Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2009

Ο Γουάτσον κι ο Pirandello

«Επιτέλους, ξεφύγαμε απ’ αυτήν την υστερία των blogs» είπε ο Pirandello. «Κανένας δεν γράφει πια».
«Εμένα με θλίβει λίγο αυτό μπορώ να σου πω», είπα. «Απ’ την άλλη όλα τελειώνουν κάποτε, κάποτε θα μας τέλειωναν και τα blogs».
«Ο κόσμος πάει μπροστά φίλε μου», είπε. «Ήταν αστείο άλλωστε, μεγάλοι άνθρωποι να παίζουμε όλη μέρα μ’ αυτό το πράγμα». «Αναρωτιέμαι αν είχα και τίποτα άλλο να πω», είπε και σηκώθηκε. «Τους είπα για τη θάλασσα, τον ουρανό, τους είπα για τον κήπο μου, τη σχέση μου με τον Θεό, τους ανθρώπους… δε θυμάμαι αν τους μίλησα και για τον έρωτα, δε μπορεί κάτι θα είπα και γι’ αυτό, τι άλλο μένει να πει κανείς;»
«Ώστε αυτό ήταν; Δε θα γράψεις ξανά;», ρώτησα.
«Όχι, όχι, δεν είπα αυτό, είπα, ή μάλλον έχεις δίκιο, δεν είπα, τώρα θα πω, πως μου ‘χει φύγει το άγχος, μη γράφοντας κατάλαβα πως δεν υπήρχε και πραγματικός λόγος που έγραφα».
«Και; Θα γράφεις ή δε θα γράφεις; Δεν κατάλαβα».
«Άμα έχεις κάτι να πεις το λες» είπε ο Pirandello. «Αλλιώς δε χρειάζεται να σκοτίζεις και τους άλλους μ’ ένα σωρό ανοησίες».
«Ναι, αλλά άμα κόψεις κι από ‘δω, τι άλλο θα κάνεις; Μου λες;»
Έμεινε για λίγο αμίλητος, σκεπτικός. «Δεν ξέρω είναι η αλήθεια», είπε. «Στην ηλικία που είμαι και δεν έχω τι άλλο να κάνω πέρα απ’ το να παίζω όλη μέρα στο blog, σου φαίνεται φυσικό τώρα αυτό;»
«Είναι καλύτερο απ’ το να ξημεροβραδιάζεται στο καφενείο κανείς, σίγουρα».
Το σκέφτηκε για λίγο. «Ωραία», είπε μετά, «πες πως γράφω κάτι, τι το ενδιαφέρον κάναμε σήμερα;»
Έριξα μια ματιά στο ρολόι μου, «είναι ώρα να φύγω», είπα.
Με ακολούθησε μέχρι την πόρτα, «ναι, αλλά δε με βοηθάς έτσι, πες μου τι θα μπορούσα να γράψω και φύγε».
«Γράψε… για την τιάρα των Αψβούργων», του είπα.
Έδειχνε κάπως σαν σκοτισμένος, τον λυπήθηκα να σου πω. «Γράψε γι’ αυτά που είπαμε εδώ σήμερα», του είπα. Αυτός άνοιξε τα χέρια του και με αγκάλιασε: «Τι θα έκανα χωρίς εσένα Γουάτσον», μου είπε, «Τι θα έκανα χωρίς εσένα;»

Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2009

Η ομπρέλα του Pirandello

«Τι είναι ο άνθρωπος, ένα τίποτα» είπε ο pirandello. «Αυτό το έλεγε ο πατέρας μου. Κι εγώ, στην ηλικία που είμαι θα έπρεπε να ξέρω πια».
Προσπαθούσα να εναρμονιστώ με το βήμα του και να μην γκρεμιστώ στον γκρεμό που έχασκε από κάτω. Εκείνος, από τη μέσα μεριά του μονοπατιού δεν διέτρεχε κανένα κίνδυνο και ενώ μιλούσε όλο και μ’ έσπρωχνε ασυναίσθητα.
«Ούτε καν το κέφι του δεν μπορεί να κάνει κάποιος» έλεγε χειρονομώντας με το ελεύθερο χέρι του, «είδες πώς μας κοίταζαν όλοι επειδή έτσι μου ‘ρθε να πάρω μαζί μια ομπρέλα;»
«Η αλήθεια είναι πως δεν χρειάζεται» είπα πίσω του.
«Τίποτα δεν χρειάζεται αν το καλοσκεφτείς» είπε εκείνος χωρίς να γυρίσει να με κοιτάξει, «θα μπορούσες να περπατάς και χωρίς παπούτσια κι όμως φοράς».
«Άλλο τα παπούτσια» είπα.
«Θεωρείς πως έπρεπε να ζητήσω από κάποιον την άδεια για να κρατήσω μια ομπρέλα; Ποιόν ενδιαφέρει το τι κάνω εγώ;»
«Κανέναν. Απλώς φαίνεται παράξενο».
«Ο κόσμος είναι γεμάτος παραξενιές, δεν έπρεπε να τους κάνει εντύπωση μία ομπρέλα».
«Πρέπει να παραδεχθείς πως δεν είναι και το πλέον συνηθισμένο να κυκλοφορεί κάποιος με ομπρέλα με τέτοιο καιρό».
«Έπρεπε να το φανταστώ πως θα σκεφτόσουν με τέτοιο τρόπο».
«Δεν καταλαβαίνω, τι έχει ο τρόπος μου;»
Ο Pirandello σταμάτησε απότομα και με κοίταξε. Εγώ βρήκα ευκαιρία να χωθώ την ίδια στιγμή στη σκιά, να πάρω μια ανάσα σαν άνθρωπος.
«Αφού σου φαίνεται παράλογο το γεγονός γιατί δεν κάθεσαι να σε καίει ο ήλιος;» ρώτησε.
Ενστικτωδώς έκανα ένα βήμα πίσω. «Ναι, παραδέχομαι πως δεν είναι κακή ιδέα» είπα.
Ο Pirandello έκανε μεταβολή, με προσπέρασε και πήρε τον δρόμο του γυρισμού. Μπρος αυτός, πίσω εγώ περπατήσαμε έτσι γι’ αρκετή ώρα. Εγώ φρόντιζα να βρίσκομαι αρκετά κοντά ώστε να περπατάω υπό σκιά.
«Απλώς ήθελα να πω πως αν έκανε ο καθένας το κέφι του αυτός ο κόσμος θα ήταν πιο υποφερτός, η ζωή μας πιο εύκολη» είπε. «Κι ίσως να ‘μασταν ένα βήμα πλησιέστερα στην ευτυχία».
Μία ψιχάλα με βρήκε στη μύτη κι ύστερα άλλη και άλλη. Λίγα μέτρα απ’ το σπίτι ο ουρανός είχε σκοτεινιάσει κι έβρεχε κανονικά. Αναγκάστηκα να τον κρατήσω απ’ το χέρι για να προστατευτώ απ’ τη βροχή. Συναντηθήκαμε και με κάποιους που έτρεχαν να προφυλαχθούν από την ξαφνική μπόρα. Εκείνος στάθηκε και τους κοίταζε, απαθής.
«Όλοι αυτοί δεν ήταν που μας κορόιδευαν πριν;» ρώτησε.

Δευτέρα 27 Ιουλίου 2009

Όταν ο pirandello συνάντησε τον Ιωάννη τον Πρεσβύτερο

… εκείνος του φάνηκε ένας καταπονημένος γέρος, ανήμπορος κι αξιοθρήνητος που δεν στεκόταν καν στα πόδια του και χρειαζόταν βοήθεια για να φάει ή να ενεργηθεί. Αργότερα βέβαια όταν τον είδε να υψώνεται τριάντα πόντους α’ το πάτωμα και να αιωρείται χωρίς καμιά μηχανική υποστήριξη, ζήτησε συγχώρεση και προσκύνησε. Ο Ιωάννης ο Πρεσβύτερος τότε του έτεινε αδύναμα το χέρι του κι ο Pirandello υπέθεσε αυτό που θα σκέφτονταν όλοι, πως του το έτεινε να τ’ ασπαστεί, όταν πλησίασε όμως τον άκουσε να ψιθυρίζει: «Βοήθησέ με να κατεβώ σε παρακαλώ» έλεγε, «τελευταία έχω γίνει αφάνταστα ελαφρύς».

Πέμπτη 9 Ιουλίου 2009

Η Μπαγκαβάντ-γκίτα, ο Ιωάννης ο Πρεσβύτερος κι ο Pirandello (2)

Ο Pirandello γύρισε κατάκοπος εκείνη τη νύχτα, σωριάστηκε σε μια καρέκλα και ζήτησε ένα ποτήρι νερό να σβήσει τη δίψα του. «Από ‘δω και πέρα θα κηρύττω τον λόγο του Θεού μόνο νύχτα» δήλωσε, ζήτησε στη συνέχεια μια λεκάνη με μολυβόνερο να βάλει τα πόδια του γιατί είχαν πρηστεί κι όταν έγινε κι αυτό κι ανακουφίστηκε κάπως, έβγαλε ένα βαθύ αναστεναγμό και συνέχισε: «Λίγο έλειψε να ξεροψηθώ εκεί έξω, μεγάλη η χάρη Του» είπε κι έκανε κάποια χειρονομία σαν να έκανε τον σταυρό του.
«Θες να πεις πως βγήκες και μίλησες στον κόσμο για τον Θεό;» ρώτησα έκπληκτος.
«Διέδωσα τον λόγο του» είπε.
«Μα πώς; Με τι τρόπο; Σε ποιόν;» τον κατέκλυσα με ερωτήσεις.
«Μα με την παρουσία μου ασφαλώς» μου απάντησε. «Μην ξεχνάς πως ο λόγος του Θεού είναι μυστικός, όταν μιλάς γι’ αυτόν μόνο εκπτώσεις μπορείς να κάνεις».
«Και για ποιόν Θεό ακριβώς τους μίλησες;» ρώτησα, υπονοώντας πως η παρουσία του αυτή άλλα σήμαινε.
«Α, δεν έχει καμιά σημασία αυτό» είπε, «το ένδυμα ενδυναμώνει τον ρόλο απλώς. Όσο για τον Θεό, ας πιστεύει ο καθένας σ’ όποιον Θεό θέλει ».
«Θες να πεις πως δεν έχει σημασία σε τι Θεό πιστεύει κανείς;»
«Θα μου πεις τώρα πως τόσοι πόλεμοι έγιναν για τον Θεό, πως είναι τόσο το αίμα που χύθηκε, αυτό δεν θα πεις;»
«Ναι».
«Θα σου πω τότε πως τίποτα απ’ αυτά δεν τα έκανε ο Θεός, ο Θεός δεν ανακατεύεται ποτέ, είδες εσύ ποτέ έναν Θεό να βγάζει ένα μαχαίρι και να μαχαιρώνει τον διπλανό του;»
«Μα όχι βέβαια, αυτή δεν είναι δουλειά των Θεών, ο Θεός είναι πάντα πανάγαθος, συμπονετικός, δεν εγκληματεί ποτέ ο Θεός, τιμωρεί μόνο, ή συγχωρεί, δεν ξέρω τι ακριβώς κάνει ένας Θεός».
«Ο Θεός είναι κάτι που διαμορφώνεται στα χέρια του καθενός», είπε ο Pirandello. «Εξαρτάται απ’ τον καθένα επομένως τι Θεός θα ‘ναι αυτός, δεν φταίει για το τι είναι κάθε φορά ο Θεός».
«Και πώς σου ‘ρθε εσένα να μιλήσεις τώρα για τον Θεό; Τι σχέση έχεις εσύ μ’ αυτό που λέει ο κόσμος Θεό;»
«Ο Θεός λέει πως ο καθένας κουβαλάει έναν Θεό μέσα του κι έρχονται στιγμές που ο οιοσδήποτε πιστεύει πως με κάποιο τρόπο είναι Θεός, όταν ορίζει κάτι, όταν έχει κάτι να πει».
«Καλά, και τι σχέση έχουν μ’ αυτά η Μπαγκαβάντ-γκίτα κι ο Ιωάννης ο Πρεσβύτερος;», ρώτησα.
«Δεν έχουν», έκανε βγάζοντας το ράσο του, «όλα χρειάζονται ένα Θέατρο όμως για να σταθούν. Ακόμα κι ένας Θεός».

Τρίτη 7 Ιουλίου 2009

Η Μπαγκαβάντ-γκίτα, ο Ιωάννης ο Πρεσβύτερος κι ο pirandello

http://www.youtube.com/watch?v=c5mYsTGjP_Y
YouTube - Hare Krishna!

Ο pirandello φόρεσε εκείνη την κελεμπία που φοράνε κι οι Βαϊσναβισμάνοι μοναχοί - αν το λέω καλά - ξύρισε το κεφάλι του και έβαλε ένα ζευγάρι σανδάλια, απ’ αυτά που πουλάνε στη Μύκονο. Μύρισε ύστερα τα λουλουδάκια του κήπου με αφάνταστη στοργή, μου ένευσε σαν να μ’ αποχαιρετούσε για πάντα κι έφυγε πρωί – πρωί σιγοτραγουδώντας το γνωστό mantra. Στις σημειώσεις του ανακάλυψα το ενδιαφέρον του για τον Ιωάννη τον Πρεσβύτερο και την πιο ξεχωριστή θυγατέρα της Εύας.
«Θα τον βρω» γράφει, «ή αν δεν τον βρω θ’ ανακαλύψω μια Ινδία για να τον βάλω».
Παρακάτω ανάμεσα σ’ άλλα ακαταλαβίστικα γράφει: «Το πρώτο δίδαγμα του Κρίσνα στην Μπαγκαβάντ-γκίτα είναι ότι δεν είμαστε το σώμα , αλλά αιώνιες πνευματικές ψυχές»… και άλλα.
Μπαγκαβάντ-γκίτα;

Τι άλλο θα ‘ ακούσουμε Θεέ μου;

Τετάρτη 17 Ιουνίου 2009

Η “έμπνευση” του Pirandello

Είδα απ’ το παράθυρο το φορτηγό της μεταφορικής εταιρίας. Σταμάτησε μπροστά στην πόρτα του γκαράζ, τη μόνη άδεια θέση στον δρόμο. Την ίδια στιγμή άκουσα τον Pirandello που μιλούσε στο τηλέφωνο: «μάλιστα» έλεγε, «ναι, ναι αυτή είναι η διεύθυνση… ναι, ναι, ανοίγω αμέσως». Κατέβασε το ακουστικό και έτρεξε στην πόρτα, «ήρθε» είπε.
Τον ακολούθησα στον κήπο και τον είδα ν’ ανοίγει διάπλατα την πόρτα του γκαράζ. Στο μεταξύ ο οδηγός κι εκείνος που τον συνόδευε είχαν ανοίξει κι αυτοί την πόρτα του φορτηγού και κατέβαζαν εκείνο το τεράστιο κιβώτιο το οποίο έμοιαζε Πάνδαρο. Το τοποθέτησαν σ’ ένα καρότσι σαν αυτά του αεροδρομίου και τραβώντας ο ένας, σπρώχνοντας ο άλλος το ανέβασαν απ’ την ράμπα και το έμπασαν στον κήπο. Ο Pirandello τους καθοδηγούσε κι έβαζε κι αυτός ένα χεράκι, «προσέξτε» έλεγε, « προς Θεού, αυτό το πράγμα είναι πολύτιμο».
«Που θα πάει;» ρώτησε ο οδηγός που ‘χε σταματήσει για να πάρει ανάσα, «ελπίζω μόνο να μην χρειαστεί να το κουβαλήσουμε στα χέρια».
«Μέσα, μέσα» έκανε ο Pirandello, «θα χρειαστεί να το βάλουμε μάλλον απ’ την μπαλκονόπορτα».
Ανοίξαμε και την μπαλκονόπορτα και το κιβώτιο ήρθε καταμεσής στο σαλόνι, «εδώ παιδιά, ακουμπήστε το εδώ… προσεκτικά» τους είπε εκείνος κι ο οδηγός μαζί με τον άλλον το άφησαν επιτέλους στο πάτωμα. Στην συνέχεια σκούπισε το μέτωπό του κι έβγαλε απ’ την τσέπη του το τιμολόγιο.
«Πλήρωσε σε παρακαλώ τους κυρίους» μου είπε ο pirandello κι άρχισε να ξεφασκιώνει το κιβώτιο. Εγώ έκανα αυτό που μου είπε, ευχαρίστησα τους ανθρώπους και τους ξεπροβόδισα στην έξοδο.
Ήταν ένα τεράστιο κιβώτιο, σιδερένιο, σαν ψυγείο. Ο pirandello μάζεψε τα χαρτιά και τις ταινίες απ’ το πάτωμα και τα έκανε όλα πέρα για να θαυμάσει. Εγώ κοίταζα σαν χαζός.
«Μα τι είναι αυτό;» ρώτησα, «από πού ανοίγει;»
Ο Pirandello πέρασε το χέρι του απαλά πάνω απ’ την γυαλιστερή μεταλλική επιφάνεια. Η χαρά του ήταν απερίγραφτη.
«Δεν ανοίγει» μου είπε συγκινημένος.
«Δεν ανοίγει; Και τι είναι τέλος πάντων;»
«Είναι το μυστικό της ζωής» είπε, «δικής μου εμπνεύσεως. Το έκανα παραγγελία».

Σάββατο 6 Ιουνίου 2009

Η αγρανάπαυση, το ψάρι κι ο Pirandello

«Ώστε, θέλοντας και μη, αγρανάπαυση;» ρώτησα.

«Δεν ξέρω, μάλλον αμηχανία θα το έλεγα» είπε ο Pirandello μετά από σκέψη. Κουδούνιζε αφηρημένα ένα κουταλάκι στο φλιτζάνι του, «πάντα μετά από κάτι τέτοιο νοιώθω αμήχανος, ξεθυμασμένος».
«Είναι ένα διάλειμμα, με το που θα περάσουν κι οι εκλογές όλα θα είναι πάλι κανονικά, όπως πριν».
«Τίποτα ποτέ δεν είναι όπως πριν, πάντα εγώ είμαι διαφορετικός, κάπως. Όλα είναι διαφορετικά αλλά κυρίως εγώ, σαν να επανέρχομαι στην αρχή».

Ένα πουλάκι πέταξε και άρχισε να τσιμπολογάει κάτι ανάμεσα στα πόδια μας.
«Τι πουλί είναι αυτό;» ρώτησε.
«Δεν ξέρω» είπα, «Σουσουράδα;»

Αυτός αδιαφόρησε για το πουλί. Σηκώθηκα κι έβαλα καφέ στην κούπα μου κι ύστερα γέμισα ξανά τη δική του. Εκείνος ούτε που το πρόσεξε.
«Είναι σαν να είμαι στο πουθενά» είπε.
«Δες το σαν μια νέα αρχή…» είπα να πω κι εγώ μια αρλούμπα, «σαν ευκαιρία που σου δίνεται. Αυτό πήρε τώρα τον δρόμο του κι εσύ θα πάρεις τον δικό σου, θα δεις τον κόσμο μ’ άλλα μάτια, θα πας γι’ άλλα».
«Δεν ξέρω γιατί απ’ όλα πρέπει ν’ ανησυχώ» είπε, «δουλειά δεν είχαμε – δουλειά βρήκαμε».

