Τετάρτη 30 Ιανουαρίου 2013
Η «τσίπα» κι η παιδεία του pirandello.
«Και τώρα;», ρώτησα, «ποιο είναι το επόμενο βήμα;»
«Τώρα τίποτα, περιμένουμε».
«Τι λες να γίνει;»
«Το πιθανότερο είναι να πετύχουμε την επιβίωσή μας αρχικά. Μόλις ανοίξουμε τα χαρτιά μας θα θορυβηθεί και θ’ αναγκαστεί να παραδεχθεί ορισμένα πράγματα. Φυσικά θα πει πως δεν έχει χρήματα… τα γνωστά».
«Τον άρτον ημών τον επιούσιον δηλαδή».
«Σε πρώτη φάση. Μακροπρόθεσμα βλέπουμε τι θα πετύχουμε».
«Είναι σαν να κάθομαι σ’ αναμμένα κάρβουνα».
«Καταλαβαίνω. Αλλά να σκέφτεσαι πως την πατάτα την έχει εκείνος».
«Ανησυχώ».
«Εγώ πάλι είμαι αισιόδοξος»
«Και εγώ. Αλλά ανησυχώ».
«Εσύ πρέπει να είσαι συγκρατημένα αισιόδοξος. Αλλά δεν υπάρχει λόγος ν’ ανησυχείς».
«Με τρελαίνει όμως η απραξία».
«Δεν είναι απραξία, είναι προαπαιτούμενος χρόνος».
«Με τρελαίνουν κι όλα αυτά τα δικολαβίστικα».
«Να, πάρε αυτά», μου είπε ο pirandello και μου ‘δωσε κάτι ξερόκλαδα.
«Τι είναι αυτά;», ρώτησα, «προσάναμμα;»
«Όχι, είναι για ξόβεργες, να κάνεις κάτι να περνάει η ώρα».
«Και θα στήνω ξόβεργες;»
«Αν δε θες ξόβεργες μπορείς να πας για ψάρεμα, μπορούμε να πάμε και μαζί άμα θες».
«Γιατί δεν πάμε μέχρι τον δικηγόρο;»
«Γιατί δεν έχεις κάτι καινούργιο να πεις. Και γιατί σου χρειάζεται επίσης ηρεμία για να σκεφτείς».
«Ναι. Αλλά ξέρεις πως μ’ εκνευρίζει το ψάρεμα».
«Το ψάρεμα είναι άσκηση, μαθαίνεις να περιμένεις. Και είσαι έτοιμος πάντα να αρπάξεις μια ευκαιρία».
«Πάντα θεωρούσα πως όταν ψαρεύεις χάνεις την ώρα σου».
«Εξαρτάται απ’ το ψάρι, εμείς θα πάμε για τσίπα».
«Τι είναι η τσίπα;»
«Σκυλόψαρο. Είναι πολύ επικίνδυνο».
«Και θα πιάσουμε σκυλόψαρο με πετονιά;»
«Δε θα το πιάσουμε με πετονιά».
«Και πώς θα το πιάσουμε;»
«Με δόλωμα. Θα του το πετάξουμε στα βαθειά και θα τρέξουμε πίσω. Θα το βγάλουμε στα ρηχά».
«Και γιατί να τρέξει ξωπίσω;»
«Γιατί τίποτα δεν του αντιστέκεται. Και γιατί του αρέσει το δόλωμα».
«Τι θα βάλουμε δόλωμα;»
«Εσένα. Θα σε ρίξω μ’ ένα σκοινί στη θάλασσα».
«Είσαι τρελός, πού το σκέφτηκες αυτό;»
«Έχω παιδεία. Δεν έχεις διαβάσει το ΔΟΚΙΜΟΣ ΗΖΥ;»
Τρίτη 29 Ιανουαρίου 2013
Ο «Μακιαβέλλι» κι ο pirandello.
«Τι είναι αυτό;», ρώτησα.
«Μια πάνινη κούκλα, παραγεμισμένη με άχυρο», είπε ο pirandello, «που στην περίπτωσή μας είναι ένας Μακιαβέλλι, ένας ποταπός αντίπαλος που είναι αποφασισμένος να χρησιμοποιήσει όλα τα μέσα για να πετύχει τον σκοπό του, να ας πούμε η εμφάνισή του, το ότι μοιάζει με μια αδύναμη πάνινη κούκλα, ένα αξιολύπητο αντικείμενο».
«Μα είναι μια κούκλα».
«Αυτό προσπαθώ να σου πω, ότι δεν είναι αυτό που βλέπεις. Εσύ βλέπεις αυτά τα κουρέλια και τα άχυρα αλλά αυτά δεν είναι παρά στάχτη στα μάτια, από πίσω κρύβεται ένας Σατανάς».
«Ωραία. Και τι κάνουμε τώρα; Εξορκισμό;»
«Μπορείς να το πεις κι έτσι. Κατ’ αρχάς δεν τον αγγίζουμε, προσέχουμε τι λέμε και τι κάνουμε και δεν χάνουμε τον στόχο μας. Να θυμάσαι πως αυτός εδώ ο διάβολος θα προσπαθήσει να σε τυλίξει σε μια κόλλα χαρτί και ότι είναι αδίστακτος».
«Ωραία. Κι εγώ τι πρέπει να κάνω;»
«Εσύ τίποτα. Σαν να ‘χεις μπροστά σου έναν χιμπατζή, δεν παρασύρεσαι και είσαι ήρεμος. Να σκέφτεσαι σαν κι αυτόν, με τον χειρότερο τρόπο, δεν είναι και τόσο δύσκολο».
«Δηλαδή να γίνω σαν τα μούτρα του;»
«Δεν είναι και τόσο άσχημος… εξωτερικά. Αλλά κυρίως μας ενδιαφέρει ο τρόπος που σκέφτεται».
«Μα δε γίνεται κάποιος Μακιαβέλλι επειδή έτσι θέλει…»
«Λάθος. Μακιαβέλλι δε γεννιέσαι, γίνεσαι. Ή τουλάχιστον προσπαθείς».
«Είναι εμετικά όλα αυτά. Δεν ξέρω αν μπορώ ν’ ανταποκριθώ».
«Δε μπορείς να κάνεις αλλιώς, ή Μακιαβέλλι ή τίποτα».
«Αφού δε μπορώ να το αποφύγω… Μακιαβέλλι», είπα
«Ωραία», είπε ο pirandello, «ορίστε, έχεις εδώ μπροστά σου έναν αντίπαλο, δείξε μου τι μπορείς να του κάνεις».
«Εννοείς την κούκλα;»
«Ναι. Δείξε μου πόσο κακός μπορείς να ‘σαι».
«Να κάνω δηλαδή τι;»
«Δεν ξέρω, εσύ αποφασίζεις, βγάλτης τα μάτια».
«Είναι αποκρουστικό», είπα, «δε μπορώ να της βγάλω τα μάτια».
«Κόψτης τότε το κεφάλι, βγάλτης το χέρι».
«Μα δε μπορώ να κάνω τέτοιες αγριότητες, για ποιον με πέρασες; Και τέλος πάντων… σε τι θα ωφελήσει αυτό;»
«Μα είναι μια πάνινη κούκλα», είπε ο pirandello, «δε θα πάθει τίποτα».
«Μα μου ζητάς να την καταστρέψω, πώς δε θα πάθει τίποτα; Αν δεν πάθει τίποτα γιατί να τα κάνω όλα αυτά;»
«Πρώτα απ’ όλα πρέπει ν’ αποβάλεις αυτόν τον συναισθηματισμό, να μη σ’ ενδιαφέρει τι θα πάθει η κούκλα».
«Το θεωρείς εύκολο αυτό;»
«Όχι. Αλλά από κάπου πρέπει να αρχίσει κανείς».
«Το καταλαβαίνω. Αλλά και πάλι δεν ξέρω αν μπορώ να βγάλω τα μάτια αυτής της κούκλας».
«Ευαισθησίες και ξεράσματα», είπε ο pirandello, «κάνε πέρα». Και λέγοντας αυτά έπιασε το κεφάλι της κούκλας και με μια δυνατή κίνηση το ξερίζωσε απ’ τους ώμους. «Ορίστε», έκανε. «Πού το βλέπεις το δύσκολο.
«Εσύ είσαι άλλο», είπα. «Εσύ είσαι άλλο κι εγώ άλλο, εγώ δε μπορώ να πετσοκόψω την κούκλα».
«Φοβάμαι πως δεν υπάρχει άλλος τρόπος», έκανε και έπιασε το σκουπόξυλο, «σου χρειάζεται πολύ ξύλο».
«Δε μπορώ να το κάνω», φώναξα ενώ σήκωνα τα χέρια μου να προστατέψω το κεφάλι μου.
«Υπεράσπισε τον εαυτό σου διάολε», φώναζε εκείνος ενώ με βάραγε όπου μ’ έβρισκε ακάλυπτο, «υπεράσπισε τον εαυτό σου».
Οπισθοχωρούσα μέχρι που δεν έπαιρνε άλλο. Ύστερα άρπαξα μια καρέκλα και του την πέταξα στο κεφάλι.
«Αρκετά για σήμερα», είπε εκείνος. «Έκανες επιτέλους ένα βήμα. Θα συνεχίσουμε αύριο. Θα συνεχίσουμε μέχρι που θα σε κάνω άνθρωπο».
Σάββατο 26 Ιανουαρίου 2013
Η «πραγματική εικόνα των πραγμάτων» κατά pirandello.
«Γιατί δεν κοιμάσαι και με ξενυχτάς κι εμένα;», ρώτησα, «και τι διάολο κάνεις και σεργιανάς πάνω κάτω βραδιάτικα;»
«Σ’ έφερα εδώ για να μιλήσουμε», είπε ο piradello.
«Τι να πούμε χριστιανέ μου ; είναι άγρια μεσάνυχτα. Και γιατί δεν ανάβεις ένα φως; Τι παριστάνεις;»
«Μην ανοίγεις το φως», είπε εκείνος, «είναι καλύτερα έτσι».
«Τι είδους μούρλα είναι αυτή πάλι; Τι κάνεις στα σκοτάδια; Και γιατί μιλάς έτσι; Πούντιασες;»
«Είναι η κουκούλα. Και αν το καλοσκεφτείς θα δεις πως δεν είναι καθόλου απαραίτητο το φως. Ίσα - ίσα σ’ αποπροσανατολίζει απ’ αυτό που πραγματικά βρίσκεται εκεί, από ‘κείνο που πρέπει να δεις».
«Κατάλαβα», έκανα. «Πάλι οι γνωστές παλαβομάρες. Δεν είχες ύπνο και λες, δεν τον φωνάζω εδώ αυτόν τον ηλίθιο να περάσουμε την ώρα μας;»
«Καθόλου παλαβομάρες», είπε ο pirandello. «Και αν δεν έβγαζες όπως πάντα αυθαίρετα συμπεράσματα θα καταλάβαινες πως σου μιλάω για την πραγματική εικόνα των πραγμάτων, όχι για ‘κείνη που φαίνεται».
«Άσε με σε παρακαλώ ν’ ανάψω ένα φως, να μιλήσουμε επιτέλους σαν άνθρωποι».
«Φύγε απ’ τον διακόπτη».
«Καλά… δεν ανοίγω το φως. Αλλά στον Θεό σου, οι άνθρωποι τέτοια ώρα κοιμούνται».
«Οι ηλίθιοι κοιμούνται. Γιατί πρέπει να παραδεχθείς πως το να κοιμάσαι ενώ συμβαίνουν τόσα τριγύρω είναι κουταμάρα. Είναι βλακεία… ηλιθιότητα».
«Το να κοιμάται κάποιος είναι ηλιθιότητα; Και τι να κάνουμε; Να φοράμε κουκούλες και να κυκλοφορούμε στα σκοτάδια;»
«Αυτό με το σκοτάδι και το φως είναι απλώς προκατάληψη. Αν δε βλέπεις τι μύτη σου δεν έχει καμιά σημασία αν είναι μέρα ή νύχτα».
«Μα τον Θεό, δεν σε καταλαβαίνω. Με ξεσηκώνεις απ’ το κρεβάτι μου για να με φέρεις εδώ και να μου αραδιάσεις όλες αυτές τις βλακείες; Μα τι άνθρωπος είσαι εσύ τέλος πάντων; Και γιατί φοράς την κουκούλα; Να μη σε αναγνωρίσω;» »
«Αν είχες κουκούτσι μυαλό στο κεφάλι σου θα καταλάβαινες πως δεν παίζω. Και πάνω στο τραπέζι έχει κι άλλη , φόρεσέ την».
«Είσαι τρελός. Γιατί να τη βάλω την κουκούλα;»
«Κάνε αυτό που σου λέω. Αλλιώς θα σηκωθώ και θα σε παρατήσω να σε φάνε τα σκυλόψαρα, οι Ψωμιάδηδες».
«Α, εκεί το πας».
«Φυσικά και το πάω εκεί. Και αν θες να ξέρεις δε τη φοράω για σένα την κουκούλα, τη φοράω για το κοινό. Γιατί το κοινό πρέπει να καταλάβει κάτι απ’ όλη αυτή την ιστορία».
«Μα δε σε βλέπει… δε μας βλέπει κανείς. Κι αυτό το σκοτάδι… σε τι εξυπηρετεί το σκοτάδι;»
«Το σκοτάδι κάνει τη δουλειά του κι εμείς τη δική μας, φόρεσέ την να τελειώνουμε».
«Ορίστε, τη φόρεσα».
Τον άκουσα να με πλησιάζει. Και την ίδια στιγμή ένοιωσα ένα φοβερό χτύπημα που μου κατάφερε στα μούτρα με το διαλομένο το σκουπόξυλο.
«Σιχαμένε», βόγκηξα, «μου έσπασες τη μύτη… μου έσπασες τη μύτη».
Άκουσα το σκουπόξυλο που έπεσε πέρα. Τώρα ήταν άοπλος… και βούτηξα να το πιάσω. Αλλά εκείνος μου έβαλε μάλλον τρικλοποδιά και σωριάστηκα κάτω σαν τον ηλίθιο.
«Το σκοτάδι εξυπηρετεί στο να μη βλέπει ο αντίπαλος της κινήσεις μας», είπε ο pirandello. «Αυτό δε σημαίνει πως εμείς δεν πρέπει να προβλέπουμε τις δικές του».
«Να πας στον διάολο», ούρλιαξα. «Βρικόλακα. ανώμαλε».
«Θα μ’ ευγνωμονείς κάποτε για όλα αυτά φίλε μου», είπε και τον άκουσα που έφευγε. «Αλλά αρκετά για σήμερα μ’ αυτό το θέατρο, να μη σε κουράζω», είπε και την άλλη στιγμή άναψε τα φώτα. Ήταν ντυμένος καρδινάλιος.
«Τρελέ», φώναξα. «Ανισσόροπε».
«Ποτέ δε βλέπουμε την πραγματική εικόνα των πραγμάτων φίλε μου», είπε, «ποτέ».
Τρίτη 22 Ιανουαρίου 2013
Ο «βετζετέριαν» κι ο pirandello.
«Ο καθένας και μόνος του», είπε ο pirandello, «αυτό είναι το σύστημα».
«Ναι», συμφώνησα. «Αλλά αυτό είναι ανθρωποφαγία».
«Προφανώς», είπε ο pirandello. «Το άλλο όμως είναι βλακεία. Είναι σαν να πιστεύεις πως δε θα σε φάει ο καρχαρίας επειδή είχε περιδρομιάσει προηγουμένως γατόψαρα».
«Μπορείς να μην είσαι τόσο περιγραφικός; Με τρομάζεις».
«Σε τρομάζω επειδή σου λέω την αλήθεια;»
«Με τρομάζεις επειδή την ξέρω. Την ξέρω και δε θέλω να μου λες ότι την ξέρεις κι εσύ».
«Γιατί;»
«Γιατί μου την επιβεβαιώνεις».
«Θα προτιμούσες δηλαδή να σε φλομώνω στα ψέματα;»
«Όχι. Ούτε αυτό… δεν ξέρω τι θα ‘θελα».
«Θα ‘θελες να ‘χες ξεμπλέξει μ’ όλα αυτά. Ή να μην είχαν συμβεί ποτέ».
«Μάλλον. Αλλά τα πράγματα δε γίνονται ποτέ όπως θες».
«Μου πήρες την ατάκα μου τώρα».
«Δεν πειράζει, καταλαβαινόμαστε».
«Δε μπορείς επομένως να συνεχίζεις να είσαι βετζετέριαν».
«Ναι… νομίζω. Δεν είναι εύκολο να γίνεις σαρκοφάγο ξαφνικά».
«Ούτε μαϊμού μπορείς γιατί θα σε φάνε».
«Άρα;»
«Δεν έχει άρα, άρχισε να τρως. Στην ανάγκη κατάπινέ τα αμάσητα».
«Μου ‘ρχεται να ξεράσω».
«Ξέρασε. Αλλά συνέχισε».
Δευτέρα 21 Ιανουαρίου 2013
Η «εκπαίδευση» του pirandello.
«Τι τα θέλουμε αυτά τα γελοία ρούχα;», ρώτησα.
«Πώς; You're in the army now», είπε ο pirandello, «πρέπει να μπεις στο πετσί του στρατιώτη. Και μη σταματάς, 1, 2. 1, 2… συνεχίζουμε από ‘κει που ‘χαμε μείνει, καταρρίπτω όλα σου τα επιχειρήματα, λέγε»
«Έπρεπε εξ αρχής να καθορίσουμε τους όρους μας», είπα ασθμαίνοντας και πηδώντας πάνω - κάτω, «να ‘χω κι εγώ… πώς το λένε… το μερτικό μου».
«Είσαι επηρεασμένος και δεν ξέρεις τι λες», είπε ο pirandello βαδίζοντας πέρα - δώθε με το σκουπόξυλο και τη σφυρίχτρα, «άκου εκεί μερίδιο… και αν θες να ξέρεις ο κόσμος έρχεται για ‘μένα εδώ, αν δεν ήμουν εγώ εσύ ποιος θα ‘σουν;»
«Έπρεπε να γράφει κάπου το όνομα μου, βαρέθηκα να ζω στην σκιά».
«Τι είπες στρατιώτη; Δεν άκουσα τίποτα».
«Έπρεπε να γράφει κάπου το όνομα μου, βαρέθηκα να ζω στην σκιά», ούρλιαξα.
«Να ανοίξεις δικό σου μαγαζί τότε», μου φώναξε μέσα στο αφτί.
«Δεν χρειάζεται να είσαι τόσο πειστικός», είπα, «μη φωνάζεις».
Ο pirandello χτύπησε παλαμάκια. «Συγκεντρώσου, δεν κάνουμε θέατρο τώρα, προετοιμάζουμε την στάση σου στο δικαστήριο. Και στο δικαστήριο δε θα ‘χεις χρόνο να σκεφτείς, πρέπει να είσαι δασκαλεμένος. Συνέχισε, 1, 2. 1, 2…»
«Εντάξει», είπα. «Αλλά ας κάνουμε ένα διάλειμμα, κουράστηκα».
«Δεν υπάρχουν περιθώρια για ξεκούραση… εκτός κι αν θέλεις να χάσεις».
«Μα λέμε και ξαναλέμε τα ίδια πράγματα, τα εμπέδωσα».
«Σε βρίσκω αδύναμο… ή τέλος πάντων όχι αρκετά δυνατό. Πρέπει να προπονηθείς, θα τρέχεις 45 λεπτά κάθε πρωί και θα παίρνεις πρωτεΐνες. Εν ανάγκη θα καταφύγουμε στα αναβολικά, πρέπει να αποκτήσεις αυτοπεποίθηση, ανάστημα, σφρίγος. Καταλαβαίνεις ή μιλάω στον αέρα; Ακούς στρατιώτη;»
«Καταλαβαίνω», έκανα αδύναμα. «Αλλά θέλω έναν καφέ».
«Συμφωνείς; «Να συνεχίσω ή να σ’ αφήσω και να κοιτάξω τις δουλειές μου;»
«Όχι, συμφωνώ», είπα. «Σε χρειάζομαι».
«Μου αναθέτεις να σε κάνω σκληρό σαν πέτρα; Δυνατό σαν ταύρο; Συμφωνείς;»
«Ναι, ναι… όλα αυτά».
«Υπερασπίσου τότε ψοφίμι», ούρλιαξε κι άρχισε να με κοπανάει με τη σκούπα.
«Τρελάθηκες; Σταμάτα», φώναζα αλλά εκείνος συνέχιζε μέχρι που μου κατάφερε μια γερή στο κεφάλι και άρχισα να αιμορραγώ. Πέταξε τότε το σκουπόξυλο και άναψε τσιγάρο. «Χρειάζεσαι πολύ δουλειά», είπε. «Είσαι σαν να ‘χεις έρθει από άλλον κόσμο, είσαι μαμμόθρεφτος».
«Είσαι θεότρελος», είπα, «μου άνοιξες το κεφάλι».
Πήγε και μου έφερε πάγο. Ύστερα μου έβαλε ένα φλιτζάνι καφέ και μου έδωσε και τσιγάρο. «Σκέψου πως είσαι στον στρατό, πως έχεις να τα βάλεις με τέρατα. Θα σε φάνε λάχανο αν δεν γίνεις έτσι που λέω, καταλαβαίνεις;»
«Καταλαβαίνω», του είπα και αρπάζοντας το σκουπόξυλο χίμηξα κατά πάνω του.
«Εντάξει, εντάξει», φώναξε, «καλά τα πας, αντιστάθηκες επιτέλους».
«Πάω να πάρω αέρα», είπα αηδιασμένος. Πέταξα ύστερα το σκουπόξυλο και γύρισα να φύγω. Και τότε μου έδωσε μια γερή στο κεφάλι και με έριξε κάτω.
«Δε γυρνάμε ποτέ την πλάτη στον αντίπαλο, δε γυρνάμε ποτέ την πλάτη στον αντίπαλο», επαναλάμβανε συνέχεια ενώ με κλωτσούσε στα πλευρά και με βάραγε ανελέητα με το σκουπόξυλο… μέχρι που λιποθύμησα.
Σάββατο 19 Ιανουαρίου 2013
Γενέθλια με τον pirandello.
«Μα σε κάνει έξαλλο», ούρλιαζε ο pirandello, «αυτός ο άνθρωπος καταργεί το αυτονόητο».
«Τι συμβαίνει;», ρώτησα μπαίνοντας με την τούρτα, «τι φωνάζεις;»
«Σσς», μου έκανε νόημα, «μιλάω με τη δικηγόρο».
«Κατάλαβα», είπα και πήγα να βάλω την τούρτα στο ψυγείο… μέρα που βρήκα να ‘χω κι εγώ γενέθλια.
«Χρόνια πολλά», μου έκανε κοφτά μόλις γύρισα, «μιλούσα με τη δικηγόρο… συγγνώμη, είμαι πολύ ταραγμένος».
«Δεν μιλούσες, ούρλιαζες», είπα.
«Μα… μα είναι να μη φωνάζω;»
«Να φωνάζεις. Αλλά έχεις και πίεση. Κι εγώ γενέθλια».
«Το ξέρω ότι έχεις γενέθλια. Και δεν είναι ανάγκη να μου θυμίζεις τι έχω και τι δεν έχω», είπε. «Πήρες τούρτα;»
«Μια μικρή, έτσι για το καλό».
«Και κεράκια υποθέτω».
«Και κεράκια κι απ’ όλα».
«Ελπίζω να μην κάλεσες κανέναν, δεν είναι κατάλληλη η μέρα να αρχίσουν να πηγαινοέρχονται διάφοροι και να μας εύχονται».
«Να μου εύχονται θες να πεις».
«Ναι, φυσικά. Αν και μετά από το σο καιρό εμείς είμαστε ένα. Και δε θέλω κόσμο… καταλαβαίνεις… μια άλλη φορά ίσως».
«Δε θα καλούσα, έτσι κι αλλιώς».
«Μπράβο, μπράβο», έκανε, «έτσι θα είμαστε πιο άνετα, αυτές οι γιορτές με κάνουν άνω – κάτω… έχω κι ένα σωρό θέματα… καταλαβαίνεις».
«Συγγνώμη», είπα. «Σήμερα έτυχε να ‘χω γενέθλια και στα γενέθλια είθισται…»
«Αν δεν περιμένουμε κανέναν φέρε την τούρτα να σβήσεις τα κεράκια».
«Δεν είναι απαραίτητο».
«Πώς; Τι πάει να πει δεν είναι απαραίτητο; Εδώ κάνουμε τόσα και τόσα. Αποτελεί τελετουργικό άλλωστε… είμαστε ό,τι είμαστε αλλά τα τελετουργικά, τελετουργικά».
«Θα προτιμούσα κάτι πιο συναισθηματικό από ένα απλό τελετουργικό», είπα φέρνοντας την τούρτα.
«Κουταμάρες», είπε, «τι πιο συναισθηματικό από αυτά τα πυροτεχνήματα; Να βγάλουμε και μια φωτογραφία να τα θυμόμαστε».
«Δε θέλω φωτογραφίες. Φωτογραφίες βγάζουν αυτοί που τους αρέσει να δείχνονται. Είναι ένα απλό γλυκό με κεράκια, τα σβήνω, εσύ μου τραγουδάς και τελειώσαμε».
«Πέντε μεγάλα και έξι μικρά», παρατήρησε. «Θα μπορούσες να βάλεις ένα, συμβολικά».
«Θες να πεις πως μεγάλωσα ε;»
«Μη δίνεις σημασία, το θέμα είναι να είσαι καλά».
«Τι έκανα όλα αυτά τα χρόνια, μου λες; Γιατί δε θυμάμαι;», ρώτησα αργότερα.
«Μη σ’ απασχολούν αυτά που έκανες», σύστησε ο pirandello. «Να σ’ απασχολεί τι δεν έκανες. Ή καλύτερα τι θα κάνεις».
«Τι λες να κάνω;»
«Δεν ξέρω», μου είπε κοιτάζοντας αφηρημένα απ’ το παράθυρο. «Σου εύχομαι να ‘ναι όμως ενδιαφέρον».
«Θες άλλο γλυκό;»
«Μάλλον όχι, πρέπει να προσέχουμε και τα πολλά γλυκά είναι για νεώτερες ηλικίες».
«Μόνο σήμερα».
«Αν είναι μόνο για σήμερα, βάλε μου αυτό το μεγάλο με τη φράουλα».
«Σου αρέσει η φράουλα;»
«Όχι ιδιαίτερα. Αλλά στη ζωή πρέπει να παίρνεις το καλύτερο που σου προσφέρεται».
Σωστά», είπα. Και σερβιρίστηκα ένα μεγάλο κομμάτι, επίσης με φράουλα.
«Σου πήρα και δώρο», μου είπε δίνοντάς μου το πακετάκι.»Ένα μαύρο Πάρκερ, το άλλο σου χάλασε, έτσι δεν είναι;»
«Δεν ήταν ανάγκη», είπα. Αλλά πολύ το χάρηκα.
Πέμπτη 17 Ιανουαρίου 2013
Το «κόλπο ντε φάβα» κι ο pirandello.
«Το είδες αυτό που λένε;»
«Ποιο;»
«Αυτό για τις κάμερες, ότι θα μιλήσουν οι κάμερες».
«Ανοησίες».
«Αν είχαν κάμερες; Αποκλείεται να έχουν παντού κάμερες;»
«Αποκλείεται. Και να έχουν δε θα δουλεύουν».
«Πώς είσαι τόσο σίγουρος;»
«Ξέρεις κάτι που να δουλεύει;»
«Εδώ είναι άλλο, είναι κάμερες»/.
«Μα ήταν μια παράγκα, είναι δυνατόν να ‘χουν κάμερες στις παράγκες; Ξέρεις πόσες παράγκες υπάρχουν;»
«Πόσες;»
«Αυτό είναι τώρα το θέμα μας; Πόσες παράγκες υπάρχουν;»
«Εντάξει, είμαι αναστατωμένος».
«Κοίτα να ηρεμήσεις. Και ξέχασέ το».
«Μα πώς να το ξεχάσω; Κι αν μπουκάρουν τίποτα μπάτσοι;»
«Θυμάσαι που ήταν η παράγκα;»
«Θυμάμαι… δηλαδή όχι. Ήταν νύχτα. Και κάναμε ένα σωρό κύκλους».
«Και το όπλο. Πού είναι το όπλο;»
«Δεν ξέρω. Πού το ‘βαλες;»
«Όσο λιγότερα ξέρεις τόσο καλύτερα».
