώνη του. Το κοίταξα έντρομος. «Μη φοβάσαι, είναι για τη βασιλόπιτα», είπε. Σταύρωσε μετά την πίτα και άρχισε να κόβει… «Ένα», είπε, «του Χριστού, να τον έχει ο Θεός καλά για να μας προσέχει κι εμάς τους ακάθαρτους. Δύο του σπιτιού, για να μην πέσει να μας πλακώσει. Τρία του οικοδεσπότη, γιατί έτσι είθισται. Τέσσερα του καλεσμένου, εσύ είσαι αυτός, ο τέσσερα». Τον ευχαρίστησα και πήρα το κομμάτι μου. «Δεν έβαλα φλουρί, λόγω κρίσης», είπε, «μην ψάχνεις». «Δεν ψάχνω», έκανα τον αδιάφορο. «Αλλά μπορούσες να βάλεις κάτι, ένα πενηνταράκι αν δεν είχες ευρώ». «Η βασιλόπιτα είναι υπερβατικό έθιμο, δεν είναι για τα λεφτά, φέρνει λένε τύχη. Αλλά εγώ δεν πιστεύω στην τύχη». «Τότε προς τι το έθιμο;» «Πιστεύω στην υπερβατικότητα», είπε και συνέχισε να κόβει τα κομμάτια… «της Μπερλίν, του Πουκ…». Θα κόψεις όλη τη βασιλόπιτα;», ρώτησα, «θα ξεραθεί». «Όχι, τέλειωσα», είπε. «Άλλωστε είμαστε εμείς κι εμείς». Άφησε μετά κάτω το μαχαίρι κι άρχισε να εξετάζει την καραμπίνα. «Λοιπόν, αν δε με χρειάζεσαι κάτι να πάω κι εγώ σπίτι μου», είπα και σηκώθηκα να φύγω. «Λες τα Βέλγικα να τα βγάλουν πέρα με το κυνήγι;», ρώτησε αφήνοντας στην άκρη το όπλο. «Δεν ξέρω», είπα, «δεν είναι κυνηγόσκυλα». «Από προκύπτει αυτό;» «Προκύπτει απ’ το ότι είναι φύλακες, δεν είναι κυνηγόσκυλα». Πήγε κι έφερε ένα βιβλίο και μου το έδωσε. «Εδώ λέει πως εκπαιδεύονται τα σκυλιά για το κυνήγι του βίσωνα», είπε. «Κοίτα να δεις τι μπορείς να κάνεις». «Να κάνω δηλαδή τι;», είπα. «Μα να τα εκπαιδεύσεις. Θέλω να τα κάνεις τα καλύτερα κυνηγουάουα». «Τι είναι τα κυνηγουάουα;», ρώτησα έκπληκτος. «Είναι μια απ’ τις νέες επιδιώξεις μου, να κάνω τα βέλγικα κυνηγουάουα, το τέλειο σκυλί για το κυνήγι του βίσωνα σε παραθαλάσσιες περιοχές». «Μα δεν έχουμε βίσωνες, θα φέρεις και βίσωνες;» «Ω Θεέ μου, πόσο πεζός είσαι», είπε. «Φυσικά και δεν έχουμε. Αν είχαμε δε θα ήταν νέα επιδίωξη, θα ήταν παλιά». «Σωστά», έκανα και πήρα το βιβλίο. «Αυτό δε λέει για σκυλιά», είπα, «είναι το ταξίδι στο κέντρο της γης». Κούνησε το κεφάλι του. «Φυσικά», έκανε. «Δεν υπάρχει ανάλογο βιβλίο για κυνηγουάουα και βίσωνες. Αλλά κάνε κι εσύ κάτι».

Κυριακή 30 Δεκεμβρίου 2012

Η «μέρα που ‘ναι» κι ο pirandello.