«Θα πάω μια μεγάλη βόλτα» είπε. «Το μεσημέρι θα ήθελα να φάω ψάρι».
Σηκώθηκα και μάζεψα τα πράγματά μου απ’ το τραπέζι, «θα έρθω μαζί σου» του είπα.
«Καλύτερα όχι» έκανε ο Pirandello ενώ ήταν ήδη στην πόρτα, «τους αυτοπροσδιορισμούς τους κάνει πάντα ο καθένας μόνος του. Εσύ φρόντισε σε παρακαλώ για το ψάρι».
«Τι ψάρι;» του φώναξα.
«Μου είναι αδιάφορο» είπε ενώ ήταν ήδη στο δρόμο για την παραλία. «Αρκεί να το φάμε εμείς…» φώναξε.

Σάββατο 23 Μαΐου 2009

take a walk

«Φίλοι μου» είπε ο Pirandello, «αυτός είναι ο καλύτερος φίλος μου… και μπορείτε εύκολα να καταλάβετε το γιατι και… αλλά διαβάστε καλύτερα».

Αμόλα Όλα
Ξύπνησα με μια παράξενη αίσθηση ελαφράδας. Η λέξη "παράξενη" δεν είναι επαρκής για να περιγράψει την ελαφράδα μου. Περπατώ και πατώ σε πούπουλα. Είμαι πανάλαφρος.Μα τι ελαφράδα όμως! Και τι λέξη. Ελαφράδα! Όχι ελαφρότητα, ελαφράδα.Ααααααααααχ.Λοιπόν αποφάσισα με την ανάρτηση αυτή να ολοκληρώσω τον κύκλο αυτού εδώ του μπλογκ.Δεν έκανε βέβαια κύκλο το μπλόγκ, εγώ έκανα.Και ο Σαμ έκανε. Ο Σαμ έφτασε στην άκρη του κύκλου. Εγώ στο τέλος του.Τελειώνουν οι κύκλοι; Οι κύκλοι ολοκληρώνονται, δεν τελειώνουν. Και μετά επαναλαμβάνονται και ταλιμπάν και ταλιμπάν και ταλιμπάν.Εγώ δεν τα πιστεύω αυτά. Αυτά είναι του διαβόλου. Φυσικά και τελειώνουν οι κύκλοι. Αν τους κοιτάξεις από πάνω, ναι, δεν τελειώνουν. Αλλά από το πλάι παύουν να είναι κύκλοι. Από το πλάι είναι σπιράλ, ελατήρια, κοχλίες. Κομπρέντε σενιόρ;Εγώ τους κοιτώ από το πλάι. Και τούτος εδώ τελείωσε. Γιατί θα ρωτήσετε. Διότι έχω κέφι για άλλα πράγματα. Να την κάνω από δω. Όχι για την Ushuaia που βρίσκεται ο Σαμ, αλλά για μέρη πιο κοντινά και σαφώς πιο απρόσιτα. Τι να λέμε τώρα.Ετσι πάνε αυτά τα πράγματα. Το πείραμα είχε ενδιαφέρον, το ομολογώ.Προχθές έβγαλα τους επιδέσμους από την δεύτερη πλαστική που μου έκανε ο γιατρός του Σαμ. Ο Σαμ ξέρει όλον τον κόσμο και ο γιατρός ήταν κορυφή. Έτσι έγινα τώρα.Τα μαλλιά θα γίνουν πιο φυσικά, με διαβεβαίωσε ο γιατρός. Και ίσως στην πορεία υπάρξουν μερικές ρυτίδες. Πάντως το αποτέλεσμα είναι υπέροχο.Ίσως γι' αυτό νοιώθω μια ελαφράδα. Ή μια αλαφράδα.Λοιπόν, για να μην μακρυγορούμε. Εγώ εδώ δεν ξαναγράφω. Πάω για άλλα. Σας χαιρετώ και ως bonus ανοίγω τα σχόλια, μια και δεν πρόκειται να τα διαβάζω. Όσο για τα λεφτά που πλήρωσα στον Σαμ, χαλάλι. Τα τελευταία μου ήταν και ησύχασα.Και μια και μιλάω για τον Σαμ. Εκεί στην Ushuaia βρήκε τον εαυτό του. Άνοιξε ένα κατάστημα με σπάνια έγχρωμα βινύλια. Μου έστειλε ως δώρο μια δωδεκάιντση βερσιόν του Whiter Shade of Pale σε λαχανί χρώμα με κόκκινες τελίτσες εκτελεσμένη από τους Zuffenhausen Monkeys μια γερμανική Γκοθ μπάντα της οποίας τα μέλη πέθαναν πίνοντας χλωρίνη.Καλά είναι ο Σαμ. Συζέι με μια όμορφη αργεντίνα και κοιμούνται στο πατάρι του μαγαζιού.Το καλοκαίρι που έρχεται (δηλαδή τον Δεκέμβρη για αυτούς) βρήκε μια χορηγία και διοργανώνει μια biennale Ταριχευμένου Ζώου και Φυτού. Μην με ρωτάτε τι είναι αυτό.Ίσως πάω να το δώ.Ως κατακλέιδα μια φωτογραφία που πάντα ήθελα να δημοσιεύσω αλλά δεν προέκυψε.Τα φιλιά μου.Άντε γεια. Παω.
Posted by specialmitsos@gmail.com at 10:32 PM 0 comments
Labels: ανακοινώσεις

Κυριακή 17 Μαΐου 2009

Η “Ντεκανβιζιον” κι ο Pirandello

«Λοιπόν» είπε ο pirandello, «τώρα μπορώ να πω πως αυτό που γίνεται κάθε χρόνο είναι απαράδεκτο, άσχετα με την πρώτη ή τη δέκατη Πέμπτη θέση που μπορεί να πάρει ένα τραγούδι. Είναι ένα επιπλέον έξοδο για τον ηλίθιο Έλληνα φορολογούμενο, που κανείς δεν τον ρωτάει αν είναι διατεθειμένος να το πληρώσει… γιατί ως συνήθως το κράτος σου στέλνει απλώς τον λογαριασμό. Όλα αυτά περί διαφήμισης της Ελλάδας στο εξωτερικό εγώ τ’ ακούω βερεσέ, αν οι κύριοι διαχειριστές ήθελαν πραγματικά να κάνουν κάτι γι’ αυτόν τον τόπο θα το έκαναν, δεν θα έβγαζαν μια διαφήμιση για τον ΕΟΤ ας πούμε λίγο πριν αρχίσει η τουριστική σαιζόν αλλά τον Δεκέμβριο, τότε που οι υποψήφιοι πελάτες προγραμματίζουν τις διακοπές τους και άλλα τέτοια, είναι γεμάτος ο τόπος από τέτοια παραδείγματα ανοργανωσιάς και άσκοπης σπατάλης δημόσιου χρήματος, Ολυμπιακές εγκαταστάσεις κ.λ.π».
«Τελικά τι θέση πήρε ο Σάκης;» ρώτησα.
«Δεν ξέρω» απάντησε ο Pirandello, «δεν μ’ ενδιαφέρει ο εκάστοτε Σάκης, αυτός τη δουλειά του κάνει. Είμαι όμως αντίθετος με τον υποτιθέμενο θεσμό, ήξερα πάνω – κάτω τι ήταν αυτό που θα δω, ένα φεστιβάλ κακού τραγουδιού, κομψευόμενο, καθώς πρέπει, άσχετο με οποιοδήποτε μουσικό είδος, περίπου ένα τίποτα με φοβερή διοργάνωση, εφετζίδικα σκηνικά και ενορχηστρώσεις μιας ακμάζουσας ντεκαντάνς, εκατομμύρια ευρώ που τρέχουν παρά την οικονομική κρίση, άρτος όχι αλλά θεάματα ναι, πλουσιοπάροχα. Είμαστε τελείως ασυνείδητοι; Αναρωτιέμαι».
«Θες να πεις πως κάθισες και το είδες;» απόρησα.
«Είδα λίγο, πήρα μια γεύση. Εκείνες οι ανόητες που παρουσίαζαν το πρόγραμμα δεν μπορούσαν να πουν μια λέξη διαφορετική όταν παρουσίαζαν τα τραγούδια; Είπαν ακριβώς ό,τι στον ημιτελικό, αυτό αν δεν είναι πνευματική φτώχια, τι είναι;»
Δεν σου άρεσε κανένα τραγούδι;
«Μου άρεσε. Της Μολδαβίας αλλά δεν ξέρω τι απέγινε, κοιμήθηκα».

Τετάρτη 6 Μαΐου 2009

Τα “τι”, τα “πώς” κι ο pirandello



Καθόμασταν στον κήπο, ανάμεσα σ’ ένα φούλι κι ένα αγιόκλημα που μοσχοβολούσαν περισσότερες από δυο ώρες μαζί, χωρίς να ‘χουμε πει τίποτα κι είχα αρχίσει πολύ να βαριέμαι। «Δεν είχες πει πως θα έγραφες κάτι σήμερα;» τον ρώτησα, έτσι, για να πω κάτι।
«Άκουσε τι λέει ο Ιονέσκο στον Ρινόκερο» είπε εκείνος χωρίς να πάρει τα μάτια του από το βιβλίο που διάβαζε, «γράφουμε» λέει, «μια λέξη. Γράφουμε δυο λέξεις. Τα χάνουμε με αυτό που γράψαμε, τα χάνουμε που γράψαμε, αναρωτιόμαστε τι είναι αυτό που γράψαμε. Αναρωτιόμαστε τι είναι το γράψιμο. Η εξήγηση που δίνουμε εμείς στον εαυτό μας δεν μας ευχαριστεί, και να που έρχονται οι άλλοι που αναλύουν τι είναι το γράψιμο και τι είναι αυτό που γράψαμε! Σας το εξηγούν και συγχρόνως, όπως το εξηγούν σε σας, το εξηγούν στον εαυτό τους, εξηγούνται οι ίδιοι και προσπαθούν να εξηγήσουν τι σημαίνει το να εξηγείς και να εξηγείσαι!».
«Μπορείς να μου εξηγήσεις να καταλάβω;» ρώτησα για να τον κάνω να μου πει κάτι άλλο, αλλά εκείνος δεν έδειξε να τον απασχολεί η ερώτηση… «Όπως δεν συμφωνείς με αυτό που οι άλλοι έχουν γράψει για σένα» συνέχισε, «τους εξηγείς ότι δεν είσαι σύμφωνος με τις εξηγήσεις τους και τους δίνεις την πραγματική εξήγηση γι' αυτό που έγραψες και τι σημαίνει το να γράφεις. Εξηγήσεις, που και γι' αυτές οι άλλοι δεν συμφωνούν, γιατί αυτοί διαθέτουν την αντικειμενική εξήγηση που εσύ δεν μπορείς να τη δεχτείς, εκτός κι αν κάνεις μεγάλη προσπάθεια για να γίνεις αντικειμενικός, κάτι που πρακτικώς είναι αδύνατο, γιατί για να το καταφέρεις πρέπει να ξεπεράσεις την υποκειμενικότητα που σε κατέχει και σε συντρίβει, έτσι τουλάχιστον λένε, ενώ συγχρόνως παραδέχονται, από τη δική τους μεριά, ότι η αντικειμενικότητα τους δεν είναι αυθεντική αντικειμενικότητα, γιατί και αυτοί είναι περιορισμένοι σε μια υποκειμενικότητα, την οποία καταφέρνουν ίσως πιο εύκολα να ξεπεράσουν, χάρη, παραδείγματος χάριν στην κοινωνιολογία ή τη στατιστική, πράγμα που κάνει τις εξηγήσεις τους να είναι το αποτέλεσμα μιας αντικει­μενικής υποκειμενικότητας και, όπως και να 'χει, πιο σίγουρης από τη δική σου υποκειμενικότητα — αντικειμενικοποιημένη ή όχι — η οποία χαρακτηρίζει τις προσωπικές σου εξηγήσεις!»
Ωραία» είπα, «οπότε… τι σημαίνει τώρα αυτό ;»
«Αφού ο καθένας έχει τις δικές του εξηγήσεις για οτιδήποτε» είπε, «τα τι και τα πώς δεν χρειάζονται, δεν χρειάζεται να εξηγείς τίποτα» είπε και συνέχισε το διάβασμα।

http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%95%CF%85%CE%B3%CE%AD%CE%BD%CE%B9%CE%BF%CF%82_%CE%99%CE%BF%CE%BD%CE%AD%CF%83%CE%BA%CE%BF

Σάββατο 2 Μαΐου 2009

Το “Αν…”, τα “τσιτάτα” κι ο Pirandello

Στον κήπο οι μυρουδιές ήταν μεθυστικές, αυτό που κάποιος άλλος θα ‘λεγε “Παραδεισένιες”, “ευλογία Θεού”, “ένα όνειρο” ή δεν ξέρω κι εγώ τι. Αυτός όμως είναι πολύ “ανάποδος” άνθρωπος.
«Πρώτα» είπε ενώ πίναμε ήσυχα – ήσυχα τον καφέ μας, «… για ορισμένους, θα ήταν το σοκ. Μετά, για τους πολλούς, θα ήταν η έκπληξη, αυτό το ότι “θα έπεφταν απ’ τα σύννεφα”. Ακόμα πιο μετά, για λίγους θ’ ακολουθούσε ο θρήνος, η μη παραδοχή, αυτό το “δεν πιστεύω πως συμβαίνει αυτό”. Ύστερα θα μπαίναμε στα διαδικαστικά, θα γινόταν ό,τι γινόταν κι “αυτό ήταν, τέλειωσε”. Για τους περισσότερους μετά θα ήταν απλώς θέμα χρόνου αυτή η ιστορία να ξεχαστεί».
«Και πότε με το καλό σκέφτεσαι πως θα συνέβαιναν όλα αυτά;» του είπα έτσι για να του την πω.
«Δεν ξέρω, λέω πως έτσι θα είχαν τα πράγματα “αν”…»
«Ναι» είπα, «αλλά για κάποιους δεν θα ξεχνιόταν ποτέ, γιατί δεν το αναφέρεις κι αυτό;».
«Σωστά» έκανε, «παράλειψη». Ήπιε μια γουλιά καφέ και συνέχισε την “ανασκόπηση”: «Θα υπήρχε όμως και μι’ άλλη πλευρά, αθέατη, αυτή που καλύπτεται συνήθως πίσω από θλιμμένα πρόσωπα, κλάματα και υστερίες, η σκύλευση του ό,τι απέμεινε, η μοιρασιά, αυτό το “η ζωή συνεχίζεται” ή το “οι πεθαμένοι με τους πεθαμένους κι οι ζωντανοί με τους ζωντανούς” και θα γινόταν το “έλα να δεις”.
«Μα πώς είναι δυνατόν να σκέφτεσαι τέτοια πράματα μια τέτοια ηλιόλουστη μέρα;» ρώτησα, «γιατί δεν χαίρεσαι ό,τι έχεις αυτή τη στιγμή;».
«Ποιος σου είπε πως δεν τη χαίρομαι;» απάντησε ο Pirandello, «διασκεδάζω απλώς μ’ όλα αυτά τα τσιτάτα, το τυπικό του πράγματος».
«Μα αυτά τα πράγματα δεν είναι για διασκέδαση» είπα.
«Δεν είπα ότι είναι. Θα μου κοστίσει λιγότερο το “αν” έτσι όμως» είπε κι εγώ δεν μίλησα.

Πέμπτη 30 Απριλίου 2009

Ο παραλογισμός κι ο Pirandello

-Τι πάει να πει παράλογο;
-Κάτι που υπερβαίνει τη λογική, που είναι κατά λέξη παρά τη λογική, πέρααπό τη λογική, λέγεται και υπέρλογο. -Και θεωρείται καλό ή κακό αυτό; -Μπερδεύει τις περισσότερες φορές, δημιουργεί σύγχυση, αμφιβολίες. Είναισαν ομιχλώδες τοπίο. Επομένως πολλοί θα το έλεγαν κακό - άλλοι, αναγκαίογια την τέχνη, την ονειροπόληση, κλπ -και εσύ πιστεύεις πως είμαι παράλογος; -Θα έλεγα ακριβώς το αντίθετο απ όσο σε γνωρίζω. Νομίζω πως είσαιυπερβολικά λογικός. Ίσως μερικοί να σε λένε όμως έτσι λόγω κάποιωνγραπτών σου όπως αυτά της επιστημονικής φαντασίας, ας πούμε. Πιστεύωόμως ότι το θέμα του ότι δε βλέπεις, είναι από μόνο του τόσο παράλογοπου είναι φυσικό μερικές φορές να γράφεις έτσι. Ίσως και λόγω έλλειψηςγια καιρό οπτικών ερεθισμάτων. -Η τύφλωση είναι παράλογη; ο τυφλοπόντικας είναι κι αυτός παράλογος; ένας αχινός; -Μόνο εσύ μπορείς να το ξέρεις - ξεκινάμε λοιπόν από αυτό. Αλλά επειδήμε ρωτάς, δεν πιστεύω πως η τύφλωση είναι από μόνη της παράλογη αλλάαυτό το οποίο ζεις μαζί της, εννοώ το γεγονός της μη όρασης. Ίσως ναήταν πιο "λογικό" ας πούμε να μην έβλεπε κάποιος εκ γενετής. Τότε, ανμια μέρα έβλεπε ξαφνικά, αυτό θα ήταν γι αυτόν τελείως παράλογο ωςγεγονός γιατί δεν το ήξερε καν πώς είναι. Διαφοροποιεί την εσωτερικήτου θέαση. Δε θα έλεγα ότι ζεις κάτι παράλογο. Κάτι διαφορετικόσίγουρα. Και νομίζω πως αν για κάποιο λόγο ζούσες τελείως μόνος στονκόσμο δε θα δυσκολευόσουν τόσο όσο τώρα που θα πρέπει να δίνειςεξηγήσεις σε εκείνους που προσπαθούν να σε καταλάβουν, εκ του ασφαλούς.
«Δεν ξέρω τι είναι ή τι δεν είναι παράλογο» είπε ο Pirandello, «ξέρω όμως ότι τα πράγματα είναι πολλές φορές πολύ πιο απλά απ’ ό,τι νομίζουμε».