«Δηλαδή το ‘χεις κι εσύ κατά νου ότι μπορεί να μας πιάσουν».
«Δεν είπα αυτό. Απλώς προσπαθώ να σου πω πως δεν υπάρχει λόγος να ανησυχείς. Και στο κάτω - κάτω εσύ δεν έκανες τίποτα, ούτε θυμάσαι καν που ήταν αυτή η παράγκα».
«Κοίτα. Η φάτσα σου στην τηλεόραση».
«Είναι από μια συνέντευξη που έδωσα».
«Έδωσες συνέντευξη; Σε ποιον;»
«Ίδρυσα σύλλογο υπέρ των παρεξηγημένων πολιτικών».
«Και τι λες στη συνέντευξη;»
«Ισχυρίζομαι πως είδα το στικάκι και πως ο Διώτης είναι αθώος. Όπως ο Παπακωνσταντίνου, ο Πρόεδρος και όλοι οι άλλοι».
«Και πού τα ξέρεις εσύ αυτά;»
«Είναι κοινή λογική, θα δεις που θα δικαιωθώ».
«Και για τις κάλπες τι λες;»
«Κόλπο ντε φάβα».
«Πού το ξέρεις;»
«Όλα στην Ελλάδα είναι κόλπο ντε φάβα, είναι εθνική συνταγή».
«Και όλα αυτά που γράφουν οι δημοσιογράφοι… αυτά που λένε τα ραδιόφωνα;»
«Κι αυτά κόλπο ντε φάβα, ψιλό γαζί… πώς το λένε;»
«Μα…»
«Μα τι δε βλέπεις; Μάστερ σεφ, εφιάλτης στην κουζίνα, ηλιομαγειρέματα… αυτή δεν είναι χώρα, είναι μαγέρικο».
Τρίτη 15 Ιανουαρίου 2013
«PIRANDELLO GANG»
«Ας αναπαραστήσουμε λοιπόν τη σκηνή», είπε ο pirandello και πήρε το Καλάσνικοφ απ’ το πίσω κάθισμα.
«Πρόσεχε μ’ αυτό το πράγμα», είπα.
«Εσύ κράτησε τη μηχανή αναμμένη και τα άλλα άφησέ τα σε μένα», είπε και βγήκε απ’ το αυτοκίνητο. Έκανε μερικά βήματα, σταμάτησε, κοίταξε ένα γύρω, μου χαμογέλασε μ’ εκείνον τον μορφασμό που κάνει όταν χαμογελάει, όπλισε, σήκωσε το όπλο και το άδειασε στον τοίχο της παράγκας ενώ εμένα όλη αυτήν την ώρα η καρδιά μου πήγαινε να σπάσει.
«Πώς σου φάνηκε;», με ρώτησε απ’ το παράθυρο.
«Μπες μέσα να φύγουμε», φώναξα, ‘»γρήγορα».
«Τι βιάζεσαι;», με ρώτησε μπαίνοντας με το πάσο του, «δε μας κυνηγάει κανείς».
Πάτησα γκάζι και εξαφανιστήκαμε από ‘κει. «Είσαι τελείως τρελός», είπα. «Αν εμφανιζόταν κάποιος;»
«Ηρέμησε», είπε. Είχε λύσει στο μεταξύ το όπλο και έβαζε τα κομμάτια του σ’ έναν εκδρομικό σάκο. «Κόσκινο την έκανα την παλιοπουτάνα», είπε μετά.
«Και τι κατάλαβες τώρα;», ρώτησα. «Αν μας έπιαναν…»
«Καλά είσαι σοβαρός;», μου είπε ανάβοντας τσιγάρο και ανοίγοντας το ραδιόφωνο. «Είδες να πιάνουν ποτέ κάποιον; Πιάνουν μόνο κάτι φτωχομπινέδες που χρωστάνε στην εφορία».
Το ραδιόφωνο έπαιζε Αμερικάνικα, του 30. Μετά διέκοψε για ν’ ανακοινώσει το δελτίο τύπου της Γερμανικής πρεσβείας, ότι δηλαδή τα κάνανε πλακάκια ο Τσίπρας κι ο Σόιμπλε.
«Κοίτα να το ξεφορτωθείς το συντομότερο αυτό το πράγμα», είπα, δείχνοντας τον σάκο.
«Δεν είσαι καλά, αυτό είναι πια ιστορικό όπλο, θα είναι το σήμα της οργάνωσης».
«Ποιας οργάνωσης;»
«Της δικής μας. Της PIRANDELLO GANG».
«Θα μας χώσουν μέσα μ’ αυτές τις μαλακίες που κάνεις, ο δρόμος είναι τώρα γεμάτος κάλυκες… θα τα μαγειρέψουν και θα μας φορτώσουν και καμιά δολοφονία στο τέλος. Θα μας μπουζουριάσουν και θα ζήσουμε την υπόλοιπή μας ζωή στη φυλακή».
«Ανοησίες. Στο κάτω - κάτω τι κάναμε;»
«Έκανες κόσκινο εκείνη την παράγκα. Πάλι καλά που δεν άφησες και καμιά προκήρυξη».
«Άφησα, ποιος σου είπε ότι δεν άφησα;»
«Θεέ μου, είσαι τελείως τρελός; Θα μας πιάσουν και θα κάνουμε παρέα στον Ξηρό στον Κορυδαλλό. Αυτό θες;»
«Μην ανησυχείς. Το κτίριο δεν είναι καν του ΣΥΡΙΖΑ. Αμφιβάλω αν το πάρουν χαμπάρι… εδώ που τα λέμε δεν είναι καν κτίριο, μια σκατοπαράγκα είναι».
«Πάλι καλά».
«Θα έριχνα στην Τρικούπη. Αλλά δεν ήθελα να το διακινδυνεύσω. Για σένα το έκανα, επειδή φοβάσαι»
«Κι η προκήρυξη; Τι έλεγε η προκήρυξη;»
«Ότι η PIRANDELLO GANG αναλαμβάνει την πολιτική ευθύνη και ότι ο επόμενος στόχος θα είναι το Προεδρικό Μέγαρο».
«Γιατί το Προεδρικό Μέγαρο;»
«Γιατί έτσι κάνουν όλοι, δε βλέπεις; Ρίχνουν στα σπίτια. Και μάλιστα όταν δεν είναι κανείς, σίγουρα πράγματα. Και για το Προεδρικό το είπα για να τους φοβίσω. Όλα άλλωστε γίνονται ένεκα εντυπωσιασμού».
«Δε σε καταλαβαίνω, γιατί όλα αυτά;»
«Πρέπει να είσαι μέσα στην εποχή, ν’ ακολουθείς τη μόδα. Αλλιώς δε σε λογαριάζει κανείς».
«Γιατί, τώρα ποιος σε λογαριάζει;»
«Πάλι κανείς. Αλλά αύριο θα ‘ναι μια άλλη μέρα».
Κυριακή 13 Ιανουαρίου 2013
Η «ευκαιρία» του pirandello.
«Έχεις κάτι μαζί μου;»
«Πώς σου ήρθε αυτό;»
«Απλώς ρωτάω… δε μιλάς».
«Δε μιλάω γιατί δεν έχω τι να σου πω».
«Μπορείς να πεις οτιδήποτε, δε χρειάζεται να ‘χεις κάτι συγκεκριμένο».
«Οι άνθρωποι συνήθως λένε βλακείες. Δεν έχουν να πουν τίποτα και λένε βλακείες».
«Η ζωή είναι τέτοια, δε φταίνε οι άνθρωποι».
«Δε καταλαβαίνω τι νόημα έχει τώρα αυτή η συζήτηση».
«Δε μπορούμε να είμαστε στο ίδιο δωμάτιο και να μη μιλάμε, αν είναι να φύγω».
«Αν θέλεις να φύγεις, φύγε».
«Κάτι σ’ απασχολεί».
«Όντως. Αλλά δε θέλω να το συζητάω».
«Καλώς. Θέλεις κάτι να κάνω;»
«Όχι».
«Αυτός ο καιρός είναι πληκτικός, δεν είναι;»
«Είναι χειμώνας. Πάντα ο χειμώνας είναι έτσι πληκτικός».
«»Λοιπόν… να φεύγω κι εγώ».
«Δε μπορείς να κάτσεις σ’ ένα μέρος χωρίς να μιλάς;»
«Μπορώ. Αλλά δε βλέπω τον λόγο».
«Μα δε βλέπεις πως όταν οι άνθρωποι δεν έχουν τι να πουν αναγκάζονται να λένε βλακείες;»
«Είσαι αυστηρός με τους ανθρώπους. Στο κάτω - κάτω δεν είναι υποχρεωμένοι να έχουν να πουν κάτι».
«Και δεν είναι τραγικό αυτό;»
«Δε συμβαίνει και πάντα».
«Συμβαίνει όμως. Ανοίγει ξαφνικά η πόρτα και ο άνθρωπος που έχεις μπροστά σου, σου φαίνετε απελπιστικά βαρετός, δε συμβαίνει ;»
«Όλοι έχουν δικαίωμα να είναι ακόμα και βαρετοί».
«Μονάχα οι ανόητοι. Οι άλλοι ξέρουν να μη το δείχνουν».
«Εμένα δε μου φαίνεσαι βαρετός».
«Γιατί το λες τώρα αυτό;»
«Έτσι μου ‘ρθε, μη δίνεις σημασία».
«Ούτε εμένα μου φαίνεσαι βαρετός».
«Προφανώς δε φτάνει αυτό».
«Προφανώς».
«Θες να πάμε μια βόλτα με το αυτοκίνητο;»
«Να πάμε πού;»
«Μια βόλτα».
«Μπορούμε να πάμε μακριά;»
«Όσο θες».
«Τότε εντάξει».
«Μπορούμε να πάμε και μέχρι την Ιταλία αν θες».
«Δεν εννοώ τόσο μακριά».
«Μπορούμε να πάμε σε κάποιο νησί».
«Δεν είναι κακή ιδέα. Σε ποιο νησί λες;»
«Σε όποιο να ‘ναι».
«Δε θ’ αλλάξει τίποτα, το ξέρεις, έτσι δεν είναι;»
«Το ξέρω. Αλλά πρέπει να πάμε. Πρέπει να της δώσουμε μια ευκαιρία».
«Πώς λες να ‘ναι;»
«Ποια;»
«Αυτή η ευκαιρία».
«Πώς είναι οι ευκαιρίες;»
«Δεν ξέρω. Θα είναι διαφορετικές φαντάζομαι… δηλαδή απ’ ό,τι συνήθως».
«Πάμε τότε. Δεν είναι σωστό να την αφήσουμε να περιμένει».
«Το καπέλο μου» μου είπε με το που μπήκαμε στο αυτοκίνητο. «Ξέχασα το καπέλο μου».
«Θα στο φέρω εγώ», είπα, «ποιο καπέλο;»
«Δεν έχω αποφασίσει ακόμα, θα πάω εγώ», είπε και ξαναγύρισε σπίτι. Είναι μια ώρα μέσα και ψάχνει για ένα καπέλο. Και έχω βαρεθεί να περιμένω. Νομίζω πως δε θα φύγουμε ποτέ απ’ αυτό το μέρος.
Τρίτη 1 Ιανουαρίου 2013
Οι «νέες επιδιώξεις» του pirandello .
«Τι είναι αυτά;», ρώτησα έκπληκτος.
«Ποια αυτά;», έκανε εκείνος παριστάνοντας τον ανήξερο, «τα κυνηγητικά εννοείς;»
«Ακριβώς», έκανα. «Θα πας κυνήγι;»
«Όχι», είπε κορδωμένος, «μ’ έχεις για τέτοιον;»
«Τότε προς τι όλα αυτά; Τι τη θες την καραμπίνα;; τι τις θες τις μπότες; Και τι είναι όλα αυτά τα φισεκλίκια; Ανταρτοπόλεμο έχουμε;»
«Α, λες για την αμφίεση», είπε ο pirandello. «Είπα να τα βάλω έτσι για την καλή χρονιά. Σηματοδοτεί τις νέες επιδιώξεις».
«Τι είναι πάλι αυτές οι επιδιώξεις;»
«Έλα να κόψουμε τη βασιλόπιτα», είπε ο Pirandello κι έβγαλε ένα πριονωτό μαχαίρι απ’ τη ζώνη του. Το κοίταξα έντρομος.
«Μη φοβάσαι, είναι για τη βασιλόπιτα», είπε. Σταύρωσε μετά την πίτα και άρχισε να κόβει… «Ένα», είπε, «του Χριστού, να τον έχει ο Θεός καλά για να μας προσέχει κι εμάς τους ακάθαρτους. Δύο του σπιτιού, για να μην πέσει να μας πλακώσει. Τρία του οικοδεσπότη, γιατί έτσι είθισται. Τέσσερα του καλεσμένου, εσύ είσαι αυτός, ο τέσσερα».
Τον ευχαρίστησα και πήρα το κομμάτι μου.
«Δεν έβαλα φλουρί, λόγω κρίσης», είπε, «μην ψάχνεις».
«Δεν ψάχνω», έκανα τον αδιάφορο. «Αλλά μπορούσες να βάλεις κάτι, ένα πενηνταράκι αν δεν είχες ευρώ».
«Η βασιλόπιτα είναι υπερβατικό έθιμο, δεν είναι για τα λεφτά, φέρνει λένε τύχη. Αλλά εγώ δεν πιστεύω στην τύχη».
«Τότε προς τι το έθιμο;»
«Πιστεύω στην υπερβατικότητα», είπε και συνέχισε να κόβει τα κομμάτια… «της Μπερλίν, του Πουκ…».
Θα κόψεις όλη τη βασιλόπιτα;», ρώτησα, «θα ξεραθεί».
«Όχι, τέλειωσα», είπε. «Άλλωστε είμαστε εμείς κι εμείς». Άφησε μετά κάτω το μαχαίρι κι άρχισε να εξετάζει την καραμπίνα.
«Λοιπόν, αν δε με χρειάζεσαι κάτι να πάω κι εγώ σπίτι μου», είπα και σηκώθηκα να φύγω.
«Λες τα Βέλγικα να τα βγάλουν πέρα με το κυνήγι;», ρώτησε αφήνοντας στην άκρη το όπλο.
«Δεν ξέρω», είπα, «δεν είναι κυνηγόσκυλα».
«Από προκύπτει αυτό;»
«Προκύπτει απ’ το ότι είναι φύλακες, δεν είναι κυνηγόσκυλα».
Πήγε κι έφερε ένα βιβλίο και μου το έδωσε. «Εδώ λέει πως εκπαιδεύονται τα σκυλιά για το κυνήγι του βίσωνα», είπε. «Κοίτα να δεις τι μπορείς να κάνεις».
«Να κάνω δηλαδή τι;», είπα.
«Μα να τα εκπαιδεύσεις. Θέλω να τα κάνεις τα καλύτερα κυνηγουάουα».
«Τι είναι τα κυνηγουάουα;», ρώτησα έκπληκτος.
«Είναι μια απ’ τις νέες επιδιώξεις μου, να κάνω τα βέλγικα κυνηγουάουα, το τέλειο σκυλί για το κυνήγι του βίσωνα σε παραθαλάσσιες περιοχές».
«Μα δεν έχουμε βίσωνες, θα φέρεις και βίσωνες;»
«Ω Θεέ μου, πόσο πεζός είσαι», είπε. «Φυσικά και δεν έχουμε. Αν είχαμε δε θα ήταν νέα επιδίωξη, θα ήταν παλιά».
«Σωστά», έκανα και πήρα το βιβλίο.
«Αυτό δε λέει για σκυλιά», είπα, «είναι το ταξίδι στο κέντρο της γης».
Κούνησε το κεφάλι του. «Φυσικά», έκανε. «Δεν υπάρχει ανάλογο βιβλίο για κυνηγουάουα και βίσωνες. Αλλά κάνε κι εσύ κάτι».
Κυριακή 30 Δεκεμβρίου 2012
Η «μέρα που ‘ναι» κι ο pirandello.
«Είπα μέρα που ‘ναι…»
«Μέρα που ‘ναι τι;»
«Να μην πω τίποτα. Αρκετά τα δυσάρεστα».
«Ναι, σ’ έπιασε τώρα ο πόνος… γίνεσαι γλυκανάλατος».
«Γλυκανάλατος; Εγώ;»
«Μάλιστα κύριε, γλυκανάλατος. Αρεστός».
«Αρεστός; Σε ποιον; Βλέπεις κανέναν άλλον; Εκτός από ‘μας τους δυο θέλω να πω».
«Μην κάνεις πως δε καταλαβαίνεις, εννοώ τους θεατές, τους ακροατές».
«Τους αναγνώστες εννοείς».
«Αυτούς. Αλλιώς δε θα ‘μασταν ούτε εμείς εδώ. Και ίσως αυτό θα ήταν πιο αληθινό, πιο ντόμπρο».
«Ώστε γι’ αυτό είσαι εδώ; Και εγώ που νόμιζα πως ήσουν εδώ σαν φίλος».
«Είμαι και σαν φίλος. Είμαι και σαν υποβολέας. Είμαι και σαν συνείδηση. Και σαν καθρέφτης. Είμαι όλα αυτά. Αλλά χωρίς αυτούς δεν έχει νόημα και το ξέρεις, υπάρχουμε, κι εσύ κι εγώ για τους άλλους. Αυτός είναι ο πραγματικός μας ρόλος, διαφωνείς;»
«Χαίρομαι που βάζεις τα πράγματα στη θέση τους τέλος πάντων, που δεν τρέφεις αυταπάτες».
«Κανένας δεν τρέφει πια αυταπάτες. Κι αυτό το ξέρεις».
«Γιατί θες να γίνεσαι δυσάρεστος… μέρα που ‘ναι».
«Μα η δυσαρέσκεια είναι εδώ, το πω εγώ ή όχι, δεν τη νοιώθεις;»
«Να νοιώθω τι; Ότι δεν σου αρκεί το ότι είμαστε εδώ οι δυο μας και τα λέμε; Μα αυτό το ξέρω, όλοι το ξέρουν».
«Τέλος πάντων… συζητήσεις, ατέρμονες συζητήσεις, χωρίς νόημα. Θεέ μου… τι απουσία νοήματος».
«Μα γιατί θαρρείς υπάρχουν οι άνθρωποι; Τι μπορούν να κάνουν όλοι αυτοί οι ελάχιστοι;»
«Ελάχιστοι. Πάντα έτσι έβλεπες τους ανθρώπους, με υπεροψία».
«Κουταμάρες. Τους βλέπω σύμφωνα με το πώς είναι, ούτε υπερβάλω ούτε τίποτα, το μαύρο, μαύρο και το άσπρο, άσπρο».
«Τέλος πάντων… μέρα που ‘ναι… ας τα αφήσουμε ως έχουν».
«Ναι, μέρα που ‘ναι… ας τα αφήσουμε ως έχουν», είπε κι ο pirandello.
Και δεν είπαμε τίποτα άλλο. .
Παρασκευή 28 Δεκεμβρίου 2012
Οι «προβλέψεις» του pirandello .
«Αν αυτή ήταν η χειρότερη χρονιά, αναρωτιέμαι πώς θα είναι η επόμενη», είπα.
«Α, εγώ δεν αναρωτιέμαι καθόλου», είπε ο pirandello. «Και δε θα ‘ναι χειρότερη, θα ‘ναι ένα όνειρο».
«Από πού προκύπτει αυτό διάολε;», ρώτησα.
«Να σου πω, δε μπορώ να το υπογράψω αλλά δε βλέπω να πεθαίνουμε κιόλας, που λέει και ο υπουργός».
«Ναι. Ψόφο δεν έχουμε», είπα.
«Κοίτα», είπε ο Pirandello, «τα πράγματα είναι απλά. Πες πως το 13 θα πάμε όλοι μαζί, μια εκδρομή στα χιόνια, στο ύπαιθρο».
«Ε, και;»
«Τι κάνεις όταν πας εκδρομή; Παίρνεις μαζί σου καλοριφέρ; Παίρνεις μαζί την κουζίνα;»
«Όχι», είπα.
«Αυτό σου λέω. Δες το έτσι, βάζεις χοντρές κάλτσες, τρία - τέσσερα μπουφάν, παίρνεις μαζί μια κονσέρβα, έναν σουγιά, ένα φαρμακείο με γάζες και τεραμυκίνη, μερκιουροχρώμ, σλίπιμπαγκ, σκούφο, κασκόλ, γάντια και ανάβεις μια φωτιά με ξερόκλαδα, αυτό κάνεις. Ζεσταίνεσαι, μαγειρεύεις, κατουράς στο θαμνάκι, πλένεσαι στο ποταμάκι, κυνηγάς πεταλούδες, δεν είναι αυτό ένα όνειρο;»
«Και με τα εδώ τι γίνεται;», ρώτησα.
«Τίποτα», είπε ο pirandello. “Συμμαζεύουμε λίγο το σπίτι… εσύ δηλαδή που είσαι σχολαστικός, σκουπίζεις, κλείνουμε πόρτες και παράθυρα και από ‘δω πάνε κι οι άλλοι».
«Τόσο απλά».
‘»Τόσο απλά», είπε ο pirandello και σηκώθηκε. «Άντε», μου είπε, «μη κάθεσαι, εγώ πάω να μαζέψω τα πράγματα».
«Να κάνω τι;», ρώτησα.
«Σκούπισε, βάλε τα πράγματα στη θέση τους… τα γνωστά».
«Κι εσύ τι θα κάνεις;»
«Θα δω τις κονσέρβες, τους χάρτες, να βρω έναν φακό, έναν αναπτήρα παντός καιρού… και να δω τι ρούχα θα βάλουμε».
«Σε πόσες μέρες μπαίνει το 13;», ρώτησα.
«Όπου να ‘ναι», είπε ο pirandello. «Αλλά μη σε νοιάζει, θα ‘αι ένα όνειρο… σκέψου τι ωραία που θα είναι μα κοιμάσαι στο χιόνι, χωρίς όλους αυτούς τους τρισκατάρατους στην τηλεόραση… θα ‘ναι θαύμα σου λέω».
Δευτέρα 24 Δεκεμβρίου 2012
Τα «χαβανέζο-Χριστούγεννα» του pirandello.
«Γιατί έβαλες καλοκαιρινά; Θα παγώσεις», του είπα. Φορούσε ένα χαβανέζικο πουκάμισο που δεν ξέρω που το βρήκε, βερμούδα και γυαλιά ηλίου. Από κάτω φορούσε σοσόνια και πέδιλα… πολύ γελοία εμφάνιση, θα ‘λεγα.
«Προσπαθώ να εναρμονιστώ με το κλίμα της Αυστραλίας», είπε τρέμοντας απ’ το κρύο. «Αυτοί εκεί κάτω έχουν καλοκαίρι, δεν έχουν;»
«Έχουν», είπα. «Εσύ δεν καταλαβαίνω τι κάνεις».
«Έχουν Χριστούγεννα κι εκεί, δεν έχουν;», ρώτησε.
«Και Χριστούγεννα έχουν και Πρωτοχρονιά και απ’ όλα, τι καμώματα είναι αυτά; Θ’ αρπάξεις καμιά πούντα».
«Και Άη-Βασίλη έχουν, δεν έχουν;»
«Βρε μανία τώρα με την Αυστραλία…», έκανα.
«Και πώς εμφανίζεται εκεί ο άγιος; Φοράει μπότες και σκούφο καλοκαιριάτικα;»
«Δε μου λες, τρελάθηκες; Πήγαινε άλλαξε».
«Επειδή είναι παράδοξο να φοράει μπότες καλοκαιριάτικα… ήθελα να δω τι αντίδραση θα ‘χες», είπε ο pirandello. Ύστερα πήγε και ντύθηκε κανονικά. Κάνει συχνά τέτοιες παλαβομάρες.
«Είναι ανορθόδοξο όμως», μονολόγησε.
«Που φοράει ο άγιος μπότες;»
«Κι αυτό. Γενικά υπάρχει μια παραδοξότητα στην ιστορία των Χριστουγέννων».
«Τι παραδοξότητα;», ρώτησα.
«Να, δεντράκια, nμπαλίτσες και αγγελάκια που κρέμονται, γιρλάντες… όλα αυτά τα χαρούμενα, ο Αη-Βασίλης που μπαίνει απ’ την καμινάδα, το χιόνι που πέφτει σε όλες τις ταινίες, το έλκηθρο… σαν να μη λαμβάνουν υπόψη τους το άλλο ημισφαίριο».
Πέμπτη 20 Δεκεμβρίου 2012
Το τέλος κι ο Pirandello.
«Δόξα τω Θεώ», είπε ο pirandello και σηκώθηκε απ’ το τραπέζι.
Τι σ’ έπιασε; Εσύ δεν επικαλείσαι ποτέ τον Θεό».
«Απόψε είναι αλλιώς, φάγαμε ένα πιάτο φαΐ, ήπιαμε το κρασί μας…», κοίταξε το ρολόι του, «… και μας απομένουν και λίγες ώρες ζωής».
«Σκοπεύεις να τα τινάξεις;»
«Δεν έχει να κάνει με το τι σκοπεύω εγώ, είναι να μη σ’ έχει βάλει κανένας στο μάτι… πας ας πούμε έναν περίπατο, όπως εγώ το πρωί, στραβοπατάς… και αυτό ήταν, πέφτεις και σπας το κεφάλι σου, πολύ θέλει;»
«Φάγαμε, ήπιαμε και τώρα θες να μου το βγάλεις απ’ τη μύτη, έτσι;»
Όχι, πίστεψέ με δεν είχα τέτοια πρόθεση».
Τότε τι είναι αυτές οι σπαζοκεφαλιές που λες;»
«Ανέφερα ένα τυχαίο παράδειγμα, μπορεί να μη στραβοπατήσεις, μπορεί να πέσεις από τη σκάλα, να πατήσεις μια μπανανόφλουδα, να σκοντάψεις στο χαλάκι του μπάνιου…»
«Κατάλαβα», είπα, «αν είναι να πας θα πας από πέσιμο».
«Δεν είναι απόλυτο, μπορεί να σε βαρέσει αυτοκίνητο, να σε βαρέσει το ρεύμα, να σε βαρέσει κάποιος μ’ ένα ξύλο στο κεφάλι, μπορεί να στη βαρέσει και να πέσεις απ’ το παράθυρο… θέλω να πω πως υπάρχουν ένα σωρό τρόποι για να τα τινάξει κανείς». Θα μου πεις επιτέλους γιατί τα σκέφτεσαι όλα αυτά;»
«Για το τέλος του κόσμου, εσύ γράφεις μυθιστορήματα, να μην προτείνω κι εγώ κάτι;»
Δευτέρα 17 Δεκεμβρίου 2012
Η ενεργειακή σόμπα κι ο pirandello .
n«Τι ακούς πρωί - πρωί με τόση προσοχή;», ρώτησα τον pirandello.
«Μια καθημερινή εκπομπή», είπε κάνοντάς μου νόημα να μη μιλάω.
«Λένε κάτι σημαντικό;»
«Άκου, άκου», έκανε ο pirandello.
«Δεν καταλαβαίνω, τι λένε;»
«Βλακείες. Η εκπομπή είναι δίωρη και τη δεύτερη ώρα επαναλαμβάνουν ό,τι λένε την πρώτη».
«Έτσι είναι η ειδησεογραφία», είπα, «επαναλαμβάνεται».
«Δε λέω για τις ειδήσεις, λέω για τις κουβέντες ανάμεσα… λέει για παράδειγμα: «σήμερα το πρωί που ερχόμουν παντού μύριζαν αναμμένα τζάκια»… μια χαζή δηλαδή πληροφορία γιατί στην Κυψέλη ας πούμε αυτό δε γίνεται, ούτε στο Παγκράτι».
«Καλά», είπα, «το είπε για να δώσει μια χαρούμενη ατμόσφαιρα».
«Το είπε και τις δύο ώρες για να το πάει στη διαφήμιση της ενεργειακής σόμπας, δήθεν όμως αυθόρμητα», είπε ο pirandello, «αυτό φίλε μου λέγεται δημοσιογραφία».
«Καλά», είπα, «εσύ μην ακούς».
«Έχεις δίκιο», είπε ο pirandello και έκλεισε το ραδιόφωνο, «είναι ανάξια λόγου αυτά τα πράγματα».
Πήγα να φέρω καφέ και τον ξαναβρήκα να ακούει ραδιόφωνο.
«Πάλι τα ίδια;», ρώτησα.