«Είπα μέρα που ‘ναι…» «Μέρα που ‘ναι τι;» «Να μην πω τίποτα. Αρκετά τα δυσάρεστα». «Ναι, σ’ έπιασε τώρα ο πόνος… γίνεσαι γλυκανάλατος». «Γλυκανάλατος; Εγώ;» «Μάλιστα κύριε, γλυκανάλατος. Αρεστός». «Αρεστός; Σε ποιον; Βλέπεις κανέναν άλλον; Εκτός από ‘μας τους δυο θέλω να πω». «Μην κάνεις πως δε καταλαβαίνεις, εννοώ τους θεατές, τους ακροατές». «Τους αναγνώστες εννοείς». «Αυτούς. Αλλιώς δε θα ‘μασταν ούτε εμείς εδώ. Και ίσως αυτό θα ήταν πιο αληθινό, πιο ντόμπρο». «Ώστε γι’ αυτό είσαι εδώ; Και εγώ που νόμιζα πως ήσουν εδώ σαν φίλος». «Είμαι και σαν φίλος. Είμαι και σαν υποβολέας. Είμαι και σαν συνείδηση. Και σαν καθρέφτης. Είμαι όλα αυτά. Αλλά χωρίς αυτούς δεν έχει νόημα και το ξέρεις, υπάρχουμε, κι εσύ κι εγώ για τους άλλους. Αυτός είναι ο πραγματικός μας ρόλος, διαφωνείς;» «Χαίρομαι που βάζεις τα πράγματα στη θέση τους τέλος πάντων, που δεν τρέφεις αυταπάτες». «Κανένας δεν τρέφει πια αυταπάτες. Κι αυτό το ξέρεις». «Γιατί θες να γίνεσαι δυσάρεστος… μέρα που ‘ναι». «Μα η δυσαρέσκεια είναι εδώ, το πω εγώ ή όχι, δεν τη νοιώθεις;» «Να νοιώθω τι; Ότι δεν σου αρκεί το ότι είμαστε εδώ οι δυο μας και τα λέμε; Μα αυτό το ξέρω, όλοι το ξέρουν». «Τέλος πάντων… συζητήσεις, ατέρμονες συζητήσεις, χωρίς νόημα. Θεέ μου… τι απουσία νοήματος». «Μα γιατί θαρρείς υπάρχουν οι άνθρωποι; Τι μπορούν να κάνουν όλοι αυτοί οι ελάχιστοι;» «Ελάχιστοι. Πάντα έτσι έβλεπες τους ανθρώπους, με υπεροψία». «Κουταμάρες. Τους βλέπω σύμφωνα με το πώς είναι, ούτε υπερβάλω ούτε τίποτα, το μαύρο, μαύρο και το άσπρο, άσπρο». «Τέλος πάντων… μέρα που ‘ναι… ας τα αφήσουμε ως έχουν». «Ναι, μέρα που ‘ναι… ας τα αφήσουμε ως έχουν», είπε κι ο pirandello. Και δεν είπαμε τίποτα άλλο. .

Παρασκευή 28 Δεκεμβρίου 2012

Οι «προβλέψεις» του pirandello .

«Αν αυτή ήταν η χειρότερη χρονιά, αναρωτιέμαι πώς θα είναι η επόμενη», είπα. «Α, εγώ δεν αναρωτιέμαι καθόλου», είπε ο pirandello. «Και δε θα ‘ναι χειρότερη, θα ‘ναι ένα όνειρο». «Από πού προκύπτει αυτό διάολε;», ρώτησα. «Να σου πω, δε μπορώ να το υπογράψω αλλά δε βλέπω να πεθαίνουμε κιόλας, που λέει και ο υπουργός». «Ναι. Ψόφο δεν έχουμε», είπα. «Κοίτα», είπε ο Pirandello, «τα πράγματα είναι απλά. Πες πως το 13 θα πάμε όλοι μαζί, μια εκδρομή στα χιόνια, στο ύπαιθρο». «Ε, και;» «Τι κάνεις όταν πας εκδρομή; Παίρνεις μαζί σου καλοριφέρ; Παίρνεις μαζί την κουζίνα;» «Όχι», είπα. «Αυτό σου λέω. Δες το έτσι, βάζεις χοντρές κάλτσες, τρία - τέσσερα μπουφάν, παίρνεις μαζί μια κονσέρβα, έναν σουγιά, ένα φαρμακείο με γάζες και τεραμυκίνη, μερκιουροχρώμ, σλίπιμπαγκ, σκούφο, κασκόλ, γάντια και ανάβεις μια φωτιά με ξερόκλαδα, αυτό κάνεις. Ζεσταίνεσαι, μαγειρεύεις, κατουράς στο θαμνάκι, πλένεσαι στο ποταμάκι, κυνηγάς πεταλούδες, δεν είναι αυτό ένα όνειρο;» «Και με τα εδώ τι γίνεται;», ρώτησα. «Τίποτα», είπε ο pirandello. “Συμμαζεύουμε λίγο το σπίτι… εσύ δηλαδή που είσαι σχολαστικός, σκουπίζεις, κλείνουμε πόρτες και παράθυρα και από ‘δω πάνε κι οι άλλοι». «Τόσο απλά». ‘»Τόσο απλά», είπε ο pirandello και σηκώθηκε. «Άντε», μου είπε, «μη κάθεσαι, εγώ πάω να μαζέψω τα πράγματα». «Να κάνω τι;», ρώτησα. «Σκούπισε, βάλε τα πράγματα στη θέση τους… τα γνωστά». «Κι εσύ τι θα κάνεις;» «Θα δω τις κονσέρβες, τους χάρτες, να βρω έναν φακό, έναν αναπτήρα παντός καιρού… και να δω τι ρούχα θα βάλουμε». «Σε πόσες μέρες μπαίνει το 13;», ρώτησα. «Όπου να ‘ναι», είπε ο pirandello. «Αλλά μη σε νοιάζει, θα ‘αι ένα όνειρο… σκέψου τι ωραία που θα είναι μα κοιμάσαι στο χιόνι, χωρίς όλους αυτούς τους τρισκατάρατους στην τηλεόραση… θα ‘ναι θαύμα σου λέω».

Δευτέρα 24 Δεκεμβρίου 2012

Τα «χαβανέζο-Χριστούγεννα» του pirandello.

