Κυριακή 20 Φεβρουαρίου 2011

Το “άβατον” κι ο Pirandello

Παρακολουθούσα πολύ ώρα τον Pirandello, έδειχνε πολύ σκεφτικός. Θα έλεγα κακόκεφος αν ήθελα να διακινδυνεύσω γιατί μ’ αυτόν δε μπορείς να ‘σαι ποτέ σίγουρος. Ύστερα τέλος πάντων από ώρα γύρισε και μου είπε: «υπάρχει μια λεπτή, κόκκινη γραμμή που άμα την υπερβείς ο γιατρός σου προτείνει μια σειρά από χάπια, αντικαταθλιπτικά μεταξύ άλλων γιατί, ισχυρίζεται ότι έχεις κάτι που θεραπεύεται. Εσένα, συνήθως, δε σ’ ενδιαφέρει αυτό, γιατί απλά δε μπορείς να σκεφτείς καν πως μπορεί να ‘σαι άρρωστος. Για παράδειγμα εγώ, φυσικά και δεν είμαι. Αυτό δεν είναι όμως κάτι που μπορείς να πεις στον γιατρό και αναγκαστικά, του λες άλλα αντί άλλων».
Έσπευσα να συμφωνήσω γιατί όταν λέει τέτοια πράγματα δεν είναι να του πηγαίνει κανείς κόντρα.
«Αυτή η γραμμή είναι σαν διαχωριστική και ξεχωρίζει ένα σωρό πράγματα», συνέχισε ο Pirandello, «εθνικότητες, πεποιθήσεις, νοοτροπίες, διαπροσωπικές σχέσεις… σε κατατάσσει από ‘δω ή από ‘κει, σχεδόν σ’ οτιδήποτε, είναι τα προσωπικά σου σύνορα, ένας ιδιωτικός χώρος. Είναι σαν να λέμε το άβατον του καθενός. Κι αλίμονο στον καταπατητή, τον εισβολέα, μαύρη η ώρα που θα σκεφτεί… αλλά πώς να τα πεις αυτά στον γιατρό;»
«Ναι», είπα, «αυτά τα πράγματα δε λέγονται» κι ύστερα αλλάξαμε κουβέντα, δε θυμάμαι τι είπαμε όμως.

Τρίτη 4 Ιανουαρίου 2011

Οι “παρατυπίες” του Pirandello

Η πόρτα του σύμπαντος έχασκε ανοιχτή, όπως ήταν δηλαδή πάντα, απ’ την αρχή της δημιουργίας. Ψυχές πήγαιναν κι έρχονταν, παρ’ όλη αυτή την κοσμοσυρροή όμως, ο παράδεισος παρέμενε βουβός, αμόλυντος απ’ την παρουσία της ζωής.
«Κουράστηκα πια όλη μέρα μ’ αυτά τα σούρταφέρτα», είπε μια μέρα ο θάνατος, αυτός δηλαδή που μεσολαβούσε για να γυρίσει η ψυχή πίσω. Ένας άγγελος τον χτύπησε συναδελφικά στην πλάτη; «έτσι είναι η ζωή φίλε μου», είπε, «άλλος αυτό, άλλος εκείνο, ο καθένας όλο και κάτι πρέπει να κάνει σ’ αυτή τη ζωή».
«Εγώ κουράστηκα, ο κόσμος δε θέλει να με δει, όλοι κάνουν ό,τι μπορούν να μ’ αποφύγουν… λες και φταίω εγώ, εγώ θέλω να τους πεθαίνω;»
«Μην τους συλλογίζεσαι», είπε ο άγγελος, «δεν ξέρουν».
«Μα πώς δεν ξέρουν; Όλο οι ίδιοι, πάνω – κάτω, δε φταίω εγώ που ‘ναι έτσι τα πράγματα, μακάρι να μπορούσα να τους παρατήσω, να ζούσαν κι αυτοί αιώνια, να ‘χα κι εγώ την ησυχία μου… αλλά δυστυχώς, εγώ είμαι αναγκασμένος να τους παίρνω τη ζωή και αυτοί να με καταριόνται. Αλλά δεν είναι σωστά πράγματα αυτά».
«Θα περιμένω πολύ ώρα;», ρώτησε ο Pirandello που περίμενε όλη αυτή την ώρα στην ουρά, «δεν υπάρχει κάποιος να βάλει μια τάξη εδώ πάνω;»
Ο αρμόδιος άγγελος αναστέναξε και γύρισε στο γραφείο του. «Τι να κάνουμε κύριε; Δε βλέπετε τι γίνεται;», είπε.
«Αν δε μπορείτε να κάνετε τη δουλειά σας να δηλώσετε παραίτηση», είπε ο Pirandello, «και τέλος πάντων, τι χρειάζονται όλες αυτές οι διαδικασίες;»
«Ελάτε κύριε», είπε ο άγγελος, «έχουμε την ταλαιπωρία μας έχουμε κι εσάς να διαμαρτύρεστε… θέλετε ν’ αλλάξουμε θέση;»
«Εγώ δεν επέλεξα να γίνω άγγελος κύριε», έκανε ο Pirandello. Μετά γύρισε και ρώτησε όλους εκείνους που στέκονταν μαζί του στην ουρά: «εσείς κύριοι… είναι κάποιος από ‘σας που δεν ξέρει τη διαδικασία;»
Απ’ την ουρά ακούστηκε ένα αρνητικό μούγκρισμα και οι διαμαρτυρίες εντάθηκαν.
«Σας παρακαλώ», έκανε ο άγγελος, «κι εμείς υπάλληλοι είμαστε, δεν μας αρέσει ούτε να σας βάζουμε να περιμένετε, ούτε το κάνουμε για να ταλαιπωρείστε, έτσι είναι τα πράγματα. Κανείς δε μπαίνει, ή δε βγαίνει απ’ τον παράδεισο δίχως άδεια, αυτό είναι νόμος».
«Υποτίθεται πως εδώ είναι παράδεισος όμως κύριε, κανονικά εδώ έπρεπε να πηγαίνουν όλα ρολόι και να ‘μασταν όλοι ευχαριστημένοι, ουρές είχαμε και αλλού», είπε μια γυναίκα αγανακτισμένη κι αυτή.
«Ορίστε κυρία μου», είπε ο άγγελος και πήρε την αίτηση της κυρίας… «μμμμ, πεθάνατε πριν πέντε χρόνια και θέλετε να επιστρέψετε, διότι, λέει εδώ, διότι έχετε λέει υποχρεώσεις που δεν προλάβατε να… μάλιστα, λυπάμαι κυρία μου, δεν έχετε την απαραίτητη παραμονή, το λιγότερο που χρειάζεται είναι δέκα χρόνια, πρώτη φορά επιστρέφετε;»
«Δεν επιστρέφω πρώτη φορά», είπε η κυρία, «αλλά υπάρχει πραγματικά λόγος, δε θα το ζήταγα αν δεν υπήρχε λόγος».
«Ναι, ναι, ξέρω» έκανε ο άγγελος, «όλοι το ίδιο λένε». Στράφηκε μετά στον συνάδελφο δίπλα του που έβαζε τις σφραγίδες των εισερχομένων: «μα τι σου ‘ναι αυτοί οι άνθρωποι, όλοι θεωρούν ότι δεν τους έφτασε ο χρόνος και θέλουν να γυρίσουν πίσω να παιδεύονται». Ο συνάδελφος χαμογέλασε και συνέχισε τη δουλειά του. Ο άγγελος των εξερχομένω στράφηκε πάλι στη γυναίκα: «δεν σας καταλαβαίνω», της είπε, «πέντε χρόνια εδώ και δε μάθατε πως τίποτα δεν έχει τελικά σημασία;»
«Δεν σας αφορά αυτό κύριε», είπε η γυναίκα, «πώς μπορείτε εσείς να παίρνετε αποφάσεις για το τι είναι σημαντικό, ή όχι στη ζωή του καθενός; Ποιος σας έδωσε τέτοιο δικαίωμα;»
«Δε θα μας πείτε εσείς κυρία μου πώς θα κάνουμε τις δουλειές μας», είπε ο άγγελος, «η αίτησή σας απορρίπτεται», και της πέταξε πίσω τα χαρτιά, «ο επόμενος παρακαλώ».
Η γυναίκα πήρε τα χαρτιά της απειλόντας Θεούς και δαίμονες και έφυγε. Ο Pirandello έκανε ένα βήμα μπροστά. «Είτε το θέλετε, είτε όχι, εγώ θα επιστρέψω», είπε, οπότε πείτε μου που υπογράφω να φεύγω».
Ο άγγελος μόρφασε βαριεστημένα, κάθε μέρα παρουσιαζόταν κι ένας τρελός που ήθελε ν’ αλλάξει το σύστημα, «μα πώς ήταν δυνατόν να σκέφτονται έτσι αυτοί οι άνθρωποι; Τόσο όρνια λοιπόν;»
«Λοιπόν; Θα περιμένω πολύ γι’ αυτή την παλιουπογραφή;», ρώτησε ανυπόμονα ο Pirandello.
«Και ποιος νομίζετε πώς είστε κύριε; Από ‘δω δε φεύγει κανείς αν δεν το πω εγώ», ύψωσε τη φωνή του ο άγγελος.
«Ωραία λοιπόν», είπε ο Pirandello, «με άδεια, ή χωρίς άδεια, εγώ έφυγα». Δρασκέλισε μετά την πόρτα του παραδείσουαφήνοντας πίσω του τον άγγελο να ωρύεται: «είναι θέμα τάξης», φώναζε, «δε γίνεται να κάνει ο καθένας ό,τι θέλει, έτσι θα το κάνουμε μπάχαλο».

Δευτέρα 12 Ιουλίου 2010

Τα λουλούδια του Pirandello

Τελικά δέχθηκα και μου κάνανε εκείνη την ένεση. Πρέπει να κοιμήθηκα αρκετές ώρες, τώρα είναι σχεδόν απόγευμα, «της επομένης», μου διευκρίνισε η προϊσταμένη. Δε μιλούσα και αποφάσισε να μου δείξει τον καλό της εαυτό, λες κι αυτό θα έλυνε όλα μου τα προβλήματα.
«Φαίνεστε πολύ καλύτερα απόψε», μου είπε και μου ‘στρωσε πάλι το σεντόνι, «θέλετε μήπως κάτι;»
«Σαν τι;», απάντησα κάπως έντονα.
«Ποιος είναι αυτός ο Πιραντέλο που λέτε στον ύπνο σας;»
«Pirandello. Όχι Πιραντέλο, pirandello».
«Δεν καταλαβαίνω τη διαφορά, τέλος πάντων, ποιος είναι;»
«Αυτός ο φίλος που είχε έρθει προχθές».
«Μάλιστα».
«Εσείς επιμένετε πως δεν ήρθε κανείς. Ήσασταν εδώ; Εννοώ χθες, τη νύχτα, ήσασταν εδώ;»
«Όχι συνέχεια, έχει και άλλους ασθενείς ο όροφος».
«Τότε πώς μπορείτε να λέτε με τόση βεβαιότητα ότι δεν μ’ επισκέφτηκε κανείς;»
«Γιατί ήταν μεσάνυχτα και το επισκεπτήριο τώρα το καλοκαίρι είναι το πολύ μέχρι τις εννιά, μετά απαγορεύεται, κλείνουν οι πόρτες».
«Εσείς αν θέλετε κάτι δεν μπορείτε να βγείτε και να μπείτε ξανά στη συνέχεια;»
«Φυσικά μπορώ. Εδώ όμως τώρα μιλάμε για το επισκεπτήριο… και ‘κείνη την ώρα δε μπορεί να μπει κάποιος, εκτός αν είναι γιατρός ή κάτι τέτοιο».
«Τι κάτι τέτοιο;»
«Προσωπικό. Νοσηλευτής, τραυματιοφορέας, μια καθαρίστρια, άνθρωποι που δουλεύουν εδώ».
«Κι αυτοί μπαίνουν κανονικά;»
«Τι εννοείτε κανονικά; Μπαίνουν από την πόρτα».
«Την κεντρική;»
«Όχι, αυτή κλείνει».
«Άρα υπάρχει και άλλη πόρτα».
«Και βέβαια υπάρχει, είναι νοσοκομείο, έχει πολλές πόρτες».
«Και ελέγχονται;»
«Όχι, δε νομίζω… καταλαβαίνω πού το πάτε αλλά χθες δεν ήρθε κανείς, δεν ήρθε κανείς άγνωστος, ρώτησα».
«Άρα πιστεύετε πως είχα παραισθήσεις».
«Δεν είπα αυτό».
«Πώς δε λέτε αυτό; Αφού λέω πως ήρθε κάποιος κι εσείς λέτε πως δεν ήρθε, εγώ πρέπει να ‘χω παραισθήσεις».
«Εντάξει. Θέλετε να παραδεχθώ πως ήταν κάποιος εδώ χθες; Το παραδέχομαι, ησυχάστε τώρα».
«Μπορείτε να μου σηκώσετε λίγο το μαξιλάρι;»
«Βέβαια… τόσο είναι καλά;»
«Ναι, ευχαριστώ».
«Θέλετε κάτι άλλο;»
«Όχι, είμαι καλά».
«Ωραία, θα περάσω πάλι αργότερα».
«Να περάσετε.
«Θέλετε κάτι ιδιαίτερο απόψε για φαγητό;»
«Όχι, ευχαριστώ, μια χαρά είναι το φαγητό».
«Ωραία λοιπόν, σας αφήνω να ξεκουραστείτε».
«Μπορείτε να μου πείτε τι ώρα είναι παρακαλώ;»
«Βεβαίως, είναι 3:18 μμ «.
«Ευχαριστώ».
Έκανε ζέστη. Οι ώρες κυλούσαν απελπιστικά αργά. Ξαφνικά ένοιωσα να μου τραβάνε πάλι το σεντόνι. Ήθελα πολύ να ρωτήσω: «ποιος είναι;», αλλά δε ρώτησα.
«Κοιμηθήκατε, μπράβο», άκουσα πάλι την προϊσταμένη.
«Δεν έκλεισα μάτι, πώς βγάλατε το συμπέρασμα ότι κοιμήθηκα;»
«Αχ, κρίμα», είπε εκείνη, «αλλά τι βλέπω; Είχατε επισκέψεις;»
«Όχι, δεν ήρθε κανείς. Μην αστειεύεστε μαζί μου παρακαλώ».
«Μα δεν αστειεύομαι, ποτέ δεν αστειεύομαι όταν έχω υπηρεσία».
«Μα αφού σας λέω πως δεν κοιμήθηκα, πώς θα είχα επισκέψεις;»
«Τότε… αυτά τα λουλούδια, ποιος σας τα έφερε;»