«Όχι», είπε ο Pirandello. «Τώρα έχει αντιστασιακή εκμάθηση».
«Τι είναι αυτό;»
«Επαναλαμβάνεις αυτά που είπαν οι προηγούμενοι το προηγούμενο βράδυ και τα σχολιάζεις σαν να πρόκειται για το τέλος του κόσμου. Και σε ρωτάω, εσένα τον άσχετο, είναι αυτό τώρα δημοσιογραφία;»
«Μην τους ακούς», είπα εγώ.
«Άκου, άκου», έκανε ο Pirandello, «πάλι αυτή η ενεργειακή σόμπα».
«Τι είναι η ενεργειακή σόμπα;»
«Ένα γελοίο πράγμα που κάνει ένα σωρό λεφτά και γεμίζει το σπίτι σωλήνες, εκμεταλλεύονται παιδί μου όλοι την κρίση και σου πουλάνε ό,τι θέλουν, ποιος θα αγόραζε ένα χρόνο πριν ένα τέτοιο έκτρωμα;»
«Σουτ», έκανα, «λέει για τη ΔΕΗ».
«Τα έχω ακούσει δέκα φορές απ’ το πρωί, τα ίδια λένε συνέχεια, ένα μήνα λένε τώρα για τη ΔΕΗ. Και σε ρωτώ, είναι αυτό δημοσιογραφία; Μήπως θα έπρεπε να το λένε ανακύκλωση;»
«Γιατί δεν το κλείνεις;»
«Γιατί άμα το κλείσω δε θα ‘χουμε τι άλλο να λέμε, γι’ αυτό», είπε ο pirandello.
«Θυμάσαι πριν από μερικά χρόνια; Το θέμα τότε ήταν το ΠΑΣΟΚ κι η Ν.Δ. Τώρα είναι ΣΥΡΙΖΑ - ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ».
«Ναι, όπως Παναθηναϊκός - Βέροια».
«Παρακολουθείς και ποδόσφαιρο τώρα;»
«Ναι», είπε ο pirandello. «Τα ίδια λένε κι εκεί, για την ενεργειακή σόμπα. Μήπως το θέμα είναι η σόμπα;»
«Λες;», ρώτησα. «Μπορεί».
Δευτέρα 10 Δεκεμβρίου 2012
Τα "σκατοανθρώπινα" δικαιώματα κι ο pirandello.
Είναι μια κρύα μέρα του χειμώνα, του τελευταίου χειμώνα, σύμφωνα με τις ενδείξεις. Ο pirandello έβαλε τα χοντροπάπουτσα του, κάτι μποτάκια που μοιάζουν με άρβυλα και το κοτλέ με τις τσέπες στα γόνατα που φοράει συνέχεια, ένα πουλόβερ και ένα μπουφάν που βάζει μες στο σπίτι. Τέλος φόρεσε την τραγιάσκα του - που μάλλον τη φοράει και στον ύπνο του - και βγαίνοντας απ’ την πίσω πόρτα, έκανε τον γύρω και μπήκε στο γραφείο του απ’ την πόρτα της κουζίνας, απομακρύνοντας τις γάτες με το μπαστούνι του. Αυτή είναι μια ρουτίνα που κάνει κάθε πρωί. Έφτιαξε μετά καφέ και άναψε το αιρκοντίσιον να ζεστάνει λίγο. Άνοιξε μετά τα πατζούρια να μπει το φως, ένα γκριζογάλανο φως σαν από φθόριο που έχει σαν χαράζει. «Εδώ κοιμήθηκες;», με ρώτησε.
«Ναι», είπα, κουκουλωμένος ακόμα κάτω απ’ τα σκεπάσματα.»Τι ώρα είναι;»
«Ξημερώνει», μου είπε, «δε χρειάζεται να σηκωθείς».
Παρ’ όλα αυτά σηκώθηκα.
«Τι γίνεται;», ρώτησα παίρνοντας μια κούπα καφέ.
«Σκέφτομαι τα ανθρώπινα δικαιώματα», είπε ο pirandello.
«Τι σκέφτεσαι για τα ανθρώπινα δικαιώματα;»
«Ότι δεν υπάρχουν πια. Ότι κι αν υπάρχουν δεν τα θυμάται κανείς».
«Θα είδες τίποτα στην τηλεόραση», είπα εγώ, πάντα έτσι κάνει, κάθεται και ακούει διάφορα στην τηλεόραση και το πρωί μου τα σερβίρει για δικά του.
«Η τηλεόραση δε δείχνει πια τίποτα», είπε ο pirandello.
«Από πού προέκυψε τότε αυτό για τα ανθρώπινα δικαιώματα;», ρώτησα.
Ο pirandello έδειξε με το χέρι του το δωμάτιο. «Είναι αυτό το ίδιο δωμάτιο που ήταν ένα χρόνο πριν;», μου ανταπέδωσε την ερώτηση.
«Εγώ το βλέπω ίδιο», είπα μην ξέροντας τι άλλο να πω. «Απλώς κάνει λίγο κρύο».
«Ξέρεις τι πέτυχαν; Πέτυχαν να θεωρείς αυτονόητο ότι δεν πρέπει να ‘χεις θέρμανση τον χειμώνα, ότι αν δεν τους πληρώσεις τον φόρο έχουν το δικαίωμα να σου κόψουν το φως και να σ’ αφήσουν να πεθάνεις εδώ μέσα».
«Είναι πολύ νωρίς», είπα, «ακόμα δεν ήπια καφέ… δε μπορώ να σκεφτώ».
«Φυσικά», έκανε ο pirandello, «κανένας δε μπορεί να σκεφτεί, αυτό είναι το πρόβλημα».
«Να σκεφτεί τι; Τα ανθρώπινα δικαιώματα;»
«Είναι 30 μόλις άρθρα», είπε ο pirandello. «Θα μπορούσαν να γίνουν στάμπα στη μπλούζα σου, να γίνουν μπαϊράκι και να κρέμονται έξω από κάθε σπίτι, έχουν μεταφραστεί δεν ξέρω κι εγώ σε πόσες γλώσσες».
«Και τι θα ‘βγαινε μ’ αυτό;», ρώτησα.
«Τίποτα. Αλλά θα γινόταν ξεκάθαρη αυτή η παραβίαση, θα είχαν έναν λόγο να βγούνε στον δρόμο και ν’ απαιτήσουν τουλάχιστον να τους αναγνωρίζονται αυτά τα σκατοδικαιώματα».
Μετά πήγε κι έφερε ένα μεγάλο σεντόνι και μ’ έβαλε και αντέγραψα με ευανάγνωστα, μεγάλα γράμματα τη διακήρυξη.
Έτσι πέρασε σχεδόν όλο το πρωί, με τον pirandello να διορθώνει κάθε τόσο τα λάθη μου, μ’ ένα πινέλο που βουτούσε σ’ ένα κουπάκι με πλαστικό. Τέλος, όταν τέλειωσα ανεβήκαμε στην ταράτσα και απλώσαμε το σεντόνι έτσι που θα το έβλεπε - αν υπήρχε, Θεός.
«Γιατί δεν το κρεμάμε κάπου να φαίνεται;», ρώτησα ενώ έβαζα κάτι πέτρες να μην το πάρει ο αέρας.
«Όποιος θέλει βρίσκει τη διακήρυξη στο internet είπε ο pirandello, «αυτό είναι για άλλη δουλειά».
Κυριακή 9 Δεκεμβρίου 2012
Το «μάθημα» του pirandello
«Η θάλασσα ακούγεται φουσκωμένη, κάθε τόσο παίρνει θαρρείς μια βαθιά ανάσα κι ύστερα την ξεφυσάει στην παραλία, σαν κάτι το ζωντανό», είπα, «σαν φάλαινα φυσητήρας».
«Μη στέκεσαι στο παράθυρο», είπε ο pirandello, «αυτό το πράγμα μπορεί να σε τρελάνει».
Γύρισα και κάθισα στο τραπέζι, εκεί που κάθομαι συνήθως. Ο Pirandello καθόταν απέναντί μου και κάπνιζε χωρίς να λέει ή να κάνει τίποτα, αυτή η ίδια κατάσταση επαναλαμβανόταν τώρα για μέρες.
Μετά, σαν να θυμήθηκε κάτι πήρε ένα ογκώδες βιβλίο που διάβαζε και μου το έδωσε, «ρίξε μια ματιά σ’ αυτό», είπε. «Είναι τρομερό αλλά όταν το τελειώσεις ο κόσμος θα σου φανεί πιο όμορφος».
«Δεν έχω καιρό για διάβασμα», είπα ανόρεχτα και έσπρωξα το βιβλίο στην άκρη. ¨
«Κι όμως, θα έπρεπε να βρεις», είπε ο Pirandello. Ύστερα φυλλομέτρησε και διάβασε ένα απόσπασμα: «Οι στρατιωτικοί έπρεπε να έχουν κάτι για να ασχολούνται, διαφορετικά κάποια στιγμή θα άρχιζαν να σκοτώνονται μεταξύ τους. Όμως από εκείνη τη μέρα και μετά ο τρόπος με τον οποίο γίνονταν παλιότερα τα πράγματα έπαψε να υφίσταται. Ο πόλεμος -ο πραγματικός πόλεμος, εκείνος που βρισκόταν σε εξέλιξη εδώ και χίλια χρόνια και θα εξακολουθούσε να μαίνεται για άλλα χίλια, ο πόλεμος ανάμεσα σε Εμάς και στους Άλλους, ανάμεσα στους Έχοντες και στους Μη Έχοντες, ανάμεσα στο θεό μου και στο θεό σου, όποιος κι αν ήταν αυτός- θα είχε πλέον για πρωταγωνιστές ανθρώπους με πρόσωπα τα οποία ούτε πρόσεχες ούτε μπορούσες να θυμηθείς, ντυμένους σαν καμαρότους, σοφέρ ή ταχυδρόμους, με σιγαστήρες κρυμμένους στα μανίκια τους. θα είχε για πρωταγωνιστές νεαρές μητέρες που θα έσπρωχναν κιλά εκρηκτικών υλών μέσα σε βρεφικά καρότσια και μαθήτριες που θα έμπαιναν σε συρμούς του μετρό κουβαλώντας φιαλίδια με τοξικές ουσίες μέσα στα παιδικά σακίδια τους. Ο πόλεμος θα διεξαγόταν από τις καρότσες φορτηγών, από ουδέτερα δωμάτια ασήμαντων ξενοδοχείων κοντά σε αεροδρόμια, από σπηλιές σε οροσειρές κάπου στο πουθενά. Ο πόλεμος θα ξεσπούσε πάνω σε τρένα και κρουαζιερόπλοια, σε εμπορικά κέντρα και κινηματογράφους, σε τζαμιά, στην εξοχή και στην πόλη, στο σκοτάδι και στο φως. Ο πόλεμος θα γινόταν στο όνομα του Αλλάχ ή του κουρδικού εθνικισμού ή του προσηλυτισμού των εβραίων στο χριστιανισμό ή της όποιας ομάδας μπέιζμπολ: Οι επιμέρους αιτίες δεν είχαν αλλάξει, ποτέ δεν επρόκειτο να αλλάξουν, όμως, αν άφηνες στην άκρη τις μαλακίες, όλα κατέληγαν πάντα σε κάποιον ισολογισμό τριμήνου ή σε κάποια επίμαχη θέση. Η διαφορά ήταν ότι ο πόλεμος βρισκόταν πλέον παντού, εξαπλωνόταν σαν καρκίνος που κάνει μεταστάσεις, λες και ένα εκατομμύριο ανεξέλεγκτα κύτταρα σάρωναν τον πλανήτη και οι πάντες είχαν μολυνθεί».
Έκλεισε το βιβλίο και το άφησε μπροστά μου. «Τζάστιν Κρονιν, το Πέρασμα», είπε. «Αν δεν το έχεις καταλάβει σε λίγο δε θα ‘χουμε τι άλλο να φάμε», είπα εγώ.
Ο pirandello έβαλε τα γέλια.
«Πού το βλέπεις το αστείο;», ρώτησα. Μερικές φορές νομίζω πως έχει το ακαταλόγιστο.
«Θυμήθηκα τον χρυσοθήρα του Τσάπλιν», είπε. «Εκεί δεν είναι που τρώει την αρβύλα του;»
«Νομίζω… δε θυμάμαι», έκανα εγώ. «Και πάλι δε βλέπω τίποτα το αστείο».
«Δεν είναι αστείο που τρώει τα κορδόνια των παπουτσιών του;», έκανε σκασμένος στα γέλια.
«Δεν σε καταλαβαίνω, που βρίσκεις την όρεξη και γελάς;»
Ξαφνικά σοβάρεψε. «Δεν γελάω», είπε. «Αυτοσαρκάζομαι. Λες να μην καταλαβαίνω τι γίνεται;»
«Έτσι δείχνεις».
«Λοιπόν θα σου πω τι σκέφτομαι… ή μάλλον πώς το σκέφτομαι», είπε ο pirandello.
Περίμενα να δω τι θα πει. Εκείνος πέταξε πέρα το άδειο πακέτο απ’ τα τσιγάρα του και απλώνοντας το χέρι πήρε ένα απ’ τα δικά μου, χωρίς να ρωτήσει.
«Είμαστε στο χείλος του γκρεμού, σωστά;», ρώτησε ανάβοντας το τσιγάρο. Εγώ τον κοίταζα.
«»Και τι γίνεται;», ρώτησε.
«Τίποτα», είπα. «Καπνίζεις τα τσιγάρα μου».
«Αυτό ακριβώς «, είπε ο pirandello. «Έτσι ακριβώς είναι και το σύστημα της οικονομίας. Και οι δύο είμαστε σε άθλια θέση αλλά εγώ είμαι καλύτερα από ‘σένα γιατί εσύ μου επιτρέπεις να καπνίζω τα τσιγάρα σου».
«Δεν καταλαβαίνω, τα τσιγάρα μου είναι το πρόβλημα;»
«Όχι. Το πρόβλημα είναι ότι μου επιτρέπεις να απλώνω χέρι στα τσιγάρα σου… όπως ακριβώς κάνει το σύστημα, σου αδειάζει την τσέπη και εσύ δεν αντιστέκεσαι».
«Τι να κάνω;»
«Να μην το επιτρέψεις. Να μην επιτρέπεις σε κανέναν να χώνει το χέρι του στην τσέπη σου. Ή για να το κάνει να πρέπει να δώσει κι αυτός κάτι». Και λέγοντας αυτά πήρε ένα ακόμα τσιγάρο απ’ το πακέτο μου».
«Κάτω τα χέρια», είπα. «»Το τσιγάρο κάνει ένα ευρώ».
Έβγαλε τότε απ’ την τσέπη του ένα ευρώ και μου το ‘δωσε.
«Αν και θα έπρεπε να μου το δώσεις εσύ αυτό», είπε, «για το μάθημα».
Θολωμένος κάπως μάζεψα τα τσιγάρα μου κι έφυγα. Μετά ξαναγύρισα και πήρα και το βιβλίο. Στον δρόμο σκεφτόμουν συνεχώς πιο πραγματικά ήταν το μάθημα.
Σάββατο 1 Δεκεμβρίου 2012
pirandello και pirandello
«Τι συμβαίνει;», ρώτησα, «μας έκοψαν το φως;»
«Όχι», είπε ο Pirandello, «έχω κατεβάσει τις ασφάλειες».
«Τι είδους παλαβομάρα είναι αυτή πάλι;», έκανα, έχω απηυδήσει πια.
«Δεν περίμενα να καταλάβεις», είπε εκείνος. «Προσπαθώ να επικοινωνήσω σε άλλη διάσταση».
«Μάλιστα. Και με ποιον;»
«Με τον εαυτό μου, στο μέλλον».
«Α, βέβαια», είπα, «κάθε μέρα το κάνω αυτό».
«Δεν αστειεύομαι», είπε πολύ σοβαρά ο pirandello. «Και σε πληροφορώ πως δεν είναι η πρώτη φορά που το επιχειρώ. Με επιτυχία εννοώ».
«Δηλαδή πώς»
«Αν αυτοσυγκεντρωθείς. Με την προϋπόθεση πως το θέλεις πραγματικά. Πως δε θα φοβηθείς να δεις τον αυριανό σου εαυτό».
«Γιατί να φοβηθώ;»
«Γιατί μπορεί ν’ αντικρίσεις κάτι φριχτό… είναι βέβαιο πως θα δεις κάτι φριχτό».
Σοβάρευε το θέμα και κάθισα. «Και γιατί αυτό πρέπει να γίνει στα σκοτεινά;»
«Εμένα με διευκολύνει αυτό», είπε ο Pirandello. «Εσύ μπορεί να μπορείς να το κάνεις με φως».
«Ωραία», είπα. «Εμένα γιατί μου ‘πες να ‘ρθω;»
«Για να ‘ναι κάποιος εδώ. Φοβάμαι μόνος μου».
«Τι έχεις σκοπό να κάνεις;», ρώτησα. Είχα αρχίσει να ανησυχώ.
«Μπορεί να εξαφανιστώ. Μπορεί να πάρει τη θέση μου αυτός. Και ξαφνικά να είμαι ένας γέρος, ένα γερόντιο που δε θα στέκει στα μυαλά του, που θα χέζεται πάνω του, που θα φτύνει και θα βαρυγκωμάει όλη την ώρα».
«Έτσι φαντάζεσαι πως θα γίνεις;»
«Έτσι δε γίνεται ο άνθρωπος;
«Έτσι γίνεται. Αλλά όχι απ’ τη μια ώρα στην άλλη, δε θα γίνει απόψε».
«Σε πειράζει να ξαπλώσεις εδώ; Δε θα κάνω φασαρία».
«Μα… δεν βρίσκω τον λόγο, όλα αυτά είναι βλακείες».
«Το ξέρω. Μόνο γι’ απόψε».
«Και αύριο; Δε θα θες να μείνω και αύριο;»
«Θα το ‘χω περάσει μια φορά. Απόψε είναι που φοβάμαι. Αν δεν γεράσω απόψε πάει να πει πως θα γίνει αργά, κανονικά».
«Εντάξει», του είπα, «θα μείνω εδώ, θα κοιμηθώ στον καναπέ».
«Όχι, καλύτερα να κοιμηθείς στην κρεβατοκάμαρα, έχω βολευτεί τώρα εδώ».
«Όπως νομίζεις», είπα και σηκώθηκα.
«Πας από τώρα;»
«Μπορώ να μείνω κι άλλο αν θες. Αλλά πιστεύω πως καταλαβαίνεις πως αυτά τα πράγματα που λες δε γίνονται».
«Δεν ξέρεις», είπε ο pirandello. «Μπορεί να φτάσω στην αγνωσία, να βγω απ’ τη συνείδησή μου. Και να δω τον εαυτό μου να περιφέρεται στον χρόνο, να τον δω να γερνάει, να πεθαίνει και να γεννιέται ξανά. Και το πρωί να είμαι πάλι εδώ και να μη θυμάμαι τίποτα. Γι’ αυτό θέλω έναν μάρτυρα, να το δει κάποιος».
«Μα πώς μπορώ να δω εγώ τι θα σκέφτεσαι;»
«Θα είναι κάτι υπερφυσικό, θα το νοιώσεις… θ’ αρχίσω να παραμιλώ, να ουρλιάζω, να βγάζω αφρούς, θα πέσω ξερός, ή θα σουλατσάρω στο ταβάνι, θα ξαμοληθώ με μια χρυσή κλωστή στον ουρανό, κάτι θα δεις».
«Εντάξει», είπα, έσβησα το τσιγάρο μου κι έφυγα. Αλλά φυσικά δε μπόρεσα να κοιμηθώ.
Παρασκευή 30 Νοεμβρίου 2012
Η «λύση» του pirandello
«Δέχομαι πιέσεις», είπε ο Pirandello. Και πριν προλάβω να πω οτιδήποτε πρόσθεσε: «μου ζητάνε να γράφω εδώ. Και δεν έχω τι να τους πω».
«Κάτι θα βρεις», είπα εγώ.
«Να τους διδάξω λες τεχνικές ψαρέματος; Είμαι πολύ καλός σ’ αυτό, ξέρεις. Ή μήπως να τους διδάξω αυτοάμυνα; Θα μπορούσα να παραδίδω μαθήματα πολεμικών τεχνών, γενικώς. Ή τεχνικές επιβίωσης, πώς να μαζεύετε ας πούμε το νερό της βροχής και να το επεξεργάζεστε, πώς να πλένετε τα ρούχα στο χέρι, πώς μπαλώνει κανείς ένα ρούχο…»
«Τα ξέρεις εσύ όλα αυτά;», ρώτησα από περιέργεια.
«Όχι», είπε ο Pirandello. «Αλλά μπορώ να μάθω, δεν είναι δύσκολο να περνάς μια βελόνα, ή να βράζεις νερό. Θ’ αρχίσω άλλωστε με τα απλά».
«Δείξε τους ό,τι θες», είπα. Δεν είναι να τον παίρνεις στα σοβαρά αυτόν τον άνθρωπο.
«Διακρίνω μια αμφιβολία στο μάτι σου», παρατήρησε ο Pirandello. «Νομίζεις πως δε θα τα καταφέρω;».
«Όχι, δεν είπα αυτό», είπα.
«Ξέρεις τι μπορώ να κάνω εγώ κύριε; Θα μπορούσα μέχρι και να μας απαλλάξω από την κρίση».
«Πώς δηλαδή;»
«Δεν το έχω σκεφτεί. Αλλά θα μπορούσα αν έπρεπε».
«Τι πάει να πει αυτό; Δεν πρέπει κατά τη γνώμης σου;»
«Και πρέπει και δεν πρέπει», είπε. «Πρέπει γιατί ο κόσμος υποφέρει. Αλλά δεν πρέπει γιατί αλλιώς θα τους είχαμε αιωνίως να μας δουλεύουν. Τώρα μέρα τη μέρα ξεμπροστιάζονται, ο ένας μετά τον άλλον».
«Και είναι ανάγκη να καταστραφεί πρώτα ο κόσμος για να ξεμπροστιαστούν μερικοί; Θα με τρελάνεις;»
«Λοιπόν», είπε ο Pirandello, «σοβαρά τώρα. Δε χρειάζεται να εναλλάσσονται οι κύριοι αυτοί της Βουλής. Πρέπει να καταργήσουμε τα κόμματα όμως, τον μηχανισμό από κάτω που κάνει τη βρομοδουλειά. Τους διοικητάδες, τους συνδικαλιστές, όλες αυτές τις φατρίες».
«Το πρόβλημα είναι το οικονομικό», του υπενθύμισα. «Λεφτά πού θα βρεις;»
«Απ’ τα θεάματα. Ξέρεις πόσα τζογάρονται στα θεάματα; Ξέρεις πόσα χρήματα χορεύουν σ’ αυτό που λέγεται ποδόσφαιρο; Πόσα δίνουν για να κάνουν μεταγραφές;»
«Και τι θα κάνεις; Θ’ απαγορέψεις το ποδόσφαιρο;»
«Να μην αρχίσω κι εγώ τώρα τα θα… θα… θα… των πολιτικών», είπε ο Pirandello. «Αν κόψεις όμως την αιμορραγία προς τα κάτω του δημοσίου το αίμα θα γυρίσει στο κεφάλι και μπορεί κάτι να σκεφτούμε. Πρώτα όμως πρέπει να κόψεις αυτό το κτήνος που λέγεται από κάτω. Μετά θα μπορούσες να προσλάβεις όλους αυτούς τους ανέργους και να τους βάλεις να παράγουν κάτι, κάτι που θα μπορούσες να το εξάγεις, να προωθήσεις ευρεσιτεχνίες για παράδειγμα, έχουν εκατομμύρια προτάσεις στα υπουργεία… αλλά μίζα ο ένας - μίζα ο άλλος, δε βγαίνει άκρη».
Δεν είχε άδικο τώρα σ’ αυτό.
Τετάρτη 28 Νοεμβρίου 2012
"ανάκαμψη" του pirandello
Αποκτήσαμε δυο νέους αναγνώστες», είπε ο Pirandello.
«Εντάξει», είπα. «Κάποτε θα γινόταν κι αυτό».
«Αυτό σημαίνει πως μπήκαμε σε τροχιά ανάκαμψης», είπε εκείνος. «Είδες που το έλεγε ο Σαμαράς;»
Εγώ αν δε δω λεφτά να τρέχουν στον δρόμο, δεν πιστεύω λέξη», έκανα. «Και δυο αναγνώστες δεν είναι ανάκαμψη».
«Είναι πρόοδος. Δεν είναι γεωμετρική αλλά είναι μια πρόοδος».
«Εντυπωσιάζεσαι πολύ από τέτοια πράγματα».
Όχι ακριβώς», είπε ο Pirandello. «Θα ‘λεγα πως δεν εντυπωσιάζομαι καθόλου. Αλλά να βρίσκεις κάποιον να θέλει να σε διαβάζει δεν είναι και λίγο… μπορεί να ήθελα πολύ περισσότερους. Αλλά είναι η κρίση».
«Ανοησίες. Το να πατάει κάποιος ένα κουμπί δε σημαίνει ότι σε διαβάζει. Περνάει τη ώρα του, αντί να πηγαίνει σινεμά, αντί να διαβάζει εφημερίδα».
«Γιατί είσαι πάντα έτσι αντιδραστικός; Ζηλεύεις;»
Να ζηλεύω τι; Εγώ άλλωστε είμαι εργαζόμενος εδώ. Και μάλιστα απλήρωτος».
«Γιατί δεν απεργείς; Γιατί δε διεκδικείς τα δικαιώματά σου όπως οι άλλοι;»
«Οι άλλοι είναι οργανωμένοι. Και επιπλέον ξέρω ότι δεν έχεις. Με τι θα με πληρώσεις;»
«Με δόξα», είπε ο Pirandello. «Είναι καιρός να στραφούμε σε άλλες αξίες, οι Ολυμπιονίκες έπαιρναν έναν κλάδο ελιάς».
«Αυτοί δεν είχαν να πληρώσουν ΔΕΗ, να βάλουν πετρέλαιο…»
«Αυτό εννοώ άλλες αξίες. Ζωή στο ύπαιθρο, κυνήγι, ψάρεμα… τέτοια».
Και λέγοντας αυτά πήγε κι έφερε δυο καλάμια. «Πάμε», είπε. «Απόψε άκουσα πως θα ‘χει ψάρι».
«Είσαι σίγουρος;», τον ρώτησα όταν ρίξαμε τις πετονιές.
«Όχι», είπε. «Αλλά έχεις καμιά καλύτερη ιδέα να κάνουμε;»
Πέμπτη 6 Σεπτεμβρίου 2012
"πείνα" του pirandello
«Αυτή τη στιγμή πεινάω. Και δε μπορώ να σκεφτώ οτιδήποτε άλλο», δήλωσε ο Pirandello.
«Μπορείς να κάνεις υπομονή», είπα εγώ, «θα φάμε σε λίγο».
«Αυτό το σε λίγο είναι που μ’ ανησυχεί», είπε ο Pirandello, «μου θυμίζει τις υποσχέσεις της κυβέρνησης, φάτε μάτια, ψάρια».
«Δεν έχεις λόγους να μ’ αμφισβητείς», είπα, «δεν έμεινες ποτέ χωρίς φαγητό».
«Ναι», είπε αυτός, «αλλά για όλα υπάρχει πάντα μία αρχή… θα μπορούσαμε θαυμάσια να σταματήσουμε να τρώμε από σήμερα».
«Παραλογίζεσαι τώρα, τι νόημα θα είχε αυτό;»
«Κανένα. Αλλά θα μπορούσε να είναι στο πλαίσιο κάποιας εκμάθησης».
«Ξέρεις ότι πάσχεις από φοβίες;»
«Φυσικά. Ποιος δεν έχει φοβίες;»
«Ναι. Αλλά το να φοβάσαι πως θα μείνεις ξαφνικά χωρίς φαγητό είναι ανόητη φοβία».
«Το φαγητό είναι βασικό, δε ζει κανείς χωρίς φαγητό».
«Τέλος πάντων, δε διατρέχεις προς το παρόν τέτοιο κίνδυνο».
«Καλομελέτα κι έρχεται», έκανε ο Pirandello.
Και δίχως να το θέλω, άρχισα κι εγώ να το σκέφτομαι.
.
«Μπορείς να κάνεις υπομονή», είπα εγώ, «θα φάμε σε λίγο».