«Γιατί έβαλες καλοκαιρινά; Θα παγώσεις», του είπα. Φορούσε ένα χαβανέζικο πουκάμισο που δεν ξέρω που το βρήκε, βερμούδα και γυαλιά ηλίου. Από κάτω φορούσε σοσόνια και πέδιλα… πολύ γελοία εμφάνιση, θα ‘λεγα. «Προσπαθώ να εναρμονιστώ με το κλίμα της Αυστραλίας», είπε τρέμοντας απ’ το κρύο. «Αυτοί εκεί κάτω έχουν καλοκαίρι, δεν έχουν;» «Έχουν», είπα. «Εσύ δεν καταλαβαίνω τι κάνεις». «Έχουν Χριστούγεννα κι εκεί, δεν έχουν;», ρώτησε. «Και Χριστούγεννα έχουν και Πρωτοχρονιά και απ’ όλα, τι καμώματα είναι αυτά; Θ’ αρπάξεις καμιά πούντα». «Και Άη-Βασίλη έχουν, δεν έχουν;» «Βρε μανία τώρα με την Αυστραλία…», έκανα. «Και πώς εμφανίζεται εκεί ο άγιος; Φοράει μπότες και σκούφο καλοκαιριάτικα;» «Δε μου λες, τρελάθηκες; Πήγαινε άλλαξε». «Επειδή είναι παράδοξο να φοράει μπότες καλοκαιριάτικα… ήθελα να δω τι αντίδραση θα ‘χες», είπε ο pirandello. Ύστερα πήγε και ντύθηκε κανονικά. Κάνει συχνά τέτοιες παλαβομάρες. «Είναι ανορθόδοξο όμως», μονολόγησε. «Που φοράει ο άγιος μπότες;» «Κι αυτό. Γενικά υπάρχει μια παραδοξότητα στην ιστορία των Χριστουγέννων». «Τι παραδοξότητα;», ρώτησα. «Να, δεντράκια, nμπαλίτσες και αγγελάκια που κρέμονται, γιρλάντες… όλα αυτά τα χαρούμενα, ο Αη-Βασίλης που μπαίνει απ’ την καμινάδα, το χιόνι που πέφτει σε όλες τις ταινίες, το έλκηθρο… σαν να μη λαμβάνουν υπόψη τους το άλλο ημισφαίριο».

Πέμπτη 20 Δεκεμβρίου 2012

Το τέλος κι ο Pirandello.

«Δόξα τω Θεώ», είπε ο pirandello και σηκώθηκε απ’ το τραπέζι. Τι σ’ έπιασε; Εσύ δεν επικαλείσαι ποτέ τον Θεό». «Απόψε είναι αλλιώς, φάγαμε ένα πιάτο φαΐ, ήπιαμε το κρασί μας…», κοίταξε το ρολόι του, «… και μας απομένουν και λίγες ώρες ζωής». «Σκοπεύεις να τα τινάξεις;» «Δεν έχει να κάνει με το τι σκοπεύω εγώ, είναι να μη σ’ έχει βάλει κανένας στο μάτι… πας ας πούμε έναν περίπατο, όπως εγώ το πρωί, στραβοπατάς… και αυτό ήταν, πέφτεις και σπας το κεφάλι σου, πολύ θέλει;» «Φάγαμε, ήπιαμε και τώρα θες να μου το βγάλεις απ’ τη μύτη, έτσι;» Όχι, πίστεψέ με δεν είχα τέτοια πρόθεση». Τότε τι είναι αυτές οι σπαζοκεφαλιές που λες;» «Ανέφερα ένα τυχαίο παράδειγμα, μπορεί να μη στραβοπατήσεις, μπορεί να πέσεις από τη σκάλα, να πατήσεις μια μπανανόφλουδα, να σκοντάψεις στο χαλάκι του μπάνιου…» «Κατάλαβα», είπα, «αν είναι να πας θα πας από πέσιμο». «Δεν είναι απόλυτο, μπορεί να σε βαρέσει αυτοκίνητο, να σε βαρέσει το ρεύμα, να σε βαρέσει κάποιος μ’ ένα ξύλο στο κεφάλι, μπορεί να στη βαρέσει και να πέσεις απ’ το παράθυρο… θέλω να πω πως υπάρχουν ένα σωρό τρόποι για να τα τινάξει κανείς». Θα μου πεις επιτέλους γιατί τα σκέφτεσαι όλα αυτά;» «Για το τέλος του κόσμου, εσύ γράφεις μυθιστορήματα, να μην προτείνω κι εγώ κάτι;»

Δευτέρα 17 Δεκεμβρίου 2012

Η ενεργειακή σόμπα κι ο pirandello .