Τρίτη 28 Απριλίου 2009

Τα πρόβατα κι ο Pirandello

«Τι ήρθαμε να κάνουμε εδώ;» τον ρώτησα αφού είχα κουραστεί να περιμένω με τις ώρες.
«Φαντάζομαι πως είμαστε υποχρεωμένοι κατά κάποιο τρόπο ν’ ανακαλύψουμε κάτι» είπε ο Pirandello, «το νόημα της ζωής ή γιατί φυτρώνουν μ’ αυτόν τον τρόπο οι φράουλες κι όχι αλλιώς, γιατί πετάνε έτσι τα πουλιά και γιατί όχι κι εμείς… διάφορα πράγματα… αλλιώς τι νόημα έχει το ότι βρισκόμαστε εδώ αυτή τη στιγμή και μιλάμε, το ότι είσαι καμωμένος έτσι που είσαι κι εγώ επίσης… αλλιώς… αλλιώς τι;».
Στεκόμασταν στο ψηλότερο σημείο που μπορούσαμε να σταθούμε, εξασφαλίζοντας έτσι μια πανοραμική θέα, με μια κίνηση έβλεπες την τελειότητα και την ασημαντότητα αυτού του κόσμου ταυτόχρονα… αλλά και πάλι, αδυνατούσα να κατανοήσω γιατί αυτό δεν μπορούσαμε να το κάνουμε κι απ’ το σπίτι μας.
«Εννοούσα απλώς τι ήρθαμε να κάνουμε εδώ, εδώ συγκεκριμένα» είπα.
«Δεν νοιώθεις μια ανάταση εδώ; Δεν νοιώθεις τυχερός που είδες κάτι τόσο όμορφο, τόσο μοναδικό;» ρώτησε.
Ένα κοπάδι πρόβατα περνούσε αμέριμνο ‘κείνη την ώρα μπροστά μας. Ένας τσοπάνης τα καθοδηγούσε προφέροντας κάτι ακατανόητα καλέσματα που εκείνα έδειχναν ν’ αντιλαμβάνονται.
«Με συγχωρείς» είπε ο Pirandello και τον είδα να πλησιάζει τον τσοπάνη και να τον ρωτά κάτι. Ο τσοπάνης του έδειξε κάτι μακριά, κάτι του είπε κι ο Pirandello και μετά γύρισε σε ‘μένα.
«Κάνει κάθε μέρα την ίδια διαδρομή» είπε.
«Και τι μας ενδιαφέρει εμάς αυτό;» ρώτησα.
«Δεν μας ενδιαφέρει» είπε ο Pirandello ενώ παρακολουθούσε το κοπάδι που απομακρυνόταν.
Για μια στιγμή μου ‘ρθε να του πω αν είχαμε πάει εκεί για να μετράμε τα πρόβατα αλλά δεν μίλησα.
«Δυστυχώς, τίποτα δεν μας ενδιαφέρει νομίζω» είπε εκείνος. «Κι αναρωτιέμαι σε τι διαφέρουμε απ’ αυτά τα πρόβατα τώρα».

Παρασκευή 24 Απριλίου 2009

Τα “οικογενειακά” του pirandello

ο καιρός είναι όμορφος, οδεύουμε στο τέλος της άνοιξης, πρέπει να δούμε τι θα κάνουμε φέτος με τις διακοπές… γιατί δόξα να ‘χει ο Κύριος είμαστε και πολλοί, καλά να ‘μαστε.
Ώρες – ώρες σκέφτομαι πόσο δίπλα μας είναι η ευτυχία καμιά φορά, εμείς λίγο έλειψε.
Τρία γεγονότα διασάλευσαν την οικογενειακή μας γαλήνη εκείνο το καλοκαίρι. Το ότι εγώ επισημοποίησα τη σχέση μου με την ωραιότατη υπηρέτρια που είχαμε, το ότι η γυναίκα μου τα ‘φτιαξε επιτέλους με την παιδική της φίλη και το ότι ο γιός μας βρήκε κι αυτός γκόμενο. Αυτά τα τρία ενώ κανονικά θα έπρεπε να επιφέρουν επιτέλους την ευτυχία, επέφεραν στον πατέρα μου ένα εγκεφαλικό και στην πεθερά μου ένα μεγάλο καρδιακό επεισόδιο, λόγους για τους οποίους κι οι δύο κατέληξαν. Ευτυχώς οι δυσάρεστες αυτές συνέπειες ήρθαν αμέσως μετά τα γεγονότα στις αρχές του καλοκαιριού κι έτσι μπορέσαμε μετά τα σαράντα να κάνουμε τις διακοπές που είχαμε ως οικογένεια προγραμματίσει.
Το βασικό πρόβλημα ήταν το ζωντανό, όλοι αγαπούσαν τον Λύκο αλλά ποιος να τον πρωτοπάρει; Αυτό μας αναστάτωσε και αφού συσκεφτήκαμε αρκετά, πράγμα που είχαμε να κάνουμε χρόνια, αποφασίσαμε να τον παίρνουμε εναλλάξ. Ο Λύκος αν και απέκτησε έτσι δύο ακόμα σπίτια, έδειχνε ολοφάνερα τη δυσαρέσκειά του και άρχισε να δαγκώνει, ανεξαιρέτως. Επισκεφτήκαμε ψυχίατρο όπως μας σύστησαν κι αυτός απεφάνθη πως καλύτερα το σκυλί να μείνει στο παλιό του σπίτι που αισθάνεται οικεία και ασφαλής, όπως και κάναμε. Τώρα αντί να πηγαινοφέρνουμε τον σκύλο πηγαινοερχόμαστε εμείς, το μπάνιο έχει γεμίσει οδοντόβουρτσες και δεν τα βρίσκουμε στις μέρες αλλά ο Λύκος μας ηρέμησε.
Ξέχασα ν’ αναφέρω ότι για τις δουλειές προσλάβαμε μία Βουλγάρα την οποία πληρώνουμε από κοινού και όχι όπως παλιά που τα πλήρωνα όλα εγώ, να δουν κι οι άλλοι τη γλύκα. Την Κυριακή που φάγαμε όλοι μαζί είπαμε να βγάλουμε άδεια και να ρίξουμε τα δύο πατώματα που θέλαμε πάντα και να μένουμε πάνω – κάτω στο μέλλον, η γυναίκα μου θ’ αναλάβει τη διακόσμηση με τη φίλη της που είναι ειδική, τη δε οικοδομή θ’ αναλάβει ο φιλαράκος του γιού μας που είναι κι αρχιτέκτονας. Έτσι θα κόψουμε τα σούρ’ τα – φέρ’ τα και θα μειώσουμε και τα έξοδα, με το δάνειο δε που θα πάρουμε θα πάρω κι εγώ το σκαφάκι που ‘χω υποσχεθεί στη δικιά μου τόσο καιρό τώρα.
Σήμερα που έπινα τον καφέ μου με θυμήθηκε ένας φίλος απ’ τα παλιά, χώρισε λέει και τώρα έχει τραβήγματα με δικαστήρια, διατροφές και δεν ξέρω κι εγώ τι. Του είπα πως πολύ λυπάμαι αλλά μέσα μου πολύ χάρηκα που εμείς σαν οικογένεια δεν είχαμε ποτέ τέτοια θέματα. Αυτός όμως ποτέ δεν ήταν προχωρημένο άτομο όπως εμείς… καλά να πάθει.

Κυριακή 19 Απριλίου 2009

Το “Πάσχα” του Pirandello

Είχαμε δέσει στ’ ανοιχτά του λιμανιού κι ο ήλιος τώρα προσπαθούσε να ξεμυτίσει μες απ’ τα σύννεφα.

«Το κατάρτι είναι που τρίζει;» ρώτησε ο pirandello, «ή το σκαρί;»

Βλέπαμε μπροστά μας την Ύδρα, φαινόταν καθαρά τα σπίτια, το πήγαινε – έλα στην προκυμαία.

«Πόσο βαραίνει τους ποιητές το Πάσχα, τα Θεία πάθη…» είπε με τα μάτια κλειστά να μην ζαλίζεται, «ενώ εμείς οι άλλοι απλώς μετράμε τις αργίες, πότε θα ξημερώσει Κυριακή. Από πριν έτοιμες οι σούβλες, τα κοκορέτσια αλατοπιπερομένα, απ’ το πρωί ν’ ανάψουμε τα κάρβουνα, μην μας πάρει το μεσημέρι και δεν φάμε».

Εγώ είχα δυσπεψία απ’ τα χθεσινά και δεν μίλαγα.

«Ελάχιστο δάκρυ την ώρα της αποκαθήλωσης, τα αυγά βαμμένα από την Πέμπτη, τα τσουρέκια πλασμένα και ψημένα στους 180, κατά γράμμα του Παρλιάρου η συνταγή. Ναι, τα πάμε πολύ καλά με τα έθιμα, δυο πιάτα η μαγειρίτσα στον καθένα, κρασί που το ευλόγησε κι ο Κύριος - που λέει ο λόγος - «δεν ήταν ακριβά» ο απολογισμός».

Εγώ χαιρετούσα κάποιον γνωστό που μας κουνούσε το χέρι απ’ την ακτή.

«Ευτυχώς που υπάρχουν οι ποιητές να λέμε» συνέχισε σαν από άλλο έργο. «Να κλαίνε για ‘μας».

Τρίτη 14 Απριλίου 2009

“Μια μέρα του…” pirandello

Ξυπνάς λοιπόν ένα πρωί κι ανακαλύπτεις πως έχεις όσο χρόνο θες, επιτέλους. Μετά καταλαβαίνεις πως ό,τι έγινε, έγινε στην ώρα του και πως έχεις μεν τον χρόνο που θες, δεν έχεις τι να τον κάνεις όμως κι εύχεσαι να ήταν όλα όπως πριν, να μην είχες χρόνο, με τίποτα που λέει ο λόγος δεν είναι ευχαριστημένος κανείς, φαύλος κύκλος.
Πας έξω να πιείς ένα καφέ, να σκεφτείς, παραγγέλνεις κι ανάβεις ένα τσιγάρο να τα βάλεις σε μια σειρά και σου φέρνουν μια σόδα. Έχει κάνει λάθος το χαρτάκι ο σερβιτόρος αλλά εσύ έχεις πηδήξει απ’ το παράθυρο, δι’ ασήμαντον αφορμή.
Λες εντάξει, δεν μπορεί να ‘ναι όλα τόσο άσχημα, πας μια βόλτα για να ξεσκάσεις κι εκεί στην ερημιά έρχεται και σε κουτσουλάει απ’ το πουθενά ένα πουλί, αν είναι να σου τύχει θα σου τύχει, δεν χωράει αμφιβολία, αν έχεις τύχη διάβαινε δηλαδή.
Ο γιατρός σου συστήνει κι άλλες εξετάσεις, δεν έχεις σου λέει τίποτα, θα πάρεις τα τάδε ηρεμιστικά, χρειάζεσαι άσκηση, να κάνεις παρέα με φίλους, να βγαίνεις… απ’ έξω – απ’ έξω δηλαδή ότι είσαι σκατά, το προσπερνάς τέλος πάντων και προσπαθείς να παραμείνεις ήρεμος, πας σπίτι και σου ‘ρχεται ένας λογαριασμός και θες να πέσεις στα ναρκωτικά.
Τρως κάτι ελαφρύ γιατί αν φας ας πούμε τηγανιτά θα σε ξεκάνει το στομάχι και πέφτεις να ξεραθείς μια ώρα, να σου φύγει αυτό το βάρος… αλλά πώς;
Σε βρίσκει το ξημέρωμα να ‘χεις καπνίσει ένα πακέτο, να ‘σαι πτώμα στην κούραση. Αλλά τι ανάγκη έχεις εσύ; Έχεις όσο χρόνο θες. Και πρέπει να κόψεις και το τσιγάρο…

Τετάρτη 8 Απριλίου 2009

Οι σκέψεις του Pirandello

Λοιπόν έχω την αίσθηση πως έχουμε βγάλει τις μεζούρες και μετράμε.. ο ένας τον άλλον, οι άλλοι τους άλλους, οι άλλοι εμάς. Τι διάολο βγαίνει τώρα απ’ αυτό μην με ρωτάς, τίποτα μάλλον, είναι εντελώς άσκοπες αυτές οι μετρήσεις. Μιλάω εδώ για τα blogs και συζητώντας το πρωί γι’ αυτό μου ‘ρθε κι η επιφοίτηση, για το τι ακριβώς είναι blog.
Είναι λοιπόν ένα δημόσιο μέσο επικοινωνίας, ένα είδος λεωφορείου δηλαδή, που ανεβαίνει ο κάθε λογής. Αν το συσχετίσεις τώρα με ένα πραγματικό λεωφορείο θα σκεφτείς αυτόματα «μα τι έχω να πω εγώ τώρα μ’ όλους αυτούς τους άγνωστους;»… «άσχετους» θα πεις αλλά για να είμαστε κόσμιοι…
Το περίεργο είναι πως ενώ σ’ ένα λεωφορείο ο ένας θα σου ξίνιζε κι ο άλλος θα σου βρώμαγε, εδώ κάνεις τεμενάδες αν τύχει κάποιος να σου πει μια κουβέντα.
Συμπέρασμα: «Κανείς δεν τη θέλει αυτή την κυρία Μοναξιά».
Έχω άδικο μήπως;

Πέμπτη 2 Απριλίου 2009

Ο Θάνατος κι ο Pirandello

Ο pirandello επέστρεψε σαν να μην είχε συμβεί τίποτα, με παρακάλεσε να ειδοποιήσω όποιον τυχόν ανησύχησε κι έπεσε για ύπνο, θα τα λέγαμε, είπε το πρωί.

«Τι έγινε τελικά;» τον ρώτησα, ελπίζοντας να μου λύσει το μυστήριο.
«Τίποτα» είπε. «Ο Θάνατος αστόχησε, ως συνήθως».

Πέμπτη 26 Μαρτίου 2009

Τι απέγινε ο Pirandello

Ο pirandello σηκώθηκελίγο πριν φέξει. Έδειχνε άυπνος και κάπως αναστατωμένος. Δεν
ήπιε καφέ κι όλα έδειχναν πως ετοιμαζόταν να βγει. Δεν ξέρω τι ακριβώς ήταν αυτό που
μ’ ανησύχησε περισσότερο, «Που πας τέτοια ώρα;» τον ρώτησα.

«Είμαι καλεσμένος σε μονομαχία» είπε και πριν προλάβω να πω οτιδήποτε, άνοιξε την πόρτα και βγήκε.

Τώρα είναι σχεδόν οκτώ και ακόμα δεν γύρισε.

Τρίτη 17 Μαρτίου 2009

Το πρόγραμμα του Pirandello

Στην καθιερωμένη κοπή πίτας γνωστής εταιρίας ο Pirandello δήλωσε πως δυστυχώς λόγω της κρίσης, έπρεπε όλοι να υποβληθούμε σε περικοπές. Ο ίδιος είπε πως θα έκοβε το τσιγάρο. Πρότεινε οι εργαζόμενοι να καταθέτουν ανελλιπώς το 1/3 του μισθού τους σε ειδικό λογαριασμό ώστε να βοηθήσουν την κυβέρνηση να καλύψει μέρος του δημοσίου ελλείμματος. Μεταξύ άλλων ανακοίνωσε μειώσεις κι απολύσεις και είπε πως σε τηλεοπτική εκπομπή προσεχώς θα παρότρυνε και τους συνταξιούχους να παραιτηθούν απ’ τις απαιτήσεις τους, όπως και τις εργαζόμενες μητέρες καθώς θα τις ενέτασσε σ’ ένα κοινοβιακό σύστημα διαβίωσης. Έτσι, όλοι μαζί θα αντιμετωπίζαμε το πρόβλημα της υπογεννητικότητας και θα γνωρίζαμε μέρες εθνικής ομοψυχίας κι ευημερίας και καταχειροκροτήθηκε.
Όταν αργότερα τον είδα να καπνίζει ένα τεράστιο πούρο μου είπε πως δεν είναι το ίδιο.
«Το πούρο βλάπτει λένε πολύ λιγότερο. Είναι επίσης επαναστατικό».

Σάββατο 7 Μαρτίου 2009

Η Κόλαση, οι αποδράσεις κι ο Pirandello

Με το που μπήκαμε στην Αττική, ο Pirandello διάβασε για τις μεγάλες καθυστερήσεις μεταξύ 5ης και 8ης εξόδου με κατεύθυνση προς Ελευσίνα. Περίμενα πως θ’ άρχιζε να διαμαρτύρεται πάλι αλλά αυτός βολεύτηκε όσο γινόταν καλύτερα και μισόκλεισε τα μάτια του.
Μετά, πριν τον κόμβο Αμαρουσίου η κίνηση άρχισε να γίνεται ανυπόφορη. Μας πολιορκούσαν από παντού φορτηγά, μηχανάκια, θόρυβος και καυσαέριο και το μόνο που μπορούσε κανείς να σκεφτεί ήταν πώς θα ‘φευγε το συντομότερο δυνατόν από ‘κει.
Πηγαίναμε σημειωτόν κι ο Pirandello κοίταζε έξω απ’ το παράθυρο ήρεμος, δίχως να δυσανασχετεί. Αναρωτιόμουν αν ήταν όντως εκεί.
Καθώς περνούσαμε κάτω απ’ τη γέφυρα, γύρισε και μου είπε: «Είναι απίστευτο αν το σκεφτείς, ο μόνος λόγος που βρίσκονται εδώ όλοι αυτοί είναι για τα λεφτά. Αλλιώς κανείς δεν θα πάταγε το πόδι του ξανά σ’ αυτήν την πόλη. Είναι σαν καμίνι, ένα χωνευτήρι της Κόλασης».

Δεν έβγαλε μιλιά όλη την υπόλοιπη μέρα, απλώς διεκπεραίωνε ό,τι ήταν να κάνει.

Το βράδυ, όταν κάναμε ακριβώς την αντίστροφη διαδρομή, στο ίδιο σημείο μου ξαναμίλησε: «είναι αξιοπερίεργο πώς καταφέρνουν και ζουν όλοι αυτοί οι άνθρωποι…
και το πιο περίεργο είναι που δεν φεύγει κανείς».
«Δεν ζουν ακριβώς « του είπα, «απλώς το παλεύουν».
«Ξέρω, ξέρω» είπε και άνοιξε το παράθυρο. «Μόνο που κάποιοι ξέρουν και την κάνουν με το ελικόπτερο. Ίσως κι αυτός είναι ο μόνος τρόπος να δραπετεύσει κανείς».

«Να σταματήσουμε να πάρουμε τάρτες», είπε μετά.

Παρασκευή 6 Μαρτίου 2009

Μάθημα ανατομίας… ή τα 6 σημεία του Pirandello

http://www.antinews.gr/?p=5459

1) Κεφάλι

2) Χέρια

3) Πόδια

4) Κοιλιά

5) Γεννητικά όργανα

6) Πρωκτός

«Σιγά το πράγμα» έκανε ο pirandello, ‘δεν χρειάζεται να ‘ναι κάποιος πρωθυπουργός για ν’ ανακοινώσει 6 σημεία»।

Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2009

Ο μοναχισμός, η Ναυτεμπορική κι ο Pirandello

http://www.impantokratoros.gr/14726ACB.el.aspx
http://www.naftemporiki.gr/
Ο Pirandello άφησε στο τραπέζι το βιβλίο που διάβαζε.

«Μπορεί να μ’ επηρεάζει λες ο καιρός;» ρώτησε, «δεν έχω κέφι για τίποτα».
«Πρέπει ν’ ανανεώσεις τα ενδιαφέροντά σου» του πρότεινα.
«Τα ενδιαφέροντά μου;»
«Ναι, αυτή η κλεισούρα δεν έκανε ποτέ καλό σε κανέναν».
«Μα δεν βλέπεις πώς είναι ο καιρός; Πού να πας με τέτοιο καιρό; Θα ξυλιάσεις».
«Εννοώ την εσωτερική κλεισούρα, μην κάνεις πως δεν καταλαβαίνεις».
«Α, αυτό εννοείς έκανε.

Σερβιρίστηκε ξανά καφέ κι ανανέωσε και τον δικό μου στο φλιτζάνι.