Σάββατο 10 Ιουλίου 2010

Ο θάλαμος του Pirandello

Όταν ξύπνησα χρειάστηκε να μου επαναλάβουν δεκάδες φορές πως διέφυγα τον κίνδυνο, απηυδισμένοι κάπως γιατί τους έκανα διαρκώς τις ίδιες ερωτήσεις.
«Και ο pirandello;»
«Όλα θα πάνε καλά, ησύχασε».
Κατάλαβα και δεν συνέχισα.
Με κρατάνε σε καταστολή, την γλύτωσα παρά τρίχα, λέει ο γιατρός που έρχεται δυο ή τρεις φορές την ημέρα.
«Γιατρέ, θα περπατήσω;»
«Το μόνο που χρειάζεται είναι ανάπαυση, αυτά τα πράγματα παίρνουν καιρό».
«Θα δω γιατρέ;»
«Είναι νωρίς ακόμα, όλα πήγαν καλά;»
«Ο Pirandello;»
Σιωπή.
Είμαι μια βδομάδα τώρα σ’ αυτό το παλιοκρέβατο και δεν κοιμάμαι πια όπως πριν. Δεν μπορώ άλλωστε, κάθε τρεις και λίγο κάποιος ή κάποια έρχεται και σε τραβολογάει να δει αν πέθανες. Τώρα μου ταρακουνάει το πόδι, θα κάνω τον ψόφιο.
«Εδώ είσαι; Σε ψάχνω όλη τη μέρα».
Έβαλα τα κλάματα: «νόμιζα πως είχες πεθάνει… ρωτούσα συνέχεια αλλά δε μου έλεγε κανείς τίποτα… αλλά πώς;»
«Κανονικά, άμα δεν είναι η ώρα σου… εσύ, πώς είσαι;»
«Δεν ήταν η ώρα μου», λέω και βάζουμε τα γέλια.
Μου πιάνει το χέρι και μου δίνει να πιάσω κάτι. Είναι κρύο… και μοιάζει με φάκελο… Θεέ μου… όχι πάλι.
«Ηρέμησε καημένε σοκολάτες είναι», λέει.
«Δε θα το ξεχάσω ποτέ».
«Είμαι σίγουρος».
«Ξέρεις, σκεφτόμουν εκείνον τον άνθρωπο… ούτε που πρόλαβε να σκεφτεί».
«Ναι, δυστυχώς. Αλλά δε νομίζω πως το σκέφτεται κανείς άλλος αυτό… κρίμα τον άνθρωπο. Είναι άσκοπες αυτές οι ενέργειες».
«Είναι εγκληματικές, όποιος το έκανε είναι εγκληματίας».
Δε μιλάει.
«Γιατί δε λες τίποτα;»
«Τι να πω; Δεν είναι ώρα για τέτοιες συζητήσεις».
«Ξέρεις, σκεφτόμουν πως η ζωή είναι ένα τίποτα… για κάποιους».
«Για όλους είναι ένα τίποτα, απλώς σε μερικούς τους διαφεύγει».
«Πότε θα βγούμε, ξέρεις;»
Πάλι δε μιλάει.
«Δέκα μέρες; Είκοσι;»
«Πρέπει να γυρίσω στον θάλαμό μου, υποτίθεται πως βγήκα έξω για να καπνίσω και λείπω μια ώρα, θα με ψάχνουν».
«Πού σε έχουν;»
«Εδώ, απέναντι».
Μου πιάνει πάλι το χέρι: «Θα ξανάρθω, αύριο».
«Είναι μέρα ή νύχτα;»
«Νύχτα».
«Εντάξει, αύριο», λέω.
«Αύριο», λέει κι αυτός.
«Μη μου τραβολογάς τα σκεπάσματα», λέω, «μ’ έχουνε φάει τα κουνούπια».
«Τι είπατε;», ρωτάει μια άλλη φωνή, κάποια νοσοκόμα υποθέτω.
«Είπα πως έχει κουνούπια», λέω εκνευρισμένος, «μου τσιμπάνε τα πόδια».
«Τα πόδια;»
«Ναι, τι σας κάνει εντύπωση;»
«Τίποτα, τίποτα», λέει η νοσοκόμα.
«Μήπως μπορείτε να πείτε κάτι στον φίλο μου που ήταν εδώ πριν; Ξέχασα να του πω κάτι».
«Το επισκεπτήριο είναι κάθε μέρα στις πέντε. Πότε ήταν αυτός ο φίλος σας εδώ;»
«Μα τώρα, ένα λεπτό πριν».
«Δεν ήταν κανείς εδώ, κοιμηθείτε, χρειάζεστε ανάπαυση».
«Μα πώς δεν ήταν; Είναι απέναντι, στον απέναντι θάλαμο και ήταν εδώ ένα λεπτό πριν».
«Απέναντι;»
«Ναι. Και ήταν εδώ ένα λεπτό πριν».
«Θα ειδοποιήσω τον γιατρό να σας κάνει μια ένεση».
«Δεν χρειάζομαι ένεση, θέλω απλώς να πω στον φίλο μου κάτι που ξέχασα».
«Μα κύριε…»
«Φωνάξτε μου την προϊσταμένη, θέλω την προϊσταμένη».
«Εγώ είμαι η προϊσταμένη, θα ειδοποιήσω τον γιατρό για την ένεση».
«Μα του μίλησα, πριν από ένα λεπτό ήταν εδώ, είναι γύρω στα πενήντα, με γυαλάκια… τίποτα το ιδιαίτερο…»
«Σας καταλαβαίνω, δεν είναι εύκολο».
«Δε θέλω να με καταλάβετε, θέλω να μιλήσω στον φίλο μου, είναι εδώ απέναντι, είναι τόσο δύσκολο να καταλάβετε τι θέλω να πω;»
«Ηρεμήστε, θα πω στον γιατρό να σας κάνει μια ένεση».
«Δε θέλω να ηρεμήσω, θέλω να μιλήσω στον φίλο μου. Και ή θα τον φωνάξετε ή θα σηκώσω το νοσοκομείο απ’ τις φωνές».
«Ηρεμήστε. Πού είπατε ότι είναι ο φίλος σας;»
«Εδώ απέναντι, σ’ έναν θάλαμο απέναντι».
«Απέναντι;»
«Θα τον φωνάξετε ή θα βάλω εγώ τις φωνές;»
«Απέναντι είναι ο νεκροθάλαμος κύριε. Και ευτυχώς δεν έχουμε κανέναν εκεί».

Σάββατο 26 Ιουνίου 2010

μία booby trap για τον pirandello

Δε μου μιλάει, συγκεκριμένα από προχθές. Θεώρησα πως είχε πάλι τις ανάποδές του, δεν πήγε το μυαλό μου.
«Θέλεις κάτι;», τον είχα ρωτήσει, «θα βγω».
«Να πας στο καλό», μου 'χε πει χωρίς να σηκώσει κεφάλι.
«Ωραία λοιπόν», είπα, «καλό Σαββατοκύριακο».
«Στάσου μια στιγμή», είπε και σηκώθηκε, «να σου δείξω κάτι».
«Τι είναι αυτό;», ρώτησα.
«Αυτό που βλέπεις, εσένα πώς σου φαίνεται;»
«Πώς να μου φαίνεται; Είναι ένας φάκελος», είπα και το κούνησα να δω τι έχει μέσα.
«Μη τον πολυκουνάς», φώναξε, «δεν παίζουν μ’ αυτά τα πράγματα.
«Δεν καταλαβαίνω».
«Είναι booby trap, άμα το κουνάς μπορεί να σκάσει».
«Είσαι τρελός;»
«Είμαι απλώς της μόδας, όλοι σε λίγο θα φτιάχνουν τέτοια, δε γουστάρεις ας πούμε το αφεντικό σου… πάρε ένα δωράκι, χρωστάς λεφτά, πάρε κι εσύ ένα».
«Μόνο ένα αρρωστημένο μυαλό μπορεί να σκεφτεί κάτι τέτοιο».
«Ωστόσο είναι αρκετά παλιά μέθοδος», είπε και μου πήρε το πακέτο.
«Και πού τα ‘μαθες εσύ αυτά;», ρώτησα όταν μου πέρασε η έκπληξη.
«Μα από τηλεοράσεως, είχαν φέρει τον κύριο Λόλιο κι έδινε μαθήματα, σαν άνευ διδασκάλου. Ότι απορίες έχετε μπορείτε να επισκεφτείτε την ιστοσελίδα μας, είπε ο άνθρωπος, Ελληνικό κέντρο ελέγχου όπλων, έδωσε νομίζω και mail».
«Και κάθισες εσύ κι έφτιαξες βόμβα; Θες να σκοτωθούμε αναμεταξύ μας;»
«Όχι, ήθελα να δω μονάχα πώς γίνεται, ανοίγεις τον φάκελο…», κι έκανε τη γνωστή κίνηση, «τραβάς από ‘δω…», είπε κι ακούστηκε μια τρομερή έκρηξη.

Δευτέρα 17 Μαΐου 2010

Οι εθνοσωτήρες, ο Κολοκοτρώνης κι ο Pirandello

«Έχω τρελαθεί να ακούω παπαριές γύρω – τριγύρω», είπε ο pirandello. «Είμαστε ένα τσούρμο απελπισμένοι σε μια ξεπουλημένη χώρα… και σαν να μη φτάνει αυτό, μας βομβαρδίζουν μ’ όλες αυτές τις δηλώσεις, αυτό είπε ο πρωθυπουργός, αυτό ο Τσίπρας κι αυτό ο Καρατζαφέρης, πήξαμε στους εθνοσωτήρες, αμάν πια».
«Κι εμείς; Με ποιόν είμαστε;»
«Σάμπως ξέρω κι εγώ; Ο καθένας κι ο κώλος του υποθέτω, δεν είδες η Ντούβλη;»
«Να γίνουμε όλοι πουτάνες να ξεμπερδεύουμε;»
«Δεν ξέρω. Δεν ξέρω ποιος θα πηδάει ποιόν σε λίγο, δεν είδες ο Πάγκαλος; Δεν είδες ο Ερντογάν;»
«Λες να βάλουμε και μαντήλα;»
«… να σε συστήσω θέλω, δε θέλω να σε γαμήσω».
«Γι’ αυτό λες ήρθε ο Εντογάν;»
«Δεν ξέρω γιατί ήρθε κι αυτός, εμείς κάτσαμε όμως».
«Λες να μας αρέσει; Λες τελικά πως αυτό είναι το πρόβλημα;»
«400 χρόνια είναι αυτά, όπως μάθει κανείς;»
«Κι ο Κολοκοτρώνης;»
«Μωρέ, Κολοκοτρώνης που μας χρειάζεται…».

Τρίτη 6 Απριλίου 2010

Ο ημιυπαίθριος κι ο pirandello

Ο Pirandello άπλωσε στο τραπέζι το τοπογραφικό. Είχε σημειώσει με κόκκινο μαρκαδόρο τα επίμαχα σημεία.
«Αυτός εδώ είναι ο ημιυπαίθριος, που σύμφωνα με τα νέα μέτρα θα νομιμοποιηθεί», είπε. Μετά έφερε και ακούμπησε στο τραπέζι τη σακούλα με τα χαρτιά: «κι αυτά εδώ είναι τα χαρτιά που υποτίθεται πως χρειάζονται, δηλαδή κάποια απ’ αυτά».
Τον κοίταζα δίχως να καταλαβαίνω. «Εγώ τι πρέπει να κάνω;», ρώτησα.
«Να πας με τον δικηγόρο στην Εφορία, στην Πολεοδομία, στο ΤΕΒΕ… τέλος πάντων θα σου πει ο δικηγόρος».
«Μα αυτά είναι δικά σου θέματα, πρέπει να ασχοληθείς προσωπικά», είπα ελπίζοντας ν’ απαλλαγώ.
Έβγαλε άλλο ένα χαρτί: «ορίστε, το πληρεξούσιο», είπε. «Όλα αυτά πρέπει να είναι έτοιμα… να μη σου πω χθες», είπε. Μετά πήρε το καπελάκι του κι έφυγε.
Μα τι άνθρωπος είναι αυτός;

Σάββατο 3 Απριλίου 2010

… “μέρα που ‘ναι”

«… στο Ελ. Βενιζέλος, αφίχθη πριν από λίγο το Άγιο Φως, με ειδική πτήση. Απεδόθησαν τιμές αρχηγού κράτους…», ανακοίνωσε ο εκφωνητής. Ο pirandello με κοίταξε στραβά και κούνησε το κεφάλι του: «δεν πάμε καλά», είπε.
«Έτσι πρέπει», είπα, «έτσι είθισται».
«Σωστά», έκανε.
«Συρρέουν κατά χιλιάδες κάθε φορά οι επισκέπτες στην κεντρική πλατεία…», έλεγε ο δήμαρχος της Κέρκυρας, «για μας οι επισκέπτες είναι δικοί μας άνθρωποι».
Πάλι τον είδα που στράβωσε: «Τι σε πειράζει τώρα;», ρώτησα.
«Τίποτα, τίποτα», έκανε… «αλλά αν δεν το πω θα σκάσω».
«Να πεις τι; Που τα σπάνε; Για τις φιλαρμονικές; Σε πειράζουν τώρα κι οι φιλαρμονικές;»
«Με πειράζει που όλα γίνονται για τα Ευρούλια, που δεν υπάρχει πια τίποτα άλλο».
«Έλα τώρα, ηρέμησε, μέρα πού ‘ναι, θα φάμε και μαγειρίτσα το βράδυ, πότε άλλοτε τρώμε μαγειρίτσα;»
«Κανονικά θα ‘πρεπε να ‘ναι το εθνικό μας φαγητό, με τόσο μαγείρεμα», είπε. «Κι ούτε μ’ αρέσει η μαγειρίτσα».
«Ναι αλλά είπες ότι θα φας, τσάμπα μαγειρεύουμε όλη μέρα;»
«Θα φάω», είπε ο Pirandello. «Για να μην τα τρώνε όλα μόνοι τους».
«Δεν θα ευχηθείς στους φίλους σου χρόνια πολλά;», ρώτησα για ν’ αλλάξω κουβέντα.
«Γράψε εσύ», είπε, «και πες και χρόνια πολλά από ‘μένα, εγώ θα βγω».
«Θα πας πού; Έχουμε τραπέζι το βράδυ».
«Εδώ έξω εννοούσα, απλώς βαριέμαι τις χαιρετούρες».
Προς στιγμή σκέφτηκα να μην γράψω τίποτα. Μετά είπα, μέρα που ‘ναι…
«Καλό Πάσχα σε όλους».

Τετάρτη 31 Μαρτίου 2010

Τα “μπινελίκια” του pirandello

«Ποιοι ήταν τελικά αυτοί οι έχοντες και κατέχοντες;», είπε βαρώντας το χέρι του στο τραπέζι ο pirandello, «το κέρατό μου μέσα, δε βλέπω να γίνεται λόγος για πολιτικούς, τραπεζίτες, χρηματιστές, όλους εκείνους δηλαδή που οδήγησαν την κατάσταση εκεί που είναι σήμερα. Γιατί η κυβέρνηση δεν πιάνει από ‘κει το κουβάρι; Θες να σου πω; Γιατί δεν έχει σκοπό βέβαια να φορολογήσει κανέναν απ’ αυτούς, ή άλλους, όπως την εκκλησία. Και φυσικά δε θα βγούμε από κανένα αδιέξοδο έτσι, με το να φορολογεί μισθοσυντήρητους και συνταξιούχους. Γιατί δεν εκποιεί μέρος της δημόσιας περιουσίας; Γιατί βάζει στην άκρη το θέμα του κλήρου; Λόγω Πάσχα;»

Παρασκευή 26 Μαρτίου 2010

Τα “πουλάκια” του pirandello

«Επιτέλους», φώναξε ο Pirandello, «τα βρήκανε τα πουλάκια μου».
«Πουλάκια; Η Μέρκελ κι ο Σαρκοζί; Πουλάκια;»
«Ναι», είπε ο Pirandello. «Κι από σήμερα θα το γιορτάζουμε επίσης σαν εθνική μας επέτειο, πώς σου φαίνεται;»
«Στο Αμήν πάντως», είπα, «στο παραπέντε».
«Κάπως έτσι θα γινότανε», είπε ο Pirandello και χαμήλωσε τον ήχο στην τηλεόραση, «έλα να φάμε τώρα, μ’ όλη αυτή την αγωνία μου άνοιξε η όρεξη».
«Ήταν κόντρα ανάμεσα στις δύο χώρες, έτσι δεν είναι;», ρώτησα.
«Ναι, μωρέ, σιγά μη νοιάζει τους Ευρωπαίους αν έχουμε εμείς να φάμε. Κι εδώ που τα λέμε, ούτε εμένα θα μ’ ένοιαζε».
«Δηλαδή, δεν υπάρχει περίπτωση να το έκαναν απ’ την καλή τους την καρδιά;»
«Όχι παιδί μου», έκανε ο Pirandello, «το χρήμα δεν έχει καρδιά».
«Πάντως η λύση έσχατης ανάγκης που είπε η Μέρκελ, εμάς μας βολεύει, έτσι δεν είναι;»
«Πίσω έχει η αχλάδα την ουρά», ξεροκατάπιε ο Pirandello, «περίμενε ν’ ακούσουμε τον λογαριασμό πρώτα και το διασκεδάζουμε μετά. Αλλά φοβάμαι πως θα ‘ναι πάλι ο κούκος αηδόνι, τι να σου πω;»