«Αυτό το σε λίγο είναι που μ’ ανησυχεί», είπε ο Pirandello, «μου θυμίζει τις υποσχέσεις της κυβέρνησης, φάτε μάτια, ψάρια».
«Δεν έχεις λόγους να μ’ αμφισβητείς», είπα, «δεν έμεινες ποτέ χωρίς φαγητό».
«Ναι», είπε αυτός, «αλλά για όλα υπάρχει πάντα μία αρχή… θα μπορούσαμε θαυμάσια να σταματήσουμε να τρώμε από σήμερα».
«Παραλογίζεσαι τώρα, τι νόημα θα είχε αυτό;»
«Κανένα. Αλλά θα μπορούσε να είναι στο πλαίσιο κάποιας εκμάθησης».
«Ξέρεις ότι πάσχεις από φοβίες;»
«Φυσικά. Ποιος δεν έχει φοβίες;»
«Ναι. Αλλά το να φοβάσαι πως θα μείνεις ξαφνικά χωρίς φαγητό είναι ανόητη φοβία».
«Το φαγητό είναι βασικό, δε ζει κανείς χωρίς φαγητό».
«Τέλος πάντων, δε διατρέχεις προς το παρόν τέτοιο κίνδυνο».
«Καλομελέτα κι έρχεται», έκανε ο Pirandello.
Και δίχως να το θέλω, άρχισα κι εγώ να το σκέφτομαι.
.
Πέμπτη 23 Αυγούστου 2012
Η αίσθηση του χρόνου κι ο Pirandello.
Ο Pirandello μπήκε κατάκοπος και σωριάστηκε στην πρώτη καρέκλα που βρήκε. Μετά μου έκανε νόημα να του βάλω καφέ, δε μπορούσε καν να μιλήσει.
«Θα μου πεις τέλος πάντων τι έγινε;», ρώτησα αφού είχε πιει μια γουλιά καφέ και είχε αρχίσει να συνέρχεται.
«Κατάθλιψη, τι άλλο;», απάντησε ο Pirandello. «Όταν οι γιατροί δεν ξέρουν τι έχεις, σου λένε ότι έχεις κατάθλιψη».
«Καλά, αυτό είναι γνωστό, δε χρειαζόταν να μας το πει ο γιατρός», έκανα, «λύση στο πρόβλημά μας έδωσε;»
«Οι γιατροί δε δίνουν λύσεις, δεν είναι μαθηματικοί, αυτοί δίνουν χάπια. Χάπια και αποστασιοποίηση, μακριά από οτιδήποτε διαταράσσει την ψυχική ισορροπία».
«Αυτό είναι σωστό», είπα.
«Με το μέρος ποιανού είσαι τώρα εσύ;», φώναξε, «εγώ δήλωσα πως χάπια δεν παίρνω».
«Συμφωνώ», είπα. «Και καλά κάνεις».
«Δε γίνεται να κουβεντιάσουμε έτσι», είπε. «Ή θα συμφωνείς, ή θα διαφωνείς. Δε γίνεται και τα δυο».
«Μπορεί να συμφωνώ με κάτι και να διαφωνώ μ’ ένα άλλο, το άλλο που λες δε γίνεται».
«Μου πας συνέχεια κόντρα», είπε. «Γι’ αυτό δεν είμαι καλά».
«Πες μου τι θέλεις να κάνω και θα το κάνω», είπα εγώ, δεν ήθελα να τον εκνευρίζω. Εκνευρίζεται με οτιδήποτε όμως.
«Δε φταις εσύ», είπε. «Είναι η κατάσταση τέτοια. Μπορεί να φταίει και το φεγγάρι».
«Τι δουλειά έχει τώρα το φεγγάρι;», ρώτησα.
«Πώς…», έκανε, «επηρεάζει… όλες αυτές οι Πανσέληνοι».
«Δεν ήξερα πως πιστεύεις σ’ αυτά τα πράγματα».
«Δεν πιστεύω. Αλλά κάπου πρέπει να ρίξω το φταίξιμο».
«Γιατί δεν παίρνουμε τα μπαγκάζια μας στον ώμο να κάνουμε διακοπές; Γιατί δεν πάμε σε ένα νησί για παράδειγμα;»
«Νησί; Μα δε βλέπεις τι γίνεται; Δολοφονίες, ληστείες, φωτιές… πα πα πα πα, δε μπορώ τα μπλεξίματα».
«Τότε να καθίσουμε εδώ να βλέπουμε τηλεόραση», είπα, «έχει ένα σωρό επαναλήψεις.
«Άρα το σωστό είναι να ξαναβλέπουμε τηλεόραση», είπε.
«Εντάξει, να ξαναβλέπουμε».
«Μα δε μπορώ να κάνω συνέχεια τα ίδια», έκανε ο Pirandello, «χάνω την αίσθηση του χρόνου έτσι».
«Θα μου πεις τέλος πάντων τι έγινε;», ρώτησα αφού είχε πιει μια γουλιά καφέ και είχε αρχίσει να συνέρχεται.
«Κατάθλιψη, τι άλλο;», απάντησε ο Pirandello. «Όταν οι γιατροί δεν ξέρουν τι έχεις, σου λένε ότι έχεις κατάθλιψη».
«Καλά, αυτό είναι γνωστό, δε χρειαζόταν να μας το πει ο γιατρός», έκανα, «λύση στο πρόβλημά μας έδωσε;»
«Οι γιατροί δε δίνουν λύσεις, δεν είναι μαθηματικοί, αυτοί δίνουν χάπια. Χάπια και αποστασιοποίηση, μακριά από οτιδήποτε διαταράσσει την ψυχική ισορροπία».
«Αυτό είναι σωστό», είπα.
«Με το μέρος ποιανού είσαι τώρα εσύ;», φώναξε, «εγώ δήλωσα πως χάπια δεν παίρνω».
«Συμφωνώ», είπα. «Και καλά κάνεις».
«Δε γίνεται να κουβεντιάσουμε έτσι», είπε. «Ή θα συμφωνείς, ή θα διαφωνείς. Δε γίνεται και τα δυο».
«Μπορεί να συμφωνώ με κάτι και να διαφωνώ μ’ ένα άλλο, το άλλο που λες δε γίνεται».
«Μου πας συνέχεια κόντρα», είπε. «Γι’ αυτό δεν είμαι καλά».
«Πες μου τι θέλεις να κάνω και θα το κάνω», είπα εγώ, δεν ήθελα να τον εκνευρίζω. Εκνευρίζεται με οτιδήποτε όμως.
«Δε φταις εσύ», είπε. «Είναι η κατάσταση τέτοια. Μπορεί να φταίει και το φεγγάρι».
«Τι δουλειά έχει τώρα το φεγγάρι;», ρώτησα.
«Πώς…», έκανε, «επηρεάζει… όλες αυτές οι Πανσέληνοι».
«Δεν ήξερα πως πιστεύεις σ’ αυτά τα πράγματα».
«Δεν πιστεύω. Αλλά κάπου πρέπει να ρίξω το φταίξιμο».
«Γιατί δεν παίρνουμε τα μπαγκάζια μας στον ώμο να κάνουμε διακοπές; Γιατί δεν πάμε σε ένα νησί για παράδειγμα;»
«Νησί; Μα δε βλέπεις τι γίνεται; Δολοφονίες, ληστείες, φωτιές… πα πα πα πα, δε μπορώ τα μπλεξίματα».
«Τότε να καθίσουμε εδώ να βλέπουμε τηλεόραση», είπα, «έχει ένα σωρό επαναλήψεις.
«Άρα το σωστό είναι να ξαναβλέπουμε τηλεόραση», είπε.
«Εντάξει, να ξαναβλέπουμε».
«Μα δε μπορώ να κάνω συνέχεια τα ίδια», έκανε ο Pirandello, «χάνω την αίσθηση του χρόνου έτσι».
Τρίτη 14 Αυγούστου 2012
Τα "άλματα" του pirandello.
«Πάει κι αυτός ο χρόνος», είπε ο Pirandello ενώ είχαμε καθίσει να φάμε καλαμαράκια σε μια ψαροταβέρνα στην παραλία.
«Μα αύριο είναι δεκαπενταύγουστος», είπα εγώ, «έχουμε άλλους έξι μήνες παρά δυο βδομάδες».
«Για ‘μένα τέλειωσε».
«Δεν σε καταλαβαίνω».
«Δεν καταλαβαίνεις γιατί κοιτάς τον χρόνο ημερολογιακά».
«Πώς θα έπρεπε να τον κοιτάω;»
«Με γεγονότα, τι μένει μέχρι την Πρωτοχρονιά πια;»
«Δεν ξέρω. Του Αγίου Δημητρίου τον Οκτώβριο, η εθνική επέτειος… μπορεί να κάνουμε ξανά εκλογές».
Τίποτα δεν είναι τόσο σημαντικό όσο μία Πρωτοχρονιά. Μετά όλα μπαίνουν στο ίδιο καλούπι μέχρι την επομένη. Στην ουσία δε ζούμε τίποτα ενδιάμεσα, σαν να κάνουμε άλματα, Πρωτοχρονιά του 10, του 11, του 12… σαν «χρονικοί άλτες».
«Τι θα πιούμε;»
«Μπύρα, τι άλλο;»
«Έχει ωραίο αεράκι απόψε», είπα. «Έχουμε άραγε δεύτερη πανσέληνο τον Αύγουστο;»
«Γιατί πηδάς απ’ το ένα θέμα στο άλλο;», ρώτησε ο Pirandello.
«Προπονούμε για την Πρωτοχρονιά», είπα εγώ.
«Τα καλαμαράκια σας κύριοι», είπε ο σερβιτόρος και ακούμπησε την παραγγελία στο τραπέζι.
«Ωραία είναι εδώ», είπε ο Pirandello ενώ τρώγαμε. «Να ξανάρθουμε».
«Μα πάντα εδώ ερχόμαστε», είπα εγώ.
«Το λέω επειδή δε θυμάσαι, από χρόνο σε χρόνο», είπε ο Pirandello αλλά το άφησα ασχολίαστο.
«Μα αύριο είναι δεκαπενταύγουστος», είπα εγώ, «έχουμε άλλους έξι μήνες παρά δυο βδομάδες».
«Για ‘μένα τέλειωσε».
«Δεν σε καταλαβαίνω».
«Δεν καταλαβαίνεις γιατί κοιτάς τον χρόνο ημερολογιακά».
«Πώς θα έπρεπε να τον κοιτάω;»
«Με γεγονότα, τι μένει μέχρι την Πρωτοχρονιά πια;»
«Δεν ξέρω. Του Αγίου Δημητρίου τον Οκτώβριο, η εθνική επέτειος… μπορεί να κάνουμε ξανά εκλογές».
Τίποτα δεν είναι τόσο σημαντικό όσο μία Πρωτοχρονιά. Μετά όλα μπαίνουν στο ίδιο καλούπι μέχρι την επομένη. Στην ουσία δε ζούμε τίποτα ενδιάμεσα, σαν να κάνουμε άλματα, Πρωτοχρονιά του 10, του 11, του 12… σαν «χρονικοί άλτες».
«Τι θα πιούμε;»
«Μπύρα, τι άλλο;»
«Έχει ωραίο αεράκι απόψε», είπα. «Έχουμε άραγε δεύτερη πανσέληνο τον Αύγουστο;»
«Γιατί πηδάς απ’ το ένα θέμα στο άλλο;», ρώτησε ο Pirandello.
«Προπονούμε για την Πρωτοχρονιά», είπα εγώ.
«Τα καλαμαράκια σας κύριοι», είπε ο σερβιτόρος και ακούμπησε την παραγγελία στο τραπέζι.
«Ωραία είναι εδώ», είπε ο Pirandello ενώ τρώγαμε. «Να ξανάρθουμε».
«Μα πάντα εδώ ερχόμαστε», είπα εγώ.
«Το λέω επειδή δε θυμάσαι, από χρόνο σε χρόνο», είπε ο Pirandello αλλά το άφησα ασχολίαστο.
Τετάρτη 8 Αυγούστου 2012
Οι μύγες του Αυγούστου κι ο Pirandello.
«Παρατηρώντας τη φυσική ροή των πραγμάτων - αναρωτιέμαι αν θα έπρεπε να πω τη φυσική ροή των θαυμάτων - βλέπουμε προφανώς κάτι μεγαλειώδες μεν αλλά απειροελάχιστο δε. Αυτό πρέπει να αποτελεί και την προσωπική μας θεώρηση. Πόσα δισεκατομμύρια είμαστε; Τόσες και οι προσωπικές θεωρήσεις αυτού που αποκαλούμε κόσμο και που θεωρούμε κοινό τόπο. Σαν την πολυεδρική όραση της μύγας, όπου κάθε έδρα αντιλαμβάνεται κάτι διαφορετικό. Με τη διαφορά ότι πρόκειται πάντα για κάτι απειροελάχιστο σε σχέση με το όλο. Αυτό δε λέει τίποτα βέβαια. Αποδεικνύεται όμως η συγγένεια μας με τις μύγες, κάτι είναι κι αυτό».
Και λέγοντας αυτά σήκωσε τη μυγοσκοτώστρα και την κατέβασε με δύναμη.
«Σκοτωνόμαστε μεταξύ μας», είπε μετά.
Και λέγοντας αυτά σήκωσε τη μυγοσκοτώστρα και την κατέβασε με δύναμη.
«Σκοτωνόμαστε μεταξύ μας», είπε μετά.
Σάββατο 4 Αυγούστου 2012
Οι «ζήλειες» του Pirandello.
«Πώς να μην παρεξηγιέμαι;», φώναζε ο Pirandello, «πας και ανοίγεις δική σου επιχείρηση κι εγώ δεν ξέρω τίποτα και μου λες να μη παρεξηγιέμαι; Είναι δυνατόν;»
«Δεν καταλαβαίνω προς τι όλα αυτά τα νεύρα», είπα εγώ. «Δεν έχω δικαίωμα να περνάω όπως θέλω τον ελεύθερο χρόνο μου;»
«Να τον περνάς, δεν είπα να μην τον περνάς αλλά όχι σε βάρος της δουλειάς σου εδώ, αυτός ο Χάρρυ, είναι ανταγωνιστής, δεν το καταλαβαίνεις;»
«Ομολογώ πως όχι», είπα εγώ. «Ο Χάρρυ άλλωστε δεν εμφανίστηκε καν, εγώ βγήκα και είπα κάτι γι’ αυτόν».
«Μα αυτό ακριβώς είναι το θέμα, κάνεις δηλαδή τα ίδια που σε έμαθα εγώ».
«Ο Χάρρυ είναι ένα παιχνίδι. Όλοι παίζουν τέτοιου είδους παιχνίδια».
«Άλλο να παίζεις ένα παιχνίδι με προκαθορισμένους χαρακτήρες και άλλο αυτό. Πού ξέρεις τι θα κάνει αυτός ο Χάρρυ αύριο;»
«Το πολύ - πολύ να τα τινάξει όλα στον αέρα, τι άλλο να κάνει;»
«Δε μ’ ενδιαφέρει τι άλλο θα κάνει, ας κάνει ό,τι θέλει», είπε ο Pirandello. «Εκείνο που δε θέλω εγώ είναι να μπει ανάμεσά μας».
«Μην ανησυχείς», είπα, «ο Χάρρυ έχει αλλού το μυαλό του».
«Αυτό ακριβώς είναι που μ’ απασχολεί», έκανε ο Pirandello. «Εμείς πασχίσαμε να σταθούμε όρθιοι τόσα χρόνια, στηριχτήκαμε ο ένας στον άλλον. Και τώρα έρχεται κάποιος απ’ το πουθενά… τι διάολο έχεις να πεις εσύ μ’ ένα σχολιαρόπαιδο;»
«Ο Χάρρυ δεν είναι σχολιαρόπαιδο, το ‘χει τελειώσει το σχολείο».
«Ξέρεις ακριβώς τι θέλω να πω».
«Ωραία», είπα. «Και τι θέλεις να κάνω;»
«Δε θα σου πω εγώ τι να κάνεις, αλλά καλύτερα να τον ξεχάσεις. Έχουμε τόση δουλειά εδώ, δε θα σου περισσεύει χρόνος για παιχνίδια».
«Μπορώ να γράφω για τον Χάρρυ το βράδυ», είπα, «εκτός ωραρίου».
«Μα τι σ’ έπιασε μ’ αυτόν τον νεαρό; Αυτός δεν ξέρει να μιλάει».
«Από πού το διαπίστωσες αυτό;»
«Μα δεν είπε μια λέξη».
«Δε χρειάζεται», είπα. «Οι άλλοι καταλαβαίνουν».
«Ώστε θα συνεχίσεις; Είσαι αμετανόητος;»
«Μη μεγαλοποιείς τα πράγματα, ο Χάρρυ δεν είναι παρά μια ανάρτηση».
«Δηλαδή… θες να πεις… δεν υπάρχει;»
«Υπάρχει. Στο μυαλό μου», είπα εγώ.
«Δηλαδή… αυτό που φοβόμουν», είπε ο Pirandello.
«Τι φοβόσουν;»
«Θα σε μπλέξει. Και μαζί με ‘σένα θα μπλέξει κι εμένα και θα μπουκάρουν καμιά μέρα εδώ μέσα και θα μας τα κάνουν όλα γυαλιά καρφιά- ».
«Τι ανοησίες είναι αυτές; Ποιος νομίζεις ότι ασχολείται μαζί σου; Ή με τον Χάρρυ; Για όλους αυτούς εκεί έξω δεν υπάρχουμε, κανέναν δεν τον ενδιαφέρει τι λέμε».
«Αφού είναι έτσι, τι τον θέλεις τον Χάρρυ; Καλά δεν είμαστε όπως είμαστε;»
«Θέλω να μιλάω και με κάποιον άλλον βρε αδελφέ», έκανα. «Τόσο δύσκολο είναι να το καταλάβεις αυτό;»
«Εντάξει, εντάξει, καταλαβαίνω», είπε ο Pirandello. «Κάνε ό,τι θέλεις μ’ αυτόν τον Χάρρυ… κι εγώ άλλωστε κουράστηκα».
«Θα το κλείσεις πάλι και θα φύγεις; Το ‘χεις κάνει δέκα φορές μέχρι τώρα».
«Καθόλου», είπε ο Pirandello, «κάθε άλλο, κάθε άλλο».
Ύστερα έφυγε.
Και έφυγα κι εγώ.
«Δεν καταλαβαίνω προς τι όλα αυτά τα νεύρα», είπα εγώ. «Δεν έχω δικαίωμα να περνάω όπως θέλω τον ελεύθερο χρόνο μου;»
«Να τον περνάς, δεν είπα να μην τον περνάς αλλά όχι σε βάρος της δουλειάς σου εδώ, αυτός ο Χάρρυ, είναι ανταγωνιστής, δεν το καταλαβαίνεις;»
«Ομολογώ πως όχι», είπα εγώ. «Ο Χάρρυ άλλωστε δεν εμφανίστηκε καν, εγώ βγήκα και είπα κάτι γι’ αυτόν».
«Μα αυτό ακριβώς είναι το θέμα, κάνεις δηλαδή τα ίδια που σε έμαθα εγώ».
«Ο Χάρρυ είναι ένα παιχνίδι. Όλοι παίζουν τέτοιου είδους παιχνίδια».
«Άλλο να παίζεις ένα παιχνίδι με προκαθορισμένους χαρακτήρες και άλλο αυτό. Πού ξέρεις τι θα κάνει αυτός ο Χάρρυ αύριο;»
«Το πολύ - πολύ να τα τινάξει όλα στον αέρα, τι άλλο να κάνει;»
«Δε μ’ ενδιαφέρει τι άλλο θα κάνει, ας κάνει ό,τι θέλει», είπε ο Pirandello. «Εκείνο που δε θέλω εγώ είναι να μπει ανάμεσά μας».
«Μην ανησυχείς», είπα, «ο Χάρρυ έχει αλλού το μυαλό του».
«Αυτό ακριβώς είναι που μ’ απασχολεί», έκανε ο Pirandello. «Εμείς πασχίσαμε να σταθούμε όρθιοι τόσα χρόνια, στηριχτήκαμε ο ένας στον άλλον. Και τώρα έρχεται κάποιος απ’ το πουθενά… τι διάολο έχεις να πεις εσύ μ’ ένα σχολιαρόπαιδο;»
«Ο Χάρρυ δεν είναι σχολιαρόπαιδο, το ‘χει τελειώσει το σχολείο».
«Ξέρεις ακριβώς τι θέλω να πω».
«Ωραία», είπα. «Και τι θέλεις να κάνω;»
«Δε θα σου πω εγώ τι να κάνεις, αλλά καλύτερα να τον ξεχάσεις. Έχουμε τόση δουλειά εδώ, δε θα σου περισσεύει χρόνος για παιχνίδια».
«Μπορώ να γράφω για τον Χάρρυ το βράδυ», είπα, «εκτός ωραρίου».
«Μα τι σ’ έπιασε μ’ αυτόν τον νεαρό; Αυτός δεν ξέρει να μιλάει».
«Από πού το διαπίστωσες αυτό;»
«Μα δεν είπε μια λέξη».
«Δε χρειάζεται», είπα. «Οι άλλοι καταλαβαίνουν».
«Ώστε θα συνεχίσεις; Είσαι αμετανόητος;»
«Μη μεγαλοποιείς τα πράγματα, ο Χάρρυ δεν είναι παρά μια ανάρτηση».
«Δηλαδή… θες να πεις… δεν υπάρχει;»
«Υπάρχει. Στο μυαλό μου», είπα εγώ.
«Δηλαδή… αυτό που φοβόμουν», είπε ο Pirandello.
«Τι φοβόσουν;»
«Θα σε μπλέξει. Και μαζί με ‘σένα θα μπλέξει κι εμένα και θα μπουκάρουν καμιά μέρα εδώ μέσα και θα μας τα κάνουν όλα γυαλιά καρφιά- ».
«Τι ανοησίες είναι αυτές; Ποιος νομίζεις ότι ασχολείται μαζί σου; Ή με τον Χάρρυ; Για όλους αυτούς εκεί έξω δεν υπάρχουμε, κανέναν δεν τον ενδιαφέρει τι λέμε».
«Αφού είναι έτσι, τι τον θέλεις τον Χάρρυ; Καλά δεν είμαστε όπως είμαστε;»
«Θέλω να μιλάω και με κάποιον άλλον βρε αδελφέ», έκανα. «Τόσο δύσκολο είναι να το καταλάβεις αυτό;»
«Εντάξει, εντάξει, καταλαβαίνω», είπε ο Pirandello. «Κάνε ό,τι θέλεις μ’ αυτόν τον Χάρρυ… κι εγώ άλλωστε κουράστηκα».
«Θα το κλείσεις πάλι και θα φύγεις; Το ‘χεις κάνει δέκα φορές μέχρι τώρα».
«Καθόλου», είπε ο Pirandello, «κάθε άλλο, κάθε άλλο».
Ύστερα έφυγε.
Και έφυγα κι εγώ.
Δευτέρα 30 Ιουλίου 2012
Η «αγγελία» του Pirandello.
ΠΑΡΑΔΙΔΟΝΤΑΙ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΔΙ’ ΑΛΛΗΛΟΓΡΑΦΙΑΣ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΔΙΑ ΖΩΣΗΣ ΓΙΑ ΤΟ ΠΩΣ ΜΠΟΡΕΊΤΕ ΝΑ ΑΠΟΤΥΧΕΤΕ ΣΤΗ ΖΩΗ ΣΑΣ ΜΕΤΡΙΑ ΑΠΛΑ ΒΗΜΑΤΑ.
1 ΜΙΖΕΡΙΑΖΕΣΤΕ
2 ΠΑΙΡΝΕΤΕ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ ΣΤΑ ΣΟΒΑΡΑ
3 ΧΑΝΕΤΕ ΤΟ ΧΙΟΥΜΟΡ ΣΑΣ
ΟΛΑ ΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΑΠΟΤΥΧΙΑΣ ΤΩΡΑ ΕΔΩ.
Μ’ ΕΝΑ ΑΠΛΟ ΚΛΙΚ.
1 ΜΙΖΕΡΙΑΖΕΣΤΕ
2 ΠΑΙΡΝΕΤΕ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ ΣΤΑ ΣΟΒΑΡΑ
3 ΧΑΝΕΤΕ ΤΟ ΧΙΟΥΜΟΡ ΣΑΣ
ΟΛΑ ΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΑΠΟΤΥΧΙΑΣ ΤΩΡΑ ΕΔΩ.
Μ’ ΕΝΑ ΑΠΛΟ ΚΛΙΚ.
Δευτέρα 23 Ιουλίου 2012
Ο pirandello και ο ψυχίατρος.
Ο Pirandello με κοίταξε σαν να περίμενε βοήθεια. Είχα πάρει εντολή όμως να μην ανοίξω το στόμα μου.
«Νομίζω πως φοβάμαι πια τις νύχτες». «, είπε μετά από μεγάλη περισυλλογή.
«Τι φοβάστε ακριβώς;»
«Νομίζω τον θάνατο».
«Έχετε προβλήματα υγείας;»
«Όχι».
«Τότε τι είναι αυτό πού σας φοβίζει;»
«Η επόμενη μέρα», είπε ο Pirandello.
«Εννοείτε την εγκληματικότητα, το πού οδηγούμεθα με την κρίση;»
«Εννοώ την ταινία».
Σ’ αυτό το σημείο ο ψυχίατρος ξεροκατάπιε. «Αυτό δεν είναι μια συνηθισμένη φοβία», είπε. Μετά στράφηκε σε ‘μένα: «Και εσείς; Έχετε κι εσείς φοβίες;»
«Με συνοδεύει, δεν έχει τίποτα», είπε ο Pirandello.
«Εδώ βλέπω δύο ονόματα», είπε ο γιατρός. «Και ότι επιθυμείτε να συμμετάσχετε σε ομαδική θεραπεία. Αν ο κύριος δεν έχει πρόβλημα δεν καταλαβαίνω γιατί…
«Εγώ αποφασίζω», είπε ο pirandello, «είμαι ο εργοδότης του».
«Δεν καταλαβαίνω. Τι σχέση έχει αυτό;»
«Είναι γραμματέας μου. Θέλω να καταγράφει κάποιος όσα πρόκειται να λεχθούν».
«Μα… υπάρχει το ιατρικό απόρρητο ξέρετε, δε γίνεται».
«Τότε δυστυχώς», έκανε ο Pirandello και σηκώθηκε. «Είστε ο τρίτος ψυχίατρος που βλέπουμε, πώς θα βοηθήσετε τον κόσμο όταν βάζετε τέτοια εμπόδια;»
«Δε σας καταλαβαίνω, ποια εμπόδια λέτε;»
«Τι κάνετε ακριβώς σ’ αυτές τις ομαδικές θεραπείες κύριε; Δε συζητούν οι άνθρωποι τα προβλήματά τους ανοιχτά;»
«Ασφαλώς…»
«Και πόσοι είναι σ’ αυτά τα γκρουπ;»
«Πέντε, μπορεί και δέκα άτομα. Γιατί;»
«Και πώς θέλετε να επεξεργαστώ εγώ τι θα λένε δέκα άνθρωποι αν δεν κρατάει κάποιος σημειώσεις;»
«Μα οι συζητήσεις δε μας ενδιαφέρουν, προσπαθούμε ν κάνουμε τους ασθενείς να νοιώσουν άνετα με το περιβάλλον τους, να εξωτερικεύσουν αυτό που κρύβεται βαθειά μέσα τους, να το κοινοποιήσουν και ν’ απαλλαγούν απ’ αυτό… αν είναι δυνατόν».
«Λυπάμαι», είπε ο Pirandello. «Δε μπορούμε να συνεργαστούμε, δε γίνονται έτσι αυτά τα πράγματα, καλημέρα σας».
«Γιατί είπαμε τόσα ψέματα στον άνθρωπο;», ρώτησα εγώ όταν φύγαμε.
«Τον πληρώσαμε με το ίδιο νόμισμα», είπε ο Pirandello.
«Μα δε πληρώσαμε», είπα.
«Αυτό ακριβώς. Ούτε κι αυτός κάνει τίποτα, κάθεται απλώς σε μια καρέκλα κι ακούει, τι δουλειά είναι αυτή;»
«Μα είναι ψυχίατρος».
«Ωραία», είπε ο Pirandello. « Ας βρει τότε κάτι να κάνει, αυτός δεν κάνει καν εξετάσεις».
«Μα τι εξετάσεις να κάνει ένας ψυχίατρος; Εξετάζει υποτίθεται την ψυχή».