«Και πώς γίνεται αυτό, ξέρεις;» ρώτησε.
«Να κάνει ας πούμε ταξίδια, να γνωρίζει καινούργιους ανθρώπους, να πιάσει μια γκόμενα… υπάρχουν τρόποι ν’ ανανεωθεί κάποιος τέλος πάντων».
«Και τι γίνεται αν δεν μ’ ενδιαφέρει τίποτα απ’ αυτά;»
«Τι να σου πω; Κάτσε εδώ και περίμενε».

Μείναμε για λίγο αμίλητοι. Στο τέλος δεν άντεξα και τον ρώτησα: «Δεν πιστεύεις πια στους ανθρώπους ε;»
«Δεν ξέρω αν είναι αυτό» έκανε και σηκώθηκε. «Είναι σαν βιβλίο που ‘χω ξαναδιαβάσει… περισσότερο τους βαριέμαι».
«Τότε γιατί δεν ασχολείσαι με κάτι άλλο, την κηπουρική ας πούμε;»
«Άλλο… άλλο» έκανε.
«Ιστορία; Δεν θα σ’ ενδιέφερε ο σκοταδισμός; Η φιλοσοφία; Η μουσική; Τα άστρα;»

Κοίταζε τη νύχτα απ’ το παράθυρο. Είχα την αίσθηση πως δεν θα μιλούσε ποτέ ξανά.

«Νομίζεις πως είμαι στην κατάλληλη ηλικία να στραφώ στον Θεό;» ρώτησε ξαφνικά.
«Τι εννοείς; Να γίνεις μοναχός μήπως;»

Ξανακάθισε και με κοίταξε.

«Μοναχισμός κατά κάποιο τρόπο πρέπει να σημαίνει πως κάποιος είναι μόνος του, πως κάνει κάτι αποκλειστικά με τον εαυτό του, έτσι δεν είναι;»

Συμβουλεύτηκα τον Μπαμπινιώτη κι έδωσα τον ορισμό: «μοναχισμός (ο) ο τρόπος ζωής των μοναχών και οι ασκητικές αρχές που τον διέπουν (ακτημοσύνη, υπακοή, παρθενία). Ο μοναχισμός εκφράζει ασκητική σχέση του πιστού με τον κόσμο και παρουσιάζει μια μεγάλη ποικιλία οργανώσεως (κοινοβιακός, ιδιόρρυθμος, αναχωρητικός κ.λπ.) ή και μεθόδου ασκήσεως (ερημίτες, στυλίτες, κελλιώτες, λαυριώτες κ.λπ.)».

«Καλά, καλά…» έκανε ο Pirandello, «τίποτα απ’ αυτά δεν ισχύει, βλέπε Εφραίμ. Αλλά κι ο όρος από μόνος του… ή αυτό αυτομάτως ακυρώνει την ύπαρξη του Θεού… ή είναι λάθος ο όρος».
«Αποφάσισες να εντρυφήσεις και στα περί μοναχισμού τώρα;»

Ο Pirandello πήρε τη Ναυτεμπορική και την άφησε στο τραπέζι δίπλα στο όνομα του ρόδου που διάβαζε. «Το ένα σκέλος το έχω « είπε, «τώρα μου μένει το άλλο».

Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2009

Ο ακέφαλος ιππότης της ροζ πλουμέριας κι ο Pirandello

Ο pirandello έστησε με προσοχή τα πιόνια, να κοιτάζουν όλα εμπρός, δεν του αρέσει να βλέπουν αλλού τα άλογα. Μετά περίμενε απ’ τον άλλον να κάνει την πρώτη κίνηση.

«Το σκάκι» είπε ο συμπαίκτης του που καθόταν απέναντι, «είναι καθαρά θέμα στυλ».

Ο Pirandello κούνησε τους ώμους του.
Ο συμπαίκτης του έκανε έναν μορφασμό, «μπορείς να μου ξύσεις τη μύτη σε παρακαλώ;» ρώτησε.

Ο Pirandello άπλωσε το χέρι του και ψηλάφησε το πρόσωπο του αντιπάλου του. Μετά του έξυσε τη μύτη.

«Τίποτα δεν μπορεί να κάνει κανείς αν δεν είναι αρτιμελής» είπε το κεφάλι του απέναντι. «Ούτε σκάκι δεν μπορούμε να παίξουμε, εσύ χωρίς δικό σου κεφάλι κι εγώ χωρίς χέρια».

Ο ακέφαλος ιππότης της ροζ πλουμέριας έκανε μια κίνηση που φανέρωνε εκνευρισμό.

«Και τα πιόνια» έκανε το κεφάλι, «τα ‘χεις βάλει ανάμικτα».

Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2009

Τα ροζ λουλουδάκια, η βράβευση κι ο pirandello

Ο pirandello παρέλαβε αντ’ αυτού ένα Πλουμέριο βραβείο με τη προϋπόθεση να το παραδώσει σε άλλους 8 αξιόλογους bloggers, για να γνωριστούν κι αυτοί μεταξύ τους. Θα ακολουθήσει μετά ένα οργιώδες πάρτυ μέχρι Δευτέρας παρουσίας όπου όλα θα γίνουν στάχτη και μπούρμπερη σύμφωνα με τις πληροφορίες του φίλου του Λιακόπουλου και θα ‘χει εκπληρωθεί επιτέλους κι η προφητεία.

Μετά από μακροχρόνια σκέψη, αφού έμεινε κλεισμένος για μέρες, λευκός καπνός υψώθηκε στον ουρανό κι καμπάνες της μονοκρατορίας του ήχησαν, ο blogμέγιστος είχε αποφασίσει, είχαμε επιτέλους διάδοχο.

Και όχι έναν αλλά οκτώ.

Τον ανώνυμο γιατί αν δεν τιμήσεις το σπίτι σου θα πέσει να σε πλακώσει.
Την ολα θα πανε καλα γιατί έχει απίθανη υπομονή.
Την φίλη μου τη Maya, γιατί είναι εν πτήσει κι όπου να ‘ναι αναφλέγεται.
Την αγαπητή απονενοημένη γιατί πρέπει να την πηγαίνω με το καλό.
Την Νανά Τσούμα επειδή μάλλον δεν με χωνεύει.
Την Αλεξάνδρα επειδή με συμπαθεί κι αυτή.
Την talisker γιατί της πάνε τα βραβεία και την εκτιμώ πολύ.
Τέλος την Ηλιαχτίδα γιατί μου φτιάχνει το κέφι.

Όλες οι απορίες σας θ’ απαντηθούν στην ανάρτηση της fractal: «Παίρνω τη σκυτάλη και τη παραδίδω… μ’ ένα μπουκέτο Πλουμέριες»… κάτι μικρά ροζ λουλουδάκια.


http://fractalx.blogspot.com/
*Παρακαλώ τον φίλο μου τον kulpa να παραδώσει το επόμενο βραβείο।

Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2009

Ο “επισκέπτης” του pirandello

Ο Pirandello έβλεπε το κείμενό που ‘χε γράψει πριν από δυο λεπτά ν’ αλλάζει από μόνο του και δεν πίστευε στα μάτια του.
Στην αρχή σκέφτηκε μήπως τα έγραψε ο ίδιος και δεν το θυμόταν, συμβαίνουν τόσα και τόσα. Μετά, όταν είδε τον τίτλο κατάλαβε.

«Δυστυχώς, δεχθήκαμε επισκέψεις» είπε, «κάποιον που είναι πραγματικά έξυπνος. Τι κρίμα».
«Τι κρίμα;» ρώτησα, «αυτό έχεις μόνο να πεις;»
«Ναι…» έκανε ο Pirandello, «… που δεν τον γνωρίζω εννοώ. Σπανίζουν τόσο οι έξυπνοι άνθρωποι σήμερα».

Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2009

Ο Μαμαλάκης, οι περσόνες κι ο Pirandello

Ο Pirandello άλλαξε ρούχα και κοιτάχτηκε ξανά στον καθρέφτη. Μετά έκανε πάλι το ίδιο, με καπέλο και γκαμπαρντίνα. Επιχείρησε ξανά και ξανά, με ρούχα που δεν ήταν της μόδας, με αποκριάτικα, με αθλητικά, με στολή ιππασίας, μέχρι και δανεικά και κατέληξε πως δεν έβλεπε καμία διαφορά.

«Ή δεν υπάρχει καμιά διαφορά» δήλωσε απογοητευμένος, «ή αυτό το άλλο μου εγώ είναι κρυμμένο πολύ βαθιά φαίνεται». Μετά άνοιξε την τηλεόραση και παρακολούθησε Μαμαλάκη. «Εξαίρετος» είπε. «Ξέρει ποιός είναι ο άνθρωπος».

«Εννοείς πως δεν ξέρεις ποιος είσαι;»
«Φυσικά ξέρω» είπε. «Το ζήτημα γεννήθηκε μ’ όλες αυτές τις περσόνες στο internet, δεν μπορεί παρά κάτι άλλο να σημαίνουν όλα αυτά».

Είχε - δεν είχε μ’ έβαλε σε σκέψεις.

«Εννοείς πως τα ρούχα κάνουν τον παπά ε;» ρώτησα.
«Εννοώ πως κάτι όχι και τόσο υγιές κρύβουμε μέσα μας, με περισσή επιμέλεια μάλλον».

Ένοιωσα πως μ’ έπαιρνε και ‘μένα η μπάλα και δεν θα το άφηνα να περάσει έτσι: «Μπορείς να βγάζεις ό,τι συμπεράσματα θες, αρκεί να προσδιορίζεις πως αναφέρεσαι σε ‘σένα μόνο».
«Μην ανησυχείς» δήλωσε ο Pirandello, «κανείς δεν θα θίξει τον καθωσπρεπισμό σου, αυτά όλα τα λέμε για τους άλλους»… και ηρέμησα κάπως.

Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2009

Το blogοπαίγνιο του Pirandello

Πρέπει να πω πως όλα ξεκίνησαν από ‘δω:

http://mayanwindows.blogspot.com/2009/02/blogo-avatar.html



"πώς διάλεξα το avatar μου"

Ο Pirandello δεν ασχολείται συνήθως με τέτοια πράγματα αλλά τον πίεσα. Στην αρχή έκανε τον αδιάφορο, τον έπιασα όμως μια – δυο φορές να κρυφοκοιτάζει το blog της Maya. Μετά έκανε τον δύσκολο και μου το ξέκοψε. Απογοητεύτηκα είναι η αλήθεια. Όταν τον είδα ν’ ανεβάζει κι άλλη ανάρτηση νόμιζα πως σοβαρολογούσε και πως δεν θα ενέδιδε. Ασχολήθηκα κι εγώ με τα δικά μου και το ξέχασα.
Πέρασαν δυο μέρες.
Σήμερα που ήρθα να τον δω έβρεχε.

«Την ομπρέλα έξω» μου φώναξε απ’ την πόρτα, «μέσα είναι γρουσουζιά».

Έκανα όπως μου είπε αν και παραξενεύτηκα κάπως, νόμιζα πως δεν πιστεύει σ’ αυτά. Μετά πρόσεξα πως φορούσε άλλα γυαλιά.

«Πώς σου φαίνομαι έτσι;» με ρώτησε, «είναι για το καινούργιο μου avatar».
«Avatar; Θ’ αλλάξεις avatar; Πώς σου ‘ρθε τώρα αυτό;»

«Είναι γι’ αυτό το blogπαίγνιο» μου είπε, «φαγώθηκες να παίξω και να παίξω».
«Ώστε το αποφάσισες;» ρώτησα, «θα πρέπει να σου κάνω μια πρόσκληση».
«Μα δεν νομίζω πως χρειάζεται» έκανε ο Pirandello, «θα παίξω αντ’ αυτού ως συνήθως».

Μετά κάθισε στον υπολογιστή κι έγραψε:

«Το avatar είναι περίεργη υπόθεση, επέλεξα ας πούμε το δικό μου από κάποιες περιγραφές, λόγω του ότι δεν βλέπω καλά από κοντά. Ο κύριος με τον οποίο συνομιλώ εδώ κάθε τόσο έβαλε τη φωτογραφία του, μια προ δεκαπενταετίας, γιατί απλώς δεν διέθετε άλλη ενώ ο τρίτος της παρέας ήταν απλώς ειλικρινής…»

Βρήκα και δυο - τρεις για να καλέσω με τη σειρά μου.
ολα θα πανε καλα
fractal
anepidoti
Νανά Τσούμα

Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2009

Η “Βαβέλ” κι ο Pirandello

Ο pirandello πήρε τον καφέ του και κάθισε μπροστά στον υπολογιστή. Άνοιξε πρώτα και διάβασε όλα τα σχόλια. Μετά έκανε μια γύρα απ’ όλα τα γνωστά blogs, διαβάζοντας στα πεταχτά τι είχαν γράψει οι άλλοι. Επέστρεψε ύστερα στο δικό του κι έμεινε κάπως περισσότερο στην τελευταία του ανάρτηση.

«Αααα» έκανε, «δεν καταλαβαίνω τίποτα. Πρέπει να κοιτάξω λίγο την προσωπικότητά μου, κάτι οπωσδήποτε έχω».
«Τι δεν καταλαβαίνεις;» προσφέρθηκα να τον βοηθήσω εγώ.
«Τίποτα» είπε. «Είναι σαν να μιλάμε όλοι κάποια διαφορετική γλώσσα».

Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2009

Ο Pirandello κι η “επαφή”

Ο pirandello φόρεσε στην αρχή κάτι πρόχειρο και κάτι παλιά χοντροπάπουτσα. Έβγαλε μετά όλα τα παλιά εργαλεία απ’ τη ντουλάπα. Στη συνέχεια μέριασε τα πράγματα, καθάρισε τον πάγκο και εξέτασε τα τελάρα. Μετά έκλεισε και την πόρτα για να μην τον ενοχλήσει κανείς κι έπεσε σε περισυλλογή.
Και ως εκ θαύματος ανακάλυψε πως όλη του η έμπνευση είχε κάνει φτερά.
Ύστερα από λίγο επέστρεψε περίλυπος στον υπολογιστή.

«Γιατί δεν δουλεύεις;» τον ρώτησα.

Με κοίταξε μ’ ένα απλανές βλέμμα… και δεν απάντησε.

Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2009

Ο κλήρος, ο Άγιος Βαλεντίνος κι ο Pirandello

«Άκουγα σήμερα αυτόν τον κύριο» είπε ο pirandello, «κάποιον παπά Στυλιανό, να λέει τις απόψεις του κλήρου για την ταφή. Τον έχω ακούσει και γι’ άλλα θέματα, το ίδιο σοβαρά… γιατί οπωσδήποτε τον νοιάζει τον νεκρό ποια θα ‘ναι ακριβώς η θέση του».

Έκανε μια μικρή διακοπή όπως συνηθίζει για να κάνει τους άλλους να τον προσέξουν.

«Τον άκουσα να αποκαλεί την Κάλλας καταθλιπτική και πως αυτό, γι’ αυτόν, την κάνει ανάξια λόγου πάνω - κάτω. Βέβαια την έκανε περισσότερο ανάξια το ότι προτίμησε να καεί… λογικό».

Άναψε τσιγάρο με την ησυχία του και με κοίταξε.

«Όταν…» ρώτησε, «είπε ο Ιησούς “αγαπάτε αλλήλους”, είχε υπόψη του τον Άγιο Βαλεντίνο;
Και με ποια έννοια το είπε;
Είχε υπόψη του τα περί απελευθερωμένων σχέσεων ή εννοούσε μια μόνιμη σύζυγο;
Κι ο γάμος εν Καναά που ευλόγησε; Δηλαδή θα αγαπάμε μεν, θα τρώμε ψάρια δε απ’ το γνωστό “φάτε μάτια ψάρια”;»

Ήθελα πολύ να δω πού το πήγαινε.

«Και ‘μείς πες πως την κάνουμε έτσι και τα βολεύουμε» είπε κάνοντας έναν ελιγμό με το χέρι του, «με τους δυσανεχτικούς τι γίνεται; Μ’ αυτούς που ‘χουν άλλες προτιμήσεις στον έρωτα, τι θα κάνουν αυτοί; Θα γιορτάζουν άλλον Βαλεντίνο; Καλά, πόσους Αγίους τέλος πάντων θα έχουμε;»

Σκεφτόμουν τι να του πω αλλά ο Pirandello έσβησε το τσιγάρο και σηκώθηκε να φύγει.

«Δεν ‘μας τα ‘πε καλά… και δεν ξέρει πια τι να πιστέψει κανείς» είπε.

Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2009

Η “τέχνη του παραλόγου” κι ο Pirandello

Δεν γνωρίζω ποιος τρελός ανακάλυψε πως το παράλογο είναι τέχνη και μάλιστα αξιόλογη, κάποιος ευφάνταστος κριτικός υποθέτω. Ναι, ισχύει το ότι κάποιες φορές η τέχνη φαίνεται παράλογη, προσέξτε, φαίνεται, το αντίθετο όμως… μου κάνει κάπως τραβηγμένο θέλω να πω.
Αναρωτιέμαι όμως γιατί δεν αναγάγουμε και τη λογική σε τέχνη και τέλος πάντων δεν θα είχα καμία αντίρρηση, αλλά ώρες – ώρες χρειάζεται φοβερή προσπάθεια για να παραμένει έστω και στοιχειωδώς, απλώς λογικός κάποιος.

Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2009

Το μαχαίρι, το πεπόνι κι ο Pirandello

http://www.youtube.com/watch?v=k7V1KZrXrSM
YouTube - Tzimis Panousis- Dourios Hxos- gamato mix

«Μπαίνουμε στον τελευταίο γύρο» είπε ο Pirandello κι έκλεισε την τηλεόραση με το που ο Χατζηνικολάου προανήγγειλε την δήλωση του πρωθυπουργού.
«Άσε ν’ ακούσουμε τι θα πει» τον παρότρυνα εγώ.
«Τι να πει, ανοησίες θα πει» έκανε ο Pirandello, «κι αυτός κι ο άλλος λένε τις ίδιες ανοησίες, λες και το θέμα μας είναι ποιος απ’ τους δύο θα κάνει κυβέρνηση. Είστε ανίκανοι κύριοι πρέπει να του πει κάποιος, δεν χρειαζόμαστε μπαμπά, τα ξέρουμε κι από μόνοι μας τα χάλια μας… αλλά ποιος να το πει;»
«Γιατί δεν λες εσύ κάτι τότε;» έκανα, περισσότερο για να δω τι θα πει.
«Γιατί απλώς δεν είμαι απατεώνας» είπε ο Pirandello, «δεν τρώω με χρυσά κουτάλια και να λέω πως πρέπει να κάνουμε λιτότητα, δεν βάζω φόρους και δεν είμαι εκκλησία να πουλάω κι ν’ αγοράζω, γιατί δεν ήμουνα ποτέ τέτοιος».
«Και γιατί δεν τα λες κάπου αυτά έστω;»
«Γιατί δεν έχει νόημα, αυτοί έχουν και το μαχαίρι και το πεπόνι, γι’ αυτό”.
Έμεινε για λίγο σκεπτικός.
«Και γιατί στην ουσία δεν έχω να προτείνω τίποτα, να μην τα ρίχνουμε όλα σ’ αυτούς, δεν υπάρχει κάποιος που να ‘χει να πει κάτι, αλλιώς θα τον ξέραμε».
«Και τι θα κάνουμε δηλαδή;» ρώτησα.
«Τίποτα» αναστέναξε. «Θα παραμείνουμε αδρανείς, ως συνήθως. Θα επιχειρηματολογήσουμε στα καφενεία, στα blogs, στις παρέες, θα βρούμε έναν τρόπο να τη βολέψομε, θα πληρώσουμε το ό,τι μας αναλογεί, θα δούμε το έλλειμμα να μεγαλώνει, θα ψηφίσουμε κάποιους που δεν γουστάρουμε, θα δούμε ένα άλλο υπουργικό συμβούλιο, θα δούμε μια ακόμη ανούσια αντιπολίτευση, μερικά ακόμα σκάνδαλα στην τηλεόραση μέχρι τις επόμενες εκλογές και πάλι μία απ’ τα ίδια, είμαστε καταδικασμένοι σ’ αυτόν τον φαύλο κύκλο των ηλιθίων».
«Μα περιγράφεις ένα αίσχος» είπα, «δεν μπορεί να μην υπάρχει μια λύση».
Ο Pirandello μου έδειξε ένα μαχαίρι που βρισκότανε εκείνη τη στιγμή στο τραπέζι.
«Μπορεί η Ελλάδα να ‘ναι βιτσιόζα κι ανεπανάληπτη όπως λέει κι ο ποιητής» είπε, «αλλά πάντα θα υπάρχει μιά κάποια λύσις. Να κάνουμε κομμάτια αυτό το πεπόνι… μετά βλέπουμε».

Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2009

Τα “έπεα πτερόεντα” κι ο pirandello

Ο pirandello με κοίταξε κάπως στραβά σήμερα όταν με είδε που τον περίμενα. Ποιός ξέρει τι είδε στη φάτσα μου και κατάλαβε πως θορυβήθηκα, «ηρέμησε αγαπητέ μου» μου είπε, όλα υπό έλεγχο», αντί να καθίσει στο τραπέζι του όπως κάθε πρωί όμως, πήρε τον καφέ του και με κάλεσε μαζί του στην τραπεζαρία.

«Καθίστε φίλε μου» μου πρότεινε, «σας δίνω άδεια σήμερα. Είναι άδικο να δουλεύει κάποιος μια τόσο όμορφη μέρα».

Γέλασα για να του δείξω ότι κατάλαβα το αστείο του και μετά πήρα τα χαρτιά μου και κάθισα απέναντί του περιμένοντας εντολές.

«Σοβαρά το λέω» έκανε ο Pirandello, «δεν μπορεί έξω να ‘ναι μια τόσο όμορφη μέρα κι εμείς εδώ να τη χαραμίζουμε παριστάνοντας τους σοβαρούς».

Προσπάθησα να ψυχανεμιστώ αν μιλούσε σοβαρά ή αν αστειευόταν γιατί αυτό είναι κάπως δύσκολο να το καταλάβεις με τον Pirandello, συνήθως λέει άλλα κι άλλα εννοεί.
Εκείνος έκανε μια μεγαλόπρεπη κίνηση κι έσπρωξε τα χαρτιά μου στην άκρη, «οι ανοησίες μπορούν και να περιμένουν« είπε και σηκώθηκε.

Πήγε και στάθηκε στο παράθυρο κοιτάζοντας τη θάλασσα. Εκείνη έκανε προβατάκια στ’ ανοιχτά, ο ουρανός ήταν πεντακάθαρος κι ο ήλιος είχε ήδη ανέβει ψηλά. Έσπρωξε με το χέρι του το τζάμι κι ένας δροσερός αέρας εισέβαλε στο δωμάτιο σηκώνοντας τα χαρτιά μου απ’ το τραπέζι, στέλνοντας μερικά να κάνουν μια βόλτα στο πάτωμα. Έσκυψα αμέσως κι άρχισα να τα μαζεύω αλλά την ίδια στιγμή άλλα χαρτιά βρίσκονταν ήδη εν πτήση.
Ένα απ’ αυτά προσγειώθηκε ανάμεσα στα πόδια του. Έκανα να το πιάσω αλλά εκείνος το πάτησε.

«Είδατε αγαπητέ μου;» ρώτησε, «η φύση δεν δίνει δεκάρα για το τι θεωρούμε εμείς σημαντικό, γι’ αυτήν αυτό το χαρτί πρέπει να βρίσκεται εδώ κι όχι εκεί που το βάλατε».

«Μα είναι ο λογαριασμός του ρεύματος» είπα.

«Ακόμη καλύτερα» κάγχασε ο Pirandello, «ίσως μας προτρέπει ν’ ασχοληθούμε με την αιολική ενέργεια».

Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2009

Ένας καθρέφτης, μια παλλακίδα κι ο Pirandello

«Γλυκιά μου, ανύπαρκτη, παλλακίδα» έγραψε ο Pirandello, «διάγω συγγραφικές νύχτες άνευ αποτελέσματος, πίνοντας, καπνίζοντας αλλά παριστάνοντας κυρίως κάτι που θα ήθελα να είμαι… όπως εσείς».

«Ανύπαρκτη;» αναρωτήθηκε εκείνη κοιτάζοντας τον καθρέφτη του μπάνιου.
Αλλά δεν πήρε καμία απάντηση.

Ανύπαρκτη βέβαια, σκεφτόταν ο Pirandello κοιτάζοντας την απ’ την άλλη μεριά του καθρέφτη.

Γιατί η ζωή είναι αλλιώς.
Γιατί ανάμεσά μας υπάρχει αυτός ο καθρέφτης.
Και γιατί ούτε εσύ είσαι αυτή που νομίζεις.
Ούτε εγώ.

Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2009

Το δίλλημα ή το δίλημμα τελικά (;) του Pirandello

Ο pirandello έβαλε ένα ακόμα φλιτζάνι καφέ κι έκλεισε την καφετιέρα. Γύρισε μετά εκεί που καθότανε περπατώντας κάπως περίεργα, προσέχοντας να μην σκουντουφλήσει πουθενά και του χυθεί ο καφές.

«Παθαίνω το εξής» είπε. «Όταν είμαι μόνος μου θέλω να ‘χω κάποιον παρέα για τον καφέ κι όταν έχω κάποιον βαριέμαι αφόρητα κι εύχομαι να ήμουν μόνος μου. Είναι λογικό τώρα αυτό;»

Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2009

Το ρίσκο του Pirandello

Ο pirandello ξύπνησε με τις ανάποδές του πρωί – πρωί, έφτιαξε καφέ και τα σχετικά, διάβασε μερικά σχόλια και έψαξε κι αυτός να δει τι να γράψει.
Εγώ καθόμουν πιο πέρα ως συνήθως, μπερδεμένος είναι η αλήθεια στις σκέψεις μου. Δεν τον πρόσεξα που σηκώθηκε κι αγνάντευε τη θάλασσα απ’ το παράθυρο.

«Ωραίο καιρό κάνει σήμερα» είπε, «λιακάδα και σχεδόν δεν φυσάει».

«Ξέρεις» με διέκοψε πάνω που θα έλεγα κάτι, «όλα γίνονται κανονικά, προβλεπόμενα, είναι πολύ ενοχλητικό να μην συμβαίνει κάτι που δεν μπορείς να προβλέψεις».

Σκέφτηκα τι εννοούσε αλλά πολλές φορές είναι σαν να μιλάει μόνος του, σαν να μην θέλει απάντηση και δεν είπα τίποτα.

«Σκεφτόμουν αυτό που γίνεται με τα σχόλια» είπε κοιτάζοντας πάντα τη θάλασσα, «πόσο πολύ μοιάζουν με τα κύματα, μοιάζουν κι αυτά προβλεπόμενα, πανομοιότυπα. Λες κάτι και ξέρεις πως ο συγκεκριμένος θα πει αυτό, ο άλλος εκείνο. Είναι τόσο βαρετό αυτό».
«Μα ο καθένας έχει το ύφος του» είπα, «εσύ δεν γράφεις μ’ έναν συγκεκριμένο τρόπο;»
«Ναι» έκανε. «Εγώ όμως δεν γράφω σχόλια».
«Πώς δεν γράφεις; Δεν απαντάς;»
«Άλλο αυτό, αυτό το κάνω από ευγένεια. Στην ουσία δεν γράφω σχόλια».
«Κι οι άλλοι από ευγένεια σου γράφουν».
«Σωστά, αυτό εννοώ» είπε και γύρισε προς το μέρος μου, «δεν είναι σχολιασμός όμως αυτό, είναι αλληλογραφία».
«Κι εσύ τι θες;»

Αντί απάντησης πήγε και κάθισε στον υπολογιστή.
«Ορίστε» έγραψε. «Η Maya θα πει: αχαχα. Η anepidoti θα με βάλει κατά κάποιο τρόπο στη θέση μου, η fractal θα παρερμηνεύσει μάλλον αυτά που λέω, η ΟΘΠΚ θα μου γράψει ένα κατεβατό στο δικό μου ύφος, η απονενοημένη θα με γράψει κανονικά, η Λενιώ θα πει δυο λέξεις ανάμεσα σε …, όλα είναι κάπως προβλεπόμενα».
«Δεν καταλαβαίνω» του είπα, «αν τα γράψεις αυτά δεν πρόκειται ποτέ να σου ξαναγράψει κανείς».
«Ναι» έκανε ο Pirandello, “υπάρχει θα έλεγα μια τέτοια πιθανότητα. Στη ζωή όμως πάντα πρέπει να ρισκάρεις για κάτι καλύτερο».

Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2009

Ο καφές του Pirandello

Ήταν οκτώ το πρωί. Ο pirandello σερβιρίστηκε ένα ακόμα φλιτζάνι καφέ. Ήταν το τέταρτο.
Του υπενθύμισα πως δεν κάνουν καλό τόσοι καφέδες αλλά ως συνήθως με αγνόησε κι ύστερα από λίγο τον είδα πάλι δίπλα στην καφετιέρα.

«Κι άλλο καφέ;» ρώτησα.

Με αγνόησε πάλι, περίμενε όρθιος και μόλις έγινε σερβιρίστηκε άλλη μια κούπα. Μετά πήγε και κάθισε στο τραπέζι του και κοίταζε επίμονα το φλιτζάνι, χωρίς να πίνει.
«Μα τι σ’ έπιασε σήμερα και πίνεις τόσους καφέδες;»

Αυτός συνέχιζε να κοιτάει σκεπτικός τον καφέ, δεν έβγαζε δε τσιμουδιά.

«Δεν πίνω» είπε στο τέλος, «κοιτάω να δω αν θα μου πει ποτέ τίποτα το φλιτζάνι».

Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2009

Ο μικρός ταχυδακτυλουργός κι ο pirandello

Ο pirandello καθόταν σε μια γωνιά και παρακολουθούσε επί ώρα τους συνδαιτυμόνες του. Παρατήρησε πως ο καθένας έλεγε ή έτεινε να σκέφτεται αποκλειστικά τα δικά του. Δεν του άρεσε και το καζάν ντιπί κι απογοητεύτηκε.
Παρακολουθούσε τον νεαρό της παρέας ο οποίος δεν σταμάτησε λεπτό να επιδεικνύει τις ταχυδακτυλουργικές του ικανότητες πετώντας μια τράπουλα στον αέρα και μαζεύοντας την ακαριαία μετά, πριν πέσει κάτω.
Ρώτησε τον νεαρό αν έκανε κι άλλα κόλπα με τα χαρτιά κι εκείνος του έκανε κάτι άλλο εξ ίσου δύσκολο και ακατόρθωτο, παριστάνοντας τον πολύ άνετο.
Καθώς προχωρούσε η βραδιά κι εκείνος είχε αρχίσει να κουράζεται, παρότρυνε τον νεαρό να του πει τη γνώμη του για τους πίνακες.
Ο νεαρός πήγε και στάθηκε μπροστά σε τέσσερις μικρούς πίνακες που ήταν στον τοίχο και τους κοίταξε με προσοχή.
Ο Pirandello περίμενε υπομονετικά να του πει τη γνώμη του ο ειδικός.
Ο νεαρός τους κοίταξε έτσι, τους κοίταξε αλλιώς, γύρισε το κεφάλι του ανάποδα να τους δει τα πάνω – κάτω, ξεφύσησε και στο τέλος κατέληξε πως ο ένας του ‘φερνε στο μυαλό ένα ανεστραμμένο κεφάλι και πως του άρεσε ή προτιμούσε έστω έναν άλλον, κάποιον που μπορούσες ευκρινώς να δεις έναν κύκλο.
Ο Pirandello έχασε εντελώς το ενδιαφέρον του και δεν είπε τίποτα.
Όταν αργότερα μείναμε εμείς κι εμείς τον ρώτησα τι είχε να πει πάνω στο συγκεκριμένο.

«Ότι αυτή η ζωγραφική δεν λέει απολύτως τίποτα, ή ότι ο μικρός θα γίνει καλός ταχυδακτυλουργός» είπε. Μετά καληνύχτισε και πήγε για ύπνο, τελείως απογοητευμένος.

Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2009

Η “ταυτοπροσωπία” του Pirandello

Ο Pirandello άδειασε πρώτα το τραπέζι απ’ τα περιττά. Μετά πήρε απ’ το ψυγείο τις μπανάνες και τις έκρυψε σε διάφορα συρτάρια μέσα στο σπίτι. Ύστερα έβγαλε από ένα κουτί τις κασέτες και τις αράδιασε στο τραπέζι. Μετά κάθισε, πήρε το μαγνητόφωνο κι άρχισε να τις ακούει μια – μια, ανάκατα.
Άκουγε λίγο, σημείωνε κάτι σ’ ένα σημειωματάριο, την έβγαζε, έβαζε άλλη κι έκανε το ίδιο. Κάθε τόσο σηκωνόταν απ’ το τραπέζι, έτρωγε μια μπανάνα και συνέχιζε. Άλλες φορές τον έπιαναν τα γέλια, άλλες πάλι το πρόσωπό του συννέφιαζε, άλλες γινότανε κατακόκκινος απ’ τα νεύρα.

Ήταν τόσο αφοσιωμένος σ’ αυτή τη διαδικασία που μου φάνηκε τελείως χωρίς νόημα το να βρίσκομαι εκεί, τα μάζεψα λοιπόν κι έκανα να φύγω.

«Λοιπόν ξέρεις τι νομίζω;» είπε ξαφνικά, «νομίζω πως αυτός ο Beckett είχε εμένα στον νου του όταν έγραφε εκείνον τον Krapp».

Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2009

Οι “πεποιθήσεις” του pirandello

«Οι καιροί άλλαξαν λοιπόν πάλι, 2009» είπε ο Pirandello.

«Στα λόγια δηλαδή ή στα νούμερα» είπα εγώ, «γιατί στην ουσία τι άλλαξε;»
«Εντάξει» έκανε ο Pirandello ανασηκώνοντας τους ώμους του, «εδώ που τα λέμε δεν περίμενα ν’ αλλάξει και κάτι, δεν άνοιξα καν την τηλεόραση να δω τις Πρωτοχρονιές, ξέρεις, τα βεγγαλικά, τους Άη Βασίληδες. Μια – δυο μέρες μετά άκουσα στις ειδήσεις για το μακελειό στη Γάζα και το μόνο που σκέφτηκα δεν ήταν τι και πώς όπως αναρωτιόμαστε συνήθως, αλλά ότι τα πράγματα πήραν πάλι τον δρόμο τους».

«Και για το μακελειό…» τον τσίγκλησα, «για το μακελειό δεν έχεις κάτι να πεις;»

Έμεινε για λίγο αμίλητος

«Είναι μεγάλο το ζήτημα» είπε μετά, «εμείς ως άσχετοι το βλέπουμε υποτίθεται από την ανθρωπιστική του πλευρά, οι κακοί Ισραηλινοί που βομβαρδίζουν αμάχους και τα ρέστα. Είναι αλλού το θέμα κατά τη γνώμη μου».
«Αλλού; Πού αλλού δηλαδή; Σκοτώνουν ή δεν σκοτώνουν αμάχους οι Ισραηλινοί;»

«Ασφαλώς» είπε ο Pirandello, «δεν ξέρω ωστόσο αν θα ήταν καλύτερα για ‘μας τους υπόλοιπους αν επικρατούσαν κάποτε οι Παλαιστίνιοι».

«Είσαι φιλοαμερικανός;»

«Εγώ; Κάθε άλλο αλλά άλλους στόχους έχει ο καθένας σ’ αυτή την περίπτωση… και πραγματικά δεν καταλαβαίνω εμείς τι κέρδος θα είχαμε αν κατάφερναν οι Παλαιστίνιοι να υλοποιήσουν τους στόχους τους».

«Τι εννοείς τι κέρδος; Εδώ δεν μιλάμε για κέρδος, μιλάμε ότι κάθε μέρα σκοτώνονται δεν ξέρω κι εγώ πόσοι άμαχοι, πώς είναι δυνατόν να μιλάς για κάποιο κέρδος;»

«Μακάρι να μην γινόταν τίποτα απ’ αυτά» είπε ο Pirandello, «τι θα γινόταν όμως αν έκλεινε αυτό το λεγόμενο Μουσουλμανικό τόξο; Είμαστε στη μέση ξέρεις».

Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2009

Η “κάρτα” του Pirandello

Ο Pirandello διάβασε άλλη μια φορά την κάρτα που κρατούσε στα χέρια του.

«Χρόνια πολλά» έγραφε, «ό,τι ποθείς».

Κοίταξε άλλη μια φορά την κάρτα αποδοκιμαστικά, μετά την τσαλάκωσε και την έριξε στο καλάθι.

«... ναι σου είπα» μονολόγησε, «Καλή χρονιά δεν σου είπα, σου είπα;»

Έσκισε κι αυτή την κάρτα και την πέταξε μαζί με τις άλλες.
«Ευτυχισμένες μέρες μπορούν να 'ρθουν; Αυτό θέλω εγώ» είπε.

Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2008

Τα «καλικατζαράκια» του Pirandello

http://en.wikipedia.org/wiki/Orson_Welles
http://www.geocities.com/aliengrip/Mutilations/WarOfTheWorlds38.htm

-Τι θα γινόταν αν ένα πρωί συνέβαινε αυτό που ΄χε περιγράψει ο Wells στον Πόλεμο των Κόσμων, αν αποβιβάζονταν ας πούμε οι εξωγήινοι;
-Να αποβιβάζονταν; Θα προσθαλασσώνονταν θέλεις να πεις;
-Ναι, αν εμφανίζονταν απ’ το πουθενά ένα πρωί, μερικές χιλιάδες διαστημόπλοια και βγαίνανε από μέσα μικρά πράσινα ανθρωπάκια με τίποτα κεραίες και μακριά κοκαλιάρικα δάχτυλα
-Δεν θέλω να το σκέφτομαι.
-Ούτε εγώ αλλά είναι μια πιθανότητα, δεν είναι;
-Αυτή δεν είναι πιθανότητα, είναι το τέλος του κόσμου.
-Όχι απαραίτητα, μπορεί να μην άντεχαν την ατμόσφαιρα της γης, μπορεί να σκούριαζαν και να κατέρρεαν το άλλο πρωί.
-Τα διαστημόπλοια δεν είναι από ζάχαρη, για να φτάσουν μέχρι εδώ θα είχαν ελέγξει από πριν όλες τις συνιστάμενες, δεν είναι ηλίθιοι οι εξωγήινοι να έρθουν εδώ για να λιώσουν σαν να ‘ναι ζαχαρωτά.
-Ναι, εννοώ ότι κάτι μπορεί να τους πήγαινε στραβά.
-Ωραία, τους πήγαιναν όλα στραβά πες, και τι μ’ αυτό;
-Σκέψου λέει πως μετά απ’ όλο αυτό το σοκ και τον πανικό, να έπρεπε να υιοθετήσουμε όλοι από ένα μικρό πράσινο ανθρωπάκι με κεραίες, το σκέφτεσαι;
-Γιατί να το κάναμε αυτό;
-Για να δείξουμε καλή συμπεριφορά, από φόβο, γιατί άλλο;
-Κι αν δεν υπήρχε τέτοιο θέμα, αν δεν είχαμε να φοβηθούμε τίποτα τι νομίζεις ότι θα κάναμε;
-Δεν ξέρω, θα παίρναμε από έναν ο καθένας για δούλο μάλλον, θα ‘χαμε όλοι από ένα καλικατζαράκι ας πούμε. Ωραία δεν θα ήταν;

Σάββατο 27 Δεκεμβρίου 2008

Οι «σπουδές» του Pirandello

Έβρεχε όλη τη νύχτα και η θερμοκρασία είναι αρκετά χαμηλή.