Πέμπτη 18 Μαρτίου 2010

Τα νέα μέτρα κι ο Pirandello

Βλέπαμε την Κατσέλη στον Παπαγιάννη. Η υπουργός προσπαθούσε να τον πείσει πως για την ώρα θίγονται μόνο οι μισθωτοί κι οι συνταξιούχοι γιατί δεν έχει εφαρμοστεί το δεύτερο σκέλος, αυτό που θα κατατεθεί σήμερα και αφορά τους φοροδιαφεύγοντες και τις φοροαπαλλαγές. Ο pirandello ήταν βαπόρι έτοιμο να φύγει, ξεκούμπωσε το παντελόνι κι άρχισε να πηγαινοέρχεται στο σαλόνι, να βγάζει χαρτιά απ’ το γραφείο, να κοιτάζει τις αποδείξεις, να κάνει γκριμάτσες και ν’ αναψοκοκκινίζει. Τον είδα που δυσανασχετούσε κι είπα να διασκεδάσω λίγο με την κατάσταση: «λοιπόν», είπα δήθεν αδιάφορα, «πώς τα βλέπεις τα πράγματα;»
«Είμαι τόσο πολυάσχολος τελευταία, που δεν προλαβαίνω να στενοχωρηθώ με τα γεγονότα».
«Εννοείς τα νέα μέτρα της κυβέρνησης;»
«Ναι, είναι και τα νέα μέτρα. Περισσότερο με κόβουν τα παλιά όμως».
«Ναι, είναι αλήθεια πως ούτε εγώ βλέπω φως από πουθενά. Και απορώ που όλοι πιστεύουν πως ο Παπανδρέου τα πάει εξαιρετικά καλά έξω».
«Μα εγώ δεν μιλάω για τον Παπανδρέου…»
«Και γιατί μιλάς τότε;»
«Πάχυνα. Με κόβουν τα παντελόνια».
Κατάλαβα ότι δεν τον ενδιέφεραν καθόλου τα νέα μέτρα, αλλά ήθελα ντε και καλά να του αποσπάσω μια γνώμη: «Κι όλα αυτά που λένε από τηλεοράσεως;», ρώτησα, «όλα αυτά περί στήριξης και τέτοια;»
«Παραμύθια της Χαλιμάς», είπε. «Δεν απομένει παρά να λύσουμε το ενεργειακό με τίποτα ιπτάμενα χαλιά».
«Εγώ λέω για τον δανεισμό, πού θα πάει αυτή η δουλειά;»
«Τα παραμύθια έχουν συνήθως αίσιο τέλος», είπε. «Αφού ξεπουλήσουμε ό,τι έχουμε και δεν έχουμε, θα μας πουν πως όλα πήγαν σύμφωνα με το σχέδιο… και ζήσαν αυτοί καλά και ‘μεις καλύτερα».

Κυριακή 7 Μαρτίου 2010

Το "ξεκαθάρισμα" του pirandello

«Λοιπόν από τότε που άλλαξα γραμμή πλεύσης, μου πάνε όλα καλύτερα», είπε ο Pirandello ενώ πλήρωνε τον υδραυλικό.
«Ό,τι πεις εσύ μάστορα», έκανε εκείνος, τσέπωσε το εβδομηντάρη και μας χαιρέτησε. Εμείς ανασκουμπωθήκαμε και πιάσαμε να μαζεύουμε, εγώ σκούπιζα κι ο Pirandello τακτοποιούσε ό,τι σώθηκε ύστερα απ’ την πλημμύρα.
«Σκατοσωλήνες», είπα κάποια στιγμή, έξαλλος απ’ τα νεύρα μου, «ήταν ανάγκη να το πάθουμε τώρα κι αυτό;»
«Γιατί, τι άλλο πάθαμε;», ρώτησε εκείνος ατάραχος.
«Καταστράφηκαν όλα τα πράγματα», είπα, «τι άλλο έπρεπε να πάθουμε;»
«Αυτό δεν ήταν τίποτα», είπε. «Πες πως ήταν η ώρα ν’ αλλάξουμε μερικά πράγματα».
«Τώρα; Μ’ αυτή την κρίση; Πας καλά;»
«Εννοώ άλλα πράγματα, να κάνουμε ας πούμε μια νέα αρχή, ένα καλό ξεκαθάρισμα».
Ήμουν τα χάλια μου. Στεκόμασταν όρθιοι και γύρω – γύρω ήταν παντού κατεστραμμένα αντικείμενα, πίνακες, σχέδια, όλη η συλλογή μου ήταν για τα σκουπίδια.
«Και τι θα γίνει μ’ αυτά;», ρώτησα ανήμπορος να σκεφτώ.
«Θα περισώσουμε ό,τι μπορεί να σωθεί, τα άλλα πες πως τα πούλησες».
«Μα δεν είναι το ίδιο».
Πήγε και μου ‘φερε ένα φλιτζάνι καφέ. Ύστερα άναψε ένα τσιγάρο και μου το έδωσε.
«Θα κάνεις άλλα», είπε. «Και μια χαρά είμαστε. Τόσο καιρό δεν είχαμε τι άλλο να κάνουμε».

Παρασκευή 29 Ιανουαρίου 2010

Ο Μπαμπινιώτης κι ο pirandello

«κορβανάς», διάβασε ο pirandello, «αρχική σημ. «ο θησαυρός του ναού στην Ιερουσαλήμ, παλιά ιστορία δηλαδή». Αναστέναξε και συνέχισε: «πβ. Ματθ. 27, 6: Οι δε αρχιερείς λαβόντες τα αργύρια ειπον ουκ εξεστιν βαλεϊν αυτά εις τον κορβανάν, έπεί τιμή αίματος εστί») < κορβάν < εβρ. qorbin «προσφορά, δώρο… πράγμα που σημαίνει πως θα φτύσουμε αίμα γι’ αυτό το κωλοταμείο».
Συνέχισε να ξεφυλλίζει μετά μανίας τον Μπαμπινιώτη: «Σπέκουλα, σπρεντ… όλο καινούργιες λέξεις. Ξέρει δηλαδή ο κόσμος τι μας λένε;»
«Δεν ξέρω», είπα.
«Δε μιλάμε πια σαν άνθρωποι, αυτό ξέρω εγώ, γίναμε ταμιακές μηχανές».
«Τώρα που είπες ταμιακές, παίρνουν κάθε μέρα τηλέφωνο από τις Τράπεζες, τι να τους πω;»
«Να τους πεις να μη παίρνουν από απόκρυψη, αυτό να τους πεις».
«Μάλιστα», είπα.
«Και να πάρεις σπρέι. Θα γράψουμε απ’ έξω πως είμαστε υπερκαταναλωτικά γουρούνια».
«Να μη γράψω: Υπερκαταναλωτικά γουρούνια – Τραπεζίτες – Δολοφόνοι;»
Δεν πήρα απάντηση κι έκανα να φύγω.
«Να γράψεις κι αυτό που έλεγε κάθε πρωί ο πατέρας μου», είπε χωρίς να σηκώσει τα μάτια του απ’ τον Μπαμπινιώτη.
«Τι δηλαδή;»
«Αλήτες», είπε, «λεχρίτες, κερχανατζήδες, ρουφιαμπάσιδες».

Τρίτη 26 Ιανουαρίου 2010

Το “κοπή τη πίτα” κι ο pirandello

«Ωραία, αστειευτήκαμε αρκετά», είπε ο pirandello. «Στην κοπή της πίτας των γυναικών της Ν.Δ, το φλουρί έπεσε τυχαία στην κυρία Σαμαρά. Οι αγρότες “εκθέτουν” προφανώς τα τρακτέρ τους για δωδέκατη μέρα σήμερα και το ραδιόφωνο λέει πως αυτό κοστίζει 200000000 στην Εθνική οικονομία. Το να μην κάνει τίποτα η κυβέρνηση είναι πάγια τακτική βέβαια των Ελληνικών κυβερνήσεων, ν’ αναγκαστεί ο κόσμος να διαμαρτυρηθεί και να βάλει τους “διαμαρτυρόμενους” στη μαύρη λίστα. Ωραίο κόλπο αλλά τα ξέρουμε αυτά. Αλλά κάποιος θα βρεθεί να τις κόψει όλες αυτές τις πίτες, δε μπορεί, εκεί το πάνε μήπως;»

http://www.youtube.com/watch?v=7RGW6oSd_po

Πέμπτη 21 Ιανουαρίου 2010

Η “Επόμενη μέρα” κι ο Pirandello

«Έφερα να μελετήσουμε το ημερολόγιο των Μαγια», είπε ο pirandello. «Είμαστε ένα κλικ πριν την καταστροφή».
Εγώ κοίταζα με προσοχή τους χάρτες, τις δεκάδες πληροφορίες που ‘χε μαζέψει για το θέμα: «έχουν ενδιαφέρον όλα αυτά», είπα, «αλλά δε μπορεί να τα πιστεύεις;»
«Νομίζω πως έχουν βάλει σκοπό να το διαλύσουμε το μαγαζί», έκανε. «Και μπορεί να ήταν άλλος ο λόγος που εξαφανίστηκαν οι Μάγια, αλλά είχαν προβλέψει πως ο κόσμος θα χαθεί το2012 και δυστυχώς κατά ‘κει πάμε. Εννοώ την κρίση και τα ρέστα».
«Εγώ πάλι πιστεύω πως γίνεται ένα ξεκαθάρισμα, πώς δεν έχουμε να φοβηθούμε τίποτα και πως όλα θα πάνε μια χαρά αν αποδεχθούμε τη μοίρα μας και δεν κάνουμε υστερίες».
«Βρες μου πληροφορίες, πάρε προσφορές και ενημέρωσέ με», μου είπε. «Πρέπει ν’ αγοράσουμε ένα τρακτέρ».
«Τι θα το κάνουμε το τρακτέρ;», ρώτησα.
«Θα το παρκάρουμε. Σήμερα δεν μπορείς να διεκδικήσεις τίποτα αν δεν έχεις στη διάθεσή σου ένα τρακτέρ, είναι το όπλο του πολίτη».
«Μα αυτοί είναι αγρότες».
«Δεν ξέρω τι είναι, κάνουν ό,τι θέλουν όμως. Ας είμαστε μια φορά έστω με το μέρος των ισχυρών».
«Ωραία. Και πόσα λεφτά διαθέτουμε για το τρακτέρ;»
«Όσα χρειάζονται. Εν ανάγκη θα πουλήσουμε το αυτοκίνητο, τι το κάνουμε που έχουμε αυτοκίνητο;»
«Ωραία», είπα. «Τίποτα άλλο;»
«Τίποτα. Να είναι πράσινο και μεγάλο, να κάνει εντύπωση, δεν είσαι τίποτα σήμερα αν δεν κάνεις με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο εντύπωση».
«Και θα κατεβούμε στα μπλόκα;»
«Δε χρειάζεται, θα έρθουν κάποια στιγμή και εδώ. Θα το παρκάρουμε απ’ έξω και θα περιμένουμε να ‘ρθει η μέρα να ενταχθούμε στην αντίσταση».
«Διακρίνω κάποια ειρωνεία σε όλα αυτά;», ρώτησα.
«Μα τι άλλο να κάνεις φίλε μου», είπε, «όταν τους αγώνες των αγροτών ακούς πως τους σιγοντάρει ο Μαρκογιαννάκης;»

Τρίτη 19 Ιανουαρίου 2010

Οι συμβουλές του Pirandello

Διαφωνούμε τελευταία πολύ με τον pirandello. Το πιο πρόσφατο ήταν το ότι ενώ εγώ επιμένω πως είμαι κάτι περισσότερο από αγενής ώρες – ώρες, αυτός με βρίσκει τουναντίον, μάλλον εξαιρετικά ευπροσήγορο.
«Δε φτάνει να βγάζεις αυτές τις αγριοφωνάρες που βγάζεις όταν σε πιάνει η υστερία σου», δήλωσε. «Δε χρειάζεται. Το μόνο που χρειάζεται είναι να λες αυτό ακριβώς που έχεις στο μυαλό σου, δίχως να υπολογίσεις το κόστος. Τον πιάνεις τον άλλο απ’ το μανίκι, τον ταρακουνάς και του λες: άκου εδώ σιχαμένε, αν με ξαναενοχλήσεις θα σου κόψω τ’ αρχίδια και θα σε βάλω να τα φας».
«Κι είσαι σίγουρος πώς θα καταλάβει αυτός ο άλλος;»
«Ε, του τα κόβεις τότε και βλέπουμε», είπε.
Μου φάνηκε τελικά καλή συμβουλή. Σήμερα μάλιστα, παρακολουθώντας σ’ αυτό εδώ το ρημάδι κάποιες πιέσεις ας πούμε που δέχθηκε κάποια φίλη από έναν άγνωστο – έχει ονοματεπώνυμο υποτίθεται – σκέφτηκα να της πω όσα είπαμε . Κι αυτή ας το χειριστεί όπως θέλει.

Πέμπτη 14 Ιανουαρίου 2010

Οι “κλειστές” του Pirandello

«Pirandello», του είπα μια μέρα, «γιατί κάθεσαι όλη μέρα μέσα, γιατί δεν πας κάπου;»
«Να πάω πού;» εξεπλάγη.
«Δεν ξέρω, έξω, να βγεις μ’ έναν φίλο».
«Βγαίνουμε μαζί, αρκεί», έκανε.
«Δε σ’ ενδιαφέρει να γνωρίζεις ανθρώπους, να δεις και κάποιον άλλον βρε αδελφέ;»
«Καθόλυ όμως», είπε ξερά και παράτησα εκείνη τη μέρα την κουβέντα.
«Pirandello», του είπα πάλι ύστερα από καιρό, «θες να πάμε ένα σινεμά, ένα θέατρο;»
«Έχω δει αρκετά, δε λένε κάτι καινούργιο», απάντησε.
«Θες να πάμε έξω μήπως για φαγητό;»
«Γιατί; Δεν εχουμε ένα πολύ ωραίο φαγητό σήμερα;», είπε.
«Κοίτα«, του είπα, «δε γίνεται να περάσουμε όλη την υπόλοιπη ζωή μας κλεισμένοι εδώ μέσα, θα τρελαθούμε».
«Αποφάσισα να βγαίνω μόνο όταν πρόκειται για κάτι σημαντικό», είπε, «έγινε μήπως κάτι σημαντικό και δεν το πρόσεξα;»
«Όχι, δεν έγινε τίποτα. Αλλά η ζωή δεν είναι μόνο τα σημαντικά πράγματα, είναι κι η καθημερινότητα, το σούπερ μάρκετ, το να πας να πάρεις ντομάτες, το να πιείς ένα καφέ, να φας σ’ ένα καλό μαγαζί, να πας μια εκδρομή, δεν είναι να κάθεσαι εδώ μέσα και να παριστάνεις τον περίεργο».
«Δε σε καταλαβαίνω», μου είπε και μου έδειξε τα σκυλιά που έπαιζαν στον κήπο, «αυτά δεν πάνε πουθενά, σου φαίνονται δυστυχισμένα;»
«Μα είναι άλλο ο άνθρωπος, ο άνθρωπος έχει ενδιαφέροντα».
«Και ποιος σου ‘πε ότι εγώ δεν έχω ενδιαφέροντα; Επειδή δεν έχουμε τα ίδια ενδιαφέροντα δε σημαίνει πως δεν έχω, απλώς επιθυμώ διαφορετικά πράγματα».
«Και τι είναι αυτό που επιθυμείς τέλος πάντων;», ρώτησα.
Έμεινε για λίγο σκεφτικός. «Θα μπορούσα να σου δώσω μια οποιαδήποτε απάντηση», είπε, «θα το συνοψίσω όμως. Το όλο ζήτημα είναι θέμα αισθητικής, δε μ’ αρέσει όλο αυτό το σκηνικό που μου προτείνεις, δε μου λέει τίποτα, δε μ’ αρέσει να διαθέτω το μόνο που έχω, εμένα, σε πράγματα που δε μου λένε τίποτα. Τώρα αν αυτό το βρίσκεις περίεργο… μπορεί και να ‘ναι, τι να σου πω;»
Ούτε εγώ είχα τι να του πω βέβαια κι η συζήτηση σταμάτησε εκεί.