«Δε διαφωνώ, ας μας δείξει κάτι. Και πού είναι αυτή η ψυχή που υποτίθεται πως εξετάζει;»
«Είπε θα μας μηνύσει».
«Θα τον μηνύσουμε κι εμείς, να δούμε ποιον θα δικαιώσουν τα δικαστήρια. Και για να μη χάνουμε χρόνο, πού είναι το κοντινότερο αστυνομικό τμήμα;» ».
Και κατευθυνθήκαμε προς τα εκεί.
Κυριακή 15 Ιουλίου 2012
Η μεγαλοψυχία του Pirandello.
«Διαβάζεις ποίηση;», ρώτησε ο Pirandello.
«Όχι, δεν έχω καιρό», είπα εγώ.
«Και όμως θα έπρεπε», είπε εκείνος, «υπάρχουν πράγματα που δε λέγονται αλλιώς».
«Αλήθεια; Σαν τι πράγματα;»
«Ο έρωτας, οι φωνές του σκοταδιού, τα σκιρτήματα που κάνει η καρδιά που δε γνωρίζει, τα φώτα του ουρανού, όλα αυτά τα θεια πράγματα».
«Θεέ μου», έκανα, «είσαι μήπως άρρωστος;»
«Με ισοπεδώνεις. Με προσεδαφίζεις κάθε φορά που προσπαθώ ν’ απογειωθώ. Με φθονείς, γι’ αυτό το κάνεις. Έτσι δεν είναι; Γι’ αυτό δεν το κάνεις;»
«Πάλι φταίω εγώ;»
«Μη το παίζεις θύμα διαρκώς, μαθαίνω τι πας και λες, ότι είμαι ιδιότροπος, αλλοπαρμένος και δεν ξέρω τι άλλο».
«Ποιος στα λέει αυτά;»
«Δεν το παραδέχεσαι; Δεν είναι αλήθεια; Πες μου. Θέλω να ξέρω».
«Ας πούμε πως είναι, εσένα ποιος στα λέει;»
«Είμαι διορατικός».
«Είσαι ένας γεροπαράξενος που όλα του φταίνε. Και κυρίως εγώ. Βαρέθηκα».
«Και τι θα κάνεις; Θα φύγεις;»
«Να με πληρώσεις να φύγω. Να μείνεις εδώ να τρώγεσαι με τα ρούχα σου».
«Τι είπα τώρα που σε ερέθισε;»
«Δεν ξέρω, όλα με ερεθίζουν».
Σηκώθηκε από ‘κει που καθόταν. «Φτωχό μου παιδί», έκανε. «Θα σε φροντίζω εγώ. Ευτυχώς που κρατάνε ακόμα τα κότσια μου… αλλιώς θα ήσουνα χαμένος. Μια ψυχή έρημη, σ’ έναν άκαρδο κόσμο. Πες μου τι θα έκανες χωρίς εμένα, να σε φροντίζω, να σε περιποιούμαι, να σε γιατροπορεύω και να ικανοποιώ όλες σου τις παλαβομάρες;»
Σάββατο 14 Ιουλίου 2012
Τα «δυο λόγια» του Pirandello.
«Πώς και σήμερα έτσι ευδιάθετος;», ρώτησα.
Ο Pirandello αρκέστηκε σ’ ένα χαμόγελο.
«Κάνει τρομερή ζέστη», είπα για να τον κάνω να πει κάτι.
«Κάνει», είπε. Αλλά μόνο αυτό.
«Έγινε κάτι ευχάριστο;», επέμεινα.
«Βρέθηκε κάποιος που μου έγραψε για το blog», είπε. «Για την ακρίβεια μου έγραψε δυο καλά λόγια».
«Μάλιστα», έκανα, «αυτό είναι όλο;»
«Ναι, το θεωρείς λίγο;»
«Δεν είπα αυτό. Αλλά όχι ότι είναι τίποτα το ιδιαίτερο».
«Δεν είναι «, είπε ο Pirandello. «Αλλά είναι κάτι. Και σίγουρα περισσότερο απ’ το τίποτα».
«Και σου έφτιαξε το κέφι και είπες να ξαναγράψεις, τι γράφεις;»
«Τίποτα», είπε, «ευχαριστίες. Τα καλά λόγια πρέπει να αμείβονται, με δυο λόγια τουλάχιστον».
Τετάρτη 25 Απριλίου 2012
PIRANDELLO-ΚΑΣΤΡΟ-ΠΟΛΙΤΙΚΑ
«Είδες την Παπαρήγα;», με ρώτησε ο Pirandello.
«Την είδα», του είπα. «Τραβούσα τα μαλλιά μου».
«Κι εγώ θα τα τραβούσα αν μου περίσσευαν», είπε ο Pirandello. «Αλλά έτσι που πάει η δουλειά, όχι μαλλιά, τίποτα δε θα μας μείνει».
«Δηλαδή θα ψηφίσεις επιτέλους;», ρώτησα.
«Όχι», είπε.
«Δε θέλεις ή δεν ξέρεις τι να ψηφίσεις;»
«Δε θέλω. Αλλά αν ψήφιζα θα ψήφιζα ΣΥΡΙΖΑ, τον Τσίπρα».
«Μπορεί να βγει και δεύτερο κόμμα ο ΣΥΡΙΖΑ. Αλλά για να βγει δεν πρέπει να πάει ούτε μια ψήφος χαμένη».
«Εγώ δεν ψηφίζω, είναι θέμα αρχής».
«Ποτέ δε θα το καταλάβω αυτό. Πες μου γιατί».
«Γενικότερα δεν εγκρίνω κανένα σύστημα, αλλά δεν αρνούμαι να ψηφίσω γι’ αυτό».
«Πάλι δεν καταλαβαίνω. Αν δεν ψηφίζει ο ένας, δεν ψηφίζει ο άλλος, θα βγουν όποιοι θέλουν αυτοί».
«Ούτως ή άλλως θα βγάλουν ό,τι θέλουν αυτοί, θα ψηφίζεις μαύρο και θα βγαίνει άσπρο, θα γίνει χαμός».
«Μα θα υπάρχουν ελεγκτές, θα υπάρχουν άνθρωποι του ΣΥΡΙΖΑ, δε θα μπορούν».
«Τέλος πάντων, δεν είναι ούτε αυτό».
«Είσαι αρνητής, αυτό καταλαβαίνω εγώ».
«Είμαι. Αλλά και πάλι δεν είναι αυτό».
Και τι είναι;»
«Δεν έχω χαρτιά, δεν έχω ταυτότητα».
«Βγάλε».
«Δεν εμπιστεύομαι και το παραβάν».
«Δικαιολογίες».
«Εντάξει, δεν ψηφίζω γιατί έτσι μου κάνει κέφι, τι θες;»
«Τίποτα. Απλά να μη λες μετά ότι βγήκαν πάλι αυτοί».
«Είναι που είμαι ανάμεσα στον Τσίπρα και την Κατσέλη. Και είναι που δεν εμπιστεύομαι και κανέναν πραγματικά, να μέχρι χθες είχα άλλη γνώμη για το ΚΚΕ, τώρα πάει κι αυτό».
«Το ΚΚΕ είναι το τρίτο πόδι του δικομματισμού», είπα εγώ. «Όλοι το ξέρουν αυτό».
«Όλοι παίζουν το παιχνίδι του δικομματισμού, ακόμα κι ο πολυκομματισμός», είπε ο Pirandello. «Γι’ αυτό δεν ψηφίζω».
«Πρέπει κάποιον να ψηφίζει κανείς. Κι ας μην του αρέσει πραγματικά. Κάποιον άλλον, όποιον να ‘ναι. Κάποιον εκτός απ’ αυτούς».
«Θα ψήφιζα Κάστρο. Έναν επαναστάτη», είπε ο Pirandello.
«Οι επαναστάτες δεν κάνουνε εκλογές», είπα εγώ. «Και ο Κάστρο είναι δικτάτορας».
Δεν έχω καταλάβει, αριστερός είσαι ή δεξιός;», απόρησε ο Pirandello
«Να μια συζήτηση που θα μπορούσαμε να κάνουμε μέχρι τις εκλογές».
«Δε χρειάζεται, δεν έχει νόημα».
«Είσαι μηδενιστής», είπα. «Γι’ αυτό δεν ψηφίζεις».
«»Και γι’ αυτό», παραδέχθηκε ο Pirandello. «Και γι’ αυτό. Θα μπορούσαμε να μιλάμε χρόνια γι’ αυτό».
«Είσαι ένας παλιομοδίτικος επαναστάτης φοιτητής».
«Ναι, ίσως», έκανε ο Pirandello. «Τι καλύτερο από αυτό;»
Πέμπτη 16 Φεβρουαρίου 2012
Τα νεύρα του pirandello
«Είναι η δεύτερη καφετιέρα που σπας σε δυο μέρες, τι σ’ έχει πιάσει;», ρώτησα.
«Είμαι εκνευρισμένος. Αλλά ήταν ατύχημα», είπε ο Pirandello.
«Να προσέχεις. Δεν έχουμε λεφτά για καφετιέρες».
«Ήταν ατύχημα».
«Και σταμάτα να καπνίζεις, έχεις καπνίσει δυο πακέτα απ’ το πρωί».
«Δε μπορώ. Αν κόψω το τσιγάρο νομίζω πως θα πεθάνω».
«Αν δεν το κόψεις θα πεθάνεις».
«Γιατί μου πας κόντρα;»
«Δε σου πάω κόντρα. Σου λέω να κόψεις το κάπνισμα».
«Έχω κόψει τα πάντα. Φτάνει».
«Θα το κόψεις. Όταν δε θα ‘χεις φράγκο θ’ αναγκαστείς να το κόψεις».
«Θα δανειστώ. Εν ανάγκη θα βγω στον δρόμο να ζητιανέψω».
«Μην ανησυχείς, σε λίγο δε θα ‘χει κανένας να σε δανείσει».
«Εν τοιαύτη περιπτώσει θα το κόψω».
«Μπράβο. Τώρα σκέφτεσαι σαν Ευρωπαίος».
«Γι’ αυτό έχω τα νεύρα μου», είπε ο Pirandello. «Γιατί θ’ αναγκαστώ να σκέφτομαι σαν Ευρωπαίος. Δε θέλω να γίνω Λοβέρδος».
«Είμαι εκνευρισμένος. Αλλά ήταν ατύχημα», είπε ο Pirandello.
«Να προσέχεις. Δεν έχουμε λεφτά για καφετιέρες».
«Ήταν ατύχημα».
«Και σταμάτα να καπνίζεις, έχεις καπνίσει δυο πακέτα απ’ το πρωί».
«Δε μπορώ. Αν κόψω το τσιγάρο νομίζω πως θα πεθάνω».
«Αν δεν το κόψεις θα πεθάνεις».
«Γιατί μου πας κόντρα;»
«Δε σου πάω κόντρα. Σου λέω να κόψεις το κάπνισμα».
«Έχω κόψει τα πάντα. Φτάνει».
«Θα το κόψεις. Όταν δε θα ‘χεις φράγκο θ’ αναγκαστείς να το κόψεις».
«Θα δανειστώ. Εν ανάγκη θα βγω στον δρόμο να ζητιανέψω».
«Μην ανησυχείς, σε λίγο δε θα ‘χει κανένας να σε δανείσει».
«Εν τοιαύτη περιπτώσει θα το κόψω».
«Μπράβο. Τώρα σκέφτεσαι σαν Ευρωπαίος».
«Γι’ αυτό έχω τα νεύρα μου», είπε ο Pirandello. «Γιατί θ’ αναγκαστώ να σκέφτομαι σαν Ευρωπαίος. Δε θέλω να γίνω Λοβέρδος».
Σάββατο 14 Ιανουαρίου 2012
Ο καφές του pirandello
Ως την ώρα που του πήγα το πρωινό του όλα έδειχναν ότι είχαμε ξεπεράσει την κρίση. Ο Pirandello διάβαζε ήσυχος το βιβλίο του κι έδειχνε πολύ ευχαριστημένος. «Ευχαριστώ», είπε κι ύστερα διάβασε: «Κάθισε στο τραπεζάκι πλάι στο παράθυρο του γραφείου του, έβγαλε το καπάκι που έκρυβε το πρόγευμα του, είδε στο πιάτο το ψωμάκι, την ομελέτα και το λουκάνικο, έβαλε καυτό σκέτο καφέ από την ασημένια καφετιέρα και άνοιξε την πρωινή εφημερίδα του». Κατέβασε το βιβλίο και κοίταξε τα αντικείμενα στο τραπεζάκι, μπροστά του. «Θεέ μου», αναρρίγησε. «Εδώ γράφει ότι ζω τη ζωή ενός άλλου, πώς είναι δυνατόν;»
Τρίτη 3 Ιανουαρίου 2012
Η «αφωνία» του Pirandello
«Τι είναι όλα αυτά τα μπαγκάζια;», ρώτησα μπαίνοντας, «ταξιδάκι θα πας;»
Αντί απάντησης ακούστηκε ένα μουγκρητό απ’ το άλλο δωμάτιο, τέτοιο που έβαλα κακό με τον νου μου κι έτρεξα προς τα ‘κει που ερχόταν ο ήχος. Ο Pirandello φορώντας ένα φανταχτερό κιμονό καθόταν οκλαδόν στο πάτωμα της κουζίνας, σε θέση λωτού, με τα μάτια κλειστά και διαλογιζόταν. «Με τρόμαξες καημένε», του είπα, «με κοψωχώλιασες». Αυτός δεν έβγαλε μιλιά.
Πήγα, ήρθα, αυτός εκεί. «
Θα παγώσει ο κώλος σου έτσι που κάθεσαι στις πλάκες», του είπα. Αυτός τίποτα.
«Θα κρατήσει πολύ αυτό το αστείο;», ρώτησα πάλι, «αν δε με θες τίποτα να φύγω». Ούτε μια σύσπαση, τίποτα.
Τακτοποίησα λίγο εκείνο το χάος στο τραπέζι, άδειασα τα τασάκια απ’ τα αποτσίγαρα, έπλυνα τα φλιτζάνια, πήγα τα σκυλιά βόλτα και ξαναγύρισα. Αυτός ήταν πάντα στην κουζίνα, ένα με το πάτωμα.
Ήρθε ένα μήνυμα και πήγα να δω στον υπολογιστή. Ήταν ανοιχτός στη σελίδα του moog και πάνω - πάνω έγραφε: «Άφωνοι καιροί». Έτσι κατάλαβα.
«Θα μπορούσες να βρεις άλλον τρόπο να δηλώσεις συμπάθεια», του είπα αργότερα, όταν ψηνόταν στον πυρετό. «Θα πιείς τώρα το τσάι ή να σου κάνω μήπως πορτοκαλάδα;»
Μούγκρισε αντί άλλης απάντησης και τα μάτια του θαμπά κοίταζαν τον ουρανό.
«Πρέπει να πιεις κάτι , θ’ αφυδατωθείς», είπα αλλά γύρισε τα μούτρα αλλού. «Θα φας έστω μια φρυγανιά; Θες να σου βράσω ένα αυγό;»
Αυτή τη φορά κόντεψε να τα γυρίσει ανάποδα, ξέχασα ότι δεν τρώει αυγό. Μούγκρισε πάλι, αλλά δεν άνοιξε το στόμα του. Του έβαλα μια κρύα κομπρέσα και τον έβαλα να καταπιεί με το ζόρι ό,τι χάπια βρήκα. Τώρα μουγκρίζει στον ύπνο του αλλά μιλιά.
«Αυτό μας έλειπε… πάνω που ήθελα να πάμε εκείνο το ταξιδάκι», παραπονιόμουν.
Εκείνος άνοιξε κάποια στιγμή επιτέλους τα μάτια του. «Πες μου ότι είσαι καλύτερα», είπα και του σουλούπωσα κάπως το μαξιλάρι, «πες μου πως θα πάμε τελικά εκείνη την εκδρομή που μου έλεγες, να δούμε τα χιόνια».
Έβγαλε πάλι εκείνον τον βρυχηθμό, σαν γουρούνι που το σφάζουν, τον έπιασαν σύγκρυα . Ύστερα έπεσε πάλι ξερός. Και τώρα κάθομαι εδώ και περιμένω γιατρό. Κι αυτός, στριφογυρίζει στο κρεβάτι σαν να βλέπει κάποιο κακό όνειρο, σαν να ψήνεται στα καζάνια της κόλασης. Κι από μιλιά τίποτα, λέξη.
Μας μάτιασαν. Τι Άλο να πω;
Θα ‘ρθει κι ο γιατρός και θα τον δει να φοράει και κιμονό… να του το βγάλω; Καλύτερα κιμονό παρά να ήταν γυμνός θα μου πεις, σωστό κι αυτό. Καλά, τι του ‘ρθε να βάλει σήμερα κιμονό με τέτοιο καιρό;
Αντί απάντησης ακούστηκε ένα μουγκρητό απ’ το άλλο δωμάτιο, τέτοιο που έβαλα κακό με τον νου μου κι έτρεξα προς τα ‘κει που ερχόταν ο ήχος. Ο Pirandello φορώντας ένα φανταχτερό κιμονό καθόταν οκλαδόν στο πάτωμα της κουζίνας, σε θέση λωτού, με τα μάτια κλειστά και διαλογιζόταν. «Με τρόμαξες καημένε», του είπα, «με κοψωχώλιασες». Αυτός δεν έβγαλε μιλιά.
Πήγα, ήρθα, αυτός εκεί. «
Θα παγώσει ο κώλος σου έτσι που κάθεσαι στις πλάκες», του είπα. Αυτός τίποτα.
«Θα κρατήσει πολύ αυτό το αστείο;», ρώτησα πάλι, «αν δε με θες τίποτα να φύγω». Ούτε μια σύσπαση, τίποτα.
Τακτοποίησα λίγο εκείνο το χάος στο τραπέζι, άδειασα τα τασάκια απ’ τα αποτσίγαρα, έπλυνα τα φλιτζάνια, πήγα τα σκυλιά βόλτα και ξαναγύρισα. Αυτός ήταν πάντα στην κουζίνα, ένα με το πάτωμα.
Ήρθε ένα μήνυμα και πήγα να δω στον υπολογιστή. Ήταν ανοιχτός στη σελίδα του moog και πάνω - πάνω έγραφε: «Άφωνοι καιροί». Έτσι κατάλαβα.
«Θα μπορούσες να βρεις άλλον τρόπο να δηλώσεις συμπάθεια», του είπα αργότερα, όταν ψηνόταν στον πυρετό. «Θα πιείς τώρα το τσάι ή να σου κάνω μήπως πορτοκαλάδα;»
Μούγκρισε αντί άλλης απάντησης και τα μάτια του θαμπά κοίταζαν τον ουρανό.
«Πρέπει να πιεις κάτι , θ’ αφυδατωθείς», είπα αλλά γύρισε τα μούτρα αλλού. «Θα φας έστω μια φρυγανιά; Θες να σου βράσω ένα αυγό;»
Αυτή τη φορά κόντεψε να τα γυρίσει ανάποδα, ξέχασα ότι δεν τρώει αυγό. Μούγκρισε πάλι, αλλά δεν άνοιξε το στόμα του. Του έβαλα μια κρύα κομπρέσα και τον έβαλα να καταπιεί με το ζόρι ό,τι χάπια βρήκα. Τώρα μουγκρίζει στον ύπνο του αλλά μιλιά.
«Αυτό μας έλειπε… πάνω που ήθελα να πάμε εκείνο το ταξιδάκι», παραπονιόμουν.
Εκείνος άνοιξε κάποια στιγμή επιτέλους τα μάτια του. «Πες μου ότι είσαι καλύτερα», είπα και του σουλούπωσα κάπως το μαξιλάρι, «πες μου πως θα πάμε τελικά εκείνη την εκδρομή που μου έλεγες, να δούμε τα χιόνια».
Έβγαλε πάλι εκείνον τον βρυχηθμό, σαν γουρούνι που το σφάζουν, τον έπιασαν σύγκρυα . Ύστερα έπεσε πάλι ξερός. Και τώρα κάθομαι εδώ και περιμένω γιατρό. Κι αυτός, στριφογυρίζει στο κρεβάτι σαν να βλέπει κάποιο κακό όνειρο, σαν να ψήνεται στα καζάνια της κόλασης. Κι από μιλιά τίποτα, λέξη.
Μας μάτιασαν. Τι Άλο να πω;
Θα ‘ρθει κι ο γιατρός και θα τον δει να φοράει και κιμονό… να του το βγάλω; Καλύτερα κιμονό παρά να ήταν γυμνός θα μου πεις, σωστό κι αυτό. Καλά, τι του ‘ρθε να βάλει σήμερα κιμονό με τέτοιο καιρό;
Σάββατο 31 Δεκεμβρίου 2011
Ένα ευχητήριο post του pirandello για τη νέα χρονιά
«Ωστόσο, αν το καλοσκεφτείς», μονολογούσε ο Pirandello, «παρ’ όλη αυτή τη γρουσουζιά και την κρίση, δεν τα πήγαμε καθόλου άσχημα».
«Για ποιο πράγμα μιλάς;» τον ρώτησα.
«Για το blog λέω», είπε. «Δεν είχαμε ούτε αποτυχία ούτε επιτυχία βέβαια αλλά αυτό είναι θαρρώ δεδομένο, δε μπορείς να βλέπεις τις διαδικτυακές σχέσεις σαν κάτι κανονικό, πρέπει να εξετάζεις το θέμα με διαφορετικά κριτήρια».
«Σ’ απασχόλησε πολύ αυτή η δουλειά ε;», ρώτησα.
«Όχι όσο θα έπρεπε, δεν έδωσα αυτό που μπορούσα να δώσω, ψήγματα μόνο».
«Τι ψήγματα, έγραψες σελίδες επί σελίδων», είπα.
«Ναι, είναι αλήθεια».
«Και τώρα; Τους αποχαιρετάς πάλι; Κουράστηκα να σ’ ακούω να φεύγεις και να μη φεύγεις».
«Κοίτα», μου είπε εμπιστευτικά, «δε φεύγω. Αλλά είναι τραγικό αυτό το θέμα με την επικοινωνία στο internet, δεν ξέρω τι νομίζει ο κάθε μαλάκας για τον εαυτό του, ποιος νομίζει πως είναι αλλά έχω γράψει κι εγώ δεν ξέρω πόσα e-mail. Ε, στο 80% δεν απάντησαν. Εννοώ τα επαγγελματικά φυσικά, όταν πρόκειται για μαλακίες απαντούν αμέσως».
Κούνησα το κεφάλι μου, «έτσι γίνεται, ξέρω», είπα, «έχω πικρή εμπειρία».
«Μόνο αυτό έχεις να πεις;»
«Τι άλλο να πω», είπα, «γάμησέ τους».
«Σωστά», είπε ο pirandello, «με τη νέα χρονιά θα τους πάρει ο διάολος τη μάνα και τον πατέρα».
«Και τι έγραφες τώρα» ρώτησα.
«Α, τίποτα, ένα ευχητήριο post για το 12, για καλή χρονιά».
«Για ποιο πράγμα μιλάς;» τον ρώτησα.
«Για το blog λέω», είπε. «Δεν είχαμε ούτε αποτυχία ούτε επιτυχία βέβαια αλλά αυτό είναι θαρρώ δεδομένο, δε μπορείς να βλέπεις τις διαδικτυακές σχέσεις σαν κάτι κανονικό, πρέπει να εξετάζεις το θέμα με διαφορετικά κριτήρια».
«Σ’ απασχόλησε πολύ αυτή η δουλειά ε;», ρώτησα.
«Όχι όσο θα έπρεπε, δεν έδωσα αυτό που μπορούσα να δώσω, ψήγματα μόνο».
«Τι ψήγματα, έγραψες σελίδες επί σελίδων», είπα.
«Ναι, είναι αλήθεια».
«Και τώρα; Τους αποχαιρετάς πάλι; Κουράστηκα να σ’ ακούω να φεύγεις και να μη φεύγεις».
«Κοίτα», μου είπε εμπιστευτικά, «δε φεύγω. Αλλά είναι τραγικό αυτό το θέμα με την επικοινωνία στο internet, δεν ξέρω τι νομίζει ο κάθε μαλάκας για τον εαυτό του, ποιος νομίζει πως είναι αλλά έχω γράψει κι εγώ δεν ξέρω πόσα e-mail. Ε, στο 80% δεν απάντησαν. Εννοώ τα επαγγελματικά φυσικά, όταν πρόκειται για μαλακίες απαντούν αμέσως».
Κούνησα το κεφάλι μου, «έτσι γίνεται, ξέρω», είπα, «έχω πικρή εμπειρία».
«Μόνο αυτό έχεις να πεις;»
«Τι άλλο να πω», είπα, «γάμησέ τους».
«Σωστά», είπε ο pirandello, «με τη νέα χρονιά θα τους πάρει ο διάολος τη μάνα και τον πατέρα».
«Και τι έγραφες τώρα» ρώτησα.
«Α, τίποτα, ένα ευχητήριο post για το 12, για καλή χρονιά».
Πέμπτη 29 Δεκεμβρίου 2011
Ο pirandello και το δήθεν
«Αναρωτιέμαι» του είπα, «γιατί ένας ολόκληρος Pirandello δεν έχει δική του σελίδα στο facebook, όλος ο κόσμος έχει».
«Το είπες και μόνος σου, γιατί όλοι έχουν» είπε εκείνος, «κι η κουτσή Μαρία που λέει ο λόγος. Και γιατί προτιμώ τις εγγραφές παρά τις μεταγραφές, εκεί όλοι αναδημοσιεύουν αλλήλους. Και να σου πω και κάτι άλλο, αν θέλω εφημερίδα πάω και παίρνω, τι νόημα έχει να μου αναδημοσιεύεις τι γράφει το ΒΗΜΑ, τι είμαι , ηλίθιος; Δεν ξέρω να δω;»
«Συμφωνώ» είπα, «αυτός όμως δεν είναι λόγος να μένεις έξω απ’ τα πράγματα».
«Κοίτα» μου είπε ο Pirandello, «το facebook είναι κι αυτό δήθεν, δήθεν έχεις φίλους, δήθεν σ’ ενδιαφέρει τι λένε, δήθεν κάνεις like, δεν υπάρχει τίποτα που δεν είναι εκεί δήθεν».
Μου έκανε εντύπωση που ήταν έτσι ενημερωμένος, «σωστά τα λες» του είπα, «παρ’ όλα αυτά κάτι δε θα ‘ναι δήθεν, κάτι θα μένει».
«Μπούρδες» είπε ο Pirandello. «Το μόνο που δεν είναι δήθεν είναι η εγωπάθεια, κοίτα να δεις τι έξυπνος που είμαι, πόσο κοινωνικός και σωστός, πόσο αγαπάω όλον τον κόσμο, θες να γίνω κι εγώ ένας τέτοιος; Να γλύφω δεξιά - αριστερά για να γίνω κι εγώ αρεστός;»
«Όχι βέβαια» είπα εγώ, «δεν είναι απαραίτητο, πήξαμε στους κόλακες» και τον άφησα στην ησυχία του.
«Το είπες και μόνος σου, γιατί όλοι έχουν» είπε εκείνος, «κι η κουτσή Μαρία που λέει ο λόγος. Και γιατί προτιμώ τις εγγραφές παρά τις μεταγραφές, εκεί όλοι αναδημοσιεύουν αλλήλους. Και να σου πω και κάτι άλλο, αν θέλω εφημερίδα πάω και παίρνω, τι νόημα έχει να μου αναδημοσιεύεις τι γράφει το ΒΗΜΑ, τι είμαι , ηλίθιος; Δεν ξέρω να δω;»
«Συμφωνώ» είπα, «αυτός όμως δεν είναι λόγος να μένεις έξω απ’ τα πράγματα».
«Κοίτα» μου είπε ο Pirandello, «το facebook είναι κι αυτό δήθεν, δήθεν έχεις φίλους, δήθεν σ’ ενδιαφέρει τι λένε, δήθεν κάνεις like, δεν υπάρχει τίποτα που δεν είναι εκεί δήθεν».
Μου έκανε εντύπωση που ήταν έτσι ενημερωμένος, «σωστά τα λες» του είπα, «παρ’ όλα αυτά κάτι δε θα ‘ναι δήθεν, κάτι θα μένει».