n«Τι ακούς πρωί - πρωί με τόση προσοχή;», ρώτησα τον pirandello. «Μια καθημερινή εκπομπή», είπε κάνοντάς μου νόημα να μη μιλάω. «Λένε κάτι σημαντικό;» «Άκου, άκου», έκανε ο pirandello. «Δεν καταλαβαίνω, τι λένε;» «Βλακείες. Η εκπομπή είναι δίωρη και τη δεύτερη ώρα επαναλαμβάνουν ό,τι λένε την πρώτη». «Έτσι είναι η ειδησεογραφία», είπα, «επαναλαμβάνεται». «Δε λέω για τις ειδήσεις, λέω για τις κουβέντες ανάμεσα… λέει για παράδειγμα: «σήμερα το πρωί που ερχόμουν παντού μύριζαν αναμμένα τζάκια»… μια χαζή δηλαδή πληροφορία γιατί στην Κυψέλη ας πούμε αυτό δε γίνεται, ούτε στο Παγκράτι». «Καλά», είπα, «το είπε για να δώσει μια χαρούμενη ατμόσφαιρα». «Το είπε και τις δύο ώρες για να το πάει στη διαφήμιση της ενεργειακής σόμπας, δήθεν όμως αυθόρμητα», είπε ο pirandello, «αυτό φίλε μου λέγεται δημοσιογραφία». «Καλά», είπα, «εσύ μην ακούς». «Έχεις δίκιο», είπε ο pirandello και έκλεισε το ραδιόφωνο, «είναι ανάξια λόγου αυτά τα πράγματα». Πήγα να φέρω καφέ και τον ξαναβρήκα να ακούει ραδιόφωνο. «Πάλι τα ίδια;», ρώτησα. «Όχι», είπε ο Pirandello. «Τώρα έχει αντιστασιακή εκμάθηση». «Τι είναι αυτό;» «Επαναλαμβάνεις αυτά που είπαν οι προηγούμενοι το προηγούμενο βράδυ και τα σχολιάζεις σαν να πρόκειται για το τέλος του κόσμου. Και σε ρωτάω, εσένα τον άσχετο, είναι αυτό τώρα δημοσιογραφία;» «Μην τους ακούς», είπα εγώ. «Άκου, άκου», έκανε ο Pirandello, «πάλι αυτή η ενεργειακή σόμπα». «Τι είναι η ενεργειακή σόμπα;» «Ένα γελοίο πράγμα που κάνει ένα σωρό λεφτά και γεμίζει το σπίτι σωλήνες, εκμεταλλεύονται παιδί μου όλοι την κρίση και σου πουλάνε ό,τι θέλουν, ποιος θα αγόραζε ένα χρόνο πριν ένα τέτοιο έκτρωμα;» «Σουτ», έκανα, «λέει για τη ΔΕΗ». «Τα έχω ακούσει δέκα φορές απ’ το πρωί, τα ίδια λένε συνέχεια, ένα μήνα λένε τώρα για τη ΔΕΗ. Και σε ρωτώ, είναι αυτό δημοσιογραφία; Μήπως θα έπρεπε να το λένε ανακύκλωση;» «Γιατί δεν το κλείνεις;» «Γιατί άμα το κλείσω δε θα ‘χουμε τι άλλο να λέμε, γι’ αυτό», είπε ο pirandello. «Θυμάσαι πριν από μερικά χρόνια; Το θέμα τότε ήταν το ΠΑΣΟΚ κι η Ν.Δ. Τώρα είναι ΣΥΡΙΖΑ - ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ». «Ναι, όπως Παναθηναϊκός - Βέροια». «Παρακολουθείς και ποδόσφαιρο τώρα;» «Ναι», είπε ο pirandello. «Τα ίδια λένε κι εκεί, για την ενεργειακή σόμπα. Μήπως το θέμα είναι η σόμπα;» «Λες;», ρώτησα. «Μπορεί».

Δευτέρα 10 Δεκεμβρίου 2012

Τα "σκατοανθρώπινα" δικαιώματα κι ο pirandello.