Δευτέρα 11 Ιανουαρίου 2010

Ο επαγγελματικός προσανατολισμός κι ο Pirandello

«Λοιπόν καιρός είναι να κάνουμε και καμιά άλλη δουλειά», είπε ο Pirandello και μου ‘κανε νόημα να περιμένω. Γύρισε ύστερα από λίγο κρατώντας μια κρυστάλλινη σφαίρα, από ‘κείνες που λένε το μέλλον οι χαρτορίχτρες.
«Τι είναι αυτό;», ρώτησα γιατί βαριέμαι κάθε τόσο αυτές τις παραστάσεις.
«Θα σου πω το μέλλον σου», μου είπε.
«Δε θέλω ν’ ακούσω τίποτα για το μέλλον», είπα και το είπα με τέτοιο τρόπο που τον έκανα να παγώσει στην καρέκλα του.
«Καλώς», έκανε. «Θα σου πω τι σκέφτεσαι τότε», είπε.
Συνοφρυώθηκε και κοίταξε για λίγο με θεατρικό τρόπο τη σφαίρα… μετά είπε: «Βρήκα άκρη και μίλησα μ’ ένα χοντρέμπορο σήμερα, δηλαδή κάποιος άλλος το ‘κανε για ‘μένα. Του είπε πως το βιβλίο δεν θα έχει καμιά ελπίδα να ζητηθεί απ’ τους εμπόρους που το διανέμουν, αν και εφόσον δεν υπάρξουν κριτικές, δημοσιεύσεις που το προτείνουν… κι αφού είναι το πρώτο βιβλίο βέβαια, είπε.
Απ’ την άλλη έχω μερικές δεκάδες έργα απούλητα στο σπίτι μου για τα οποία πάλι πρέπει να μεσολαβήσει ένας χοντρέμπορος.
Συμπέρασμα: Στην Ελλάδα, την τέχνη τη διαμορφώνουν οι χοντρέμποροι. Κι από την έκφραση καταλαβαίνετε και για τι επίπεδο πρόκειται».
Άφησε τη σφαίρα στο τραπέζι: «Λοιπόν; Να το κάνω επάγγελμα;», ρώτησε.

Σάββατο 9 Ιανουαρίου 2010

Ο Pirandello και η θάλασσα

Είχε φουσκοθαλασσιά σήμερα. Και σήμερα του ‘ρθε του Pirandello να κατέβει στην παραλία, να μιλήσει είπε με τα κύματα, τα ψάρια και τα πτηνά του ουρανού κι ανέβηκε καλού – κακού σ’ ένα μέρος που βλέπει κανείς τη θάλασσα από πάνω, σαν από μπαλκόνι. Δεν είχα τι να κάνω κι εγώ και τον πήρα από πίσω να δω τι θα ‘λεγε.
Στάθηκε λοιπόν για ώρα όρθιος κοιτάζοντας πότε πέρα τον ορίζοντα και πότε μπρος του, εκεί που σκάζανε τα κύματα, αλλά από μιλιά τίποτα. . Είχε υγρασία κι ο αέρας λες και θα σε σήκωνε, τον έβλεπα που δεν έκανε και τίποτα και του είπα πως φτάνει, να γυρίζαμε στο σπίτι, αλλά δεν κούναγε.
Όταν είδα πως είχε χάσει το χρώμα του ανησύχησα, «είσαι άρρωστος;», ρώτησα.
«Με πείραξε η θάλασσα», είπε και πιάστηκε από το κάγκελο. Κάναμε μαζί μεταβολή και πήραμε τον δρόμο για το σπίτι.
Δεν είχαμε κάνει δεκαπέντε μέτρα κι είχε ξαναβρεί το χρώμα του, «ξέρεις τι;», με ρώτησε.
«Τι;»
«Αν ήμουν ο Κολόμβος, δεν θα είχε ανακαλυφθεί ποτέ η Αμερική», είπε.

Κυριακή 3 Ιανουαρίου 2010

Το κοινό αίσθημα κι ο Pirandello

Στη συζήτηση χθες ο pirandello εξομολογήθηκε πως πολύ τον πειράζει που μεγαλώνει και είπε πως καθόλου δεν του αρέσει να μιλάει για ηλικίες. «Αυτό είναι το κακό μαντάτο», είπε, «με το που αλλάζει ο χρόνος».
Όλοι οι άλλοι άλλαξαν αμέσως κουβέντα.
Τώρα το πρωί που τον είδα πάλι μου είπε πως έκανε άσχημο ύπνο, πως είχε ενοχλήσεις με το στομάχι του και πως δεν είχε τέτοια θέματα παλιά.
«Μήπως παράφαγες;», ρώτησα.
«Ναι, παράφαγα», μου το γύρισε, «επί τόσα συναπτά έτη».
«Δεν είναι λες ότι σε πειράζει το χοιρινό; Λες πως είναι τα χρόνια;»
«Δεν ξέρω πού να το αποδώσω, νοιώθω πολύ χάλια με το στομάχι μου από χθες όμως», είπε. «Ίσως φταίει κι η αλλεργία που έχω με τις γιορτές. Πέφτουν πολλές βλέπεις… κι εμείς γιορτάζουμε για ψύλλου πήδημα».
«Για στάσου», έκανα, «δεν είναι ψύλλου πήδημα η Πρωτοχρονιά».
«Ναι, αν δεν ήταν πριν τα Χριστούγεννα, μετά των Φώτων, μετά του Άη Γιαννιού και μετά του ποιος ξέρει ποιανού… κάθε μέρα γιορτή έχουμε».
«Ξέρεις κάτι;», του είπα, «έχεις ιδιοτροπέψει πολύ, σε λίγο δεν θα πατάει άνθρωπος εδώ μέσα».
»Μπα», έκανε. «Νομίζω πως εκφράζω το κοινό αίσθημα».

Παρασκευή 1 Ιανουαρίου 2010

“Καλή χρονιά Pirandello”

Αφού είχαμε παρακολουθήσει ούτε κι εγώ ξέρω πόσες Πρωτοχρονιές όλη τη μέρα στην τηλεόραση, στις 12 παρά 1 περίπου, ο pirandello έσβησε όλα τα φώτα και βγήκε στον κήπο, να υποδεχθεί όπως είπε, τη νέα χρονιά. Σε κάτι τέτοια ζητήματα δε σηκώνει κουβέντα, είναι πολύ του εθιμοτυπικού, οπότε δεν του έφερα καμία αντίρρηση και τον ακολούθησα. Στις 12 ακριβώς η θέα απ’ το μπαλκόνι ήταν εξαιρετική καθώς δεκάδες βεγγαλικά έκαναν τη νύχτα – μέρα, ανοίγοντας τις βεντάλιες τους στον ουρανό. Ο Pirandello δίπλα μου χειροκροτούσε όλος χαρά. Εγώ απορούσα με το τόσο κέφι και περίμενα να τελειώσει πώς και πώς αυτό το πανηγύρι, να πάμε να φάμε επιτέλους σαν άνθρωποι και τέλος πάντων, όλα αυτά κάποια στιγμή τέλειωσαν.
«Ωραία δεν ήταν;», ρώτησε πηγαίνοντας προς την πόρτα.
«Καλά ήταν», είπα κι εγώ και στάθηκα δίπλα του.
«Θύμισε μου που θα τρώμε να σου πω για την Πρωτοχρονιά του 57», είπε χτυπώντας με στην πλάτη, «ήμασταν όλοι που λες μαζεμένοι… άντε λοιπόν, γιατί δεν ανοίγεις;», ρώτησε τρίβοντας τα χέρια του, γιατί την ψυχρούλα του την είχε.
«Δεν έχω κλειδιά», είπα, «νόμιζα πως πήρες εσύ».
Με κοίταξε με μάτια που λες και θα ‘βγαιναν από τις κόγχες τους, «δηλαδή… δηλαδή θες να πεις… πως μείναμε απ’ έξω;», ψέλλισε.
Δεν μπορούσα να πιστέψω πως είχαμε ένα ωραιότατο τραπέζι στρωμένο και θα καθόμασταν έξω να το κοιτάμε. «Ηρέμησε», είπα προσπαθώντας να κρύψω την απελπισία μου, «θα βρούμε μια λύση».
«Να υποθέσω πως ούτε κλειδιά αυτοκινήτου έχουμε, ούτε τηλέφωνο βέβαια», είπε ελπίζοντας ποιος ξέρει σε τι.
«Να βρούμε έναν κλειδαρά», είπα για να προλάβω την έκρηξη.
Τα σκυλιά ήρθαν και τρίφτηκαν στα πόδια μας.
«Από πού ήρθαν αυτά; Δεν ήταν μέσα;»
«Μέσα ήταν», πρόλαβα να πω ενώ εκείνος είχε κάνει μεταβολή κι είχε αρχίσει ήδη να τρέχει.
«Η πόρτα της κουζίνας», φώναξε, «αν υπάρχει Θεός μας λυπήθηκε».
Ύστερα από λίγο τσουγκρίζαμε τα ποτήρια μας. Δυο – τρία κούτσουρα καίγονταν στο τζάκι, κεράκια τρεμόπαιζαν στο γιορτινό τραπέζι κι η τηλεόραση έδειχνε σ’ επανάληψη show από άλλες Πρωτοχρονιές.
«Καλή χρονιά Pirandello», είπα.
«Καλή χρονιά», είπε. Αλλά είχε μια έκφραση σαν να μην το πολυπίστευε.
«Καλή θα είναι», επέμεινα.

Κυριακή 27 Δεκεμβρίου 2009

Ο “άγνωστος” blogger κι ο pirandello

«Μετά από τόσο καιρό εδώ λοιπόν…», έλεγε ο pirandello κοιτάζοντας την οθόνη, «νομίζω πως χάσαμε τον καιρό μας, κι εσείς και εγώ».
«Μιλάς στο Skype;», ρώτησα χαμηλόφωνα.
«Όχι», είπε. «Δεν έχω καν συνδεθεί».
«Και με ποιόν μιλάς τότε;», ρώτησα.
«Με κανέναν. Μιλάω γενικώς, στον “άγνωστο” blogger… σε ‘μένα, δεν ξέρω».
«Στον “άγνωστο” blogger;»
«Ναι, σ’ αυτόν που κρύβεται εκεί έξω, που με βομβαρδίζει με τα σχόλιά του, που του εκμυστηρεύομαι την καθημερινότητά μου, τις σκέψεις μου, ξέρεις».
«Και τι έχεις να πεις μ’ έναν άγνωστο;»
«Αυτό είναι το θέμα», έκανε. «Μ’ έναν άγνωστο δεν λες τίποτα… έλα όμως που αυτός λέγεται blogger, είναι ας πούμε συνάδελφος, είναι αυτός που αναπληρώνει το κενό, πώς να στο πω, ο απαραίτητος θεατής, χωρίς αυτόν δεν έχει νόημα τίποτα».
«Τα παραλές τώρα, δεν είναι παρά ένας άγνωστος του διαδικτύου. Στον δρόμο ούτε που θα γύριζες».
«Είδες; Στον δρόμο ούτε που θα γύριζα κι εδώ είμαστε όλοι με το ‘σεις και με το ‘σας».
Σηκώθηκε απ’ το τραπέζι του και πήγε στο παράθυρο. Συνηθισμένος σ’ αυτά τα καμώματα περίμενα την επόμενη ερώτηση… και δεν άργησε.
«Τι πιστεύεις;, με ρώτησε. «Πιστεύεις πως είμαστε υποκριτές; Ή κάτι ακόμα χειρότερο, αναξιόπιστοι μήπως; Ή απλώς πουκάμισα αδειανά;»
«Πρέπει να επιλέξω ανάμεσα σ’ αυτά;»
«Δε χρειάζεται», είπε. «Νομίζω πως όλοι έχουμε την απάντηση».

Παρασκευή 18 Δεκεμβρίου 2009

Τα “μεθεόρτια” κι ο pirandello

Είχαμε απομείνει εμείς κι εμείς. Η μουσική έπαιζε χαμηλά κι ενώ είχαμε τελειώσει με τα τυπικά, ο pirandello δεν έδειχνε διατεθειμένος να φύγει, πριν βάλει τα πράγματα στη θέση τους.
«Ώστε η κυρία Βούλτεψη θεώρησε πως πρόκειται για προπαγάνδα;», ρώτησε πίνοντας ήρεμα το κρασί του.
«Ναι, το δήλωσε νομίζω απερίφραστα. Είπε μάλιστα πως ο εκδότης την παγίδεψε... κι ότι μετά παγιδεύτηκε από το ίδιο το μυθιστόρημα. Δεν ήταν σίγουρη ωστόσο ότι επρόκειτο για μυθιστόρημα, ότι η μία σελίδα αναιρούσε την άλλη, κάτι τέτοιο είπε».
Μου 'ριξε μια συνωμοτική ματιά, ανασήκωσε τον ώμο του, όπως θα έκανε κι ο επίτιμος και χαμογέλασε. «Ναι», είπε, «γιατί να το κρύψουμε άλλωστε;»
«Εκ των υστέρων που το σκέφτομαι, μπορεί η κυρία Βούλτεψη να ήθελε απλώς να αστειευτεί», είπα πιστεύοντας πως εκτόνωνα έτσι την κατάσταση. «Είναι λογικό να έχει μια τέτοια θέση, νομίζω πως ενεπλάκη και συναισθηματικά, είδες ότι αναφέρθηκε στην περίπτωση Μπακογιάννη. Δε μπορείς ν' αντιτάξεις κάτι πάνω σ' αυτό».
«Ναι, σωστά», είπε. «Αριστοτεχνικά θα έλεγα. Όπως και στο μαθητικό κίνημα εκείνη την περίοδο, και για την προσωπική της εμπειρία στη Νομική, ήταν γενικά ένθερμη, έγραψες κι εσύ αυτά που έγραψες για τους δημοσιογράφους, δηλαδή και πάλι καλά να λες, τι ήθελες να πει;»
«Ναι, φυσικά», είπα. «Ωστόσο αν ήθελε να το δει θεωρητικά το θέμα θα έπρεπε να σταθεί στο περιεχόμενο των προκηρύξεων...»
«Μα…», με κοίταξε στα μάτια, «πιστεύεις πραγματικά πως θα έκανε κάτι τέτοιο;»
«Όχι αλλά θα προτιμούσα ας πούμε μια κατά μέτωπο επίθεση, αν είχε να αντιτάξει κάτι».
«Μα, οι αντικαθεστωτικοί είναι για να λένε αγαπητέ μου», είπε. «Οι αντικαθεστωτικοί για να λένε κι οι άλλοι για να τους αγνοούν, είναι διακριτοί οι ρόλοι».
Η βροχή είχε σταματήσει όταν φύγαμε και ξεχάσαμε την ομπρέλα μας στο μαγαζί.

Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2009

“Πολύ κακό για το τίποτα” και τον pirandello

«Ο Κλαύδιος, η Ηρώ», είπα, «ο Βενέδικτος και η Βεατρίκη, ήταν όλοι εκεί. Αλλά... δε συναντήθηκαν».
«Ήταν από άλλο έργο», είπε ο Pirandello, «γι’ αυτό».
«Δεν σε είδα τελικά», εξέφρασα την πικρία μου.
«Συμμετείχα σ’ αυτό το παιχνίδι με τις μάσκες», είπε, «ήταν διασκεδαστικό… ξέρεις, κρύβεσαι και σε ψάχνουν να σε βρουν, αλλά δεν είναι αυτό μόνο, είναι βασικά ένα παιχνίδι δίχως κανόνες».
«Ποτέ δεν κατάλαβα τέτοιου είδους παιχνίδια», είπα.
«Δε διαθέτεις φαντασία», μου είπε, «γι’ αυτό».
«Κάποια παρατήρηση;», ρώτησα.
«Τι παρατήρηση;», με χτύπησε συντροφικά στην πλάτη, «έκανες την επανάστασή σου. Είδες ποτέ να αλλάζει τίποτα μετά από μια επανάσταση;»
Δεν είχα δει βέβαια…

Πέμπτη 3 Δεκεμβρίου 2009

Η "ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ" κι ο pirandello


«Μα Δευτέρα; Δε γινότανε μια άλλη μέρα, Δευτέρα βρήκες;»
«Δεν κανόνισα εγώ την ημερομηνία», είπα.
«Δεν ξέρω αν θα μπορέσω να έρθω, αφού ξέρεις τι πρόβλημα έχω με τις Δευτέρες. Δε γίνεται να πεις κάτι; Παρασκευή, γιατί δεν το κάνεις Παρασκευή; Είναι κι άλλοι που δεν μπορούν τη Δευτέρα».
«Νομίζω πως όλο αυτό είναι μια πρόφαση, θες απλώς να το αποφύγεις. Τι σχέση έχει αν είναι Δευτέρα ή Παρασκευή; Αφού δεν θα 'ρχόσουν».
«Ε, πώς; Άλλο Δευτέρα κι άλλο Παρασκευή».
«Δηλαδή αν το 'κανα Παρασκευή θες να πεις πως θα 'ρχόσουν;»
«Δεν... δεν ξέρω... θα υπήρχε κάποια περίπτωση».
«Θα είναι σαν να είσαι εκεί», είπα κι έβαλα την πρόσκληση στην τσέπη μου.
«Γιατί μου πήρες την πρόσκληση; Δεν δικαιούμαι μια πρόσκληση;»
«Μα αφού δεν θα έρθεις, τι να την κάνεις την πρόσκληση;»
Μου την πήρε από τα χέρια: «Πώς», είπε. «Θα τη βάλω στο blog, να την πάρει κάποιος που θα θέλει να έρθει, να μην πάει χαμένη».
«Όσο για το αν έρθω... έχουμε μέρες, άσε με λίγο να το σκεφτώ», είπε.