«Μπούρδες» είπε ο Pirandello. «Το μόνο που δεν είναι δήθεν είναι η εγωπάθεια, κοίτα να δεις τι έξυπνος που είμαι, πόσο κοινωνικός και σωστός, πόσο αγαπάω όλον τον κόσμο, θες να γίνω κι εγώ ένας τέτοιος; Να γλύφω δεξιά - αριστερά για να γίνω κι εγώ αρεστός;»
«Όχι βέβαια» είπα εγώ, «δεν είναι απαραίτητο, πήξαμε στους κόλακες» και τον άφησα στην ησυχία του.
Παρασκευή 23 Δεκεμβρίου 2011
Η "παραίτηση" του pirandello
«Γιατί τέτοια σιωπή σήμερα;», ρώτησα αλλά εκείνος μου γύρισε την πλάτη, «δε θα ήθελα να το συζητήσω», είπε, «βαρέθηκα να γίνομαι δυσάρεστος». .
«Έλα, πες κάτι», τον παρακάλεσα. «Κοίτα», είπε ο Pirandello, «τα πράγματα είναι απλά, αυτός ο κόσμος είναι άξιος της μοίρας του, δε διορθώνεται».
«Τι θες να πεις;», έκανα, «δε θα στολίσουμε κι εμείς δέντρο όπως όλος ο κόσμος; Δε θα γιορτάσουμε;»
Ο Pirandello με κοίταξε απορημένος, «αυτό δεν καταλαβαίνω με ‘σένα», μου είπε, «καλά, με τίποτα δεν πτοείσαι τέλος πάντων;»
«Αν εννοείς τα καιρικά φαινόμενα, καιρικά είναι, θα περάσουν», είπα. «Δεν εννοώ τον καιρό, εννοώ ότι δεν είναι δυνατόν να γιορτάζει κάποιος όταν γύρω του τα πάντα διαλύονται, όταν δεν ξέρει αν θα βρει να φάει κάτι την επομένη, αυτό εννοώ». «Υπερβολικός όπως πάντα», είπα, «τα πράγματα θα στρώσουν, κάτι θα κάνει κι ο Παπαδήμος…» «Αυτό είναι το κακό», είπε ο Pirandello, «ότι παρ’ όλα όσα συνέβησαν εσύ πιστεύεις ακόμα πως θα γίνει κάτι. Κι αναρωτιέμαι, από πού προκύπτει αυτή η αισιοδοξία;» «Δεν είναι αισιοδοξία», είπα εγώ, «είναι μάλλον αναγκαιότητα».
«Είναι καθαρή βλακεία», είπε μετά από μια μικρή παύση. «Όλοι οι ανόητοι πιστεύουν πως κάτι θα γίνει κι ο κόσμος θ’ αλλάξει, ότι θα διορθωθούν τα πράγματα, ότι κάποιος θα βρεθεί να πατήσει αυτό το ρημαδιασμένο το φρένο». «Και τι άλλο να κάνουμε; Να κλειστούμε μέσα και να περιμένουμε να πεθάνουμε; Αυτή είναι η λύση;»
«Μου ‘δωσες ιδέα», είπε ο Pirandello. Πήγε μετά κι έγραψε κάτι σ’ ένα χαρτί. «Ανακοίνωσε το στον κόσμο», μου είπε, εγώ παραιτούμαι».
«Κι αυτό τι είναι, παραίτηση;», ρώτησα και πήρα το χαρτί. «Τρόπο τινά ναι», είπε ο Pirandello και πήγε να ταΐσει τις γάτες.
Το χαρτί έγραφε: «ΑΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΘΕΟΣ Ας ΚΑΝΕΙ ΚΑΤΙ ΑΥΤΟΣ ΝΑ ΒΟΗΘΗΣΕΙ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ, ΕΓΩ ΑΔΥΝΑΤΩ».
Συμμάζεψα μετά τα στολίδια που ‘χα ετοιμάσει για το Χριστουγεννιάτικο δέντρο και τα ξανάβαλα στο κουτί. «Ίσως την άλλη χρονιά», σκέφτηκα… «αν έχει εμφανιστεί ο Θεός».
«Έλα, πες κάτι», τον παρακάλεσα. «Κοίτα», είπε ο Pirandello, «τα πράγματα είναι απλά, αυτός ο κόσμος είναι άξιος της μοίρας του, δε διορθώνεται».
«Τι θες να πεις;», έκανα, «δε θα στολίσουμε κι εμείς δέντρο όπως όλος ο κόσμος; Δε θα γιορτάσουμε;»
Ο Pirandello με κοίταξε απορημένος, «αυτό δεν καταλαβαίνω με ‘σένα», μου είπε, «καλά, με τίποτα δεν πτοείσαι τέλος πάντων;»
«Αν εννοείς τα καιρικά φαινόμενα, καιρικά είναι, θα περάσουν», είπα. «Δεν εννοώ τον καιρό, εννοώ ότι δεν είναι δυνατόν να γιορτάζει κάποιος όταν γύρω του τα πάντα διαλύονται, όταν δεν ξέρει αν θα βρει να φάει κάτι την επομένη, αυτό εννοώ». «Υπερβολικός όπως πάντα», είπα, «τα πράγματα θα στρώσουν, κάτι θα κάνει κι ο Παπαδήμος…» «Αυτό είναι το κακό», είπε ο Pirandello, «ότι παρ’ όλα όσα συνέβησαν εσύ πιστεύεις ακόμα πως θα γίνει κάτι. Κι αναρωτιέμαι, από πού προκύπτει αυτή η αισιοδοξία;» «Δεν είναι αισιοδοξία», είπα εγώ, «είναι μάλλον αναγκαιότητα».
«Είναι καθαρή βλακεία», είπε μετά από μια μικρή παύση. «Όλοι οι ανόητοι πιστεύουν πως κάτι θα γίνει κι ο κόσμος θ’ αλλάξει, ότι θα διορθωθούν τα πράγματα, ότι κάποιος θα βρεθεί να πατήσει αυτό το ρημαδιασμένο το φρένο». «Και τι άλλο να κάνουμε; Να κλειστούμε μέσα και να περιμένουμε να πεθάνουμε; Αυτή είναι η λύση;»
«Μου ‘δωσες ιδέα», είπε ο Pirandello. Πήγε μετά κι έγραψε κάτι σ’ ένα χαρτί. «Ανακοίνωσε το στον κόσμο», μου είπε, εγώ παραιτούμαι».
«Κι αυτό τι είναι, παραίτηση;», ρώτησα και πήρα το χαρτί. «Τρόπο τινά ναι», είπε ο Pirandello και πήγε να ταΐσει τις γάτες.
Το χαρτί έγραφε: «ΑΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΘΕΟΣ Ας ΚΑΝΕΙ ΚΑΤΙ ΑΥΤΟΣ ΝΑ ΒΟΗΘΗΣΕΙ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ, ΕΓΩ ΑΔΥΝΑΤΩ».
Συμμάζεψα μετά τα στολίδια που ‘χα ετοιμάσει για το Χριστουγεννιάτικο δέντρο και τα ξανάβαλα στο κουτί. «Ίσως την άλλη χρονιά», σκέφτηκα… «αν έχει εμφανιστεί ο Θεός».
Σάββατο 17 Δεκεμβρίου 2011
Ο Pirandello γιατρός
Πρωί - πρωί σήμερα μ’ έβαλε κι έκανα τεστ κοπώσεως και όταν μου ήρθε σκοτοδίνη απ’ το τρέξιμο μ’ έβαλε και κάθισα σε μια καρέκλα. «Βγάλε τη γλώσσα σου και κάνε ααα», μου είπε και μου έχωσε στο στόμα ένα κουταλάκι να δει είπε τις αμυγδαλές. Κόντεψα να πνιγώ, «τις έχω βγάλει μικρός», ψέλλισα αλλά δεν έδωσε σημασία, μου είπε να βάλω το ένα πόδι πάνω στο άλλο και ήθελε να δει τα αντανακλαστικά μου. Νεύρα καλά», διέγνωσε. Ύστερα με κοίταξε στο μάτι μ’ εκείνον τον φακό που έχουν οι οφθαλμίατροι και αποφάνθηκε πως τα μάτια μου είναι εντάξει… φοράει κι αυτή την άσπρη μπλούζα που δένει πίσω… δεν είναι να του φέρνει κανείς αντιρρήσεις, πετάει σου λέει ο γάιδαρος - πετάει εσύ, τι άλλο να πεις;
Μετά με ξάπλωσε στον καναπέ: «εδώ πονάς;», ρώτησε. «Κούνησα αρνητικά το κεφάλι μου. «Εδώ;» «Ούτε», είπα, «δεν πονάω πουθενά». «Στάσου να σου πάρω και μια πίεση», μου είπε και μου φούσκωσε στο μπράτσο το περιβραχιόνιο. Άκουσε προσεκτικά και μετά δήλωσε: «ούτε πίεση έχεις. Σήκωσε τη μπλούζα σου να σ’ ακροαστώ». Τη σήκωσα. Ο Pirandello μου έβαλε το στηθοσκόπιο στην πλάτη κι αφουγκράστηκε τα εντός μου, «δεν ακούω τίποτα, για βήξε», είπε. Έβηξα δυο - τρεις φορές. «Τίποτα», αναστέναξε, «δείχνεις τρομερά υγιής».
«Τελειώσαμε τώρα μ’ αυτές τις αηδίες, μπορώ να ντυθώ;», ρώτησα. «Ναι, νομίζω», είπε. «Αλλά καλύτερα να κάνεις κι ένα τσεκάπ, μια αίματος, μια μαγνητική… κάτι θα έχεις, δε γίνεται». «Γιατί απαραίτητα πρέπει να ‘χω οπωσδήποτε κάτι;» «Γιατί κάπου θα σ’ έχει βαρέσει και ‘σένα η κρίση, όλοι είναι πια άρρωστοι… εγώ απλά δε διαθέτω τα μέσα». «Κοιμάμαι μάλλον άσχημα, ροχαλίζω και δεν αναπνέω καλά αλλά όλα αυτά πρέπει να είναι απ’ το τσιγάρο», είπα εγώ, «το μόνο που νομίζω πως έχω είναι αυτή η κατάθλιψη… αλλά όλοι έχουν, έτσι είπες». «Και τι πάει να πει αυτό», είπε ο Pirandello, «δεν είμαι γιατρός».
Μετά με ξάπλωσε στον καναπέ: «εδώ πονάς;», ρώτησε. «Κούνησα αρνητικά το κεφάλι μου. «Εδώ;» «Ούτε», είπα, «δεν πονάω πουθενά». «Στάσου να σου πάρω και μια πίεση», μου είπε και μου φούσκωσε στο μπράτσο το περιβραχιόνιο. Άκουσε προσεκτικά και μετά δήλωσε: «ούτε πίεση έχεις. Σήκωσε τη μπλούζα σου να σ’ ακροαστώ». Τη σήκωσα. Ο Pirandello μου έβαλε το στηθοσκόπιο στην πλάτη κι αφουγκράστηκε τα εντός μου, «δεν ακούω τίποτα, για βήξε», είπε. Έβηξα δυο - τρεις φορές. «Τίποτα», αναστέναξε, «δείχνεις τρομερά υγιής».
«Τελειώσαμε τώρα μ’ αυτές τις αηδίες, μπορώ να ντυθώ;», ρώτησα. «Ναι, νομίζω», είπε. «Αλλά καλύτερα να κάνεις κι ένα τσεκάπ, μια αίματος, μια μαγνητική… κάτι θα έχεις, δε γίνεται». «Γιατί απαραίτητα πρέπει να ‘χω οπωσδήποτε κάτι;» «Γιατί κάπου θα σ’ έχει βαρέσει και ‘σένα η κρίση, όλοι είναι πια άρρωστοι… εγώ απλά δε διαθέτω τα μέσα». «Κοιμάμαι μάλλον άσχημα, ροχαλίζω και δεν αναπνέω καλά αλλά όλα αυτά πρέπει να είναι απ’ το τσιγάρο», είπα εγώ, «το μόνο που νομίζω πως έχω είναι αυτή η κατάθλιψη… αλλά όλοι έχουν, έτσι είπες». «Και τι πάει να πει αυτό», είπε ο Pirandello, «δεν είμαι γιατρός».
Κυριακή 11 Δεκεμβρίου 2011
Οι «κότες» κι ο Pirandello

«Συνάντησα τον ταχυδρόμο όπως ερχόμουν και μου ‘δωσε αυτό», είπα μπαίνοντας αλλά αμέσως το ξέχασα, «τι κάνεις εκεί;», ρώτησα έκπληκτος. Ο Pirandello είχε στοιβάξει όλα τα έπιπλα στο άλλο δωμάτιο και σφουγγάριζε μανιωδώς με μια βρώμικη, ελεεινή μάπα. «Δε βλέπεις;», μου είπε χωρίς να σταματήσει, «αλλάζω τρόπο ζωής».
Δεν είχε πουθενά να καθίσω κι έτσι παρέμεινα όρθιος με το δέμα στα χέρια. Αλλά κι εκεί ήρθε σύντομα να με διώξει με τη μάπα, «πήγαινε στην κουζίνα», μου είπε, «μη στέκεσαι μες στα πόδια μου».
Πήγα έφτιαξα καφέ και περίμενα να τελειώσει. Σε λίγο ήρθε κι αυτός και μου έκανε νόημα να τον ακολουθήσω στον κήπο. Εκεί ήταν ένα κλουβί, τυλιγμένο όπως - όπως με κοτετσόσυρμα. Πριν προλάβω να ρωτήσω μου είπε να βάλω ένα χεράκι να το βάλουμε μέσα. Το κουβαλήσαμε λοιπόν, εκεί που ήταν πριν το σαλόνι.
«Κοτέτσι στο σαλόνι;», ρώτησα, «δε σε καταλαβαίνω, από πού κι ως πού σου ήρθε αυτό πάλι;» «περιμένω μια κότα αυτές τις μέρες», μου εξήγησε δήθεν.
«Κότα;», έκανα, «τι κότα;» «Απ’ αυτές που πάνε πέρα - δώθε και κακαρίζουν, τι κότα θέλεις να περιμένω;»
«Μάλιστα», έκανα. «Θα αγοράσω πουλερικά, κουνέλια κι άλλα ζωντανά και θα γίνω ένας ελεύθερος άνθρωπος», είπε ο Pirandello, «δε θα ‘χω κανέναν ανάγκη. Θα βάλω νυχτερινό ρεύμα και θα το κάνω εδώ μέσα εκκολαπτήριο, οι κότες θα γεννοβολάνε κι εγώ θα διακινώ τα αυγά… δηλαδή εσύ, θα ζούμε σαν κανονικοί άνθρωποι, τέρμα οι κουλτούρες κι η πολιτική, πρέπει να δούμε πώς θα επιζήσουμε της επερχόμενης καταστροφής. Τι είπες πως έφερε ο ταχυδρόμος;», ρώτησε μετά. Του έδειξα το δέμα κι αυτός το πήρε και το άνοιξε. «Επιτέλους», είπε και μου έδειξε το βιβλίο, λεπτό σε σχήμα τετραδίου. «Αυτή την κότα περίμενες;», ρώτησα διαβάζοντας πάνω - πάνω τον τίτλο, «γι’ αυτήν έφτιαξες το κοτέτσι;»
«Ήταν το λιγότερο που μπορούσα να κάνω γι’ αυτήν», είπε ο Pirandello, «το λιγότερο. Αλλά ήταν μόνο η αφορμή». Μετά άνοιξε στην τύχη το βιβλίο της Παυλίδου και διάβασε: Το σπίτι
Η οικοδομή που κατοικώ είναι του τριάντα,
μετά από αψιμαχίες, διαπραγματεύσεις και έξοδα
παραδόθηκε στην ανακαίνιση,
κουκουλώθηκε με κόκκινο
στην αγκαλιά της σκαλωσιάς,
εργάτες ξαφνικά μπροστά σου,
παραθυρόφυλλα κλειστά.
Χάθηκε η μέρα,
συγχωνεύτηκε με τη νύχτα της ζωής μας,
αδιαμαρτύρητα βούλιαξε το φως της στο σκοτάδι μας
κι εμείς την αποδεχτήκαμε,
σαν ξεφτισμένο όνειρο της παιδικής μας ηλικίας,
πληρωμένο ακριβά.
"Τι σου έλεγα; Είναι καλή", είπε, "παρ' το να το διαβάσεις"... και μου το έδωσε.
Δευτέρα 5 Δεκεμβρίου 2011
PIRANDELLO FM
«1 - 2, 1 - 2», τον άκουσα που έλεγε. «Γυμναστική κάνεις;», ρώτησα απ’ το άλλο δωμάτιο αλλά εκείνος συνέχισε: «1 - 2, 1 - 2», επαναλάμβανε, «1 - 2, 1 - 2». Τότε μπήκα, τον είδα με τα ακουστικά και κατάλαβα πως δε μ’ άκουγε. «σήμερα - αύριο θα ξεσπάσει κι αυτός ο πόλεμος στο Ιράν, οι Γάλλοι ανακαλούν τους πρεσβευτές τους, να μπούμε δηλαδή άρον - άρον στο κεχρί, αυτό λέμε. Καλά Χριστούγεννα βρε», έλεγε.
«Πάλι μόνος σου μιλάς;», ρώτησα. «Και σε ποιον λες Καλά Χριστούγεννα;»
«Κάνω πρόβα», είπε ο Pirandello βγάζοντας τα ακουστικά, «θα κάνω ραδιόφωνο, το Pirandello news, θα συνεργαστώ με το Indymedia Athens, θα εκπέμπω τη φωνή της αλήθειας, 5 – 6 κάθε πρωί». «Και ποιος θα σ’ ακούει», ρώτησα δικαιολογημένα. «Θα κάνω αναμεταδόσεις, θα ταχτώ με το μέρος των ελεύθερων αγωνιζομένων ανθρώπων, ενάντια στην παγκόσμια τάξη, ενάντια σ’ αυτούς που θέλουν να διαφεντέψουν τον κόσμο, θα βγάζω ανακοινώσεις…» «Καλά όλα αυτά «, τον διέκοψα, «αλλά ποιος θα σ’ ακούει;»
«Κανείς, ας μη μ’ ακούει κανείς… εγώ το ‘χω χρέος», είπε. «Σε ποιον έχεις χρέος;», απόρησα. «Είναι κοινωνική προσφορά», είπε ο Pirandello περιχαρής, «θ’ αφιερώσω τον εαυτό μου στο πολιτικό γίγνεσθαι όλων των ηλιθίων, θα τους μετατρέψω σε πολιορκητική μηχανή και δε θ’ αφήσουμε τίποτα όρθιο». «Παραλογίζεσαι», είπα. «Καθόλου», είπε εκείνος, «καθόλου, περίμενε και θα δεις».
Μετά έβαλε πάλι τα ακουστικά και ούρλιαξε στο μικρόφωνο: «1 – 2, 1 – 2, ακούτε τη φωνή της αλήθειας, τον ελεύθερο σταθμό των ελεύθερων αγωνιζομένων ανθρώπων, ενάντια στη νέα τάξη πραγμάτων και σ’ αυτό το ανάλγητο σύστημα…», ανέβασε λίγο το ποτενσιόμετρο και συνέχισε; «Παπαδήμος και πράσινα άλογα. Το τι είναι όλοι αυτοί οι από πάνω το ξέρετε. Το διαπιστώνετε κάθε μέρα. Τους βλέπετε στις κοκορομαχίες τους στο προπαγανδοκούτι, τους ακούτε να φλυαρούν στα ραδιόφωνα, να κομπάζουν μες στ’ αξιώματα και τις καρέκλες, να σφαγιάζονται για το κοινό καλό και το δίκιο. Ωραία όλα αυτά… αλλά περί της ουσίας ουδέν. Και μη σκεφτείτε πως δεν υπάρχει λύση. Υπάρχει. Απλώς δε θέλουνε να την πουν, γιατί έτσι μάλλον λένε οι εντολές. Γιατί το θέμα είναι απλό, χρωστάμε. Και τι θέλουν; Λεφτά. Και δεν έχουμε. Άρα τι; Τα πετρέλαια, τα γαμημένα τα κοιτάσματα. Ωραία θα σου πει ο λαός, κάνε μια συμφωνία να τελειώνουμε, πόσα εσύ - πόσα εγώ, τα βρήκαμε, τέλος. Αλλά όχι, αυτοί θέλουν να εισπράξουνε φόρους, να σου κόψουν το ρεύμα και να μην έχεις να φας. Σε θέλουν εξαθλιωμένο, ανίκανο να σκεφτείς, ανίκανο να διεκδικήσεις οτιδήποτε. Αυτός είναι ο στόχος κι όλα τα άλλα είναι ιστορίες για τον καιρό».
Έβγαλε τα ακουστικά, «πώς σου φάνηκα;», ρώτησε και περίμενε να του πω εύγε.
«Πάλι μόνος σου μιλάς;», ρώτησα. «Και σε ποιον λες Καλά Χριστούγεννα;»
«Κάνω πρόβα», είπε ο Pirandello βγάζοντας τα ακουστικά, «θα κάνω ραδιόφωνο, το Pirandello news, θα συνεργαστώ με το Indymedia Athens, θα εκπέμπω τη φωνή της αλήθειας, 5 – 6 κάθε πρωί». «Και ποιος θα σ’ ακούει», ρώτησα δικαιολογημένα. «Θα κάνω αναμεταδόσεις, θα ταχτώ με το μέρος των ελεύθερων αγωνιζομένων ανθρώπων, ενάντια στην παγκόσμια τάξη, ενάντια σ’ αυτούς που θέλουν να διαφεντέψουν τον κόσμο, θα βγάζω ανακοινώσεις…» «Καλά όλα αυτά «, τον διέκοψα, «αλλά ποιος θα σ’ ακούει;»
«Κανείς, ας μη μ’ ακούει κανείς… εγώ το ‘χω χρέος», είπε. «Σε ποιον έχεις χρέος;», απόρησα. «Είναι κοινωνική προσφορά», είπε ο Pirandello περιχαρής, «θ’ αφιερώσω τον εαυτό μου στο πολιτικό γίγνεσθαι όλων των ηλιθίων, θα τους μετατρέψω σε πολιορκητική μηχανή και δε θ’ αφήσουμε τίποτα όρθιο». «Παραλογίζεσαι», είπα. «Καθόλου», είπε εκείνος, «καθόλου, περίμενε και θα δεις».
Μετά έβαλε πάλι τα ακουστικά και ούρλιαξε στο μικρόφωνο: «1 – 2, 1 – 2, ακούτε τη φωνή της αλήθειας, τον ελεύθερο σταθμό των ελεύθερων αγωνιζομένων ανθρώπων, ενάντια στη νέα τάξη πραγμάτων και σ’ αυτό το ανάλγητο σύστημα…», ανέβασε λίγο το ποτενσιόμετρο και συνέχισε; «Παπαδήμος και πράσινα άλογα. Το τι είναι όλοι αυτοί οι από πάνω το ξέρετε. Το διαπιστώνετε κάθε μέρα. Τους βλέπετε στις κοκορομαχίες τους στο προπαγανδοκούτι, τους ακούτε να φλυαρούν στα ραδιόφωνα, να κομπάζουν μες στ’ αξιώματα και τις καρέκλες, να σφαγιάζονται για το κοινό καλό και το δίκιο. Ωραία όλα αυτά… αλλά περί της ουσίας ουδέν. Και μη σκεφτείτε πως δεν υπάρχει λύση. Υπάρχει. Απλώς δε θέλουνε να την πουν, γιατί έτσι μάλλον λένε οι εντολές. Γιατί το θέμα είναι απλό, χρωστάμε. Και τι θέλουν; Λεφτά. Και δεν έχουμε. Άρα τι; Τα πετρέλαια, τα γαμημένα τα κοιτάσματα. Ωραία θα σου πει ο λαός, κάνε μια συμφωνία να τελειώνουμε, πόσα εσύ - πόσα εγώ, τα βρήκαμε, τέλος. Αλλά όχι, αυτοί θέλουν να εισπράξουνε φόρους, να σου κόψουν το ρεύμα και να μην έχεις να φας. Σε θέλουν εξαθλιωμένο, ανίκανο να σκεφτείς, ανίκανο να διεκδικήσεις οτιδήποτε. Αυτός είναι ο στόχος κι όλα τα άλλα είναι ιστορίες για τον καιρό».
Έβγαλε τα ακουστικά, «πώς σου φάνηκα;», ρώτησε και περίμενε να του πω εύγε.
Σάββατο 3 Δεκεμβρίου 2011
Η «συμπαράσταση» του Pirandello
«Θα πρέπει να κουράστηκες μ’ αυτές τις παραστάσεις», μου είπε ο Pirandello και με χτύπησε φιλικά στην πλάτη. «Όχι», είπα εγώ, «δεν έκανα και τίποτα, όλα ήταν φτιαγμένα δέκα χρόνια τώρα». «Δέκα χρόνια;», απόρησε ο Pirandello, «και τι τα έκανες τόσα χρόνια, τα λιβάνιζες;»
«Άστο αυτό», είπα, «είναι μια ματωμένη ιστορία».
«Ήταν παρ’ όλα αυτά μια ωραία παράσταση», είπε, «είμαι περήφανος για ‘σένα». Κοίταξα να δω αν με δουλεύει. «Και γιατί είσαι περήφανος;», ρώτησα, «επειδή έκανα δέκα χρόνια να φτάσω μέχρι εδώ;»
«Επειδή δεν τα παράτησες», μου είπε, «επειδή δεν τα παράτησες».
«Άστο αυτό», είπα, «είναι μια ματωμένη ιστορία».
«Ήταν παρ’ όλα αυτά μια ωραία παράσταση», είπε, «είμαι περήφανος για ‘σένα». Κοίταξα να δω αν με δουλεύει. «Και γιατί είσαι περήφανος;», ρώτησα, «επειδή έκανα δέκα χρόνια να φτάσω μέχρι εδώ;»
«Επειδή δεν τα παράτησες», μου είπε, «επειδή δεν τα παράτησες».
Παρασκευή 25 Νοεμβρίου 2011
Πιραντελλιές
Έξω έβρεχε. Αυτός καθόταν με την τραγιάσκα και γυαλιά ηλίου στο σκοτάδι και με περίμενε, σιωπηλός. «Τι βλέπω; Πάλι αλλαγές έχουμε;», ρώτησα για ν’ ανιχνεύσω την κατάσταση. Ο Pirandello με λοξοκοίταξε και συνέχισε να μην κάνει τίποτα. «Πήγαινε να μου φτιάξεις έναν καφέ κι άσε τα λόγια», πρόσταξε, «εδώ χανόμαστε». «Και μπορώ να μάθω γιατί παρακαλώ; Τι συνέβη;», επέμεινα.
«Κάνε αυτό που σου λέω και άσε τις ερωτήσεις», είπε και χτύπησε το χέρι του στο τραπέζι. Εγώ πήγα για τον καφέ.
Όταν γύρισα πάλι δεν έκανε τίποτα. Πέρασε μια ώρα και απλώς κάπνιζε και δεν έλεγε, ούτε έκανε τίποτα. «Λοιπόν;», ζήτησα μια απάντηση. «Τίποτα», είπε ο Pirandello, «ήθελα να δω αν πιάνει αυτό με τις αγριοφωνάρες». «Δεν είσαι σοβαρός», είπα, «τι παιδιαρίσματα είναι τώρα αυτά;»
«Καθόλου παιδιαρίσματα», είπε, «δε βλέπεις πώς κάνουν οι Γερμανοί; Πώς νομίζεις ότι περνάνε αυτές τις εγκυκλίους που στέλνουν;»
«Και τι πάει να πει αυτό;», είπα εγώ, «εμείς δεν είμαστε Γερμανοί».
«Να γίνουμε κύριε», είπε και ξαναχτύπησε το χέρι του στο τραπέζι, «να γίνουμε. Να γίνουμε μπας και μας πάρει κάποιος στα σοβαρά».
«Με κλανιές δε βάφουν αυγά», σκέφτηκα να του πω αλλά δεν είχε νόημα.
«Κάνε αυτό που σου λέω και άσε τις ερωτήσεις», είπε και χτύπησε το χέρι του στο τραπέζι. Εγώ πήγα για τον καφέ.