Είναι μια κρύα μέρα του χειμώνα, του τελευταίου χειμώνα, σύμφωνα με τις ενδείξεις. Ο pirandello έβαλε τα χοντροπάπουτσα του, κάτι μποτάκια που μοιάζουν με άρβυλα και το κοτλέ με τις τσέπες στα γόνατα που φοράει συνέχεια, ένα πουλόβερ και ένα μπουφάν που βάζει μες στο σπίτι. Τέλος φόρεσε την τραγιάσκα του - που μάλλον τη φοράει και στον ύπνο του - και βγαίνοντας απ’ την πίσω πόρτα, έκανε τον γύρω και μπήκε στο γραφείο του απ’ την πόρτα της κουζίνας, απομακρύνοντας τις γάτες με το μπαστούνι του. Αυτή είναι μια ρουτίνα που κάνει κάθε πρωί. Έφτιαξε μετά καφέ και άναψε το αιρκοντίσιον να ζεστάνει λίγο. Άνοιξε μετά τα πατζούρια να μπει το φως, ένα γκριζογάλανο φως σαν από φθόριο που έχει σαν χαράζει. «Εδώ κοιμήθηκες;», με ρώτησε. «Ναι», είπα, κουκουλωμένος ακόμα κάτω απ’ τα σκεπάσματα.»Τι ώρα είναι;» «Ξημερώνει», μου είπε, «δε χρειάζεται να σηκωθείς». Παρ’ όλα αυτά σηκώθηκα. «Τι γίνεται;», ρώτησα παίρνοντας μια κούπα καφέ. «Σκέφτομαι τα ανθρώπινα δικαιώματα», είπε ο pirandello. «Τι σκέφτεσαι για τα ανθρώπινα δικαιώματα;» «Ότι δεν υπάρχουν πια. Ότι κι αν υπάρχουν δεν τα θυμάται κανείς». «Θα είδες τίποτα στην τηλεόραση», είπα εγώ, πάντα έτσι κάνει, κάθεται και ακούει διάφορα στην τηλεόραση και το πρωί μου τα σερβίρει για δικά του. «Η τηλεόραση δε δείχνει πια τίποτα», είπε ο pirandello. «Από πού προέκυψε τότε αυτό για τα ανθρώπινα δικαιώματα;», ρώτησα. Ο pirandello έδειξε με το χέρι του το δωμάτιο. «Είναι αυτό το ίδιο δωμάτιο που ήταν ένα χρόνο πριν;», μου ανταπέδωσε την ερώτηση. «Εγώ το βλέπω ίδιο», είπα μην ξέροντας τι άλλο να πω. «Απλώς κάνει λίγο κρύο». «Ξέρεις τι πέτυχαν; Πέτυχαν να θεωρείς αυτονόητο ότι δεν πρέπει να ‘χεις θέρμανση τον χειμώνα, ότι αν δεν τους πληρώσεις τον φόρο έχουν το δικαίωμα να σου κόψουν το φως και να σ’ αφήσουν να πεθάνεις εδώ μέσα». «Είναι πολύ νωρίς», είπα, «ακόμα δεν ήπια καφέ… δε μπορώ να σκεφτώ». «Φυσικά», έκανε ο pirandello, «κανένας δε μπορεί να σκεφτεί, αυτό είναι το πρόβλημα». «Να σκεφτεί τι; Τα ανθρώπινα δικαιώματα;» «Είναι 30 μόλις άρθρα», είπε ο pirandello. «Θα μπορούσαν να γίνουν στάμπα στη μπλούζα σου, να γίνουν μπαϊράκι και να κρέμονται έξω από κάθε σπίτι, έχουν μεταφραστεί δεν ξέρω κι εγώ σε πόσες γλώσσες». «Και τι θα ‘βγαινε μ’ αυτό;», ρώτησα. «Τίποτα. Αλλά θα γινόταν ξεκάθαρη αυτή η παραβίαση, θα είχαν έναν λόγο να βγούνε στον δρόμο και ν’ απαιτήσουν τουλάχιστον να τους αναγνωρίζονται αυτά τα σκατοδικαιώματα». Μετά πήγε κι έφερε ένα μεγάλο σεντόνι και μ’ έβαλε και αντέγραψα με ευανάγνωστα, μεγάλα γράμματα τη διακήρυξη. Έτσι πέρασε σχεδόν όλο το πρωί, με τον pirandello να διορθώνει κάθε τόσο τα λάθη μου, μ’ ένα πινέλο που βουτούσε σ’ ένα κουπάκι με πλαστικό. Τέλος, όταν τέλειωσα ανεβήκαμε στην ταράτσα και απλώσαμε το σεντόνι έτσι που θα το έβλεπε - αν υπήρχε, Θεός. «Γιατί δεν το κρεμάμε κάπου να φαίνεται;», ρώτησα ενώ έβαζα κάτι πέτρες να μην το πάρει ο αέρας. «Όποιος θέλει βρίσκει τη διακήρυξη στο internet είπε ο pirandello, «αυτό είναι για άλλη δουλειά».