Ο pirandello αποφάσισε να δει τι καιρό κάνει γύρω στις εννιά το πρωί, άνοιξε λοιπόν την πόρτα και έκανε μερικά βήματα στη βεράντα. Μετά έκανε δυο – τρεις βαθιές εισπνοές και αναφώνησε: «Καθαρό οξυγόνο».

Μετά, την ώρα του καφέ έδειχνε αρκετά σκεπτικός και τον ρώτησα τι είχε.

«Τίποτα» είπε, «απλώς σκεφτόμουν γιατί δεν σπούδασα κάτι πιο χρήσιμο».
«Πιο χρήσιμο;»
«Ναι, φυσική για παράδειγμα».
«Φυσική; Πώς σου ‘ρθε τώρα αυτό;»

Ο Pirandello έκανε μια κίνηση και μου έδειξε το παράθυρο, «ναι» είπε, «έτσι θα μπορούσα να ξέρω γιατί βρέχει και δεν χιονίζει ας πούμε, τώρα όλα αυτά για ‘μένα είναι απλώς θαύματα, θα μπορούσα να ‘χα γίνει μετεωρολόγος».
«Μετεωρολόγος; Και σε τι θα σου ήταν αυτό χρήσιμο;»
«Πώς…» έκανε, «δεν είναι χρήσιμο να ξέρει κάποιος τι καιρό κάνει;»

«Ή μετεωρολόγος είναι αυτός που εξετάζει τα μετέωρα… τους κομήτες, τα αστέρια πού πέφτουν, πώς λέγεται αυτός που τα εξετάζει αυτά, μετεωρολόγος δεν λέγεται;»
«Κοσμολόγος νομίζω» είπα, «ή αστροφυσικός».

«Ωραία» είπε ο pirandello, “και κοσμολόγος δεν θα ήταν και άσχημο. Ή και αστροφυσικός».

Πέμπτη 25 Δεκεμβρίου 2008

Τα Χριστούγεννατου Pirandello

Ο pirandello αναστέναξε άλλη μια φορά και κοίταξε ξανά το θερμόμετρο. Είχε 37 κι 8.
Μετά είπε να του ετοιμάσουν κάτι για πρωινό, «έπρεπε κάτι να φάει για να πάρει depon» είπε.

Όση ώρα εγώ του ετοίμαζα το πρωινό εκείνος πήρε τον καφέ του και πήγε και κάθισε φαρδύς – πλατύς σε μια πολυθρόνα στον ήλιο.

«Τι κάνεις στον ήλιο» τον ρώτησα.
«Επωάζω το μικρόβιο» είπε, »να τελειώνουμε επιτέλους μ’ αυτό».

Τρίτη 23 Δεκεμβρίου 2008

Μια “Πολωνέζικη” καλημέρα

Ο pirandello ευτύχησε ν’ ακούσει κι αυτό:
http://www.smakspotkan.pl/index/index/index


«Είναι όμορφο όπως και να το κάνουμεάμα σκεφτείς ότι σε σκέφτεται κάποιος» είπε।।

Σάββατο 20 Δεκεμβρίου 2008

Το “ταξίδι” του Pirandello


Ο pirandello άδειασε προσεκτικά το τραπέζι. Με το μανίκι του ύστερα σκούπισε κάτι ελάχιστα ψίχουλα, πετώντας τα στο πάτωμα.
Μετά έβγαλε από ένα παλιό φάκελο διάφορα πράγματα και τα ξεχώρισε. Ήλεγξε ένα παλιό διαβατήριο, είχε λήξει. Ήλεγξε στη συνέχεια ένα απόκομμα εισιτηρίου, από κάποιο προηγούμενό του ταξίδι και το άφησε κι αυτό στο τραπέζι, πλάι στο διαβατήριο. Μέτρησε μετά κάποια χαρτονομίσματα.
Πήγε στο άλλο δωμάτιο κι επέστρεψε κουβαλώντας μια μεγάλη βαλίτσα που την είχε γεμίσει μ’ ό,τι έκρινε απαραίτητο και την άφησε να χάσκει ανοιχτή μπροστά απ’ τον καναπέ.
Ψαχούλεψε το περιεχόμενο της βαλίτσας σαν να ήθελε να βεβαιωθεί αν ήταν ή δεν ήταν κάτι εκεί. Πήγε πάλι μετά στο τραπέζι κι άδειασε έναν άλλον μικρότερο φάκελο. Αυτός περιείχε κάρτες ξενοδοχείων, εστιατορίων, μια κάρτα για το metro, ληγμένη κι αυτή.

«Τι ακριβώς κάνεις» ρώτησα, «θα πας κάπου;»

«Προσπαθώ να επαναλάβω ένα ταξίδι» είπε ο Pirandello, «μου λείπει όμως κάτι και δεν μπορώ να θυμηθώ τι».
«Να επαναλάβεις; Τι πάει να πει να επαναλάβεις;»
«Όλα ταιριάζουν» έκανε ξύνοντας το κεφάλι του, «οι ημερομηνίες, τα Χριστούγεννα, ακόμα κι εγώ» είπε και έδηξε τη φωτογραφία στο διαβατήριο, «λείπει όμως κάτι και δεν μπορώ να θυμηθώ τι».
«Οδοντόβουρτσα;»
«Όχι, όχι, δεν είναι κάτι τέτοιο, είναι πώς να σου πω, είναι σαν να μου λείπει η αίσθηση».
«Η αίσθηση; Ποια αίσθηση;»
«Δεν ξέρω, κάτι λείπει και δεν μπορώ να θυμηθώ τι».

Πήγε πάλι κι έψαξε τη βαλίτσα. «Τίποτα» είπε, «όλα μοιάζουν να είναι εδώ…»

Ξανακοίταξε τα χαρτιά που ‘χε αραδιάσει στο τραπέζι, μέτρησε ξανά τα λεφτά, είδε το απόκομμα. Μετά τον είδα να τα μαζεύει όλα πάλι στον φάκελο και να βάζει κι αυτόν στην βαλίτσα. Μετά την έκλεισε και την εξαφάνισε στο άλλο δωμάτιο.

«Εντάξει; Θυμήθηκες;»
«Ναι» έκανε ο Pirandello, “αυτό το ταξίδι απλώς δεν μπορεί να επαναληφθεί, του λείπει η αίσθηση».

Κυριακή 14 Δεκεμβρίου 2008

Η “προκήρυξη” του Pirandello

Ο pirandello έδειχνε έναν εκνευρισμό απ’ το πρωί. Κάπνιζε συνεχώς και κάθε τόσο πήγαινε να δει αν λειτουργεί το τηλέφωνο.
Κάποια στιγμή που χρειάστηκε να κάνω ένα τηλεφώνημα μου είπε πως περίμενε να του τηλεφωνήσουν κι αν ήθελα μπορούσα να μιλήσω απ’ το κινητό. Αυτό σήμαινε πως έπρεπε να βγω έξω μες τη βροχή. Του το είπα και μου υπέδειξε μία ομπρέλα.

Όταν επέστρεψα φαίνεται πως η υπόθεση είχε διεκπεραιωθεί, «τώρα μπορείς να πάρεις όσα τηλέφωνα θες» μου είπε, «τελείωσα».

Έβαλα την ομπρέλα στην άκρη και πήγα ξανά στο τηλέφωνο.
«Πριν κάνεις οτιδήποτε όμως» είπε ο Pirandello, “θα ήθελα να καταθέσεις κάποια χρήματα σ’ έναν λογαριασμό, πρόκειται για μία παραγγελία».
«Τι παραγγελία είναι αυτή;» ρώτησα.
«Υλικό πολέμου» είπε.

Κοίταξα το χαρτί με τον λογαριασμό που έπρεπε να γίνει η κατάθεση κι αναγνώρισα αμέσως τη φίρμα, «μα εδώ λέει κατάστημα χαρτικών» είπα σαστισμένος.
«Το ξέρω» έκανε αυτός, «θα ξεκινήσουμε αρχικά με την προπαγάνδα, θα κάνουμε στην αρχή χαρτοπόλεμο… μετά βλέπουμε».

Κοίταζα χωρίς να λέω τίποτα.
Ο Pirandello πήγε στον υπολογιστή του και άνοιξε τη σελίδα του blog.
“Τώρα σε παρακαλώ θα ήθελα να μείνω μόνος» μου είπε, «έχω να συντάξω μία προκήρυξη».

Πήγα να ετοιμάσω τα χαρτιά μου, θα πήγαινα στην συνέχεια για ‘κείνην την κατάθεση. Όταν ξαναπέρασα ο pirandello είχε πάει στην τουαλέτα. Δεν μπόρεσα ν’ αντισταθώ κι έριξα μια ματιά σε ‘κείνα που έγραφε.

«Παιδιά» έγραφε, «η ζωή μας διαψεύδει όλους. Διαψεύδει τα πάντα, την αγνότητα, τους αγώνες, τα ιδανικά. Δεν αδικώ τη σκληράδα σας, δεν αδικώ τα θέλω σας, δεν αδικώ τίποτα. Να ξέρετε όμως πως αυτό που ζείτε είναι ένα όνειρο… ένα άσχημο όνειρο που θα το θυμάστε για πάντα, με αγάπη, αυτό είναι το περίεργο. Μην το ξεχάσετε».

Πέμπτη 11 Δεκεμβρίου 2008

Οι Βάρβαροι, οι “κοκόρι” κι ο pirandello

Επιστρέψαμε όπως μας είχε πει, την επομένη.
Ο pirandello χωμένος βαθιά στην πολυθρόνα του είχε αποκοιμηθεί ενώ η τηλεόραση απέναντί του έπαιζε. Τον σκούντηξα ελαφρά στον ώμο. Πετάχτηκε ξαφνιασμένος.

«Τι έγινε;» ρώτησε απογοητευμένος, «αποκοιμήθηκα;»

Του έδειξα τα εκρηκτικά που ‘χε ακόμα περασμένα στην μέση του.
Κοίταξε κι αυτός, «α, ναι» είπε, «είναι κι αυτά». Σηκώθηκε ύστερα προσέχοντας να μην αγγίξει τον διακόπτη, έφερε τη ζώνη τα πίσω μπρος και αφαίρεσε προσεκτικά τις μπαταρίες.

Τον κοίταζα εμβρόντητος.

«Είναι σαν τους κόκορους» είπε δείχνοντάς μου τις μπαταρίες, «ξέρεις, απ’ την ταινία. Άμα βγάλεις τους κόκορους δεν κάνει τίποτα το δίκαννο. Τώρα όλα αυτά δεν είναι παρά ένας σωρός παλιοσίδερα, δεν μπορούν να βλάψουν κανέναν».

«Μα τι είναι τέλος πάντων αυτά τα καμώματα;» έκανα σχεδόν έξαλλος.

«Αυτά τα καμώματα θα ήταν μια κάποια λύσις» είπε ο Pirandello ενώ ξεφορτωνόταν τα εκρηκτικά, «κάπως σκέφτηκα να πάρω την κατάσταση στα χέρια μου… απ’ ό,τι φαίνεται όμως δεν κατάφερα και πολλά πράγματα».

Δεν είπα τίποτα αλλά από τον τρόπο που τον κοίταζα ήταν σαν να είχα γραμμένη την ερώτηση στη φάτσα μου.

«Δεν δείλιασα, περίμενα την κατάλληλη στιγμή» απολογήθηκε, «αλλά καμιά δεν μου φαινότανε κατάλληλη. Μετά θυμάμαι ότι σκέφτηκα να περιμένω να συγκεντρωθούν αυτοί στη Βουλή αλλά επί ώρα έδειχνε διαφημίσεις… κι εκεί πάνω φαίνεται πως με πήρε ο ύπνος».

Έκανε να φύγει αλλά στα μισά ξαναγύρισε, «η αλήθεια είναι πως ήμουν αναποφάσιστος» είπε, «αυτά τα πράγματα δεν πρέπει να τα σκέφτεσαι».

http://cavafis.compupress.gr/kavgr_29.htm

Τετάρτη 10 Δεκεμβρίου 2008

Η “αντίσταση” του Pirandello

Ο pirandello είδε και ξαναείδε δεκάδες φορές τις ίδιες σκηνές που έπαιζαν στην τηλεόραση. Δεν απάντησε σε κανένα τηλέφωνο και είπε να πούμε σ’ όποιον τον γύρευε πως έλειπε, για δουλειές.
Μετά έλειψε για μερικές ώρες.
Όταν επιτέλους γύρισε παρακάλεσε να μην τον ενοχλήσει κανείς γιατί είχε να κάνει όπως είπε κάτι σοβαρό και κλείστηκε στο υπόγειο.
Κάποια στιγμή αργά το βράδυ, ζήτησε να του πάμε κάτι για φαγητό.
Το πρωί της άλλης μέρας μας παρακάλεσε να φύγουμε αν ήταν δυνατόν, ήθελε είπε να μείνει μόνος του.
Στην πόρτα μου έδωσε έναν φάκελο να παραδώσω στον δικηγόρο του, «εδώ γράφω κάτι» είπε, «θα σας εξηγήσει ο δικηγόρος».
Όταν φύγαμε κατέβηκε πάλι στο υπόγειο. Ζώστηκε τα αυτοσχέδια εκρηκτικά που είχε φτιάξει ακολουθώντας οδηγίες από ένα “επαναστατικό” φυλλάδιο.
Πέρασε το καλώδιο με το κουμπί που ενεργοποιούσε τον πυροκροτητή μέσα απ’ το μανίκι του κι έκανε επιτόπου μια πρόβα.
Αφού βεβαιώθηκε πως όλα ήταν όπως έπρεπε, έβαλε στο τέλος τις μπαταρίες.
Ανέβηκε ύστερα και κάθισε μπροστά απ’ την τηλεόραση. Επέλεξε το κανάλι που θα έβλεπε, εκείνο με τη μεγαλύτερη ακροαματικότητα. Μετά πήρε στη χούφτα του την άκρη του καλωδίου με το κουμπί. Ήταν μια ανθρώπινη βόμβα, έτοιμος να εκραγεί.

Κυριακή 7 Δεκεμβρίου 2008

Η ατυχία, η μετριότητα κι ο pirandello

«Μ’ απασχολούν δύο πράγματα απ’ το πρωί» είπε ο pirandello ενώ τακτοποιούσε τις καρέκλες στο τραπέζι που ήταν παρατημένες εδώ κι εκεί από χθες, «η ατυχία κι η μετριότητα».

Στο μεταξύ ενώ τα έλεγε αυτά, πηγαινοερχόταν στο δωμάτιο σαν κάτι να έψαχνε.

«Είναι εκπληκτικό αν σκεφτείς πόσο κοντά είμαστε όλοι στην ατυχία» είπε. «Παρ’ όλα αυτά κανείς δεν της δίνει σημασία και θεωρούμε δεδομένο ότι καλό μας συμβαίνει».

Ίσιωνε τώρα δυο μικρούς πίνακες που του είχαν φανεί κάπως…

«Κάτι έλεγες για τη μετριότητα» τόλμησα να πω.

«Ναι, η μετριότητα» έκανε με στόμφο. Μετά έκανε δυο βήματα πίσω κι ήλεγξε την καθετότητα των πινάκων.

«Αυτός ο κόσμος είναι καμωμένος για μέτρια πράγματα» είπε επανερχόμενος στις καρέκλες του τραπεζιού, «το παν είναι να είναι κανείς μέτριος».

«Μέτριος;»

«Ναι. Μέτριος σε όλα, στη δουλειά του, σαν χαρακτήρας, στις επιδιώξεις του, στα όνειρά του, σε όλα. Είναι πολύ πιο εύκολο να πετύχεις οτιδήποτε ως μέτριος, το γνωστό όποιο κεφάλι περισσεύει το κόβουμε».

Μ’ είχε εκνευρίσει με το πάνω – κάτω με τις καρέκλες, «εντάξει είναι οι καρέκλες» είπα.

«Το ξέρω» είπε ο Pirandello, «ελέγχω τις εναλλακτικές».

«Εναλλακτικές για ποιο πράγμα;»

«Δεν ξέρω» είπε, «για παν ενδεχόμενο».

Παρασκευή 28 Νοεμβρίου 2008

Ο Erich von Daniken, ο Λιακόπουλος, ο Χαρδαβέλας κι ο pirandello

Η συζήτηση περιστρεφόταν αρχικά γύρω από τις θεωρίες του Έριχ φον Νταίνικεν, για το αν έχουν επισκεφθεί τη Γη εξωγήινοι. Μετά ενεπλάκησαν τα ιδεογράμματα και τα υπόγεια περάσματα του Χαρδαβέλα και καταλήξαμε να μιλάμε για τον Λιακόπουλο, το Δελφικό Έψιλον και τους Ελ.

Προσωπικά έχω τουλάχιστον μια εμπειρία με εξωγήινους, είπε ο Pirandello κι όλοι γυρίσαμε και τον κοιτάξαμε.

Ήταν το καλοκαίρι του 75 νομίζω, όταν βρέθηκα πολύ αργά τη νύχτα με δυο φίλους σε μια παραλία.

Σηκώθηκε απ’ το τραπέζι κι απομάκρυνε τις καρέκλες που τον εμπόδιζαν.

Εμείς ήμασταν εδώ, είπε παριστάνοντας με τα χέρια του το μέρος, και μπροστά μας ήταν η θάλασσα, σκοτάδι πυκνό, τόσο πυκνό που δεν έβλεπες τη μύτη σου.

Δεν υπήρχε τίποτα γύρω, δεν υπήρχε ψυχή εκείνο το βράδυ, Σχινιάς μετά τη μεταπολίτευση να φανταστείτε… και το να βγεις απ’ το αυτοκίνητο έπρεπε να το σκεφτείς λίγο.

Καθόμασταν για ώρα εκεί, που και που ανάβαμε τους προβολείς και βλέπαμε που κατάπινε τα φώτα η θάλασσα… παιδιά ήμασταν, ό,τι θέλαμε κάναμε.