Όταν γύρισα πάλι δεν έκανε τίποτα. Πέρασε μια ώρα και απλώς κάπνιζε και δεν έλεγε, ούτε έκανε τίποτα. «Λοιπόν;», ζήτησα μια απάντηση. «Τίποτα», είπε ο Pirandello, «ήθελα να δω αν πιάνει αυτό με τις αγριοφωνάρες». «Δεν είσαι σοβαρός», είπα, «τι παιδιαρίσματα είναι τώρα αυτά;»
«Καθόλου παιδιαρίσματα», είπε, «δε βλέπεις πώς κάνουν οι Γερμανοί; Πώς νομίζεις ότι περνάνε αυτές τις εγκυκλίους που στέλνουν;»
«Και τι πάει να πει αυτό;», είπα εγώ, «εμείς δεν είμαστε Γερμανοί».
«Να γίνουμε κύριε», είπε και ξαναχτύπησε το χέρι του στο τραπέζι, «να γίνουμε. Να γίνουμε μπας και μας πάρει κάποιος στα σοβαρά».
«Με κλανιές δε βάφουν αυγά», σκέφτηκα να του πω αλλά δεν είχε νόημα.
Τετάρτη 16 Νοεμβρίου 2011
Ο ρόλος του Pirandello
«Σήμερα έπιασα τον real fm απ’ την αρχή, από το εκκλησιαστικό εγερτήριο. Ακολούθησαν οι ειδήσεις που ανακυκλώνονται χωρίς να λένε τίποτα. Μετά τα λογοπαίγνια και τα διαφημιστικά, που είναι κι αυτά απαραίτητα, ενώ από κάτω έτρεχαν όπως κάθε πρωί τέτοια ώρα, ροκιές. Μετά συμβουλευτήκαμε μαζί το αλμανάκ, για το τη έγινε σαν σήμερα και καταλήξαμε όπως κάθε μέρα στο κοινοβούλιο όπου χάσαμε πάλι τον μπούσουλα. Μάθαμε επίσης πως για την επέτειο αύριο θα δραστηριοποιηθούν τόσες χιλιάδες αστυφύλακες και περάσαμε στις καθημερινές καλημέρες… δεν ήταν να σταθείς σε τίποτα και το έκλεισα».
«Μόνος σου μιλάς;», ρώτησα. Εκείνος σήκωσε τους ώμους του: «σχολιάζω την κατάντια μας», είπε.
«Πώς; Κάνοντας κριτική στο ραδιόφωνο;»
«Δεν κατάλαβες», είπε ο Pirandello, «επαγρύπνηση κάνω. Να ‘χουμε τον νου μας».
«Μόνος σου μιλάς;», ρώτησα. Εκείνος σήκωσε τους ώμους του: «σχολιάζω την κατάντια μας», είπε.
«Πώς; Κάνοντας κριτική στο ραδιόφωνο;»
«Δεν κατάλαβες», είπε ο Pirandello, «επαγρύπνηση κάνω. Να ‘χουμε τον νου μας».
Πέμπτη 10 Νοεμβρίου 2011
Οι ανησυχίες του pirandello
Ο Pirandello έδειχνε κουρασμένος, ήταν πολύ άκεφος και με δυσκολία κρατούσε τα μάτια του ανοιχτά. Επόμενο ήταν, τόσες μέρες στο πόδι. «Όλα εντάξει να υποθέσω;», τον ρώτησα όπως γυρίζαμε. Δεν απάντησε. Όταν φτάσαμε στο σπίτι τον ξαναρώτησα: «αισθάνεσαι καλά;» και κούνησε το κεφάλι του. Σκέφτηκα μήπως είχε κάτι άλλο, κάτι που δεν ήξερα… αλλά ό,τι κι αν ήταν τέλος πάντων, αν ήθελε να το έλεγε.
«Καλύτερα να μην έρθεις μέσα», μου είπε στην πόρτα. «Έχω ανάγκη από ύπνο». «Μήπως είσαι άρρωστος;», ρώτησα. «Όχι, όχι», έκανε, «κάτι σκέφτηκα εκεί που ήμασταν και με ζώσανε τα φίδια». Απόρησα, ο Παπαντρέου παρέδωσε, δεν υπήρχε λόγος ν’ ανησυχεί». «Δεν καταλαβαίνω», του είπα.
Μου έκανε νόημα να μπω μέσα και τον ακολούθησα. Πήγαμε κατευθείαν στο γραφείο του και ο Pirandello μου είπε να κλείσω τις πόρτες και τα παράθυρα. Μετά τον είδα που αποσύνδεσε το τηλέφωνο. «Φοβάμαι», είπε και μου έδωσε ένα τσιγάρο απ’ τα δικά του, μια κίνηση που δεν κάνει ποτέ. «Τι διάολο φοβάσαι;», ρώτησα κι έκατσα απέναντι, «είσαι άρρωστος;»
Ο Pirandello κάπνιζε σιωπηλός και ξεφυσούσε τον καπνό σαν τσιμινιέρα. Για ένα ολόκληρο λεπτό περίμενα, περίμενα ύστερα άλλο ένα, τίποτα. Σηκώθηκα να φύγω.
«Να, αυτός ο Παπαδήμος», ψιθύρισε. Ξαφνιάστηκα. «Τι; Ούτε αυτός σου αρέσει;»
«Όχι, δεν είναι αν μ’ αρέσει ή όχι, δεν καταλαβαίνεις… είναι αυτός λένε που μας έβαλε στην ΟΝΕ». «Τα ξέρω αυτά, τα άκουσα», είπα. «Και πού το κακό; Εμένα μου φάνηκε πολύ σοβαρός». «Κι εμένα», ομολόγησε. «Τότε; Τι σκέφτεσαι;», ρώτησα.
«Κι αν είναι άνθρωπος της Goldmansachs τίποτα;», είπε και με ζώσανε και ‘μένα τα φίδια. Πήγα πίσω και κρέμασα τα ρούχα μου. Μετά κάθισα ξανά στην καρέκλα μου, να το σκεφτούμε μαζί, ήταν ανησυχητικά τα πράγματα.
«Καλύτερα να μην έρθεις μέσα», μου είπε στην πόρτα. «Έχω ανάγκη από ύπνο». «Μήπως είσαι άρρωστος;», ρώτησα. «Όχι, όχι», έκανε, «κάτι σκέφτηκα εκεί που ήμασταν και με ζώσανε τα φίδια». Απόρησα, ο Παπαντρέου παρέδωσε, δεν υπήρχε λόγος ν’ ανησυχεί». «Δεν καταλαβαίνω», του είπα.
Μου έκανε νόημα να μπω μέσα και τον ακολούθησα. Πήγαμε κατευθείαν στο γραφείο του και ο Pirandello μου είπε να κλείσω τις πόρτες και τα παράθυρα. Μετά τον είδα που αποσύνδεσε το τηλέφωνο. «Φοβάμαι», είπε και μου έδωσε ένα τσιγάρο απ’ τα δικά του, μια κίνηση που δεν κάνει ποτέ. «Τι διάολο φοβάσαι;», ρώτησα κι έκατσα απέναντι, «είσαι άρρωστος;»
Ο Pirandello κάπνιζε σιωπηλός και ξεφυσούσε τον καπνό σαν τσιμινιέρα. Για ένα ολόκληρο λεπτό περίμενα, περίμενα ύστερα άλλο ένα, τίποτα. Σηκώθηκα να φύγω.
«Να, αυτός ο Παπαδήμος», ψιθύρισε. Ξαφνιάστηκα. «Τι; Ούτε αυτός σου αρέσει;»
«Όχι, δεν είναι αν μ’ αρέσει ή όχι, δεν καταλαβαίνεις… είναι αυτός λένε που μας έβαλε στην ΟΝΕ». «Τα ξέρω αυτά, τα άκουσα», είπα. «Και πού το κακό; Εμένα μου φάνηκε πολύ σοβαρός». «Κι εμένα», ομολόγησε. «Τότε; Τι σκέφτεσαι;», ρώτησα.
«Κι αν είναι άνθρωπος της Goldmansachs τίποτα;», είπε και με ζώσανε και ‘μένα τα φίδια. Πήγα πίσω και κρέμασα τα ρούχα μου. Μετά κάθισα ξανά στην καρέκλα μου, να το σκεφτούμε μαζί, ήταν ανησυχητικά τα πράγματα.
Κυριακή 30 Οκτωβρίου 2011
Οι πρόεδροι κι ο Pirandello
«Καλά είναι δυνατόν να σ’ αφήνει αδιάφορο αν δακρύζει ο πρόεδρος;», έκανε έκπληκτος ο Pirandello. Εγώ απέφυγα να δώσω μια απάντηση. «Ο άνθρωπος είναι ένας ήρωας. Και μόνο γι’ αυτό θα έπρεπε να ντρέπεσαι που μένεις αμέτοχος», είπε, «έχετε πολύ μεγάλη ιδέα για τον εαυτό σας όλοι εσείς οι αγανακτισμένοι». «Απογοητευμένοι», διόρθωσα.
«Έστω. Αλλά να κλαίει ένας γέρος άνθρωπος; Ένας θεσμός να θρηνεί και να μη σου καίγεται καρφί; Τι άνθρωποι είσαστε τέλος πάντων εσείς;» «Απογοητευμένοι», επανέλαβα.
«Ίσα – ίσα», είπε, «θα έπρεπε τότε να κλαίγατε μαζί του αντί να τον λοιδορείτε. Τι άλλο θα μπορούσε να κάνει ο πρόεδρος; Τι μπορεί να κάνει κάποιος με δεμένα τα χέρια;» «Να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων», είπα εγώ. «Να σηκωθεί και να πει ; εγώ διαφωνώ με τις αποφάσεις της κυβέρνησης και παραιτούμαι. Αυτό θα έπρεπε να κάνει ένας πρόεδρος και όχι να κλαψουρίζει».
«Αυτές είναι αντιδραστικές θέσεις, θα πέσει η δημοκρατία έτσι, δε μπορεί να παραιτηθεί, είναι θεσμός». «Να κάτσει στην άκρη του τότε και να μην παίρνει θέση, δεν τον είδα να παίρνει πουθενά αλλού καμιά θέση».
Ο Pirandello έμεινε για λίγο αμίλητος. «Θυμάσαι τον άλλον με τα παπάκια; Τουλάχιστον αυτός δεν παίζει με τα παπάκια, είναι μια πρόοδος», είπε μετά. Σ’ αυτό συμφώνησα. Αλλά όχι να λέμε κι ό,τι θέλουμε.
«Έστω. Αλλά να κλαίει ένας γέρος άνθρωπος; Ένας θεσμός να θρηνεί και να μη σου καίγεται καρφί; Τι άνθρωποι είσαστε τέλος πάντων εσείς;» «Απογοητευμένοι», επανέλαβα.
«Ίσα – ίσα», είπε, «θα έπρεπε τότε να κλαίγατε μαζί του αντί να τον λοιδορείτε. Τι άλλο θα μπορούσε να κάνει ο πρόεδρος; Τι μπορεί να κάνει κάποιος με δεμένα τα χέρια;» «Να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων», είπα εγώ. «Να σηκωθεί και να πει ; εγώ διαφωνώ με τις αποφάσεις της κυβέρνησης και παραιτούμαι. Αυτό θα έπρεπε να κάνει ένας πρόεδρος και όχι να κλαψουρίζει».
«Αυτές είναι αντιδραστικές θέσεις, θα πέσει η δημοκρατία έτσι, δε μπορεί να παραιτηθεί, είναι θεσμός». «Να κάτσει στην άκρη του τότε και να μην παίρνει θέση, δεν τον είδα να παίρνει πουθενά αλλού καμιά θέση».
Ο Pirandello έμεινε για λίγο αμίλητος. «Θυμάσαι τον άλλον με τα παπάκια; Τουλάχιστον αυτός δεν παίζει με τα παπάκια, είναι μια πρόοδος», είπε μετά. Σ’ αυτό συμφώνησα. Αλλά όχι να λέμε κι ό,τι θέλουμε.
Παρασκευή 14 Οκτωβρίου 2011
Οι αΰπνίες του Pirandello
«pirandello, pirandello»“», φώναζα αλλά τίποτα. Με τα πολλά μου άνοιξε. «Είσαι καλά;», τον ρώτησα, «ανησύχησα». «Δεν υπήρχε λόγος», είπε εκείνος, «κοιμόμουν». «Συνήθως ξυπνάς άγρια χαράματα, τρέχει τίποτα;», τον ρώτησα πάλι. «Τίποτα», είπε ο Pirandello, «δε μ’ έπιανε ύπνος το βράδυ και κοιμήθηκα το πρωί». «Ουφ», έκανα εγώ.
<»Γιατί τέτοια έννοια;», με ρώτησε όταν βάλαμε να πιούμε καφέ, «φοβάσαι μη μείνεις άνεργος;» «Είσαι αγνώμων», είπα, «εγώ νοιάζομαι για ‘σένα, δεν έρχομαι εδώ για τα φράγκα». «Αυτό μ’ αρέσει σε ‘σένα», είπε ο Pirandello. «Να δω πώς θα περάσεις τον μήνα τώρα, δεν υπάρχει μία».
«Τι εννοείς; Ξέμεινες;» «Όχι εγώ», είπε εκείνος, «η πατρίδα». Εγώ ξεφύσησα πάλι ανακουφισμένος. «Το θέμα είναι να μην ξεμείνουμε κι εμείς», έκανα χιουμοράκι… με την ψυχή στο στόμα όμως.
«Το ίδιο κάνει», είπε ο Pirandello, «άμα δεν έχει να πληρώσει η πατρίδα δε θα ‘χω κι εγώ». «Ναι, αλλά εσύ έχεις, έτσι δεν είναι;», ρώτησα. «Έχω», είπε. «Δεν ξέρω όμως για πόσο».
«Απόψε νομίζω πως δε θα κοιμηθώ ούτε εγώ», είπα.
<»Γιατί τέτοια έννοια;», με ρώτησε όταν βάλαμε να πιούμε καφέ, «φοβάσαι μη μείνεις άνεργος;» «Είσαι αγνώμων», είπα, «εγώ νοιάζομαι για ‘σένα, δεν έρχομαι εδώ για τα φράγκα». «Αυτό μ’ αρέσει σε ‘σένα», είπε ο Pirandello. «Να δω πώς θα περάσεις τον μήνα τώρα, δεν υπάρχει μία».
«Τι εννοείς; Ξέμεινες;» «Όχι εγώ», είπε εκείνος, «η πατρίδα». Εγώ ξεφύσησα πάλι ανακουφισμένος. «Το θέμα είναι να μην ξεμείνουμε κι εμείς», έκανα χιουμοράκι… με την ψυχή στο στόμα όμως.
«Το ίδιο κάνει», είπε ο Pirandello, «άμα δεν έχει να πληρώσει η πατρίδα δε θα ‘χω κι εγώ». «Ναι, αλλά εσύ έχεις, έτσι δεν είναι;», ρώτησα. «Έχω», είπε. «Δεν ξέρω όμως για πόσο».
«Απόψε νομίζω πως δε θα κοιμηθώ ούτε εγώ», είπα.
Τετάρτη 12 Οκτωβρίου 2011
Ευμετάβλητος pirandello
«Πάλι άλλαξες γνώμη;», τον ρώτησα. «Ναι», είπε ο Pirandello, «το να είναι κανείς σταθερός στις ιδέες του, δε λέει τίποτα σήμερα». Είχε δίκιο σ’ αυτό. «Και θα κάνεις πάλι αναγγελία;», επέμεινα. «Με πιέζεις», είπε εκείνος, «δεν έχω αποφασίσει τίποτα». Τον είδα μετά που βγήκε και κάπνιζε έξω, καθόταν εκεί έξω και κάπνιζε αρκετή ώρα. «Θα πουντιάσεις», του είπα κι εκείνος με ακολούθησε δίχως αντίρρηση. Όταν ο Pirandello δε φέρνει αντιρρήσεις κάτι σοβαρό του συμβαίνει. «Τι διάολο έχεις;», ρώτησα πάλι. Εκείνος αναστέναξε κι έπεσε βαρύς στην καρέκλα του: «σκέφτομαι το μέλλον», είπε.
«Και πού κατέληξες;», τον ρώτησα το μεσημέρι, πριν φύγω. «Πουθενά», είπε εκείνος, «δε μπορείς να ‘σαι ποτέ σίγουρος με το μέλλον». «Θα πτωχεύσουμε;», είπα γιατί αυτό μ’ έκαιγε εμένα. Ο Pirandello με κοίταξε απορημένος, «γιατί να πτωχεύσουμε;», έκανε. «Καλά δεν ακούς τις ειδήσεις;», ξαφνιάστηκα εγώ. «Ακούω», είπε, «αλλά δε βλέπω κανέναν τέτοιο κίνδυνο, δε συμφέρει κανέναν να πτωχεύσουμε». Ο κόσμος έξω είναι ανάστατος, θα βγούνε μαχαίρια», είπα. «Βλακείες», είπε εκείνος, «δεν παλεύεται με μαχαίρια αυτή η δουλειά, τι τους πέρασες; Τίποτα ξεβράκωτους;» «Και τι εννοείς;», έκανα εγώ, «ότι θα κάτσουμε έτσι και δε θα κάνουμε τίποτα;» «Τι να σου πω, δε βλέπω φως», είπε ο Pirandello, «διανύουμε σκοτεινές μέρες».
«Και πού κατέληξες;», τον ρώτησα το μεσημέρι, πριν φύγω. «Πουθενά», είπε εκείνος, «δε μπορείς να ‘σαι ποτέ σίγουρος με το μέλλον». «Θα πτωχεύσουμε;», είπα γιατί αυτό μ’ έκαιγε εμένα. Ο Pirandello με κοίταξε απορημένος, «γιατί να πτωχεύσουμε;», έκανε. «Καλά δεν ακούς τις ειδήσεις;», ξαφνιάστηκα εγώ. «Ακούω», είπε, «αλλά δε βλέπω κανέναν τέτοιο κίνδυνο, δε συμφέρει κανέναν να πτωχεύσουμε». Ο κόσμος έξω είναι ανάστατος, θα βγούνε μαχαίρια», είπα. «Βλακείες», είπε εκείνος, «δεν παλεύεται με μαχαίρια αυτή η δουλειά, τι τους πέρασες; Τίποτα ξεβράκωτους;» «Και τι εννοείς;», έκανα εγώ, «ότι θα κάτσουμε έτσι και δε θα κάνουμε τίποτα;» «Τι να σου πω, δε βλέπω φως», είπε ο Pirandello, «διανύουμε σκοτεινές μέρες».
Τετάρτη 28 Σεπτεμβρίου 2011
Το νέο προφίλ του pirandello
Θα κάνω ριζοσπαστικές αλλαγές.
1) Θα λέω κάθε πρωί την προσευχή μου.
2) Θα είμαι καλός με τους συνανθρώπους μου.
3) Θα βάζω το κοινό καλό πάνω απ’ το δικό μου.
4) Δε θα ξαναβρίσω την κυβέρνηση και δε θα βαρυγκωμώ με το έργο της.
5) Θα είμαι ευγενικός με όσους μου τα πρήζουν στο τηλέφωνο.
6) Δε θα είμαι όλη μέρα στο internet.
7) Δε θα έχω καμιά απαίτηση απ’ τους άλλους.
8) Θα κοιτάω τη δουλειά μου και δε θα παρεμβαίνω στις δουλειές των άλλων.
9) Δε θα μιλάω, ούτε για τα στραβά του καθενός, ούτε για τίποτα, στόμα θα ‘χω και μιλιά δε θα ‘χω.
10) Θα κάνω ό,τι μου λένε, πειθήνιο όργανο.
1) Θα λέω κάθε πρωί την προσευχή μου.
2) Θα είμαι καλός με τους συνανθρώπους μου.
3) Θα βάζω το κοινό καλό πάνω απ’ το δικό μου.
4) Δε θα ξαναβρίσω την κυβέρνηση και δε θα βαρυγκωμώ με το έργο της.
5) Θα είμαι ευγενικός με όσους μου τα πρήζουν στο τηλέφωνο.
6) Δε θα είμαι όλη μέρα στο internet.
7) Δε θα έχω καμιά απαίτηση απ’ τους άλλους.
8) Θα κοιτάω τη δουλειά μου και δε θα παρεμβαίνω στις δουλειές των άλλων.
9) Δε θα μιλάω, ούτε για τα στραβά του καθενός, ούτε για τίποτα, στόμα θα ‘χω και μιλιά δε θα ‘χω.
10) Θα κάνω ό,τι μου λένε, πειθήνιο όργανο.
Κυριακή 4 Σεπτεμβρίου 2011
Ο γάμος του pirandello
«Πολύ χαίρομαι που θα ‘ρθεις κι εσύ σ’ αυτόν τον γάμο», είπε ο pirandello, “θα βαριόμουν πολύ εκεί μόνος». «Θα ‘ναι τουλάχιστον εκατό άτομα», είπα εγώ. «Κι αν δε με πίεζαν τόσο, αν μπορούσα να το αποφύγω, θα το απέφευγα». . «Θα περάσουμε όμορφα», είπε εκείνος, «όλη τη μέρα κάτω απ’ τον καυτό ήλιο». «Μα εσένα δε σου αρέσει ο ήλιος, ούτε πας ποτέ σου στη θάλασσα». «Δεν λέω για ‘μας, μιλώ για τους άλλους», είπε ο pirandello. «Εμείς θα την αράξουμε στο ξενοδοχείο με τις μικρούλες και θα πίνουμε τα ποτάκια μας… θα ‘ναι υπέροχα». «Ποιες μικρούλες; Πού θα τις βρούμε τις μικρούλες;», ρώτησα απορημένος. «Εκεί απ’ ό,τι ξέρω θά ‘ναι μόνο κάτι γεροντοσαρανταποδαρούσες ξερακιανές και αγάμητες, οι πιτσιρίκες θα ‘ναι όλες στην παραλία». «Όλα είναι εδώ μέσα φίλε μου», έκανε ο pirandello και χτύπησε τον δείχτη του στον κρόταφο. «Και να σου πω λυπάμαι πιο πολύ εκείνον τον άμοιρο που παντρεύεται». «Γιατί τον λυπάσαι; Αυτός παίρνει ένα κοριτσάκι». Ναι», είπε. «Αλλά πόσα χρόνια μπορεί να κρατήσει αυτό;»
Πέμπτη 4 Αυγούστου 2011
Η άμμος κι ο pirandello
«Λοιπόν, πώς την είδες τη δουλειά με τα ναρκωτικά;», ρώτησα. Ο pirandello ανασήκωσε τους ώμους του, «δεν ξέρω», είπε, «προβληματίζομαι». .
«Ανεξάρτητα με το γιατί το κάνουν αυτό», είπα εγώ, «είναι καλό μέτρο όμως, δεν είναι;»
«Πρέπει να ‘σαι πάντα υποψιασμένος μ’ αυτή την κυβέρνηση, πάντα έχει κάτι άλλο στο μυαλό της απ’ αυτό που δείχνει απ’ έξω».
«Γιατί κοιτάς συνέχεια το ρολόι σου;», ρώτησα, «θα πας πουθενά;»
«Έχω παραγγείλει κάτι κι έπρεπε να είναι ήδη εδώ».
«Τι παράγγειλες πάλι;»
«Άμμο».
«Τι θα την κάνεις την άμμο;»
«Χίλια τσουβαλάκια με άμμο. Αλλά νομίζω πως με κατέκλεψαν».
Χίλια τσουβάλια με άμμο… θα χτίσουμε;»
«Θα ταμπουρωθούμε. Ποτέ δεν ξέρεις τι ξημερώνει μ’ αυτόν».
«Δε φταίει για όλα ο Παπανδρέου».
«Μια κουβέντα είναι αυτή, αν δε φταίει αυτός, τότε ποιος φταίει, εγώ;»
«Θέλω να πω πως όλοι φταίμε, λίγο - πολύ».
Αυτό είναι ενοχικό σύνδρομο, από πού κι ως πού φταίμε εμείς; Έβαλες τίποτα στην τσέπη σου εσύ απ’ τα υποβρύχια; Γιατί εγώ δεν έβαλα».
«Μα δεν είναι μόνο τα υποβρύχια. Εσύ δεν έκρυψες τίποτα από τη δήλωση;»
«Μα μιλάς σοβαρά; Τι θες τώρα, να μου βγάλεις περιστερά τον Παπανδρέου;»
«Κάνει λάθη…»
«Ναι, μόνο λάθη, δεν κάνει τίποτα σωστό. Και χέσε με τώρα μ’ αυτόν, αρκετά, προσπαθώ ν’ αποτοξινωθώ».
«Μα δεν την πήγα εγώ την κουβέντα εκεί».
«Δεν την πήγες αλλά γι’ αυτόν λέμε».
«Ωραία, να πούμε κάτι άλλο, τι θέλεις να πούμε;»
«Να πάρεις τηλέφωνο να δεις γιατί αργούν τα σακιά».
«Θα πάρω, τι βιάζεσαι;»
«Βιάζομαι. Το κακό μπορεί να συμβεί ανά πάσα στιγμή, εξαρτάται από το πώς θα ξυπνήσει αυτός το πρωί. Γιατί πες μου: Πώς του ήρθε ξαφνικά να ρυθμίσει το θέμα για την πρέζα; Δεν είχαμε άλλα θέματα;»
«Και πού λες να τα βάλουμε αυτά τα σακιά;», ρώτησα.
«Πόρτες, παράθυρα… όπως στις ταινίες. Όχι ότι προστατεύουν αλλά κάτι θα κάνουν κι αυτά».
«Ανεξάρτητα με το γιατί το κάνουν αυτό», είπα εγώ, «είναι καλό μέτρο όμως, δεν είναι;»
«Πρέπει να ‘σαι πάντα υποψιασμένος μ’ αυτή την κυβέρνηση, πάντα έχει κάτι άλλο στο μυαλό της απ’ αυτό που δείχνει απ’ έξω».
«Γιατί κοιτάς συνέχεια το ρολόι σου;», ρώτησα, «θα πας πουθενά;»
«Έχω παραγγείλει κάτι κι έπρεπε να είναι ήδη εδώ».
«Τι παράγγειλες πάλι;»
«Άμμο».
«Τι θα την κάνεις την άμμο;»
«Χίλια τσουβαλάκια με άμμο. Αλλά νομίζω πως με κατέκλεψαν».
Χίλια τσουβάλια με άμμο… θα χτίσουμε;»
«Θα ταμπουρωθούμε. Ποτέ δεν ξέρεις τι ξημερώνει μ’ αυτόν».
«Δε φταίει για όλα ο Παπανδρέου».
«Μια κουβέντα είναι αυτή, αν δε φταίει αυτός, τότε ποιος φταίει, εγώ;»
«Θέλω να πω πως όλοι φταίμε, λίγο - πολύ».
Αυτό είναι ενοχικό σύνδρομο, από πού κι ως πού φταίμε εμείς; Έβαλες τίποτα στην τσέπη σου εσύ απ’ τα υποβρύχια; Γιατί εγώ δεν έβαλα».
«Μα δεν είναι μόνο τα υποβρύχια. Εσύ δεν έκρυψες τίποτα από τη δήλωση;»
«Μα μιλάς σοβαρά; Τι θες τώρα, να μου βγάλεις περιστερά τον Παπανδρέου;»
«Κάνει λάθη…»
«Ναι, μόνο λάθη, δεν κάνει τίποτα σωστό. Και χέσε με τώρα μ’ αυτόν, αρκετά, προσπαθώ ν’ αποτοξινωθώ».
«Μα δεν την πήγα εγώ την κουβέντα εκεί».
«Δεν την πήγες αλλά γι’ αυτόν λέμε».
«Ωραία, να πούμε κάτι άλλο, τι θέλεις να πούμε;»
«Να πάρεις τηλέφωνο να δεις γιατί αργούν τα σακιά».
«Θα πάρω, τι βιάζεσαι;»
«Βιάζομαι. Το κακό μπορεί να συμβεί ανά πάσα στιγμή, εξαρτάται από το πώς θα ξυπνήσει αυτός το πρωί. Γιατί πες μου: Πώς του ήρθε ξαφνικά να ρυθμίσει το θέμα για την πρέζα; Δεν είχαμε άλλα θέματα;»
«Και πού λες να τα βάλουμε αυτά τα σακιά;», ρώτησα.
«Πόρτες, παράθυρα… όπως στις ταινίες. Όχι ότι προστατεύουν αλλά κάτι θα κάνουν κι αυτά».
Πέμπτη 21 Ιουλίου 2011
Η Μέρκελ κι ο pirandello
«Πρέπει να κάψουμε τους κάδους, να κλείσουμε τους δρόμους, να συμπλακούμε με την αστυνομία… να δείξουμε με κάθε τρόπο τη δυσαρέσκειά μας», έλεγε ο pirandello στο τηλέφωνο. Δε συμφωνούσα, παρ’ όλα αυτά τι είμαι εγώ για να συμφωνώ ή να μη συμφωνώ κι έκατσα στην άκρη μου και περίμενα.