Κυριακή 9 Δεκεμβρίου 2012

Το «μάθημα» του pirandello

«Η θάλασσα ακούγεται φουσκωμένη, κάθε τόσο παίρνει θαρρείς μια βαθιά ανάσα κι ύστερα την ξεφυσάει στην παραλία, σαν κάτι το ζωντανό», είπα, «σαν φάλαινα φυσητήρας». «Μη στέκεσαι στο παράθυρο», είπε ο pirandello, «αυτό το πράγμα μπορεί να σε τρελάνει». Γύρισα και κάθισα στο τραπέζι, εκεί που κάθομαι συνήθως. Ο Pirandello καθόταν απέναντί μου και κάπνιζε χωρίς να λέει ή να κάνει τίποτα, αυτή η ίδια κατάσταση επαναλαμβανόταν τώρα για μέρες. Μετά, σαν να θυμήθηκε κάτι πήρε ένα ογκώδες βιβλίο που διάβαζε και μου το έδωσε, «ρίξε μια ματιά σ’ αυτό», είπε. «Είναι τρομερό αλλά όταν το τελειώσεις ο κόσμος θα σου φανεί πιο όμορφος». «Δεν έχω καιρό για διάβασμα», είπα ανόρεχτα και έσπρωξα το βιβλίο στην άκρη. ¨ «Κι όμως, θα έπρεπε να βρεις», είπε ο Pirandello. Ύστερα φυλλομέτρησε και διάβασε ένα απόσπασμα: «Οι στρατιωτικοί έπρεπε να έχουν κάτι για να ασχολούνται, διαφορετικά κάποια στιγμή θα άρχιζαν να σκοτώνονται μεταξύ τους. Όμως από εκείνη τη μέρα και μετά ο τρόπος με τον οποίο γίνονταν παλιότερα τα πράγματα έπαψε να υφίσταται. Ο πόλεμος -ο πραγματικός πόλεμος, εκείνος που βρισκόταν σε εξέλιξη εδώ και χίλια χρόνια και θα εξακολουθούσε να μαίνεται για άλλα χίλια, ο πόλεμος ανάμεσα σε Εμάς και στους Άλλους, ανάμεσα στους Έχοντες και στους Μη Έχοντες, ανάμεσα στο θεό μου και στο θεό σου, όποιος κι αν ήταν αυτός- θα είχε πλέον για πρωταγωνιστές ανθρώπους με πρόσωπα τα οποία ούτε πρόσεχες ούτε μπορούσες να θυμηθείς, ντυμένους σαν καμαρότους, σοφέρ ή ταχυδρόμους, με σιγαστήρες κρυμμένους στα μανίκια τους. θα είχε για πρωταγωνιστές νεαρές μητέρες που θα έσπρωχναν κιλά εκρηκτικών υλών μέσα σε βρεφικά καρότσια και μαθήτριες που θα έμπαιναν σε συρμούς του μετρό κουβαλώντας φιαλίδια με τοξικές ουσίες μέσα στα παιδικά σακίδια τους. Ο πόλεμος θα διεξαγόταν από τις καρότσες φορτηγών, από ουδέτερα δωμάτια ασήμαντων ξενοδοχείων κοντά σε αεροδρόμια, από σπηλιές σε οροσειρές κάπου στο πουθενά. Ο πόλεμος θα ξεσπούσε πάνω σε τρένα και κρουαζιερόπλοια, σε εμπορικά κέντρα και κινηματογράφους, σε τζαμιά, στην εξοχή και στην πόλη, στο σκοτάδι και στο φως. Ο πόλεμος θα γινόταν στο όνομα του Αλλάχ ή του κουρδικού εθνικισμού ή του προσηλυτισμού των εβραίων στο χριστιανισμό ή της όποιας ομάδας μπέιζμπολ: Οι επιμέρους αιτίες δεν είχαν αλλάξει, ποτέ δεν επρόκειτο να αλλάξουν, όμως, αν άφηνες στην άκρη τις μαλακίες, όλα κατέληγαν πάντα σε κάποιον ισολογισμό τριμήνου ή σε κάποια επίμαχη θέση. Η διαφορά ήταν ότι ο πόλεμος βρισκόταν πλέον παντού, εξαπλωνόταν σαν καρκίνος που κάνει μεταστάσεις, λες και ένα εκατομμύριο ανεξέλεγκτα κύτταρα σάρωναν τον πλανήτη και οι πάντες είχαν μολυνθεί». Έκλεισε το βιβλίο και το άφησε μπροστά μου. «Τζάστιν Κρονιν, το Πέρασμα», είπε. «Αν δεν το έχεις καταλάβει σε λίγο δε θα ‘χουμε τι άλλο να φάμε», είπα εγώ. Ο pirandello έβαλε τα γέλια. «Πού το βλέπεις το αστείο;», ρώτησα. Μερικές φορές νομίζω πως έχει το ακαταλόγιστο. «Θυμήθηκα τον χρυσοθήρα του Τσάπλιν», είπε. «Εκεί δεν είναι που τρώει την αρβύλα του;» «Νομίζω… δε θυμάμαι», έκανα εγώ. «Και πάλι δε βλέπω τίποτα το αστείο». «Δεν είναι αστείο που τρώει τα κορδόνια των παπουτσιών του;», έκανε σκασμένος στα γέλια. «Δεν σε καταλαβαίνω, που βρίσκεις την όρεξη και γελάς;» Ξαφνικά σοβάρεψε. «Δεν γελάω», είπε. «Αυτοσαρκάζομαι. Λες να μην καταλαβαίνω τι γίνεται;» «Έτσι δείχνεις». «Λοιπόν θα σου πω τι σκέφτομαι… ή μάλλον πώς το σκέφτομαι», είπε ο pirandello. Περίμενα να δω τι θα πει. Εκείνος πέταξε πέρα το άδειο πακέτο απ’ τα τσιγάρα του και απλώνοντας το χέρι πήρε ένα απ’ τα δικά μου, χωρίς να ρωτήσει. «Είμαστε στο χείλος του γκρεμού, σωστά;», ρώτησε ανάβοντας το τσιγάρο. Εγώ τον κοίταζα. «»Και τι γίνεται;», ρώτησε. «Τίποτα», είπα. «Καπνίζεις τα τσιγάρα μου». «Αυτό ακριβώς «, είπε ο pirandello. «Έτσι ακριβώς είναι και το σύστημα της οικονομίας. Και οι δύο είμαστε σε άθλια θέση αλλά εγώ είμαι καλύτερα από ‘σένα γιατί εσύ μου επιτρέπεις να καπνίζω τα τσιγάρα σου». «Δεν καταλαβαίνω, τα τσιγάρα μου είναι το πρόβλημα;» «Όχι. Το πρόβλημα είναι ότι μου επιτρέπεις να απλώνω χέρι στα τσιγάρα σου… όπως ακριβώς κάνει το σύστημα, σου αδειάζει την τσέπη και εσύ δεν αντιστέκεσαι». «Τι να κάνω;» «Να μην το επιτρέψεις. Να μην επιτρέπεις σε κανέναν να χώνει το χέρι του στην τσέπη σου. Ή για να το κάνει να πρέπει να δώσει κι αυτός κάτι». Και λέγοντας αυτά πήρε ένα ακόμα τσιγάρο απ’ το πακέτο μου». «Κάτω τα χέρια», είπα. «»Το τσιγάρο κάνει ένα ευρώ». Έβγαλε τότε απ’ την τσέπη του ένα ευρώ και μου το ‘δωσε. «Αν και θα έπρεπε να μου το δώσεις εσύ αυτό», είπε, «για το μάθημα». Θολωμένος κάπως μάζεψα τα τσιγάρα μου κι έφυγα. Μετά ξαναγύρισα και πήρα και το βιβλίο. Στον δρόμο σκεφτόμουν συνεχώς πιο πραγματικά ήταν το μάθημα.