Κάποια στιγμή μας ήρθε να κάνουμε την ανάγκη μας κι αφού του ήρθε του ενός, ήρθε σε όλους όπως ήταν φυσικό। Βγήκαμε λοιπόν και πήγαμε μερικά μέτρα απ’ το αυτοκίνητο, ξελαφρώσαμε και μετά αρχίσαμε τις χαζομάρες με τα αστέρια, ώσπου ξαφνικά ένα αγνώστου ταυτότητος ιπτάμενο αντικείμενο εμφανίστηκε πάνω απ’ τα κεφάλια μας. Φανταστείτε κάτι σαν ένα τεράστιο άστρο.

Σταμάτησε την αφήγηση και κοίταξε να δει τι θα λέγαμε εμείς οι άλλοι. Εμείς δεν είπαμε τίποτα, περιμέναμε ν’ ακούσουμε τι έγινε στη συνέχεια.

Ε, αυτό ήταν, είπε ο pirandello και δεν έδωσε καμιά άλλη εξήγηση.

http://www.youtube.com/watch?v=maKP9ZuC8i8
youtube “piles tou anexigitou” – to telos tou कोस्मोऊ

http://www.greektube.org/content/view/15207/2/
Greektube Hardavelas “fige”

Τρίτη 25 Νοεμβρίου 2008

Τα μαύρα διαμάντια κι ο Pirandello

-Οι επενδύσεις είναι το μέλλον και ειδικά τα ιχθυοτροφεία.
-Τα ιχθυοτροφεία;
-Επίσης η καλλιέργεια τρούφας.
-Τρούφας;
-Ναι, τρούφας.
-Τρούφα δεν είναι αυτό το πανάκριβο που στο τρίβουν πάνω απ’ το πιάτο σαν παρμεζάνα;
-Ναι, αυτό.
-Και τι διάολο είναι αυτό που κοστίζει μια περιουσία; Γιατί να το φάει κάποιος; Και σε ποιους απευθύνεται τέλος πάντων αυτή η χλιδή; Σιχαίνομαι τη χλιδή πρέπει να σου πω.
-Σε ποιόν απευθύνεται; Εντάξει, δεν απευθύνεται σε όποιον κι όποιον, απευθύνεται σ’ αυτούς που μπορούν να τα διαθέσουν.
-Και τι ακριβώς χρειάζεται;
-Γουρούνια, εκπαιδευμένα γουρούνια που βρίσκουν την τρούφα και την ξεθάβουν.
-Γουρούνια; Κανονικά γουρούνια;
-Ναι, η τρούφα είναι σαν την πατάτα, τα γουρούνια τρελαίνονται για τρούφα, την ανακαλύπτουν και ‘μείς μετά τη μαζεύουμε.
-Κι αυτό είναι καλή επένδυση;
-Ναι, νομίζω η καλύτερη, τα γουρούνια κάνουν όλη τη δουλειά, τεράστιο κέρδος.

Ο pirandello έμεινε για λίγο αμίλητος.
Μετά είπε: «Όχι, δεν πρόκειται να βάλω ούτε ένα ευρώ σ’ αυτή τη δουλειά».

-Γιατί;
-Γιατί δεν θέλω να ρίξω τα λεφτά μου στα γουρούνια, γι’ αυτό.


http://www.truffle.gr/

Πέμπτη 20 Νοεμβρίου 2008

Η ανακύκλωση κι ο pirandello

«Απαπαπα» έκανε ο pirandello, βλέποντας όλη εκείνη τη χαρτούρα που ‘χε ρίξει ο ταχυδρόμος κάτω απ’ την πόρτα, «δεν είναι να λείψει λίγο κανείς και γεμίζει ο τόπος χαρτιά».
«Καλά» είπε μετά πετώντας όλα εκείνα τα διαφημιστικά στα σκουπίδια, «ήθελα να ‘ξερα, δεν λυπούνται τα δέντρα;»

«Γιατί δεν τα πετάς τουλάχιστον στην ανακύκλωση;» ρώτησα.

Ο Pirandello γύρισε ξαφνιασμένος και με κοίταξε, «ποια ανακύκλωση; Νομίζεις πως πηγαίνει τίποτα απ’ αυτή τη χαρτούρα στην ανακύκλωση;»

Δεν είπα τίποτα, τι να πω;

«Μόνο τις μπαταρίες ανακυκλώνουν απ’ ό,τι ξέρω… κι ούτε κι αυτό θα ‘καναν αν δεν είχαν κέρδος, αυτό ξέρω εγώ» είπε και πέταξε και τα υπόλοιπα.

“Αυτός δεν είναι λόγος να μην συμβάλουμε όπως μπορούμε για να σώσουμε το περιβάλλον” είπα εγώ.

«Ναι, ξέρω» έκανε ο Pirandello, “ανακύκλωση, αναδάσωση, αιολική ενέργεια, υβριδικά αυτοκίνητα, μεθάνιο από τα απόβλητα των χοίρων, εξευγενισμένο καύσιμο… τα ξέρω αυτά. Πριν απ’ αυτά όμως φροντίσαμε να κάνουμε την τρύπα του όζοντος, το θερμοκήπιο, κάναμε το κλίμα άνω – κάτω, κάψαμε ό,τι υπήρχε και δεν υπήρχε και τώρα φροντίζουμε να πετάξουμε τα σκουπίδια μας χωριστά, αλλού τα γυαλιά, αλλού τα χαρτιά, αλλού τα πλαστικά… αξιόλογη προσπάθεια, δεν λέω αλλά νομίζεις πώς υπάρχει επιστροφή;»

Πριν σκεφτώ κάτι να απαντήσω, εκείνος είχε πάει μπροστά στον υπολογιστή, «να, αυτός ο υπολογιστής» είπε, «πες πως τον πετάω στην ανακύκλωση, ξέρεις τι ακριβώς γίνεται;»

Δεν ήξερα.

«Τον παίρνουν λοιπόν, μαζί μ’ αυτόν που θα πετάξεις εσύ κι όλοι οι άλλοι και τους λιώνουν σε μεγάλα καζάνια για ν’ αποσπάσουν τα ευγενή μέταλλα, αυτό γίνεται. Κι αυτή η δουλειά γίνεται από μικρά παιδιά, κάπου στην Κίνα, την κατά τα άλλα πολιτισμένη που έκανε κι Ολυμπιακούς αγώνες και πιστεύει στο αθλητικό ιδεώδες, στο πνεύμα και τον άνθρωπο. Το τι γίνονται τα παιδιά αυτά που εισπνέουν όλες αυτές τις αναθυμιάσεις δεν χρειάζεται να στο πω εγώ, καταλαβαίνεις, ή μήπως δεν καταλαβαίνεις;»

Δεν είπα τίποτα, δεν ήξερα τι να του πω.

«Αν κάποτε πεθάνει αυτός ο υπολογιστής θα τον πετάξω στη θάλασσα» είπε ο Pirandello, “αυτό θα κάνω, να ‘σαι σίγουρος».

Τρίτη 18 Νοεμβρίου 2008

Η σούπα του Pirandello

Ο pirandello αλατοπιπέρωσε κι ανακάτεψε άλλη μια φορά τη σούπα με την κουτάλα. Η μυρουδιά σου ‘σπαγε που λένε τη μύτη.

Θα χρειαστούμε σερβίτσιο για δώδεκα άτομα, είπε, έχουμε;
Τι θα χρειαστούμε, ρώτησα εγώ έκπληκτος.
Δώδεκα βαθιά, δώδεκα ρηχά και δώδεκα του φρούτου, είπε ο Pirandello, και ποτήρια νερού και κρασιού για δώδεκα άτομα, άρα εικοσιτέσσερα… με τα ανάλογα μαχαιροπήρουνα βέβαια.
Μα είμαστε μόνο τρία άτομα, είπα, τι τα θέλουμε τόσο πολλά πιάτα;

Ο Pirandello έκανε μια στροφή γύρω απ’ τον εαυτό του και με μια κίνηση που θεώρησε χαριτωμένη μου παρέδωσε την κουτάλα.

Ορίστε, είπε, ανέλαβε εσύ.
Μα, είπα, εγώ δεν ξέρω να μαγειρεύω.

Ούτε εγώ ξέρω φίλε μου, έκανε ο Pirandello, είναι όπως τα πιάτα, ούτε δώδεκα πιάτα χρειαζόμαστε… αλλά, άμα δεν υπερβάλουμε πώς θα κάνουμε όμορφα αυτά τα ασήμαντα;

Κυριακή 16 Νοεμβρίου 2008

Η βία κι ο pirandello

-Τι είναι η βία;
-Η ΒΙΑ; Συμπεριφορά δεν είναι;
-Ναι, νομίζω πως είναι και συμπεριφορά. Νομίζω πως είναι και θέση, είναι εξουσία, είναι απειλή, είναι φόβος, είναι εκδίκηση, είναι δύναμη, είναι αδυναμία, είναι μίσος, είναι κατωτερότητα, είναι σύμπλεγμα, είναι αντίδραση, είναι απελπισία, είναι αναγκαιότητα, είναι πολλά πράγματα.
-Κι η συναισθηματική βία;
-Ναι, είναι κι αυτή.

-Και το να θέλει κάποιος ν’ αλλάξει τον εαυτό του, δεν είναι μια βίαιη πράξη;
-Το να κάνεις κάτι τέτοιο χρειάζεται κότσια, δεν φτάνει μόνο να το λες. Κότσια χρειάζονται όλα. Το ν’ αλλάξεις τι ζωή σου δεν είναι μια φυσική πράξη, δεν είναι ρίχνω νερό στα μούτρα μου το πρωί.
Βάζεις τον εαυτό σου απέναντι και τον πυροβολείς.

Σάββατο 15 Νοεμβρίου 2008

Η χαρά της ζωής κι οι κουταμάρες του Pirandello

Ας ξεχάσουμε λοιπόν πως υπάρχουν άλλοι, είπε ο pirandello, ας υποθέσουμε πως τώρα δεν μας ακούει κανείς.

«Μα δεν μας ακούει κανείς» σκέφτηκα να του πω αλλά τον άφησα να ολοκληρώσει τη σκέψη του γιατί γίνεται θηρίο άμα τον διακόπτω.

Ξέρω τι σκέφτεσαι, μου είπε, ναι όντως υπάρχουν δυο – τρεις που μπαίνουν και διαβάζουν εδώ αλλά δεν εννοώ αυτό, πρότεινα μια υπόθεση εργασίας, τι μπορεί να πει κάποιος, τι σκέφτεται όταν ξέρει πως δεν τον ακούει κανείς.

Εγώ δακτυλογραφούσα τι έλεγε.

Σκέφτομαι λοιπόν, συνέχισε, πως ακόμα κι έτσι, αν υποθέσουμε πως ό,τι λέω εδώ το λέω για να το ακούσω εγώ, πάλι δεν θα έλεγα τίποτα

Γύρισε να δει αν τον ακούω. Εγώ του έκανα νόημα ότι τον παρακολουθώ.

Δεν θα έλεγα τίποτα γιατί αν δεν απευθύνεις τις σκέψεις σου σε κάποιον άλλον, δεν έχει κανένα νόημα το να τις λες.

Ωραία, είπα, και πού καταλήγουμε;

Καταλήγουμε πως θα ήταν υποκρισία να ισχυριζόμασταν κάτι τέτοιο.

Δεν μπορούσα να καταλάβω τι νόημα είχε μια τέτοια κουβέντα.

Ο Pirandello κατάλαβε, εννοώ, είπε, πως δεν γράφει κανένας για τον εαυτό του, πως υπάρχει πάντα κάποια σκοπιμότητα, ασυνείδητα ίσως αλλά υπάρχει, βασικά γνωστοποιώντας τις θέσεις μας αποβλέπουμε στο να μας παραδεχθεί κάποιος, να τον εντυπωσιάσουμε, να τον γοητεύσουμε αν θες.

Εγώ είχα σταματήσει να δακτυλογραφώ και τον κοίταζα.

Ναι, έκανε ο Pirandello, αν σκέφτεσαι πως δεν έχει κανένα νόημα αυτή η κουβέντα έχεις απόλυτο δίκιο.

Πήρε μετά το λουρί του σκύλου και κατευθύνθηκε προς την πόρτα. Το σκυλί έτρεξε κοντά του κουνώντας χαρούμενα την ουρά του.

Αυτή είναι η χαρά της ζωής, είπε ο Pirandello κι έσκυψε και χάιδεψε το σκυλί.
Θα βγω, είπε μετά, δεν υπάρχει κανένας λόγος να κάθομαι εδώ μέσα και να λέω όλες αυτές τις κουταμάρες.

Παρασκευή 14 Νοεμβρίου 2008

Η πολιτική κι ο pirandello


Καταλαβαίνω ότι η παγκόσμια οικονομία βρίσκεται σε κρίση, είπε ο Pirandello, και προσωπικά δεν περιμένω τίποτα απ’ τον Obama. Να πω την αλήθεια δεν περιμένω τίποτα από κανέναν, δεν είμαι ηλίθιος.

Έσβησε το τσιγάρο του νευρικά στο τασάκι, πήρε ένα άλλο απ’ τη γαλάζια γαβάθα και το άναψε.
Για λίγη ώρα έμεινε αμίλητος, «ή το ξέχασε ή του πέρασε» σκέφτηκα.

Αν είναι δυνατόν, είπε, ν’ ασχολείται όλος ο κόσμος για το κόκκινο φουστάνι της πρώτης κυρίας, αυτό μας ενδιαφέρει; Ή αν η κόρη του Προέδρου είναι αλλεργική στα σκυλιά; Και τι ευφυολόγημα κι αυτό με το ημίαιμο, θα υιοθετήσει, λέει, σκυλάκι ο Πρόεδρος αλλά πρέπει να είναι ημίαιμο σαν κι αυτόν… ή ότι η κυρία Προέδρου πηγαίνει μόνη τα παιδιά της σχολείο… τι γελοιότητες.

«Αυτό ήταν « σκέφτηκα, «ξεθύμανε».

Κι όχι τίποτα, συνέχισε ο Pirandello, συνέχεια ακούς πως θ’ αλλάξουν τα πράγματα, για ποιόν θ’ αλλάξουν τα πράγματα; Θα ‘ρθει μήπως ο Obama εδώ; Τι τον νοιάζει τον εκάστοτε Αμερικανό Πρόεδρο το τι γίνεται εδώ; Είμαστε τελικά τόσο ηλίθιοι;

Την έχω χεσμένη την πολιτική, είπε στο τέλος, εντελώς όμως.

http://www.youtube.com/watch?v=8-SAb_-bIEQ
YouTube - glory अल्लेलुइअ

Πέμπτη 13 Νοεμβρίου 2008

Το τίποτα του pirandello

Ο Pirandello δεν είχε να γράψει τίποτα σήμερα. Είχε πολλά στο μυαλό του, είπε.

Πηγαινοερχόταν σαν το θηρίο στο κλουβί, μέχρι που ήρθε και στάθηκε από πάνω μου να δει τι έγραφα.
Αυτά τα δυο είναι οξύμωρα, είπε μετά.

Τετάρτη 12 Νοεμβρίου 2008

Ο φόβος του Pirandello

Ο pirandello άνοιξε τα μάτια του και κοίταξε για ώρα τον ουρανό του κρεβατιού.
Εκείνος παρέμενε ασάλευτος.
Ονειρεύομαι ακόμα, είπε και έτριψε τα μάτια του. Ο ουρανός εξαφανίστηκε κι απ’ το άλλο δωμάτιο ακούστηκε η τηλεόραση που έπαιζε.
Ο Pirandello σηκώθηκε φροντίζοντας να μην κάνει θόρυβο. Μετά έκανε ό,τι έκανε κάθε μέρα, έφτιαξε καφέ, κάθισε στο τραπέζι του, άνοιξε τον υπολογιστή και διάβασε τα e-mail του.
Κοίταξε για λίγο την τηλεόραση. Είχε μείνει ανοιχτή απ’ τη νύχτα, ανακυκλώνοντας την αηδία της.
Φοβάμαι πως στην ουσία το ίδιο κάνουμε όλοι, είπε και την άφησε να παίζει.

Τρίτη 11 Νοεμβρίου 2008

Το ηλεκτρονικό τριαντάφυλλο του Pirandello


Γιατί δεν σου γράφει ο φίλος σου το fractal πια, ρώτησα

Δεν ξέρω, είπε ο Pirandello, προφανώς διαπίστωσε ότι έχουμε διαφορετικές απόψεις για μερικά θέματα, μπορεί να ‘χει και πολύ δουλειά, δεν ξέρω.
Όλοι έχουν διαφορετικές απόψεις, είπα εγώ, κι όλοι κάτι έχουν να κάνουν, δεν είναι λόγος αυτός.

Ο Pirandello βγήκε στον κήπο. Δυο λεπτά μετά γύρισε κρατώντας ένα όμορφο, δροσερό τριαντάφυλλο.

Πήρε ύστερα ένα ψηλό ποτήρι απ’ την κουζίνα, το γέμισε μέχρι πάνω με κρύο νερό, έβαλε το τριαντάφυλλο και το ακούμπησε δίπλα στη γαλάζια γαβάθα στο τραπέζι.
Για ποιον είναι αυτό το τριαντάφυλλο, ρώτησα.

Μα για το fractal, είπε, για ποιόν άλλον;

Δευτέρα 10 Νοεμβρίου 2008

Η εφημερίδα του Pirandello


Ο pirandello γύρισε απ’ την πρωινή βόλτα του, έχοντας τους Times παραμάσχαλα. Μ’ έπιασαν γέλια που τον είδα.
Γιατί παίρνεις τους Times, τον ρώτησα, αφού δεν μιλάς καν Αγγλικά;

Εκείνος κάθισε στην πολυθρόνα του, άνοιξε την εφημερίδα, την κοίταξε λίγο και μετά κάλυψε μ’ αυτήν το πρόσωπό του.

Θέλω να ‘χω την αίσθηση ότι είμαι μέσα στα πράγματα, είπε, μ’ αρέσει να ονειρεύομαι.


http://www.nytimes.com/2005/02/12/national/12wage.html?_r=1&oref=slogin

http://www.youtube.com/watch?v=jEOkxRLzBf0
YouTube - Imagine

Κυριακή 9 Νοεμβρίου 2008

Οι Beatles κι ο pirandello




Ο Pirandello κοίταξε για πολύ ώρα το εσωτερικό της ράχης του δίσκου, την
ξεφτισμένη απ' τα άνοιξε – κλείσε γραμμή.

Τι στο διάολο, έκανε, πώς χώρεσε μια τόσο μεγάλη αλλαγή σε μια τόση δα
γραμμή;


Θυμάμαι, είπε μετά, πόσο γρήγορα γίνανε μερικές αλλαγές.

Στη μια πλευρά του δίσκου οι Beatles με τα κουστουμάκια και τις αφέλειες σαν
σούργελα… κι απ' την άλλη, στο ίδιο μπαλκόνι με τα μαλλιά και τα γένια, τρία
μόλις χρόνια μετά.

Υπήρξαν σίγουρα καλύτεροι ίσως και σημαντικότεροι απ' την άλλη μεριά του
ωκεανού αλλά αυτοί κατάφεραν να κάνουν την αλλαγή, είπε, να δώσουν ένα χρώμα
στον κόσμο, μια κλωτσιά στον πισινό του συντηρητισμού μέχρι τότε.