Κυριακή 15 Νοεμβρίου 2009

Οι Μακρυκωσταίοι, οι Κοντογιώργηδες κι ο pirandello

«Λοιπόν, δεν περίμενα ποτέ πως ο Σαμαράς θα 'μπαινε μπρος», είπε ο pirandello. «Θεωρούσα πως ήμασταν καταδικασμένοι, πρώτα με τους Καραμανλήδες, μετά με τους Μητσοτακέους... Κοντογιώργηδες και Μακρυκωσταίοι. Φαίνεται ότι ο παλιός, καλός Ελληνικός κινηματογράφος μας τέλειωσε, οριστικά». «Ναι», είπα εγώ, «έχουμε τον Παπανδρέου απ' την άλλη όμως...»«Ναι», με διέκοψε ο pirandello, «ότι τον έχουμε, τον έχουμε. Αλλά η Φίνος φιλμ πάει, αυτό εννοώ».«Τελειώνουν τα τζάκια, αυτό βλέπω εγώ», είπα.«Θα ζοριστούμε κάποια χρόνια με την "τηλεόραση"», είπε ο pirandello, «αλλά μετά θα προκύψει καλύτερος "κινηματογράφος", έτσι νομίζω. Να μη βλέπουμε συνέχεια τους ίδιους τουλάχιστον, νοιώθω τρομερά ηλίθιος έτσι».

Παρασκευή 6 Νοεμβρίου 2009

Η βασκανία κι ο pirandello

«Ένα ευχέλαιο ρε παιδιά» δήλωσε ο Pirandello, «μας έχουν ματιάσει, δε γίνεται. Δε βλέπω άλλη λύση. Πάμε απ' το κακό στο χειρότερο. Κι ενώ η χώρα χρεοκοπεί, κι ενώ ποιός ξέρει τι άλλα μέτρα ετοιμάζει κι αυτή η κυβέρνηση, η Νέα Δημοκρατία συνεχίζει τα κλασικά της, σαν να μην τρέχει τίποτα, σαν να 'χουμε βάλει τη χώρα στον αυτόματο και πάει, σαν να 'ναι η Ντόρα πρωθυπουργός, τι δηλώσεις είναι αυτές; Μόλις δε χάσανε τις εκλογέςς;
Παιδιά, τι παίρνουμε;»

Πέμπτη 29 Οκτωβρίου 2009

Οι αντικατοπτρισμοί κι ο Pirandello

«Να σε συστήσω στον ομοτράπεζό μας» είπε ο pirandello και μου αποκάλυψε έναν καθρέφτη με μια φίνα κορνίζα, ελαφρώς μπανάλ.
«Ντρέπεσαι να πεις τελείως μπανάλ;» είπε και μου έδειξε την άλλη καρέκλα. Θα μου έκανε το τραπέζι αλλά δεν ήθελε λέει να φάμε τελείως οι δύο μας... ούτε ήθελε να βγει έξω, τον κουράζει το έξω.
«Θα σερβίρεις εσύ βέβαια» μου είπε.
Το φαγητό ήταν έτοιμο, εγώ έπρεπε μόνο να το ζεστάνω, να φουντώσω δηλαδή τον φούρνο για δέκα λεπτά στους 250c βαθμούς, «αυτό κάνει το φαγητό να δείχνει σαν μόλις να βγήκε» είπε.
Έκανα όπως μου είπε, ανοίξαμε και κρασί και φάγαμε, εμείς και τα είδωλά μας πιο 'κει.
«Πολύ ωραία βραδιά» είπα στο τέλος, έτσι για να πω κάτι. Φαντάστηκα πως θα μου έλεγε κάτι για το γεγονός των ημερών, να μου πει τι είχε κατά νου, να μου δώσει μια συμβουλή, να μου δικαιολογήσει γιατί δώσαμε αυτή την παράσταση με τους καθρέφτες έστω, δεν γινόταν αυτό να έγινε χωρίς λόγο, ήμουν περίεργος τέλος πάντων.
Εκείνος κοίταξε μια εμένα και μια τον καθρέφτη. Μετά άναψε τσιγάρο. Εγώ περίμενα.
«Τι υποχρεώνει έναν άνθρωπο να 'ρχεται κάθε τόσο αντιμέτωπος με τον εαυτό του, ξέρεις;» ρώτησε ο pirandello.
Κοίταζα σαν χαμένος, «πώς σου 'ρθε τώρα αυτό;», ρώτησα με τη σειρά μου.
«Τι πάει να πει πώς μου ήρθε;» είπε. «Όπως σου 'ρχονται όλα εκείνα που σκέφτεσαι. Γιατί υπάρχει πάντα κάτι που σε τρώει από κάτω... τι διάολο είναι αυτό το κάτι;»
«Κάποια υπόφυση φαντάζομαι» είπα.
«Οπωσδήποτε μια υπόφυση» έκανε εκείνος, «αλλά γιατί να υπάρχει κάτι τέτοιο; Σε τι εξυπηρετεί το ν’ αυτό-αξιολογείσαι κάθε φορά ή ν’ αυτό-λογοκρίνεσαι, γιατί να βάζεις τον εαυτό σου σε μια τέτοια διαδικασία, ποιος ο λόγος;»
«Για να γίνεις καλύτερος υποθέτω».
«Καλύτερος; Κι αν είσαι εγκληματίας; Θα γινόσουν καλύτερος άνθρωπος ή καλύτερος εγκληματίας; Αυτό σκέφτομαι και δεν βγάζω άκρη».

Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2009

Η “αφιέρωση” του Pirandello

«Και δηλαδή... πώς αισθάνεσαι;», με ρώτησε ο pirandello.
«Πώς να αισθάνομαι; Περίεργα».
«Θα έχεις διάφορες αγωνίες τώρα φαντάζομαι», είπε.
«Αγωνίες δεν ξέρω», είπα, «έχω πολλά πράγματα να κάνω, αυτό ναι».
«Θα σε βοηθούσα αλλά δεν θέλω να εκτεθώ, καταλαβαίνεις. Θέλω να διατηρήσω την ανωνυμία μου».
«Ανωνυμία;», ρώτησα, «ως pirandello;»
«Τέλος πάντων, καταλαβαίνεις υποθέτω. Δεν θέλω ν' ανακατευτώ... πώς να στο πω;»
«Μα δεν σου ζήτησε κανείς να κάνεις τίποτα».
«Ναι, αλλά επειδή δεν ξέρω πώς σκέφτεσαι, πώς θα σκεφτόταν δηλαδή ο καθένας... είμαι σε δύσκολη θέση, γι' αυτό δεν μιλάω... θα φανεί σαν να προσπαθώ να σου κάνω διαφήμιση και δεν θέλω».
«Δεν υπάρχει θέμα», είπα. «Το κάνουν άλλοι ήδη αυτό, ο καθένας με τον τρόπο του».
«Ναι, ήταν εξαιρετικό αυτό που κάνανε, το είδα».
Ναι, να 'ναι καλά τα παιδιά», είπα.
«Θα μου γράψεις μια αφιέρωση στο βιβλίο;», ρώτησε.
«Θα σου γράψω», είπα, «θα σου κάνω ειδική αφιέρωση».
«Φαντάζομαι πως θα είναι δύσκολο ν' αφιερώνεις κάτι. Και μάλιστα σε ανθρώπους που δεν έχεις δει καν».
«Ναι, είναι κάπως. Το θέλουν όμως, τι να τους πω;»
«Τίποτα, τίποτα, απλώς να υπογράφεις σε κάποια σελίδα, τουλάχιστον».
«Ναι, έτσι έχω σκοπό να κάνω».
«Δηλαδή και σε 'μένα απλώς θα υπογράψεις; Εγώ θέλω κάτι διαφορετικό».
«Τι διαφορετικό;»
«Δεν ξέρω, να βρεις».

… και κάθομαι τώρα και σπάω το κεφάλι μου τι είδους αφιέρωση να κάνω στον καθένα. Κι έχω κι αυτόν τον τρελό κάθε τρεις και λίγο να με ρωτάει τι βρήκα. Τι μπλέξιμο…

Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2009

Το “ταξιδάκι” του Pirandello

Έβρεχε καταρρακτωδώς και με το που φθάσαμε τρέξαμε να προφυλαχτούμε κάτω από ένα υπόστεγο. Μόλις που ξημέρωνε και στην αποβάθρα δεν ήταν κανείς, ούτε καν τρένο.
«Τι ήρθαμε να κάνουμε εδώ;» ρώτησα. Μ’ έτρεχε μες τη νύχτα κι ούτε ήξερα τι θα κάνουμε και γιατί, τα συνηθίζει κάτι τέτοια.
«Μα θα πάρουμε το τρένο» είπε με μια τεράστια απορία στα μάτια, «τι άλλο κάνουν οι άνθρωποι στους σταθμούς;»
Κοίταξα γύρω μου. δεν υπήρχε τίποτα, ούτε κάποιος να ρωτήσει κανείς, μόνο εγώ κι αυτός κάτω απ’ το υπόστεγο, να τρεμουλιάζουμε σαν κοτόπουλα και δεν το βρήκα καθόλου ευχάριστο αυτό.
Δηλαδή θες να πεις πως υπάρχει κάποιο δρομολόγιο τέτοια ώρα;» ρώτησα για να σιγουρέψω πως δεν θα καθόμασταν να περιμένουμε τζάμπα.
«Ασφαλώς και θα υπάρχει δρομολόγιο» είπε με μια φοβερή σιγουριά, «τα τρένα πάντα φεύγουν στην ώρα τους».
Η απάντηση δεν με ικανοποίησε, «και για να ‘χουμε καλό ‘ρώτημα… πού θα πάμε ακριβώς» ρώτησα. .
«Θα εκδράμουμε» είπε κι ένοιωσα τα πόδια μου να λύνονται, «»σ’ άλλη γη, σ’ άλλα μέρη».
Υπήρχε ένα πέτρινο παγκάκι πιο ‘κει και πήγα και κάθισα. Εκείνος βημάτιζε νευρικά πάνω - κάτω και που και που μου έριχνε και μια ματιά. Χαμογελούσε κι έδειχνε χαρούμενος, σαν μικρό παιδί. Πέρασε έτσι αρκετή ώρα. Εγώ δεν μίλαγα αλλά ήξερα πως δεν υπήρχε τρένο. Ήταν ένας έρημος σταθμός, μπορεί να ‘χε να χρησιμοποιηθεί χρόνια, αυτό έδειχναν τα χόρτα στις ράγες, οι σοβάδες που έπεφταν, το υπόστεγο που έσταζε από παντού.
«Τι κάνετε εσείς οι δύο εδώ;» άκουσα ξαφνικά μια φωνή. Κάποιος είχε εμφανιστεί απ’ το πουθενά, κάποιος που έδειχνε να είναι από ‘κει.
«Μα περιμένουμε το τρένο» είπε ο Pirandello, «ξέρετε μήπως τι ώρα έχει το επόμενο τρένο;»
«Το επόμενο;» έκανε ο άλλος σαν να μην πίστευε στα αφτιά του, «για το επόμενο δεν ξέρω, το προηγούμενο ήταν όμως πολλά χρόνια πιο πριν. Αργήσατε μάλλον».
Δίχως άλλη κουβέντα κατευθύνθηκα εκεί που ‘χαμε αφήσει το αυτοκίνητο. Ύστερα από λίγο τον άκουσα να τρέχει ξοπίσω μου.
«Σαν ιδέα ήταν καλή όμως» είπε σαν να μην έτρεχε τίποτα, «πρέπει να το παραδεχτείς. Τι καλύτερο θα κάναμε σπίτι τέτοια ώρα, μου λες;»
«Το ήξερες» είπα έξαλλος, «ήξερες πως δεν θα περνούσε ποτέ από ‘δω τρένο».
«Η αλήθεια είναι πως το ‘ξερα» είπε. «Αλλά ζήσαμε έτσι ένα μέρος του ταξιδιού, χωρίς να ταλαιπωρηθούμε με αυτά τα πήγαινε – έλα. Ζήσαμε για λίγο αυτή την αναμονή… κι αν δεν είχε εμφανιστεί εκείνος ο φύλακας…»
Τι θα γινόταν αν δεν ερχόταν ο φύλακας;»
«Θα ζούσαμε λίγο ακόμη το όνειρο φίλε μου» είπε, «το άγνωστο».

Σάββατο 17 Οκτωβρίου 2009

Η επικοινωνία κι ο pirandello

«Γράφεις κάτι;» ρώτησα.
«Κάτι παλεύω είναι η σωστή έκφραση» είπε ο pirandello.
«Ένα κείμενο υποθέτω».
«Στην ουσία να τα φέρω βόλτα μ' όλους αυτούς που έβαλα ξαφνικά στο κεφάλι μου, ξέρεις, ο καθένας το μακρύ του και το κοντό του».
«Έλα τώρα» του είπα επειδή τον ξέρω, «με ποιόν τα 'χεις βάλει πάλι;»
« Γράφεις, στη λένε που γράφεις. Δε γράφεις, σε πιέζουν να γράψεις, λες πως δε θα γράψεις, σε λένε ρόμπα, τι κόσμος όμως κι αυτός ε;»
«Έτσι είναι ο κόσμος» είπα. «Ο καθένας το μακρύ του και το κοντό του. Μη δίνεις κι εσύ σημασία».
«Ύστερα είναι κι αυτό το ζήτημα της συνέπειας, όλοι απαιτούν από όλους να είναι συνεπείς».
«Έλα καημένε» του είπα, «η συνέπεια μας μάρανε. Μη δίνεις σημασία» επανέλαβα.

«Ξέρεις» είπε, «η επικοινωνία βασίζεται ακριβώς σ' αυτό, να δίνεις σημασία σ' αυτό που λέει ο άλλος, αλλιώς δεν επικοινωνείς, δεν υπάρχει λόγος να επικοινωνείς».
Σ’ αυτό είχε δίκιο τώρα, τι να του έλεγα;

Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2009

Το πλήρωμα του χρόνου κι ο Pirandello

«Ήρθε λοιπόν αυτό το περίφημο πλήρωμα του χρόνου» είπε ο Pirandello. «Και αντί να πηδήξω απ’ το παράθυρο λέω να το κλείσω αυτό το ρημάδι να πάει στο διάολο».
Σοβαρολογούσε.
«Μπορείς να το αδρανοποιήσεις απλώς» είπα αφού θα έμενα χωρίς δουλειά έτσι, «να γράψεις μια αποχαιρετιστήρια επιστολή, να την κοτσάρεις εδώ και να το παρατήσεις, όπως όλος ο κόσμος. Δεν χρειάζεται να το κλείσεις… πες πως σου τη δίνει μια μέρα και θες να πεις κάτι».
«Σαν καβάτζα ένα πράγμα» έκανε.
«Πες το κι έτσι. Σαν να αφήνεις ένα παράθυρο ανοιχτό».
«Στενοχωριέμαι, μη νομίζεις» είπε, «έκανα μερικούς φίλους εδώ».
«Ωραία, ένας λόγος παραπάνω. Ευχαρίστησέ τους έναν – έναν ονομαστικά και βαλ’ το στην άκρη να βρίσκεται».
«Δεν είναι λίγο σαν να τους γράφω στα παλιά μου τα παπούτσια;»
«Θ καταλάβουν. Κουράστηκε ο Pirandello και την έκανε θα πουν, εντάξει δεν τους βρίζεις κιόλας».
«Δεν μου ‘ρχεται να γράφω αποχαιρετιστήρια… άσε που το κάνω κάθε τόσο, θα με χέσουν στο τέλος».
«Το ζήτημα είναι να μην κλείσεις το blog, όχι το τι θα τους πεις».
«Σωστά. Δεν χρειάζεται να πω τίποτα επομένως, ήλθον, είδον και απήλθον».
«Ναι. Κι εδώ είμαστε».
«Ναι» επανέλαβε, «κι εδώ είμαστε».

Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2009

Ο σοσιαλισμός κι ο Pirandello

Βλέπαμε στην τηλεόραση τον πρώην πρωθυπουργό, συντριμμένο να τα μαζεύει και να φεύγει, όλη η Ελλάδα είδε φαντάζομαι την δήλωσή του στο Ζάππειο. Είδαμε και τον πολιτικό χάρτη που πρασίνισε όπως τότε επί Αντρέα.
«Ώστε αυτό ήταν» είπε ο Pirandello. «Τώρα εμείς είμαστε πάλι σοσιαλιστές;»

Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2009

Η νύχτα κι ο Pirandello

Όταν ο pirandello κοίταξε το ρολόι του, ή ώρα δεν ήταν καν τρεις. «Έχω πάψει και να κοιμάμαι σαν άνθρωπος», μονολόγησε. Σηκώθηκε μετά κι έφτιαξε καφέ. «Πολύ δύσκολη νύχτα», είπε.
Άνοιξε τον υπολογιστή, ήπιε μια γουλιά, άναψε τσιγάρο. Η οθόνη αναβόσβηνε, τα προγράμματα έτρεχαν.
Είδε πρώτα αν του ‘χε γράψει κανείς. Δεν του ‘χε γράψει. Είδε μετά στις επαφές μήπως ήταν ξύπνιος άλλος κανείς. Δεν ήταν. Ήπιε κι άλλη γουλιά, άναψε κι άλλο τσιγάρο. Άνοιξε στο τέλος μια σελίδα στο word κι έγραψε τα παραπάνω.
«Όταν ήμουν παιδί», έγραψε, «μου έλεγαν θυμάμαι, να μην πηγαίνω στο δάσος. Με το πες – πες είχα φοβηθεί. Κάποιο βράδυ, μόλις που ‘χε νυχτώσει έκανα βόλτες πάνω – κάτω με το ποδήλατο, μέχρι την άκρη του δρόμου και πίσω. Εκεί στο τέλος υπήρχε μια κολώνα με μια λάμπα που φώτιζε. Πιο πέρα σκοτάδι, απειλητικό το βουνό.
Δίστασα μια στιγμή. Μετά σούφρωσα ένα μαχαίρι απ’ την κουζίνα και προσέχοντας μη με πάρει χαμπάρι κανείς ξεγλίστρησα πάλι στον δρόμο. Ήξερα πως θα με έψαχναν σε καμιά ώρα, ήξεραν πως μου άρεσε να κρύβομαι πότε εδώ και πότε εκεί. Μερικά μέτρα πιο ‘κει το φως της λάμπας κρύφτηκε κι αυτό απ’ τα δέντρα.
Το ήξερα το βουνό, κάθε του σπιθαμή. Μα το βράδυ ήταν αλλιώς, κάθε ήχος, κάθε τρίξιμο, κάθε πετραδάκι που κατρακύλαγε. Φοβόμουν, θα φοβόμουν και τίποτα να μην μου είχανε πει.
Έκανα μια μεγάλη βόλτα, όχι τόσο μεγάλη σαν εκείνες που έκανα το πρωί, δεν πήγα ας πούμε στον γκρεμό αλλά τριγύρισα το δάσος για πολύ ώρα. Η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρελή και δεν έβλεπα την ώρα να γυρίσω πίσω αλλά την έκανα τη διαδρομή. Τέλος είδα πάλι το φως της λάμπας.
Γύρισα κι έβαλα το μαχαίρι στη θέση του. Οι άλλοι συζητούσαν στη βεράντα. Τα είχα καταφέρει αλλά δεν ξέρω ποιος νίκησε τελικά τι».

Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2009

Ο Γουάτσον κι ο Pirandello

«Επιτέλους, ξεφύγαμε απ’ αυτήν την υστερία των blogs» είπε ο Pirandello. «Κανένας δεν γράφει πια».
«Εμένα με θλίβει λίγο αυτό μπορώ να σου πω», είπα. «Απ’ την άλλη όλα τελειώνουν κάποτε, κάποτε θα μας τέλειωναν και τα blogs».
«Ο κόσμος πάει μπροστά φίλε μου», είπε. «Ήταν αστείο άλλωστε, μεγάλοι άνθρωποι να παίζουμε όλη μέρα μ’ αυτό το πράγμα». «Αναρωτιέμαι αν είχα και τίποτα άλλο να πω», είπε και σηκώθηκε. «Τους είπα για τη θάλασσα, τον ουρανό, τους είπα για τον κήπο μου, τη σχέση μου με τον Θεό, τους ανθρώπους… δε θυμάμαι αν τους μίλησα και για τον έρωτα, δε μπορεί κάτι θα είπα και γι’ αυτό, τι άλλο μένει να πει κανείς;»
«Ώστε αυτό ήταν; Δε θα γράψεις ξανά;», ρώτησα.
«Όχι, όχι, δεν είπα αυτό, είπα, ή μάλλον έχεις δίκιο, δεν είπα, τώρα θα πω, πως μου ‘χει φύγει το άγχος, μη γράφοντας κατάλαβα πως δεν υπήρχε και πραγματικός λόγος που έγραφα».
«Και; Θα γράφεις ή δε θα γράφεις; Δεν κατάλαβα».
«Άμα έχεις κάτι να πεις το λες» είπε ο Pirandello. «Αλλιώς δε χρειάζεται να σκοτίζεις και τους άλλους μ’ ένα σωρό ανοησίες».
«Ναι, αλλά άμα κόψεις κι από ‘δω, τι άλλο θα κάνεις; Μου λες;»
Έμεινε για λίγο αμίλητος, σκεπτικός. «Δεν ξέρω είναι η αλήθεια», είπε. «Στην ηλικία που είμαι και δεν έχω τι άλλο να κάνω πέρα απ’ το να παίζω όλη μέρα στο blog, σου φαίνεται φυσικό τώρα αυτό;»
«Είναι καλύτερο απ’ το να ξημεροβραδιάζεται στο καφενείο κανείς, σίγουρα».
Το σκέφτηκε για λίγο. «Ωραία», είπε μετά, «πες πως γράφω κάτι, τι το ενδιαφέρον κάναμε σήμερα;»
Έριξα μια ματιά στο ρολόι μου, «είναι ώρα να φύγω», είπα.
Με ακολούθησε μέχρι την πόρτα, «ναι, αλλά δε με βοηθάς έτσι, πες μου τι θα μπορούσα να γράψω και φύγε».
«Γράψε… για την τιάρα των Αψβούργων», του είπα.
Έδειχνε κάπως σαν σκοτισμένος, τον λυπήθηκα να σου πω. «Γράψε γι’ αυτά που είπαμε εδώ σήμερα», του είπα. Αυτός άνοιξε τα χέρια του και με αγκάλιασε: «Τι θα έκανα χωρίς εσένα Γουάτσον», μου είπε, «Τι θα έκανα χωρίς εσένα;»

Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2009

Η ομπρέλα του Pirandello

«Τι είναι ο άνθρωπος, ένα τίποτα» είπε ο pirandello. «Αυτό το έλεγε ο πατέρας μου. Κι εγώ, στην ηλικία που είμαι θα έπρεπε να ξέρω πια».
Προσπαθούσα να εναρμονιστώ με το βήμα του και να μην γκρεμιστώ στον γκρεμό που έχασκε από κάτω. Εκείνος, από τη μέσα μεριά του μονοπατιού δεν διέτρεχε κανένα κίνδυνο και ενώ μιλούσε όλο και μ’ έσπρωχνε ασυναίσθητα.
«Ούτε καν το κέφι του δεν μπορεί να κάνει κάποιος» έλεγε χειρονομώντας με το ελεύθερο χέρι του, «είδες πώς μας κοίταζαν όλοι επειδή έτσι μου ‘ρθε να πάρω μαζί μια ομπρέλα;»
«Η αλήθεια είναι πως δεν χρειάζεται» είπα πίσω του.
«Τίποτα δεν χρειάζεται αν το καλοσκεφτείς» είπε εκείνος χωρίς να γυρίσει να με κοιτάξει, «θα μπορούσες να περπατάς και χωρίς παπούτσια κι όμως φοράς».
«Άλλο τα παπούτσια» είπα.
«Θεωρείς πως έπρεπε να ζητήσω από κάποιον την άδεια για να κρατήσω μια ομπρέλα; Ποιόν ενδιαφέρει το τι κάνω εγώ;»
«Κανέναν. Απλώς φαίνεται παράξενο».
«Ο κόσμος είναι γεμάτος παραξενιές, δεν έπρεπε να τους κάνει εντύπωση μία ομπρέλα».
«Πρέπει να παραδεχθείς πως δεν είναι και το πλέον συνηθισμένο να κυκλοφορεί κάποιος με ομπρέλα με τέτοιο καιρό».
«Έπρεπε να το φανταστώ πως θα σκεφτόσουν με τέτοιο τρόπο».
«Δεν καταλαβαίνω, τι έχει ο τρόπος μου;»
Ο Pirandello σταμάτησε απότομα και με κοίταξε. Εγώ βρήκα ευκαιρία να χωθώ την ίδια στιγμή στη σκιά, να πάρω μια ανάσα σαν άνθρωπος.
«Αφού σου φαίνεται παράλογο το γεγονός γιατί δεν κάθεσαι να σε καίει ο ήλιος;» ρώτησε.
Ενστικτωδώς έκανα ένα βήμα πίσω. «Ναι, παραδέχομαι πως δεν είναι κακή ιδέα» είπα.
Ο Pirandello έκανε μεταβολή, με προσπέρασε και πήρε τον δρόμο του γυρισμού. Μπρος αυτός, πίσω εγώ περπατήσαμε έτσι γι’ αρκετή ώρα. Εγώ φρόντιζα να βρίσκομαι αρκετά κοντά ώστε να περπατάω υπό σκιά.
«Απλώς ήθελα να πω πως αν έκανε ο καθένας το κέφι του αυτός ο κόσμος θα ήταν πιο υποφερτός, η ζωή μας πιο εύκολη» είπε. «Κι ίσως να ‘μασταν ένα βήμα πλησιέστερα στην ευτυχία».
Μία ψιχάλα με βρήκε στη μύτη κι ύστερα άλλη και άλλη. Λίγα μέτρα απ’ το σπίτι ο ουρανός είχε σκοτεινιάσει κι έβρεχε κανονικά. Αναγκάστηκα να τον κρατήσω απ’ το χέρι για να προστατευτώ απ’ τη βροχή. Συναντηθήκαμε και με κάποιους που έτρεχαν να προφυλαχθούν από την ξαφνική μπόρα. Εκείνος στάθηκε και τους κοίταζε, απαθής.
«Όλοι αυτοί δεν ήταν που μας κορόιδευαν πριν;» ρώτησε.

Δευτέρα 27 Ιουλίου 2009

Όταν ο pirandello συνάντησε τον Ιωάννη τον Πρεσβύτερο

… εκείνος του φάνηκε ένας καταπονημένος γέρος, ανήμπορος κι αξιοθρήνητος που δεν στεκόταν καν στα πόδια του και χρειαζόταν βοήθεια για να φάει ή να ενεργηθεί. Αργότερα βέβαια όταν τον είδε να υψώνεται τριάντα πόντους α’ το πάτωμα και να αιωρείται χωρίς καμιά μηχανική υποστήριξη, ζήτησε συγχώρεση και προσκύνησε. Ο Ιωάννης ο Πρεσβύτερος τότε του έτεινε αδύναμα το χέρι του κι ο Pirandello υπέθεσε αυτό που θα σκέφτονταν όλοι, πως του το έτεινε να τ’ ασπαστεί, όταν πλησίασε όμως τον άκουσε να ψιθυρίζει: «Βοήθησέ με να κατεβώ σε παρακαλώ» έλεγε, «τελευταία έχω γίνει αφάνταστα ελαφρύς».

Πέμπτη 9 Ιουλίου 2009

Η Μπαγκαβάντ-γκίτα, ο Ιωάννης ο Πρεσβύτερος κι ο Pirandello (2)

Ο Pirandello γύρισε κατάκοπος εκείνη τη νύχτα, σωριάστηκε σε μια καρέκλα και ζήτησε ένα ποτήρι νερό να σβήσει τη δίψα του. «Από ‘δω και πέρα θα κηρύττω τον λόγο του Θεού μόνο νύχτα» δήλωσε, ζήτησε στη συνέχεια μια λεκάνη με μολυβόνερο να βάλει τα πόδια του γιατί είχαν πρηστεί κι όταν έγινε κι αυτό κι ανακουφίστηκε κάπως, έβγαλε ένα βαθύ αναστεναγμό και συνέχισε: «Λίγο έλειψε να ξεροψηθώ εκεί έξω, μεγάλη η χάρη Του» είπε κι έκανε κάποια χειρονομία σαν να έκανε τον σταυρό του.
«Θες να πεις πως βγήκες και μίλησες στον κόσμο για τον Θεό;» ρώτησα έκπληκτος.
«Διέδωσα τον λόγο του» είπε.
«Μα πώς; Με τι τρόπο; Σε ποιόν;» τον κατέκλυσα με ερωτήσεις.
«Μα με την παρουσία μου ασφαλώς» μου απάντησε. «Μην ξεχνάς πως ο λόγος του Θεού είναι μυστικός, όταν μιλάς γι’ αυτόν μόνο εκπτώσεις μπορείς να κάνεις».
«Και για ποιόν Θεό ακριβώς τους μίλησες;» ρώτησα, υπονοώντας πως η παρουσία του αυτή άλλα σήμαινε.
«Α, δεν έχει καμιά σημασία αυτό» είπε, «το ένδυμα ενδυναμώνει τον ρόλο απλώς. Όσο για τον Θεό, ας πιστεύει ο καθένας σ’ όποιον Θεό θέλει ».
«Θες να πεις πως δεν έχει σημασία σε τι Θεό πιστεύει κανείς;»
«Θα μου πεις τώρα πως τόσοι πόλεμοι έγιναν για τον Θεό, πως είναι τόσο το αίμα που χύθηκε, αυτό δεν θα πεις;»
«Ναι».
«Θα σου πω τότε πως τίποτα απ’ αυτά δεν τα έκανε ο Θεός, ο Θεός δεν ανακατεύεται ποτέ, είδες εσύ ποτέ έναν Θεό να βγάζει ένα μαχαίρι και να μαχαιρώνει τον διπλανό του;»
«Μα όχι βέβαια, αυτή δεν είναι δουλειά των Θεών, ο Θεός είναι πάντα πανάγαθος, συμπονετικός, δεν εγκληματεί ποτέ ο Θεός, τιμωρεί μόνο, ή συγχωρεί, δεν ξέρω τι ακριβώς κάνει ένας Θεός».
«Ο Θεός είναι κάτι που διαμορφώνεται στα χέρια του καθενός», είπε ο Pirandello. «Εξαρτάται απ’ τον καθένα επομένως τι Θεός θα ‘ναι αυτός, δεν φταίει για το τι είναι κάθε φορά ο Θεός».
«Και πώς σου ‘ρθε εσένα να μιλήσεις τώρα για τον Θεό; Τι σχέση έχεις εσύ μ’ αυτό που λέει ο κόσμος Θεό;»
«Ο Θεός λέει πως ο καθένας κουβαλάει έναν Θεό μέσα του κι έρχονται στιγμές που ο οιοσδήποτε πιστεύει πως με κάποιο τρόπο είναι Θεός, όταν ορίζει κάτι, όταν έχει κάτι να πει».
«Καλά, και τι σχέση έχουν μ’ αυτά η Μπαγκαβάντ-γκίτα κι ο Ιωάννης ο Πρεσβύτερος;», ρώτησα.
«Δεν έχουν», έκανε βγάζοντας το ράσο του, «όλα χρειάζονται ένα Θέατρο όμως για να σταθούν. Ακόμα κι ένας Θεός».