Σάββατο 1 Δεκεμβρίου 2012

pirandello και pirandello

«Τι συμβαίνει;», ρώτησα, «μας έκοψαν το φως;» «Όχι», είπε ο Pirandello, «έχω κατεβάσει τις ασφάλειες». «Τι είδους παλαβομάρα είναι αυτή πάλι;», έκανα, έχω απηυδήσει πια. «Δεν περίμενα να καταλάβεις», είπε εκείνος. «Προσπαθώ να επικοινωνήσω σε άλλη διάσταση». «Μάλιστα. Και με ποιον;» «Με τον εαυτό μου, στο μέλλον». «Α, βέβαια», είπα, «κάθε μέρα το κάνω αυτό». «Δεν αστειεύομαι», είπε πολύ σοβαρά ο pirandello. «Και σε πληροφορώ πως δεν είναι η πρώτη φορά που το επιχειρώ. Με επιτυχία εννοώ». «Δηλαδή πώς» «Αν αυτοσυγκεντρωθείς. Με την προϋπόθεση πως το θέλεις πραγματικά. Πως δε θα φοβηθείς να δεις τον αυριανό σου εαυτό». «Γιατί να φοβηθώ;» «Γιατί μπορεί ν’ αντικρίσεις κάτι φριχτό… είναι βέβαιο πως θα δεις κάτι φριχτό». Σοβάρευε το θέμα και κάθισα. «Και γιατί αυτό πρέπει να γίνει στα σκοτεινά;» «Εμένα με διευκολύνει αυτό», είπε ο Pirandello. «Εσύ μπορεί να μπορείς να το κάνεις με φως». «Ωραία», είπα. «Εμένα γιατί μου ‘πες να ‘ρθω;» «Για να ‘ναι κάποιος εδώ. Φοβάμαι μόνος μου». «Τι έχεις σκοπό να κάνεις;», ρώτησα. Είχα αρχίσει να ανησυχώ. «Μπορεί να εξαφανιστώ. Μπορεί να πάρει τη θέση μου αυτός. Και ξαφνικά να είμαι ένας γέρος, ένα γερόντιο που δε θα στέκει στα μυαλά του, που θα χέζεται πάνω του, που θα φτύνει και θα βαρυγκωμάει όλη την ώρα». «Έτσι φαντάζεσαι πως θα γίνεις;» «Έτσι δε γίνεται ο άνθρωπος; «Έτσι γίνεται. Αλλά όχι απ’ τη μια ώρα στην άλλη, δε θα γίνει απόψε». «Σε πειράζει να ξαπλώσεις εδώ; Δε θα κάνω φασαρία». «Μα… δεν βρίσκω τον λόγο, όλα αυτά είναι βλακείες». «Το ξέρω. Μόνο γι’ απόψε». «Και αύριο; Δε θα θες να μείνω και αύριο;» «Θα το ‘χω περάσει μια φορά. Απόψε είναι που φοβάμαι. Αν δεν γεράσω απόψε πάει να πει πως θα γίνει αργά, κανονικά». «Εντάξει», του είπα, «θα μείνω εδώ, θα κοιμηθώ στον καναπέ». «Όχι, καλύτερα να κοιμηθείς στην κρεβατοκάμαρα, έχω βολευτεί τώρα εδώ». «Όπως νομίζεις», είπα και σηκώθηκα. «Πας από τώρα;» «Μπορώ να μείνω κι άλλο αν θες. Αλλά πιστεύω πως καταλαβαίνεις πως αυτά τα πράγματα που λες δε γίνονται». «Δεν ξέρεις», είπε ο pirandello. «Μπορεί να φτάσω στην αγνωσία, να βγω απ’ τη συνείδησή μου. Και να δω τον εαυτό μου να περιφέρεται στον χρόνο, να τον δω να γερνάει, να πεθαίνει και να γεννιέται ξανά. Και το πρωί να είμαι πάλι εδώ και να μη θυμάμαι τίποτα. Γι’ αυτό θέλω έναν μάρτυρα, να το δει κάποιος». «Μα πώς μπορώ να δω εγώ τι θα σκέφτεσαι;» «Θα είναι κάτι υπερφυσικό, θα το νοιώσεις… θ’ αρχίσω να παραμιλώ, να ουρλιάζω, να βγάζω αφρούς, θα πέσω ξερός, ή θα σουλατσάρω στο ταβάνι, θα ξαμοληθώ με μια χρυσή κλωστή στον ουρανό, κάτι θα δεις». «Εντάξει», είπα, έσβησα το τσιγάρο μου κι έφυγα. Αλλά φυσικά δε μπόρεσα να κοιμηθώ.