«Άκουσες», μου είπε κατεβάζοντας το ακουστικό, «δίκιο δεν έχω;»
«Μα είδες ότι δεν οδηγεί πουθενά αυτό το πράγμα», είπα εγώ. «Άλλωστε δεν είναι κανείς στην πλατεία.
«Μα δε μιλούσα για την πλατεία, για τις Βρυξέλες μιλούσα», είπε. «Πρέπει να χτυπήσουμε το κακό στη ρίζα του, αυτή τη Μέρκελ».
«Εμείς; Τη Μέρκελ;»
«Ή είμαστε πολίτες της Ευρώπης ή δεν είμαστε», είπε. «Και τι έχει η Μέρκελ και δε μπορούμε να τη χτυπήσουμε;»
«Μα αυτά που πρότεινε η Μέρκελ είναι υπέρ της Ελλάδας νομίζω», είπα διστακτικά, «είναι η πρώτη φορά που γίνεται κάτι που μας συμφέρει».
«Κι εγώ γιατί δεν το πιστεύω;», έκανε.
«Γιατί είσαι καχύποπτος, πάντα είσαι καχύποπτος και βλέπεις παντού μόνο συνομωσίες».
«Εγώ; Εγώ τα βλέπω όλα διάφανα σαν το νερό».
«Πώς δηλαδή;»
«Δεν άκουσες για την Κύπρο;»
«Άκουσα, θα μπει κι αυτή υπό κηδεμονία ας πούμε».
«Και δε σου λέει τίποτα που μέχρι χθες δεν κινδύνευε; Σήμερα χρειάζεται το ΔΝΤ ενώ χθες όχι;»
«Ωραία, όλα είναι στο σχέδιο. Και θ’ αλλάξει τίποτα άμα κάψουμε ένα - δυο κάδους; Δε σε καταλαβαίνω».
«Κοίτα», είπε, «εγώ είμαι γεννημένος επαναστάτης και πρέπει να κάνω τη δουλειά μου. Αυτοί ας κάνουν ό,τι θέλουν, χέστηκα».
«Άκουσες», μου είπε κατεβάζοντας το ακουστικό, «δίκιο δεν έχω;»
«Μα είδες ότι δεν οδηγεί πουθενά αυτό το πράγμα», είπα εγώ. «Άλλωστε δεν είναι κανείς στην πλατεία.
«Μα δε μιλούσα για την πλατεία, για τις Βρυξέλες μιλούσα», είπε. «Πρέπει να χτυπήσουμε το κακό στη ρίζα του, αυτή τη Μέρκελ».
«Εμείς; Τη Μέρκελ;»
«Ή είμαστε πολίτες της Ευρώπης ή δεν είμαστε», είπε. «Και τι έχει η Μέρκελ και δε μπορούμε να τη χτυπήσουμε;»
«Μα αυτά που πρότεινε η Μέρκελ είναι υπέρ της Ελλάδας νομίζω», είπα διστακτικά, «είναι η πρώτη φορά που γίνεται κάτι που μας συμφέρει».
«Κι εγώ γιατί δεν το πιστεύω;», έκανε.
«Γιατί είσαι καχύποπτος, πάντα είσαι καχύποπτος και βλέπεις παντού μόνο συνομωσίες».
«Εγώ; Εγώ τα βλέπω όλα διάφανα σαν το νερό».
«Πώς δηλαδή;»
«Δεν άκουσες για την Κύπρο;»
«Άκουσα, θα μπει κι αυτή υπό κηδεμονία ας πούμε».
«Και δε σου λέει τίποτα που μέχρι χθες δεν κινδύνευε; Σήμερα χρειάζεται το ΔΝΤ ενώ χθες όχι;»
«Ωραία, όλα είναι στο σχέδιο. Και θ’ αλλάξει τίποτα άμα κάψουμε ένα - δυο κάδους; Δε σε καταλαβαίνω».
«Κοίτα», είπε, «εγώ είμαι γεννημένος επαναστάτης και πρέπει να κάνω τη δουλειά μου. Αυτοί ας κάνουν ό,τι θέλουν, χέστηκα».
Κυριακή 10 Ιουλίου 2011
Η «απόπειρα» του pirandello
Όταν έφτασα το πρωί, το πρώτο που μου έκανε εντύπωση ήταν που άκουσα τη μηχανή του αυτοκινήτου να δουλεύει. μετά διαπίστωσα ότι ο pirandello δεν ήταν εκεί κι ένας μακρύς σωλήνας ήταν προσαρμοσμένος στην εξάτμιση. Ο σωλήνας διέσχιζε την αυλή και έμπαινε στο σπίτι από ένα μικρό άνοιγμα που ο pirandello το είχε μπουκώσει με κάτι πετσέτες και άπλυτα. Αμέσως ο νους μου πήγε στο κακό, εσείς τι άλλο θα σκεπτόσασταν; Άρχισα να φωνάζω και να χτυπάω την πόρτα με τις γροθιές μου. Τότε άκουσα ένα μουγκρητό απ’ το θυροτηλέφωνο που έλεγε μάλλον τα εξής: «δεν έχεις κλειδιά;»
Αυτό με καθησύχασε κάπως γιατί τουλάχιστον τον είχα προλάβει ζωντανό, δόξα νά ‘χει ο Θεός… άνοιξα με τα κλειδιά μου και μπήκα. Παρατήρησα πως ο σωλήνας που έμπαινε απ’ το άνοιγμα διέσχιζε το υπόγειο - η πόρτα της εισόδου είναι στο υπόγειο γιατί το σπίτι είναι χτισμένο πάνω στα θεμέλια ενός παλιού αυθαίρετου, έτσι η πόρτα έπεσε χαμηλά - και ανέβαινε τις σκάλες για πάνω. Καθώς έστριψα στο κεφαλόσκαλο τα αέρια της εξάτμισης μου έκοψαν την ανάσα και χρειάστηκε να βγάλω το πουκάμισό μου και να το χρησιμοποιήσω σαν μάσκα… «γιατί;», σκεφτόμουν ενώ πάσχιζα να πάρω μια ανάσα, «γιατί να θέλει ν’ αυτοκτονήσει;»
Μπήκα στον κυρίως χώρο. Η κάπνα κάλυπτε τα πάντα και δεν έβλεπα μπρος μου. Κοντεύοντας να σκάσω διέσχισα στα τυφλά το δωμάτιο και σκουντουφλόντας δεξιά κι αριστερά έφτασα επιτέλους στην τζαμαρία, την έσπρωξα και άνοιξε, δεν ήταν κλειδωμένη, απλώς την είχε σπρώξει εκεί.
Καθαρός αέρας φύσηξε απ’ τη θάλασσα. κι η ατμόσφαιρα, αν και η εξάτμιση κάτω δούλευε ακόμα, καθάρισε. Σκέφτηκα πως αν δεν είχα ταραχτεί τόσο θα ‘χα σκεφτεί να γυρίσω το κλειδί, δεν το σκέφτηκα όμως. Και τότε βρέθηκα μπροστά σε μια έκπληξη. Ο pirandello καθόταν στην πολυθρόνα που κάθεται συνήθως . Μπροστά του στο ένα μέτρο ο σωλήνας ξερνούσε τα ασφυξιογόνα αέρια αλλά αυτός καθόταν ατάραχος και με κοίταζε. Κι ενώ εγώ κόντευα να σκάσω απ’ τις αναθυμιάσεις εκείνος ήταν μια χαρά, ορεξάτος και υγιέστατος. Με τη μάσκα έδειχνε σαν διασωληνομένους βέβαια, αλλά έτσι είναι αυτές οι μάσκες.
Πρώτα πήγα και έκλεισα τη μίζα. Μετά, συγκρατώντας τον θυμό μου, άνοιξα όλα τα παράθυρα να παρασύρω την κάπνα.
«Είσαι τρελός; τον ρώτησα, «τι καμώματα είναι τώρα αυτά;»
«Έκανα άσκηση», είπε ο pirandello. «Πρέπει να μάθουμε να ζούμε μ’ αυτά τα πράγματα».
Αυτό με καθησύχασε κάπως γιατί τουλάχιστον τον είχα προλάβει ζωντανό, δόξα νά ‘χει ο Θεός… άνοιξα με τα κλειδιά μου και μπήκα. Παρατήρησα πως ο σωλήνας που έμπαινε απ’ το άνοιγμα διέσχιζε το υπόγειο - η πόρτα της εισόδου είναι στο υπόγειο γιατί το σπίτι είναι χτισμένο πάνω στα θεμέλια ενός παλιού αυθαίρετου, έτσι η πόρτα έπεσε χαμηλά - και ανέβαινε τις σκάλες για πάνω. Καθώς έστριψα στο κεφαλόσκαλο τα αέρια της εξάτμισης μου έκοψαν την ανάσα και χρειάστηκε να βγάλω το πουκάμισό μου και να το χρησιμοποιήσω σαν μάσκα… «γιατί;», σκεφτόμουν ενώ πάσχιζα να πάρω μια ανάσα, «γιατί να θέλει ν’ αυτοκτονήσει;»
Μπήκα στον κυρίως χώρο. Η κάπνα κάλυπτε τα πάντα και δεν έβλεπα μπρος μου. Κοντεύοντας να σκάσω διέσχισα στα τυφλά το δωμάτιο και σκουντουφλόντας δεξιά κι αριστερά έφτασα επιτέλους στην τζαμαρία, την έσπρωξα και άνοιξε, δεν ήταν κλειδωμένη, απλώς την είχε σπρώξει εκεί.
Καθαρός αέρας φύσηξε απ’ τη θάλασσα. κι η ατμόσφαιρα, αν και η εξάτμιση κάτω δούλευε ακόμα, καθάρισε. Σκέφτηκα πως αν δεν είχα ταραχτεί τόσο θα ‘χα σκεφτεί να γυρίσω το κλειδί, δεν το σκέφτηκα όμως. Και τότε βρέθηκα μπροστά σε μια έκπληξη. Ο pirandello καθόταν στην πολυθρόνα που κάθεται συνήθως . Μπροστά του στο ένα μέτρο ο σωλήνας ξερνούσε τα ασφυξιογόνα αέρια αλλά αυτός καθόταν ατάραχος και με κοίταζε. Κι ενώ εγώ κόντευα να σκάσω απ’ τις αναθυμιάσεις εκείνος ήταν μια χαρά, ορεξάτος και υγιέστατος. Με τη μάσκα έδειχνε σαν διασωληνομένους βέβαια, αλλά έτσι είναι αυτές οι μάσκες.
Πρώτα πήγα και έκλεισα τη μίζα. Μετά, συγκρατώντας τον θυμό μου, άνοιξα όλα τα παράθυρα να παρασύρω την κάπνα.
«Είσαι τρελός; τον ρώτησα, «τι καμώματα είναι τώρα αυτά;»
«Έκανα άσκηση», είπε ο pirandello. «Πρέπει να μάθουμε να ζούμε μ’ αυτά τα πράγματα».
Τρίτη 28 Ιουνίου 2011
Τα γενέθλια του pirandello
«Κοίτα τι λέει εδώ», είπε ο Pirandello, «λέει ότι εγώ, ο Λουίτζι Πιραντέλλο, γεννήθηκα σαν σήμερα στις 28 Ιουνίου 1867 και πέθανα λέει στις 10 Δεκεμβρίου 1936. Και εκτός απ’ αυτό λέει ότι ήμουν Ιταλός δραματουργός, μυθιστοριογράφος και πως το 1934 μου απονεμήθηκε το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας. Δε γίνεται, θα τους κάνω μήνυση».
Παρασκευή 24 Ιουνίου 2011
Αντικοινοβουλευτικός pirandello
«Και τι ακριβώς σκέφτεσαι να κάνεις;», τον ρώτησα. Εκείνος συνέχισε να βάζει πράγματα στη βαλίτσα του, ξυριστικά, σαμπουάν, σαπούνι με φύκια κι ένα σωρό άλλα άχρηστα. Τέλος έβαλε κι ένα ζευγάρι πάνινα. «Θα τα πάρεις κι αυτά;», ρώτησα.
«Γιατί μου κάνεις πάντα όλες αυτές τις ηλίθιες ερωτήσεις;», με ρώτησε. «Είναι προφανές».
«Τέλος πάντων», είπα κι έριξα μαύρη πέτρα, «πού σκοπεύεις να πας;»
«Να σου πω», είπε ο pirandello, «οπουδήποτε και να πήγαινα θα ήταν καλύτερα».
«Μήπως υπεκφεύγεις τώρα, μήπως δεν είναι κατάλληλη εποχή για διακοπές;»
«Μα δεν πάω διακοπές», είπε.
«Κι αυτά τι είναι; Για πούλημα;»
«Λες να βρισκόταν κανένας να τα αγοράσει;» ρώτησε.
«Όχι, δε νομίζω», είπα, «τι να κάνει ένα σαπούνι με φύκια όταν ακούει αυτά που ακούει. Αλλά αν δεν πας διακοπές τι είναι όλες αυτές οι ετοιμασίες; Μεταναστεύεις;»
«Περίπου. Μετακομίζω στο Σύνταγμα».
«Τι θα κάνεις εκεί; Εσύ δεν τα καταφέρνεις να ψήσεις καφέ, τι θα κάνεις στο Σύνταγμα;»
«Θέλω να ζήσω στον παλμό των γεγονότων», είπε, «να ενταχτώ».
«Να ενταχτείς πού; Στους αγανακτισμένους;»
«Σ’ αυτούς που θα σταθούν απέναντι στα πράγματα. Αλλάζει η ιστορία, αν δεν κατάλαβες»
Πήρε τη βαλίτσα και πήγε στην πόρτα. «Και θέλω να είμαι εκεί όταν γίνει», είπε. Άνοιξε μετά την πόρτα και έφυγε. Εγώ άνοιξα την τηλεόραση να δω τι γίνεται με το μεσοπρόθεσμο. Αλλά η ΔΕΗ έκοψε εκείνη την ώρα το ρεύμα.
«Γιατί μου κάνεις πάντα όλες αυτές τις ηλίθιες ερωτήσεις;», με ρώτησε. «Είναι προφανές».
«Τέλος πάντων», είπα κι έριξα μαύρη πέτρα, «πού σκοπεύεις να πας;»
«Να σου πω», είπε ο pirandello, «οπουδήποτε και να πήγαινα θα ήταν καλύτερα».
«Μήπως υπεκφεύγεις τώρα, μήπως δεν είναι κατάλληλη εποχή για διακοπές;»
«Μα δεν πάω διακοπές», είπε.
«Κι αυτά τι είναι; Για πούλημα;»
«Λες να βρισκόταν κανένας να τα αγοράσει;» ρώτησε.
«Όχι, δε νομίζω», είπα, «τι να κάνει ένα σαπούνι με φύκια όταν ακούει αυτά που ακούει. Αλλά αν δεν πας διακοπές τι είναι όλες αυτές οι ετοιμασίες; Μεταναστεύεις;»
«Περίπου. Μετακομίζω στο Σύνταγμα».
«Τι θα κάνεις εκεί; Εσύ δεν τα καταφέρνεις να ψήσεις καφέ, τι θα κάνεις στο Σύνταγμα;»
«Θέλω να ζήσω στον παλμό των γεγονότων», είπε, «να ενταχτώ».
«Να ενταχτείς πού; Στους αγανακτισμένους;»
«Σ’ αυτούς που θα σταθούν απέναντι στα πράγματα. Αλλάζει η ιστορία, αν δεν κατάλαβες»
Πήρε τη βαλίτσα και πήγε στην πόρτα. «Και θέλω να είμαι εκεί όταν γίνει», είπε. Άνοιξε μετά την πόρτα και έφυγε. Εγώ άνοιξα την τηλεόραση να δω τι γίνεται με το μεσοπρόθεσμο. Αλλά η ΔΕΗ έκοψε εκείνη την ώρα το ρεύμα.
Πέμπτη 16 Ιουνίου 2011
Η «επικαιρότητα» του pirandello
«Όλο αχχ και αχ είσαι, τι αναστενάζεις;», τον ρώτησα. Εκείνος, μπροστά στην τηλεόραση να καπνίζει αρειμανίως, ν’ αλλάζει κανάλια και να χειρονομεί, ξέρετε πώς.
«Να μαλάκα», ή «στα τσακίδια κωλοηλίθιε», ή που και που απευθυνόμενος σε ‘νένα: «καλά για τι μας έχει; Δεν του είπε κανείς πως κι η βλακεία έχει κι αυτή τα όριά της;» και μετά πάλι στην τηλεόραση: κοίτα, κοίτα, δεν είναι ούτε πενήντα άνθρωποι. Τι είδους αστυφύλακες είναι αυτοί; Σε ποιον πετάνε τα χημικά, στον κόσμο;»… κι άλλα τέτοια, όλη μέρα.
«Δεν κατάλαβα, με ποιον τα ‘χεις ακριβώς;», ρώτησα.
«Μ’ όλους. Μ’ αυτόν που νομίζει πως παίζει Μονόπολη, με τους παπάρες τους δημοσιογράφους που κοιτάνε προς τα πού θα γείρει η βάρκα, με τους μπάτσους που παίρνουν 3 κι 60 και βαράνε τον κόσμο, με τους κουκουλοφόρους που βάζουν πλάτη σ’ αυτό το θέατρο, με τον κόσμο που δε φτύνει να τους πνίξει… με όλους».
«Τι να σου κάνει ο κόσμος, είδες, καθάρισαν και την πλατεία».
«Ναι, νοικοκύρηδες. Τους άλλους να δω πότε θα τους νοικοκυρέψουν».
«Γιατί τα βλέπεις;»
«Γιατί φτάνει με τα στραβά μάτια, ή τώρα ή ποτέ, γι’ αυτό».
«Θα κάνει λέει ανασχηματισμό».
«Μωρέ δεν πάει να κάνει και ανασκολοπισμό… ως εδώ ήταν, τελείωσε».
«Μην είσαι τόσο αισιόδοξος, θα τα βρούνε και θα μας τη φορέσουν πάλι, δεν ακούς τον Χατζηνικολάου;»
«Είπε ο Χατζηνικολάου αυτό το πράγμα;»
«Όχι, τα λέει απ’ έξω - απ’ έξω κι αυτός».
«Στις 1538 μονάδες τα σπρεντ, άκουσες;»
«Έχει και τα γενέθλιά του ο λεγάμενος».
«Ναι, να του κάνουμε και δώρο».
«Τι δώρο;»
«Θα σου έλεγα τι δώρο».
«Για τον ανασχηματισμό;»
«Μη μου μιλάς γι’ αυτόν, φουντώνω».
«Ποιους λες να βάλει;»
«Παραιτήθηκε ο Φλωρίδης, άκουσες; Έστειλε επιστολή. Τον είχε λέει για τον ανασχηματισμό».
Την κάνουν ένας - ένας», είπε και μου 'κανε νόημα να βάλω καφέ.
«Να μαλάκα», ή «στα τσακίδια κωλοηλίθιε», ή που και που απευθυνόμενος σε ‘νένα: «καλά για τι μας έχει; Δεν του είπε κανείς πως κι η βλακεία έχει κι αυτή τα όριά της;» και μετά πάλι στην τηλεόραση: κοίτα, κοίτα, δεν είναι ούτε πενήντα άνθρωποι. Τι είδους αστυφύλακες είναι αυτοί; Σε ποιον πετάνε τα χημικά, στον κόσμο;»… κι άλλα τέτοια, όλη μέρα.
«Δεν κατάλαβα, με ποιον τα ‘χεις ακριβώς;», ρώτησα.
«Μ’ όλους. Μ’ αυτόν που νομίζει πως παίζει Μονόπολη, με τους παπάρες τους δημοσιογράφους που κοιτάνε προς τα πού θα γείρει η βάρκα, με τους μπάτσους που παίρνουν 3 κι 60 και βαράνε τον κόσμο, με τους κουκουλοφόρους που βάζουν πλάτη σ’ αυτό το θέατρο, με τον κόσμο που δε φτύνει να τους πνίξει… με όλους».
«Τι να σου κάνει ο κόσμος, είδες, καθάρισαν και την πλατεία».
«Ναι, νοικοκύρηδες. Τους άλλους να δω πότε θα τους νοικοκυρέψουν».
«Γιατί τα βλέπεις;»
«Γιατί φτάνει με τα στραβά μάτια, ή τώρα ή ποτέ, γι’ αυτό».
«Θα κάνει λέει ανασχηματισμό».
«Μωρέ δεν πάει να κάνει και ανασκολοπισμό… ως εδώ ήταν, τελείωσε».
«Μην είσαι τόσο αισιόδοξος, θα τα βρούνε και θα μας τη φορέσουν πάλι, δεν ακούς τον Χατζηνικολάου;»
«Είπε ο Χατζηνικολάου αυτό το πράγμα;»
«Όχι, τα λέει απ’ έξω - απ’ έξω κι αυτός».
«Στις 1538 μονάδες τα σπρεντ, άκουσες;»
«Έχει και τα γενέθλιά του ο λεγάμενος».
«Ναι, να του κάνουμε και δώρο».
«Τι δώρο;»
«Θα σου έλεγα τι δώρο».
«Για τον ανασχηματισμό;»
«Μη μου μιλάς γι’ αυτόν, φουντώνω».
«Ποιους λες να βάλει;»
«Παραιτήθηκε ο Φλωρίδης, άκουσες; Έστειλε επιστολή. Τον είχε λέει για τον ανασχηματισμό».
Την κάνουν ένας - ένας», είπε και μου 'κανε νόημα να βάλω καφέ.
Σάββατο 4 Ιουνίου 2011
Τα προβλήματα του pirandello
«Από κιλά δεν έχω πάρει και τόσα», είπε ο pirandello και κατέβηκε απ’ τη ζυγαριά. «Έκανα επίσης εξετάσεις και δε μου βρήκαν τίποτα και αναρωτιέμαι: γιατί τότε νοιώθω τόσο άσχημα;»
«Θες να σου πω εγώ;», ρώτησα.
«Όχι, αλλά δεν έχω λόγο που νοιώθω έτσι και ανησυχώ».
«Γιατί ν’ ανησυχείς; Αφού δεν έχεις τίποτα».
«Μπορεί να ‘χω κάτι που δε φαίνεται… εσύ τους εμπιστεύεσαι όλους αυτούς τους σκιτζήδες;»
«Αν είναι ανάγκη… αλλά δε βλέπω κάποια ανάγκη».
«Νοιώθω ένα φόβο. Δε μ’ αφήνει να κοιμηθώ».
«Όλοι φοβούνται κάτι».
«Υποτίθεται πως εγώ τα ‘χω ξεπεράσει αυτά, πως δε με νοιάζει».
«Και στην πράξη είναι αλλιώς;»
«Ναι… μάλλον».
«Να το ξεπεράσεις. Δεν είναι του στυλ σου».
«Φοβάμαι πως πάει κι αυτό… πως δε μου απέμεινε τίποτα πια».
«Έχεις τον φόβο».
«Σωστό κι αυτό. Αλλά δεν είναι σκύλος. Και τι μπορεί να κάνει κάποιος με τον φόβο; Δεν οδηγεί πουθενά… απλώς φοβάσαι… κι όλο κλείνεσαι και περισσότερο, δε μιλάς, δεν έχεις φίλους, δε βγαίνεις… δεν είναι ζωή αυτή».
«Υπάρχουν και χειρότερα, δεν έχεις τίποτα».
«Πρέπει λες να μάθω να ζω με τον φόβο;»
«Ναι… μάλλον».
«Δε με βοηθάς. Θα ‘πρεπε να μου πεις να μη φοβάμαι, να μου δώσεις κουράγιο».
«Δε θα με άκουγες. Πάντα κάνεις του κεφαλιού σου».
«Έχεις δίκιο, μόνος μου πρέπει να βρω τι θα κάνω μ’ αυτόν τον φόβο. και πρώτα και καλύτερα να συνειδητοποιήσω τι είναι ακριβώς αυτό που φοβάμαι».
«Ναι, αυτή είναι μια καλή αρχή».
«Να, φοβάμαι πως θα ‘ρθουν και όλο και χειρότερες μέρες… και δε μπορώ να ευχαριστηθώ το παρόν, φοβάμαι το αύριο».
«Ξέρω, όλοι αυτό φοβούνται».
«Και; Τι θα ‘λεγες αν ήσουν γιατρός;»
«Δεν είμαι γιατρός».
«Ναι βρε παιδί μου, σαν φίλος… τι θα ‘λεγες σε μια τέτοια περίπτωση;»
«Να ερωτευτείς μάλλον. Όταν ερωτεύεται ο άνθρωπος ξεχνάει τον φόβο».
«Να ερωτευτώ; Πώς;»
«Κανονικά δεν το ρωτάει κάποιος αυτό, απλώς ερωτεύεται».
«Ξέρω. Κι αν δε μπορεί;»
«Δεν ξέρω, έχει άλλα προβλήματα φαντάζομαι».
«Ευχαριστώ, με βοήθησες».
«Δηλαδή δε θα φοβάσαι πια;»
«Όχι… ή… δεν ξέρω. Έχω άλλα προβλήματα τώρα».
«Θες να σου πω εγώ;», ρώτησα.
«Όχι, αλλά δεν έχω λόγο που νοιώθω έτσι και ανησυχώ».
«Γιατί ν’ ανησυχείς; Αφού δεν έχεις τίποτα».
«Μπορεί να ‘χω κάτι που δε φαίνεται… εσύ τους εμπιστεύεσαι όλους αυτούς τους σκιτζήδες;»
«Αν είναι ανάγκη… αλλά δε βλέπω κάποια ανάγκη».
«Νοιώθω ένα φόβο. Δε μ’ αφήνει να κοιμηθώ».
«Όλοι φοβούνται κάτι».
«Υποτίθεται πως εγώ τα ‘χω ξεπεράσει αυτά, πως δε με νοιάζει».
«Και στην πράξη είναι αλλιώς;»
«Ναι… μάλλον».
«Να το ξεπεράσεις. Δεν είναι του στυλ σου».
«Φοβάμαι πως πάει κι αυτό… πως δε μου απέμεινε τίποτα πια».
«Έχεις τον φόβο».
«Σωστό κι αυτό. Αλλά δεν είναι σκύλος. Και τι μπορεί να κάνει κάποιος με τον φόβο; Δεν οδηγεί πουθενά… απλώς φοβάσαι… κι όλο κλείνεσαι και περισσότερο, δε μιλάς, δεν έχεις φίλους, δε βγαίνεις… δεν είναι ζωή αυτή».
«Υπάρχουν και χειρότερα, δεν έχεις τίποτα».
«Πρέπει λες να μάθω να ζω με τον φόβο;»
«Ναι… μάλλον».
«Δε με βοηθάς. Θα ‘πρεπε να μου πεις να μη φοβάμαι, να μου δώσεις κουράγιο».
«Δε θα με άκουγες. Πάντα κάνεις του κεφαλιού σου».
«Έχεις δίκιο, μόνος μου πρέπει να βρω τι θα κάνω μ’ αυτόν τον φόβο. και πρώτα και καλύτερα να συνειδητοποιήσω τι είναι ακριβώς αυτό που φοβάμαι».
«Ναι, αυτή είναι μια καλή αρχή».
«Να, φοβάμαι πως θα ‘ρθουν και όλο και χειρότερες μέρες… και δε μπορώ να ευχαριστηθώ το παρόν, φοβάμαι το αύριο».
«Ξέρω, όλοι αυτό φοβούνται».
«Και; Τι θα ‘λεγες αν ήσουν γιατρός;»
«Δεν είμαι γιατρός».
«Ναι βρε παιδί μου, σαν φίλος… τι θα ‘λεγες σε μια τέτοια περίπτωση;»
«Να ερωτευτείς μάλλον. Όταν ερωτεύεται ο άνθρωπος ξεχνάει τον φόβο».
«Να ερωτευτώ; Πώς;»
«Κανονικά δεν το ρωτάει κάποιος αυτό, απλώς ερωτεύεται».
«Ξέρω. Κι αν δε μπορεί;»
«Δεν ξέρω, έχει άλλα προβλήματα φαντάζομαι».
«Ευχαριστώ, με βοήθησες».
«Δηλαδή δε θα φοβάσαι πια;»
«Όχι… ή… δεν ξέρω. Έχω άλλα προβλήματα τώρα».
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