Τρίτη 7 Ιουλίου 2009

Η Μπαγκαβάντ-γκίτα, ο Ιωάννης ο Πρεσβύτερος κι ο pirandello

http://www.youtube.com/watch?v=c5mYsTGjP_Y
YouTube - Hare Krishna!

Ο pirandello φόρεσε εκείνη την κελεμπία που φοράνε κι οι Βαϊσναβισμάνοι μοναχοί - αν το λέω καλά - ξύρισε το κεφάλι του και έβαλε ένα ζευγάρι σανδάλια, απ’ αυτά που πουλάνε στη Μύκονο. Μύρισε ύστερα τα λουλουδάκια του κήπου με αφάνταστη στοργή, μου ένευσε σαν να μ’ αποχαιρετούσε για πάντα κι έφυγε πρωί – πρωί σιγοτραγουδώντας το γνωστό mantra. Στις σημειώσεις του ανακάλυψα το ενδιαφέρον του για τον Ιωάννη τον Πρεσβύτερο και την πιο ξεχωριστή θυγατέρα της Εύας.
«Θα τον βρω» γράφει, «ή αν δεν τον βρω θ’ ανακαλύψω μια Ινδία για να τον βάλω».
Παρακάτω ανάμεσα σ’ άλλα ακαταλαβίστικα γράφει: «Το πρώτο δίδαγμα του Κρίσνα στην Μπαγκαβάντ-γκίτα είναι ότι δεν είμαστε το σώμα , αλλά αιώνιες πνευματικές ψυχές»… και άλλα.
Μπαγκαβάντ-γκίτα;

Τι άλλο θα ‘ ακούσουμε Θεέ μου;

Τετάρτη 17 Ιουνίου 2009

Η “έμπνευση” του Pirandello

Είδα απ’ το παράθυρο το φορτηγό της μεταφορικής εταιρίας. Σταμάτησε μπροστά στην πόρτα του γκαράζ, τη μόνη άδεια θέση στον δρόμο. Την ίδια στιγμή άκουσα τον Pirandello που μιλούσε στο τηλέφωνο: «μάλιστα» έλεγε, «ναι, ναι αυτή είναι η διεύθυνση… ναι, ναι, ανοίγω αμέσως». Κατέβασε το ακουστικό και έτρεξε στην πόρτα, «ήρθε» είπε.
Τον ακολούθησα στον κήπο και τον είδα ν’ ανοίγει διάπλατα την πόρτα του γκαράζ. Στο μεταξύ ο οδηγός κι εκείνος που τον συνόδευε είχαν ανοίξει κι αυτοί την πόρτα του φορτηγού και κατέβαζαν εκείνο το τεράστιο κιβώτιο το οποίο έμοιαζε Πάνδαρο. Το τοποθέτησαν σ’ ένα καρότσι σαν αυτά του αεροδρομίου και τραβώντας ο ένας, σπρώχνοντας ο άλλος το ανέβασαν απ’ την ράμπα και το έμπασαν στον κήπο. Ο Pirandello τους καθοδηγούσε κι έβαζε κι αυτός ένα χεράκι, «προσέξτε» έλεγε, « προς Θεού, αυτό το πράγμα είναι πολύτιμο».
«Που θα πάει;» ρώτησε ο οδηγός που ‘χε σταματήσει για να πάρει ανάσα, «ελπίζω μόνο να μην χρειαστεί να το κουβαλήσουμε στα χέρια».
«Μέσα, μέσα» έκανε ο Pirandello, «θα χρειαστεί να το βάλουμε μάλλον απ’ την μπαλκονόπορτα».
Ανοίξαμε και την μπαλκονόπορτα και το κιβώτιο ήρθε καταμεσής στο σαλόνι, «εδώ παιδιά, ακουμπήστε το εδώ… προσεκτικά» τους είπε εκείνος κι ο οδηγός μαζί με τον άλλον το άφησαν επιτέλους στο πάτωμα. Στην συνέχεια σκούπισε το μέτωπό του κι έβγαλε απ’ την τσέπη του το τιμολόγιο.
«Πλήρωσε σε παρακαλώ τους κυρίους» μου είπε ο pirandello κι άρχισε να ξεφασκιώνει το κιβώτιο. Εγώ έκανα αυτό που μου είπε, ευχαρίστησα τους ανθρώπους και τους ξεπροβόδισα στην έξοδο.
Ήταν ένα τεράστιο κιβώτιο, σιδερένιο, σαν ψυγείο. Ο pirandello μάζεψε τα χαρτιά και τις ταινίες απ’ το πάτωμα και τα έκανε όλα πέρα για να θαυμάσει. Εγώ κοίταζα σαν χαζός.
«Μα τι είναι αυτό;» ρώτησα, «από πού ανοίγει;»
Ο Pirandello πέρασε το χέρι του απαλά πάνω απ’ την γυαλιστερή μεταλλική επιφάνεια. Η χαρά του ήταν απερίγραφτη.
«Δεν ανοίγει» μου είπε συγκινημένος.
«Δεν ανοίγει; Και τι είναι τέλος πάντων;»
«Είναι το μυστικό της ζωής» είπε, «δικής μου εμπνεύσεως. Το έκανα παραγγελία».

Σάββατο 6 Ιουνίου 2009

Η αγρανάπαυση, το ψάρι κι ο Pirandello

«Ώστε, θέλοντας και μη, αγρανάπαυση;» ρώτησα.

«Δεν ξέρω, μάλλον αμηχανία θα το έλεγα» είπε ο Pirandello μετά από σκέψη. Κουδούνιζε αφηρημένα ένα κουταλάκι στο φλιτζάνι του, «πάντα μετά από κάτι τέτοιο νοιώθω αμήχανος, ξεθυμασμένος».
«Είναι ένα διάλειμμα, με το που θα περάσουν κι οι εκλογές όλα θα είναι πάλι κανονικά, όπως πριν».
«Τίποτα ποτέ δεν είναι όπως πριν, πάντα εγώ είμαι διαφορετικός, κάπως. Όλα είναι διαφορετικά αλλά κυρίως εγώ, σαν να επανέρχομαι στην αρχή».

Ένα πουλάκι πέταξε και άρχισε να τσιμπολογάει κάτι ανάμεσα στα πόδια μας.
«Τι πουλί είναι αυτό;» ρώτησε.
«Δεν ξέρω» είπα, «Σουσουράδα;»

Αυτός αδιαφόρησε για το πουλί. Σηκώθηκα κι έβαλα καφέ στην κούπα μου κι ύστερα γέμισα ξανά τη δική του. Εκείνος ούτε που το πρόσεξε.
«Είναι σαν να είμαι στο πουθενά» είπε.
«Δες το σαν μια νέα αρχή…» είπα να πω κι εγώ μια αρλούμπα, «σαν ευκαιρία που σου δίνεται. Αυτό πήρε τώρα τον δρόμο του κι εσύ θα πάρεις τον δικό σου, θα δεις τον κόσμο μ’ άλλα μάτια, θα πας γι’ άλλα».
«Δεν ξέρω γιατί απ’ όλα πρέπει ν’ ανησυχώ» είπε, «δουλειά δεν είχαμε – δουλειά βρήκαμε».

«Θα πάω μια μεγάλη βόλτα» είπε. «Το μεσημέρι θα ήθελα να φάω ψάρι».
Σηκώθηκα και μάζεψα τα πράγματά μου απ’ το τραπέζι, «θα έρθω μαζί σου» του είπα.
«Καλύτερα όχι» έκανε ο Pirandello ενώ ήταν ήδη στην πόρτα, «τους αυτοπροσδιορισμούς τους κάνει πάντα ο καθένας μόνος του. Εσύ φρόντισε σε παρακαλώ για το ψάρι».
«Τι ψάρι;» του φώναξα.
«Μου είναι αδιάφορο» είπε ενώ ήταν ήδη στο δρόμο για την παραλία. «Αρκεί να το φάμε εμείς…» φώναξε.

Σάββατο 23 Μαΐου 2009

take a walk

«Φίλοι μου» είπε ο Pirandello, «αυτός είναι ο καλύτερος φίλος μου… και μπορείτε εύκολα να καταλάβετε το γιατι και… αλλά διαβάστε καλύτερα».

Αμόλα Όλα
Ξύπνησα με μια παράξενη αίσθηση ελαφράδας. Η λέξη "παράξενη" δεν είναι επαρκής για να περιγράψει την ελαφράδα μου. Περπατώ και πατώ σε πούπουλα. Είμαι πανάλαφρος.Μα τι ελαφράδα όμως! Και τι λέξη. Ελαφράδα! Όχι ελαφρότητα, ελαφράδα.Ααααααααααχ.Λοιπόν αποφάσισα με την ανάρτηση αυτή να ολοκληρώσω τον κύκλο αυτού εδώ του μπλογκ.Δεν έκανε βέβαια κύκλο το μπλόγκ, εγώ έκανα.Και ο Σαμ έκανε. Ο Σαμ έφτασε στην άκρη του κύκλου. Εγώ στο τέλος του.Τελειώνουν οι κύκλοι; Οι κύκλοι ολοκληρώνονται, δεν τελειώνουν. Και μετά επαναλαμβάνονται και ταλιμπάν και ταλιμπάν και ταλιμπάν.Εγώ δεν τα πιστεύω αυτά. Αυτά είναι του διαβόλου. Φυσικά και τελειώνουν οι κύκλοι. Αν τους κοιτάξεις από πάνω, ναι, δεν τελειώνουν. Αλλά από το πλάι παύουν να είναι κύκλοι. Από το πλάι είναι σπιράλ, ελατήρια, κοχλίες. Κομπρέντε σενιόρ;Εγώ τους κοιτώ από το πλάι. Και τούτος εδώ τελείωσε. Γιατί θα ρωτήσετε. Διότι έχω κέφι για άλλα πράγματα. Να την κάνω από δω. Όχι για την Ushuaia που βρίσκεται ο Σαμ, αλλά για μέρη πιο κοντινά και σαφώς πιο απρόσιτα. Τι να λέμε τώρα.Ετσι πάνε αυτά τα πράγματα. Το πείραμα είχε ενδιαφέρον, το ομολογώ.Προχθές έβγαλα τους επιδέσμους από την δεύτερη πλαστική που μου έκανε ο γιατρός του Σαμ. Ο Σαμ ξέρει όλον τον κόσμο και ο γιατρός ήταν κορυφή. Έτσι έγινα τώρα.Τα μαλλιά θα γίνουν πιο φυσικά, με διαβεβαίωσε ο γιατρός. Και ίσως στην πορεία υπάρξουν μερικές ρυτίδες. Πάντως το αποτέλεσμα είναι υπέροχο.Ίσως γι' αυτό νοιώθω μια ελαφράδα. Ή μια αλαφράδα.Λοιπόν, για να μην μακρυγορούμε. Εγώ εδώ δεν ξαναγράφω. Πάω για άλλα. Σας χαιρετώ και ως bonus ανοίγω τα σχόλια, μια και δεν πρόκειται να τα διαβάζω. Όσο για τα λεφτά που πλήρωσα στον Σαμ, χαλάλι. Τα τελευταία μου ήταν και ησύχασα.Και μια και μιλάω για τον Σαμ. Εκεί στην Ushuaia βρήκε τον εαυτό του. Άνοιξε ένα κατάστημα με σπάνια έγχρωμα βινύλια. Μου έστειλε ως δώρο μια δωδεκάιντση βερσιόν του Whiter Shade of Pale σε λαχανί χρώμα με κόκκινες τελίτσες εκτελεσμένη από τους Zuffenhausen Monkeys μια γερμανική Γκοθ μπάντα της οποίας τα μέλη πέθαναν πίνοντας χλωρίνη.Καλά είναι ο Σαμ. Συζέι με μια όμορφη αργεντίνα και κοιμούνται στο πατάρι του μαγαζιού.Το καλοκαίρι που έρχεται (δηλαδή τον Δεκέμβρη για αυτούς) βρήκε μια χορηγία και διοργανώνει μια biennale Ταριχευμένου Ζώου και Φυτού. Μην με ρωτάτε τι είναι αυτό.Ίσως πάω να το δώ.Ως κατακλέιδα μια φωτογραφία που πάντα ήθελα να δημοσιεύσω αλλά δεν προέκυψε.Τα φιλιά μου.Άντε γεια. Παω.
Posted by specialmitsos@gmail.com at 10:32 PM 0 comments
Labels: ανακοινώσεις

Κυριακή 17 Μαΐου 2009

Η “Ντεκανβιζιον” κι ο Pirandello

«Λοιπόν» είπε ο pirandello, «τώρα μπορώ να πω πως αυτό που γίνεται κάθε χρόνο είναι απαράδεκτο, άσχετα με την πρώτη ή τη δέκατη Πέμπτη θέση που μπορεί να πάρει ένα τραγούδι. Είναι ένα επιπλέον έξοδο για τον ηλίθιο Έλληνα φορολογούμενο, που κανείς δεν τον ρωτάει αν είναι διατεθειμένος να το πληρώσει… γιατί ως συνήθως το κράτος σου στέλνει απλώς τον λογαριασμό. Όλα αυτά περί διαφήμισης της Ελλάδας στο εξωτερικό εγώ τ’ ακούω βερεσέ, αν οι κύριοι διαχειριστές ήθελαν πραγματικά να κάνουν κάτι γι’ αυτόν τον τόπο θα το έκαναν, δεν θα έβγαζαν μια διαφήμιση για τον ΕΟΤ ας πούμε λίγο πριν αρχίσει η τουριστική σαιζόν αλλά τον Δεκέμβριο, τότε που οι υποψήφιοι πελάτες προγραμματίζουν τις διακοπές τους και άλλα τέτοια, είναι γεμάτος ο τόπος από τέτοια παραδείγματα ανοργανωσιάς και άσκοπης σπατάλης δημόσιου χρήματος, Ολυμπιακές εγκαταστάσεις κ.λ.π».
«Τελικά τι θέση πήρε ο Σάκης;» ρώτησα.
«Δεν ξέρω» απάντησε ο Pirandello, «δεν μ’ ενδιαφέρει ο εκάστοτε Σάκης, αυτός τη δουλειά του κάνει. Είμαι όμως αντίθετος με τον υποτιθέμενο θεσμό, ήξερα πάνω – κάτω τι ήταν αυτό που θα δω, ένα φεστιβάλ κακού τραγουδιού, κομψευόμενο, καθώς πρέπει, άσχετο με οποιοδήποτε μουσικό είδος, περίπου ένα τίποτα με φοβερή διοργάνωση, εφετζίδικα σκηνικά και ενορχηστρώσεις μιας ακμάζουσας ντεκαντάνς, εκατομμύρια ευρώ που τρέχουν παρά την οικονομική κρίση, άρτος όχι αλλά θεάματα ναι, πλουσιοπάροχα. Είμαστε τελείως ασυνείδητοι; Αναρωτιέμαι».
«Θες να πεις πως κάθισες και το είδες;» απόρησα.
«Είδα λίγο, πήρα μια γεύση. Εκείνες οι ανόητες που παρουσίαζαν το πρόγραμμα δεν μπορούσαν να πουν μια λέξη διαφορετική όταν παρουσίαζαν τα τραγούδια; Είπαν ακριβώς ό,τι στον ημιτελικό, αυτό αν δεν είναι πνευματική φτώχια, τι είναι;»
Δεν σου άρεσε κανένα τραγούδι;
«Μου άρεσε. Της Μολδαβίας αλλά δεν ξέρω τι απέγινε, κοιμήθηκα».