Αλλά πρέπει να 'σαι νέος για να τα κάνεις αυτά… και να 'χεις κι έναν Brian
Epstein από κοντά.


http://www.youtube.com/watch?v=JlWFpdPX45g
YouTube - The Beatles, Get Back

http://www.youtube.com/watch?v=vEf42C_M9IA
Τζων Λένον (John Lennon)

Παρασκευή 7 Νοεμβρίου 2008

Ο Pirandello, το JUNKY κι ο William S. Burroughs





http://www।youtube.com/watch?v=6NU3dIdqIBw

http://www.youtube.com/watch?v=T2Fy8caIJ80


Ό Μπίλ Μπάροουζ κι εγώ γνωριζόμασταν από τα Χριστούγεννα του 1944 καί στίς αρχές της δεκαετίας του 50 είχαμε μια ουσιαστική σχέση. Τον σεβόμουν πάντα σαν μεγαλύτερο καί σοφότερο από μένα καί στα πρώτα χρόνια της γνωριμίας μου προκαλούσε κατάπληξη το γεγονός δτι μου φερόταν, από κάθε άποψη, με σεβασμό. Καθώς ό καιρός περνούσε κι οι τύχες μας ακολουθούσαν διαφορετικούς δρόμους - εγώ στο μοναχικό τρελάδικο για λίγο, κι αυτός στα ταξίδια καί τίς τραγωδίες του - άρχισα να παίρνω θάρρος καί να εκμεταλλεύομαι την ντροπαλοσύνη του, πού την είχα διαισθανθεί, καί να τον ενθαρρύνω να γράφει περισσότερη πρόζα. Μέχρι τότε ό Κέρουακ καί εγώ θεωρούσαμε πώς ήμασταν προορισμένοι από τη Μοίρα για ποιητές/συγγραφείς κι ό Μπίλ ήταν, πολύ ξεχωριστός για να παίζει τέτοιο εξωφρενικό θέατρο στον εαυτό του. Εν πάση περιπτώσει, απαντούσε στα γράμματα μου με κεφάλαια από το Junky• στην αρχή, σκέφτομαι, έμοιαζαν με περίεργο σκαρίφημα αλλά σύντομα κατάλαβα τί σκόπευε να κάνει -πράγμα πού με συνάρπασε - τα χειρόγραφα ήταν αποσπάσματα από ένα καλοδουλεμένο βιβλίο, «Αυτά σνμβαίνανε ένα τέταρτο του αιώνα πριν καί παραπάνω καί δε θυμάμαι την υφή της αλληλογραφίας μας – πού κράτησε χρόνια από ήπειρο σε ήπειρο καί από ακτή σε ακτή κι ήταν ή μέθοδος πού μονταρίστηκαν βιβλία, όχι μόνο το Junky αλλά καί το Yage Letters, To Queer (αδημοσίευτο μέχρι σήμερα) καί το Naked Lunch σε μεγάλο βαθμό. Γεμάτος ντροπή ό Μπάροουζ κατάστρεψε στα μέσα της δεκαετίας του 50 πολλές από τις προσωπικές -του επιστολές πού είχα εμπιστευθεί στην αρχειακή του φροντίδα - γράμματα με έναν περισσότερο έκδηλο τρυφερό τόνο απ' ότι συνήθιζε να παρουσιάζει στο κοινό - έτσι φευ, αύτη ή γοητευτική πλευρά του κατά τα άλλα Αόρατου Επιθεωρητή Λί έχει κρυφτεί για πάντα πίσω από το όμορφο Λετριστικό Παραπέτασμα.
Άφοϋ το χειρόγραφο είχε πια ολοκληρωθεί άρχισα να το δείχνω στους συμφοιτητές μου στο κολλέγιο καί στο ψυχιατρείο πού βάλθηκαν να το δημοσιεύουν πράγμα πού ήταν καί δικιά μου ματαιωμένη φιλοδοξία. Κι έτσι, άμαθος καθώς ήμουν από τις υποθέσεις του κόσμοι-, φαντάστηκα τον έαυτό μου σαν μυστικό λγοοτεχνικό Ατζέντη. Ό Jason Epstein διάβασε τα χειρόγραφα του Junky του Μπάροουζ (ήξερε βέβαια τον Μπάροουζ σαν θρύλο από την εποχή του Κολούμπια) κι αποφάνθηκε πώς αν είχαν γραφτεί απ' τον Ούίνστον Τσόρτσιλ θα είχαν ενδιαφέρον αλλά επειδή ή πρόζα του Μπάροουζ δεν ήταν «ευδιάκριτη» (ένα σημείο πάνω στο όποιο επιχειρηματολόγησα όσο μπορούσα στο γραφείο Doitbledav αλλά ένιωθα τόσο αποπνιχτικά περιτριγυρισμένος από τόσο πολλή Πραγματικότητα... άσφνξιογόνα αέρια προερχόμενα από ευφυείς αριστερούς καί απαίσιους εκδότες.... την παράνοια μου ή την απειρία μου με την Μεγάλη Μουγγαμάρα στα Μεγάλα Κτήρια τώς Επιχειρήσεων της Νέας Υόρκης) το βιβλίο δεν είχε ενδιαφέρον ώστε να εκδοθεί.
Αυτή την εποχή κουβαλούσα εδώ κι εκεί καί τα Προυστικά κεφάλαια από το έργο του Κέ-οουακ Όράματα του Cody πού αργότερα πήρε τη μορφή του On the Road. Καί πήγαινα το On the Road από τον ίναν εκδοτικό οίκο στον άλλο. Ό Louis Simpson, πού συνερχόταν κι αυτός στο Bobbs-Merrill υστέρα από μια νευρική κατάπτωση, δεν βρήκε καμιά καλλιτεχνική αξία ούτε στο ένα ούτε στο άλλο χειρόγραφο.
Κατά φοβερή σύμπτωση, ό Υπεύθυνος για μένα από το Ψυχιατρικό Ινστιτούτο της Πολιτείας της Νέας Υόρκης, ό Carl Solomon βρήκε δουλειά στο θείο του τον κύριο A.A.Wyn στην επιχείρηση Ace Books. Ο Solomon είχε καί φιλολογικό γούστο καί κέφι για τέτοια πράγματα αν καί, μη έχοντας προλάβει να συνέλθει από τους δικούς του Ντανταϊστικούς, Αετριστικούς καί Παρανοϊκο-Κριτικούς έξωφρενισμούς, δεν έτρεφε καί μεγάλη εκτίμηση, όπως καί ό Simpson για τον ρομαντισμό του ποινικού ή του μικροαπατεώνα πού διέθεταν ό Μπάροουζ κι ό Κέρονακ. (Ούτε κι εγώ πού ήμονν ένα θαυμάσιο Έβραιόπουλο με το ένα πόδι στη μεσαία τάξη πού μια απ' τίς ασχολίες του ήταν να γράφει μέτριους, καλοδουλεμένους, μεταφυσικούς στίχους με ρίμα). Βέβαια, αυτά τα βιβλία έδειχναν πώς βρισκόμασταν στον επίκεντρο μιας κρίσης ταυτότητας πού προανάγ^/ελνε νευρικό κλονισμό για ολόκληρο το έθνος των ΗΠΑ. Από την άλλη μεριά πάλι, ή σειρά χαρτόδετων βιβλίων της Ace Books ήταν κατά κύριο λόγο, μια τελείως μπανάλ σειρά κι έβγαζε που και ποι~ καί κανένα γαλλικό Μυθιστόρημα ή καμιά νουβέλα γεμάτη κυνισμό που ό Κάολ την έχωνε επιτήδεια στον κατάλογο εκδόσεων ενώ ό Θείος έκανε τα στραβά μάτια.
Ό εκδότης Solomon πίστευε πώς εμάς (άτομα σαν τον Μπίλ, το Τζάκ καί την Αφεντιά μου) δεν μας καιγόταν καρφί, ενώ γι' αυτόν ίσχυε τελείως το αντίθετο, όσον άφορα την πραγματική Παράνοια μιας τέτοιας έκδοσης - δεν μπορούσαμε καθόλου να μπούμε στη θέση του - να καταλάβουμε το οικογενειακό περιβάλλον του Κάρλ καί τους ψυχίατρους, τα ενδιαφέροντα του εκδοτικού οίκου, το άγχος του μήπως θεωρηθεί βλαμμένος από το θεϊο του - έτσι ήταν γενναιότητα από μέρους του να προωθήσει την έκδοση ενός «τέτοιου πράγματος» ενός βιβλίου με θέμα την Πρέζα, καί να δώσει στον Κέ-ρουακ 250 δολάρια προκαταβολή για μια νουβέλα. «Αύτη καταραμένη υπόθεση μου προκάλεσε νευρικό κλινισμό - είναι φόβος καί τρόμος ν' ασχολείσαι μ' ένα τέτοιο υλικό».
ΎΗταν τότε ή εποχή - γνωστή καί στίς μέρες μας με τον απόηχο της παράνοιας του αστυνομικού κράτους πού καλλιεργείται από τα Γραφεία Ναρκωτικών - ενός αυστηρά υπαγορευόμενου τρόπου σκέψης ή προσποίησης : αν μιλούσες δυνατά για «μαύρη» (πολύ λιγότερο όσον άφορα την Πρέζα) στο λεωφορείο ή τον υπόγειο υπήρχε πιθανότητα να σε συλλάβουν - ακόμη κι αν συζητούσες μόνο για κάποια τροποποίηση στο νόμο. "Ήταν περίπου παράνομο να μιλάς για ναρκωτικά. Μια δεκαετία αργότερα δεν μπορούσε να γίνει ούτε μια δημόσια συζήτηση από την κρατική TV σχετική με τη νομοθεσία χωρίς να 6γεϊ το Γραφείο Ναρκωτικών καί το FCC (αρχικά της Επιτροπής 'Ομοσπονδιακών Επικοινωνιών ΣτΜ) και να την καταδικάζει ολόκληρες εβδομάδες αργότερα χρησιμοποιώντας κομμάτια από την μαγνητοσκόπιση. Αυτά για την ιστορία. "Ομως ό φόβος καί ο τρόμος πού αναφέρει ό Solomon ήταν τόσο πραγματικός πού είχε έσωτερικευτεΐ από την επιχείρηση των μπανάλ εκδόσεων κι έτσι, προτού μπορέσει το βιβλίο να πάει στο τυπογραφείο έπρεπε να παρεμβληθούν στο κείμενο δηλώσεις αποκήρυξης κάθε μορφής - μη τυχόν καί ενοχοποιηθεί κι ό εκδότης μαζί με τον συγγραφέα, μη τυχόν καί το κοινό γίνει έρμαιο των αυθαίρετων απόψεων του συγγραφέα πού βρίσκονταν σε διάσταση με την «αναγνωρισμένη ιατρική αυθεντία» - την εποχή πού οι απόψεις της κατευθύνονταν δια της βίας από το Γραφείο Ναρκωτικών (20.000 γιατροί παραπέμφθηκαν σε δίκη γιατί προσπάθησαν να θεραπεύσουν πρεζάκηδες, εκατοντάδες καταδικάστηκαν σε χρηματικές ποινές καί φυλακίστηκαν στα χρόνια ανάμεσα στο 1935 καί το 1953 σε μια επιχείρηση' πού ό Ιατρικός Σύνδεσμος της Περιφέρειας της Νέας Υόρκης ονόμασε «πόλεμο ενάντια στους γιατρούς».).
Το απλούστατο καί το πιο ουσιώδες στην υπόθεση είναι
πώς, κάνοντας τα πλακάκια με το οργανωμένο έγκλημα, το Γραφείο Ναρκωτικών άναμίχτηκε στην παράνομη διακίνηση των ναρκωτικών κι έτσι δημιούργησε τους μύθους πού ενίσχυσαν την «ποινικοποίηση» των ναρκομανών αντί για την θεραπεία τους. Τα κίνητρα ήταν απλά καί προφανή: απληστία για χρήματα, μισθούς, εκβιαστικά καί παράνομα κέρδη σε βάρος μιας τάξης πολιτών πού είχαν χαρακτηριστεί από τον τύπο καί την αστυνομία σαν «Ναρκομανείς». Αύτη ή σχέση ανάμεσα στην Αστυνομία καί το Συνδικάτο πέρασε στην ιστορία κι είχε από τίς αρχές της δεκαετίας του '70 πιστοποιηθεί από ποικίλες δημόσιες ανακοινώσεις καί βιβλία (αξίζει να αναφερθεί ή Ανακοίνωση της Επιτροπής Knapp της Νέας Υόρκης στα 1972 καί Ή Πολιτική του 'Οπίου στην Ινδοκίνα του ΑΙ McCoy).
Επειδή το θέμα - in medias res (εν τω μέσω των πραγμάτων) - θεωρήθηκε πολύ εξεζητημένο ζητήθηκε απ' τον Μπά-ροουζ να δώσει κι ίνα πρόλογο δπου θα εξηγούσε ότι καταγόταν από διακεκριμένη οικογένεια - διατηρώντας την ανωνυμία του Ούίλιαμ Λί - κι δπου θα υπήρχαν κάποιοι υπαινιγμοί για το πώς ίνας θεωρούμενος κανονικός πολίτης κατάντησε ναρκομανής έτσι ώστε να απαλυνθεί ή προσβολή για τους αναγνώστες, τους λογοκριτές, τους βιβλιοκρίτες, την αστυνομία, τίς εντός των τοίχων επικρίσεις, τους καυγάδες των εκδοτών κι ένας θεός ξέρει τί άλλο. Ό Κάρλ έγραψε με πολύ κόπο μια εισαγωγή προσπαθώντας να είναι ή φωνή της σύνεσης παρουσιάζοντας το βιβλίο από την πλευρά του εκδότη. "Ισως να τα κατάφερε. Κάποια λογοτεχνική περιγραφή της αγροτικής κοινωνίας του Τέξας αφαιρέθηκε γιατί δεν είχε σχέση με το τρομακτικά βίαιο, μη καλλιτεχνικό κυρίως θέμα. Καί επαναλαμβάνω, οι ουσιαστικές πολιτικο-ϊατρικές διαπιστώσεις είτε πήγαζαν από τα γεγονότα είτε ήταν απόψεις του Ού.Λί ήταν εμφανώς (μέσα σε παρενθέσεις) αποκηρυγμένες (απ' τον Έκδοτη).
Σάν ατζέντης διαπραγματεύτηκα, Ινα συμβόλαιο αποδεχόμενος δλες αυτές τίς παραποιήσεις, Ινα συμβόλαιο πού παρά- χωρούσε μια προκαταβολή 800 δολαρίων στον Μπάροουζ για μια έκδοση 100.000 αντιτύπων τυπωμένων ράχη με ράχη - σε στάση 69, για να το πούμε κι έτσι - με ένα άλλο βιβλίο για ναρκωτικά γραμμένο από ΐναν τέως πράκτορα, της Υπηρεσίας Διώξεως. Μια αθλία βιβλιοδεσία δπως καί να το κάνουμε• απ' την άλλη όμως, αν ληφθεί υπόψη κι ή απειρία μας, ήταν Ινα είδος θαύματος γενναιότητας το δτι το βιβλίο τυπώθηκε καί διαβάστηκε την επόμενη δεκαετία από ίνα εκατομμύριο cognoscenti (επαϊόντων) - πού πραγματικά εκτίμησαν το ευφυές του πράγματος, την ξεκάθαρη αντίληψη, την ακριβόλογο λιτή γλώσσα, την κοφτή σύνταξη καί τίς νοητικές εικόνες -κι ακόμα την εξαιρετική κοινωνιολογική αντιμετώπιση, την καλλιεργημένη-έπαναυτατική στάση απέναντι στη γραφειοκρατία καί το νόμο καί τη στωική καί γεμάτη ψυχρό χιούμορ ενατένιση του εγκλήματος
"Αλεν Γκίνσμπεργκ
19 Σεπτεβρίου 1976
Πόλη της Νέας Υόρκης.

Αχ αυτή η Νέα Υόρκη, έκανε ο Pirandello. Μετά έβαλε ένα ακόμα ποτό και κάθισε και διάβασε άλλη μια φορά την εισαγωγή.

Τρίτη 4 Νοεμβρίου 2008

Η σκέψη του Pirandello

Ο pirandello κάθισε στην πολυθρόνα του, εκείνη που κάθεται όταν νοιώθει πως κάτι τον γυροφέρνει για να σκεφτεί.
Αφουγκράστηκε την ησυχία της νύχτας.
Τα παγωμένα βήματα εκείνου του άγνωστου στο όνειρο, ο εφιάλτης τον ακολουθούσε και στο ξύπνιο του τώρα.
Έκλεισε τα μάτια και προσπάθησε να θυμηθεί τις εικόνες που τον είχαν ταράξει τόσο πολύ… εκείνες είχαν φύγει όμως.
Θα ξανάρθουν, είπε. Θα έρχονται μέχρι να γίνουν αληθινές.

Δευτέρα 3 Νοεμβρίου 2008

Το “δώρο” του pirandello

Ένα δώρο, από μια φίλη, είπε ο Pirandello.
Ήρθε το πρωί με το outlook.
Γιατί να μην το έχετε κι εσείς;

YouTube - LA MER (Charles Trenet)
http://www.youtube.com/watch?v=ksiFrib7vh0

πόσο απλά μπορεί να είναι τα πράγματα, είπε μετά.
Να είσαι ευχαριστημένος με το τίποτα.

Κυριακή 2 Νοεμβρίου 2008

Οι παρατηρήσεις του Pirandello

Ο pirandello παρατήρησε πως κάθε μέρα πριν το ξημέρωμα όλα τα σκυλιά της γειτονιάς ξεσηκώνονται κι έχουν έναν ζωηρό διάλογο, σαν να καλημερίζονται, αυτό συμβαίνει κάθε πρωί δε.
Λίγο μετά το χάραμα το ίδιο συμβαίνει με τα πουλιά, κελαηδάνε κι αυτά με μια συγκεκριμένη σειρά που για κάποιο λόγο είναι πάντα η ίδια.
Μετά, ένας – ένας ξυπνάνε οι γείτονες και που και που κάποιο αυτοκίνητο περνάει απ’ τον δρόμο.
Ύστερα από λίγο πάλι τα σκυλιά, πάλι με την ίδια σειρά, πρώτα εκείνο στην ταράτσα απέναντι, μετά ένα άλλο σε κάποιο μπαλκόνι, μετά ένα άλλο σ’ έναν κήπο.
Τις Κυριακές ακούγονται μακριά οι καμπάνες.
Ο αέρας φέρνει τον ήχο της θάλασσας κι αν τύχει να περνάει στ’ ανοιχτά κάποιο ψαράδικο, φέρνει κι αυτόν.
Κατά κύματα φέρνει και κάποιες κουβέντες απ’ την παραλία, συνήθως σε κάποια άλλη γλώσσα.
Ακούγεται κάθε τόσο το τακ που κάνει η καφετιέρα κι ένα ελαφρύ βουητό που κάνει το ψυγείο.
Όλα αυτά μεταφράζονται σε απόλυτη ησυχία, είπε. Τι λάθος.