Παρασκευή 30 Νοεμβρίου 2012

Η «λύση» του pirandello

«Δέχομαι πιέσεις», είπε ο Pirandello. Και πριν προλάβω να πω οτιδήποτε πρόσθεσε: «μου ζητάνε να γράφω εδώ. Και δεν έχω τι να τους πω». «Κάτι θα βρεις», είπα εγώ. «Να τους διδάξω λες τεχνικές ψαρέματος; Είμαι πολύ καλός σ’ αυτό, ξέρεις. Ή μήπως να τους διδάξω αυτοάμυνα; Θα μπορούσα να παραδίδω μαθήματα πολεμικών τεχνών, γενικώς. Ή τεχνικές επιβίωσης, πώς να μαζεύετε ας πούμε το νερό της βροχής και να το επεξεργάζεστε, πώς να πλένετε τα ρούχα στο χέρι, πώς μπαλώνει κανείς ένα ρούχο…» «Τα ξέρεις εσύ όλα αυτά;», ρώτησα από περιέργεια. «Όχι», είπε ο Pirandello. «Αλλά μπορώ να μάθω, δεν είναι δύσκολο να περνάς μια βελόνα, ή να βράζεις νερό. Θ’ αρχίσω άλλωστε με τα απλά». «Δείξε τους ό,τι θες», είπα. Δεν είναι να τον παίρνεις στα σοβαρά αυτόν τον άνθρωπο. «Διακρίνω μια αμφιβολία στο μάτι σου», παρατήρησε ο Pirandello. «Νομίζεις πως δε θα τα καταφέρω;». «Όχι, δεν είπα αυτό», είπα. «Ξέρεις τι μπορώ να κάνω εγώ κύριε; Θα μπορούσα μέχρι και να μας απαλλάξω από την κρίση». «Πώς δηλαδή;» «Δεν το έχω σκεφτεί. Αλλά θα μπορούσα αν έπρεπε». «Τι πάει να πει αυτό; Δεν πρέπει κατά τη γνώμης σου;» «Και πρέπει και δεν πρέπει», είπε. «Πρέπει γιατί ο κόσμος υποφέρει. Αλλά δεν πρέπει γιατί αλλιώς θα τους είχαμε αιωνίως να μας δουλεύουν. Τώρα μέρα τη μέρα ξεμπροστιάζονται, ο ένας μετά τον άλλον». «Και είναι ανάγκη να καταστραφεί πρώτα ο κόσμος για να ξεμπροστιαστούν μερικοί; Θα με τρελάνεις;» «Λοιπόν», είπε ο Pirandello, «σοβαρά τώρα. Δε χρειάζεται να εναλλάσσονται οι κύριοι αυτοί της Βουλής. Πρέπει να καταργήσουμε τα κόμματα όμως, τον μηχανισμό από κάτω που κάνει τη βρομοδουλειά. Τους διοικητάδες, τους συνδικαλιστές, όλες αυτές τις φατρίες». «Το πρόβλημα είναι το οικονομικό», του υπενθύμισα. «Λεφτά πού θα βρεις;» «Απ’ τα θεάματα. Ξέρεις πόσα τζογάρονται στα θεάματα; Ξέρεις πόσα χρήματα χορεύουν σ’ αυτό που λέγεται ποδόσφαιρο; Πόσα δίνουν για να κάνουν μεταγραφές;» «Και τι θα κάνεις; Θ’ απαγορέψεις το ποδόσφαιρο;» «Να μην αρχίσω κι εγώ τώρα τα θα… θα… θα… των πολιτικών», είπε ο Pirandello. «Αν κόψεις όμως την αιμορραγία προς τα κάτω του δημοσίου το αίμα θα γυρίσει στο κεφάλι και μπορεί κάτι να σκεφτούμε. Πρώτα όμως πρέπει να κόψεις αυτό το κτήνος που λέγεται από κάτω. Μετά θα μπορούσες να προσλάβεις όλους αυτούς τους ανέργους και να τους βάλεις να παράγουν κάτι, κάτι που θα μπορούσες να το εξάγεις, να προωθήσεις ευρεσιτεχνίες για παράδειγμα, έχουν εκατομμύρια προτάσεις στα υπουργεία… αλλά μίζα ο ένας - μίζα ο άλλος, δε βγαίνει άκρη». Δεν είχε άδικο τώρα σ’ αυτό.