Τετάρτη 6 Μαΐου 2009

Τα “τι”, τα “πώς” κι ο pirandello



Καθόμασταν στον κήπο, ανάμεσα σ’ ένα φούλι κι ένα αγιόκλημα που μοσχοβολούσαν περισσότερες από δυο ώρες μαζί, χωρίς να ‘χουμε πει τίποτα κι είχα αρχίσει πολύ να βαριέμαι। «Δεν είχες πει πως θα έγραφες κάτι σήμερα;» τον ρώτησα, έτσι, για να πω κάτι।
«Άκουσε τι λέει ο Ιονέσκο στον Ρινόκερο» είπε εκείνος χωρίς να πάρει τα μάτια του από το βιβλίο που διάβαζε, «γράφουμε» λέει, «μια λέξη. Γράφουμε δυο λέξεις. Τα χάνουμε με αυτό που γράψαμε, τα χάνουμε που γράψαμε, αναρωτιόμαστε τι είναι αυτό που γράψαμε. Αναρωτιόμαστε τι είναι το γράψιμο. Η εξήγηση που δίνουμε εμείς στον εαυτό μας δεν μας ευχαριστεί, και να που έρχονται οι άλλοι που αναλύουν τι είναι το γράψιμο και τι είναι αυτό που γράψαμε! Σας το εξηγούν και συγχρόνως, όπως το εξηγούν σε σας, το εξηγούν στον εαυτό τους, εξηγούνται οι ίδιοι και προσπαθούν να εξηγήσουν τι σημαίνει το να εξηγείς και να εξηγείσαι!».
«Μπορείς να μου εξηγήσεις να καταλάβω;» ρώτησα για να τον κάνω να μου πει κάτι άλλο, αλλά εκείνος δεν έδειξε να τον απασχολεί η ερώτηση… «Όπως δεν συμφωνείς με αυτό που οι άλλοι έχουν γράψει για σένα» συνέχισε, «τους εξηγείς ότι δεν είσαι σύμφωνος με τις εξηγήσεις τους και τους δίνεις την πραγματική εξήγηση γι' αυτό που έγραψες και τι σημαίνει το να γράφεις. Εξηγήσεις, που και γι' αυτές οι άλλοι δεν συμφωνούν, γιατί αυτοί διαθέτουν την αντικειμενική εξήγηση που εσύ δεν μπορείς να τη δεχτείς, εκτός κι αν κάνεις μεγάλη προσπάθεια για να γίνεις αντικειμενικός, κάτι που πρακτικώς είναι αδύνατο, γιατί για να το καταφέρεις πρέπει να ξεπεράσεις την υποκειμενικότητα που σε κατέχει και σε συντρίβει, έτσι τουλάχιστον λένε, ενώ συγχρόνως παραδέχονται, από τη δική τους μεριά, ότι η αντικειμενικότητα τους δεν είναι αυθεντική αντικειμενικότητα, γιατί και αυτοί είναι περιορισμένοι σε μια υποκειμενικότητα, την οποία καταφέρνουν ίσως πιο εύκολα να ξεπεράσουν, χάρη, παραδείγματος χάριν στην κοινωνιολογία ή τη στατιστική, πράγμα που κάνει τις εξηγήσεις τους να είναι το αποτέλεσμα μιας αντικει­μενικής υποκειμενικότητας και, όπως και να 'χει, πιο σίγουρης από τη δική σου υποκειμενικότητα — αντικειμενικοποιημένη ή όχι — η οποία χαρακτηρίζει τις προσωπικές σου εξηγήσεις!»
Ωραία» είπα, «οπότε… τι σημαίνει τώρα αυτό ;»
«Αφού ο καθένας έχει τις δικές του εξηγήσεις για οτιδήποτε» είπε, «τα τι και τα πώς δεν χρειάζονται, δεν χρειάζεται να εξηγείς τίποτα» είπε και συνέχισε το διάβασμα।

http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%95%CF%85%CE%B3%CE%AD%CE%BD%CE%B9%CE%BF%CF%82_%CE%99%CE%BF%CE%BD%CE%AD%CF%83%CE%BA%CE%BF

Σάββατο 2 Μαΐου 2009

Το “Αν…”, τα “τσιτάτα” κι ο Pirandello

Στον κήπο οι μυρουδιές ήταν μεθυστικές, αυτό που κάποιος άλλος θα ‘λεγε “Παραδεισένιες”, “ευλογία Θεού”, “ένα όνειρο” ή δεν ξέρω κι εγώ τι. Αυτός όμως είναι πολύ “ανάποδος” άνθρωπος.
«Πρώτα» είπε ενώ πίναμε ήσυχα – ήσυχα τον καφέ μας, «… για ορισμένους, θα ήταν το σοκ. Μετά, για τους πολλούς, θα ήταν η έκπληξη, αυτό το ότι “θα έπεφταν απ’ τα σύννεφα”. Ακόμα πιο μετά, για λίγους θ’ ακολουθούσε ο θρήνος, η μη παραδοχή, αυτό το “δεν πιστεύω πως συμβαίνει αυτό”. Ύστερα θα μπαίναμε στα διαδικαστικά, θα γινόταν ό,τι γινόταν κι “αυτό ήταν, τέλειωσε”. Για τους περισσότερους μετά θα ήταν απλώς θέμα χρόνου αυτή η ιστορία να ξεχαστεί».
«Και πότε με το καλό σκέφτεσαι πως θα συνέβαιναν όλα αυτά;» του είπα έτσι για να του την πω.
«Δεν ξέρω, λέω πως έτσι θα είχαν τα πράγματα “αν”…»
«Ναι» είπα, «αλλά για κάποιους δεν θα ξεχνιόταν ποτέ, γιατί δεν το αναφέρεις κι αυτό;».
«Σωστά» έκανε, «παράλειψη». Ήπιε μια γουλιά καφέ και συνέχισε την “ανασκόπηση”: «Θα υπήρχε όμως και μι’ άλλη πλευρά, αθέατη, αυτή που καλύπτεται συνήθως πίσω από θλιμμένα πρόσωπα, κλάματα και υστερίες, η σκύλευση του ό,τι απέμεινε, η μοιρασιά, αυτό το “η ζωή συνεχίζεται” ή το “οι πεθαμένοι με τους πεθαμένους κι οι ζωντανοί με τους ζωντανούς” και θα γινόταν το “έλα να δεις”.
«Μα πώς είναι δυνατόν να σκέφτεσαι τέτοια πράματα μια τέτοια ηλιόλουστη μέρα;» ρώτησα, «γιατί δεν χαίρεσαι ό,τι έχεις αυτή τη στιγμή;».
«Ποιος σου είπε πως δεν τη χαίρομαι;» απάντησε ο Pirandello, «διασκεδάζω απλώς μ’ όλα αυτά τα τσιτάτα, το τυπικό του πράγματος».
«Μα αυτά τα πράγματα δεν είναι για διασκέδαση» είπα.
«Δεν είπα ότι είναι. Θα μου κοστίσει λιγότερο το “αν” έτσι όμως» είπε κι εγώ δεν μίλησα.

Πέμπτη 30 Απριλίου 2009

Ο παραλογισμός κι ο Pirandello

-Τι πάει να πει παράλογο;
-Κάτι που υπερβαίνει τη λογική, που είναι κατά λέξη παρά τη λογική, πέρααπό τη λογική, λέγεται και υπέρλογο. -Και θεωρείται καλό ή κακό αυτό; -Μπερδεύει τις περισσότερες φορές, δημιουργεί σύγχυση, αμφιβολίες. Είναισαν ομιχλώδες τοπίο. Επομένως πολλοί θα το έλεγαν κακό - άλλοι, αναγκαίογια την τέχνη, την ονειροπόληση, κλπ -και εσύ πιστεύεις πως είμαι παράλογος; -Θα έλεγα ακριβώς το αντίθετο απ όσο σε γνωρίζω. Νομίζω πως είσαιυπερβολικά λογικός. Ίσως μερικοί να σε λένε όμως έτσι λόγω κάποιωνγραπτών σου όπως αυτά της επιστημονικής φαντασίας, ας πούμε. Πιστεύωόμως ότι το θέμα του ότι δε βλέπεις, είναι από μόνο του τόσο παράλογοπου είναι φυσικό μερικές φορές να γράφεις έτσι. Ίσως και λόγω έλλειψηςγια καιρό οπτικών ερεθισμάτων. -Η τύφλωση είναι παράλογη; ο τυφλοπόντικας είναι κι αυτός παράλογος; ένας αχινός; -Μόνο εσύ μπορείς να το ξέρεις - ξεκινάμε λοιπόν από αυτό. Αλλά επειδήμε ρωτάς, δεν πιστεύω πως η τύφλωση είναι από μόνη της παράλογη αλλάαυτό το οποίο ζεις μαζί της, εννοώ το γεγονός της μη όρασης. Ίσως ναήταν πιο "λογικό" ας πούμε να μην έβλεπε κάποιος εκ γενετής. Τότε, ανμια μέρα έβλεπε ξαφνικά, αυτό θα ήταν γι αυτόν τελείως παράλογο ωςγεγονός γιατί δεν το ήξερε καν πώς είναι. Διαφοροποιεί την εσωτερικήτου θέαση. Δε θα έλεγα ότι ζεις κάτι παράλογο. Κάτι διαφορετικόσίγουρα. Και νομίζω πως αν για κάποιο λόγο ζούσες τελείως μόνος στονκόσμο δε θα δυσκολευόσουν τόσο όσο τώρα που θα πρέπει να δίνειςεξηγήσεις σε εκείνους που προσπαθούν να σε καταλάβουν, εκ του ασφαλούς.
«Δεν ξέρω τι είναι ή τι δεν είναι παράλογο» είπε ο Pirandello, «ξέρω όμως ότι τα πράγματα είναι πολλές φορές πολύ πιο απλά απ’ ό,τι νομίζουμε».

Τρίτη 28 Απριλίου 2009

Τα πρόβατα κι ο Pirandello

«Τι ήρθαμε να κάνουμε εδώ;» τον ρώτησα αφού είχα κουραστεί να περιμένω με τις ώρες.
«Φαντάζομαι πως είμαστε υποχρεωμένοι κατά κάποιο τρόπο ν’ ανακαλύψουμε κάτι» είπε ο Pirandello, «το νόημα της ζωής ή γιατί φυτρώνουν μ’ αυτόν τον τρόπο οι φράουλες κι όχι αλλιώς, γιατί πετάνε έτσι τα πουλιά και γιατί όχι κι εμείς… διάφορα πράγματα… αλλιώς τι νόημα έχει το ότι βρισκόμαστε εδώ αυτή τη στιγμή και μιλάμε, το ότι είσαι καμωμένος έτσι που είσαι κι εγώ επίσης… αλλιώς… αλλιώς τι;».
Στεκόμασταν στο ψηλότερο σημείο που μπορούσαμε να σταθούμε, εξασφαλίζοντας έτσι μια πανοραμική θέα, με μια κίνηση έβλεπες την τελειότητα και την ασημαντότητα αυτού του κόσμου ταυτόχρονα… αλλά και πάλι, αδυνατούσα να κατανοήσω γιατί αυτό δεν μπορούσαμε να το κάνουμε κι απ’ το σπίτι μας.
«Εννοούσα απλώς τι ήρθαμε να κάνουμε εδώ, εδώ συγκεκριμένα» είπα.
«Δεν νοιώθεις μια ανάταση εδώ; Δεν νοιώθεις τυχερός που είδες κάτι τόσο όμορφο, τόσο μοναδικό;» ρώτησε.
Ένα κοπάδι πρόβατα περνούσε αμέριμνο ‘κείνη την ώρα μπροστά μας. Ένας τσοπάνης τα καθοδηγούσε προφέροντας κάτι ακατανόητα καλέσματα που εκείνα έδειχναν ν’ αντιλαμβάνονται.
«Με συγχωρείς» είπε ο Pirandello και τον είδα να πλησιάζει τον τσοπάνη και να τον ρωτά κάτι. Ο τσοπάνης του έδειξε κάτι μακριά, κάτι του είπε κι ο Pirandello και μετά γύρισε σε ‘μένα.
«Κάνει κάθε μέρα την ίδια διαδρομή» είπε.
«Και τι μας ενδιαφέρει εμάς αυτό;» ρώτησα.
«Δεν μας ενδιαφέρει» είπε ο Pirandello ενώ παρακολουθούσε το κοπάδι που απομακρυνόταν.
Για μια στιγμή μου ‘ρθε να του πω αν είχαμε πάει εκεί για να μετράμε τα πρόβατα αλλά δεν μίλησα.
«Δυστυχώς, τίποτα δεν μας ενδιαφέρει νομίζω» είπε εκείνος. «Κι αναρωτιέμαι σε τι διαφέρουμε απ’ αυτά τα πρόβατα τώρα».

Παρασκευή 24 Απριλίου 2009

Τα “οικογενειακά” του pirandello

ο καιρός είναι όμορφος, οδεύουμε στο τέλος της άνοιξης, πρέπει να δούμε τι θα κάνουμε φέτος με τις διακοπές… γιατί δόξα να ‘χει ο Κύριος είμαστε και πολλοί, καλά να ‘μαστε.
Ώρες – ώρες σκέφτομαι πόσο δίπλα μας είναι η ευτυχία καμιά φορά, εμείς λίγο έλειψε.
Τρία γεγονότα διασάλευσαν την οικογενειακή μας γαλήνη εκείνο το καλοκαίρι. Το ότι εγώ επισημοποίησα τη σχέση μου με την ωραιότατη υπηρέτρια που είχαμε, το ότι η γυναίκα μου τα ‘φτιαξε επιτέλους με την παιδική της φίλη και το ότι ο γιός μας βρήκε κι αυτός γκόμενο. Αυτά τα τρία ενώ κανονικά θα έπρεπε να επιφέρουν επιτέλους την ευτυχία, επέφεραν στον πατέρα μου ένα εγκεφαλικό και στην πεθερά μου ένα μεγάλο καρδιακό επεισόδιο, λόγους για τους οποίους κι οι δύο κατέληξαν. Ευτυχώς οι δυσάρεστες αυτές συνέπειες ήρθαν αμέσως μετά τα γεγονότα στις αρχές του καλοκαιριού κι έτσι μπορέσαμε μετά τα σαράντα να κάνουμε τις διακοπές που είχαμε ως οικογένεια προγραμματίσει.
Το βασικό πρόβλημα ήταν το ζωντανό, όλοι αγαπούσαν τον Λύκο αλλά ποιος να τον πρωτοπάρει; Αυτό μας αναστάτωσε και αφού συσκεφτήκαμε αρκετά, πράγμα που είχαμε να κάνουμε χρόνια, αποφασίσαμε να τον παίρνουμε εναλλάξ. Ο Λύκος αν και απέκτησε έτσι δύο ακόμα σπίτια, έδειχνε ολοφάνερα τη δυσαρέσκειά του και άρχισε να δαγκώνει, ανεξαιρέτως. Επισκεφτήκαμε ψυχίατρο όπως μας σύστησαν κι αυτός απεφάνθη πως καλύτερα το σκυλί να μείνει στο παλιό του σπίτι που αισθάνεται οικεία και ασφαλής, όπως και κάναμε. Τώρα αντί να πηγαινοφέρνουμε τον σκύλο πηγαινοερχόμαστε εμείς, το μπάνιο έχει γεμίσει οδοντόβουρτσες και δεν τα βρίσκουμε στις μέρες αλλά ο Λύκος μας ηρέμησε.
Ξέχασα ν’ αναφέρω ότι για τις δουλειές προσλάβαμε μία Βουλγάρα την οποία πληρώνουμε από κοινού και όχι όπως παλιά που τα πλήρωνα όλα εγώ, να δουν κι οι άλλοι τη γλύκα. Την Κυριακή που φάγαμε όλοι μαζί είπαμε να βγάλουμε άδεια και να ρίξουμε τα δύο πατώματα που θέλαμε πάντα και να μένουμε πάνω – κάτω στο μέλλον, η γυναίκα μου θ’ αναλάβει τη διακόσμηση με τη φίλη της που είναι ειδική, τη δε οικοδομή θ’ αναλάβει ο φιλαράκος του γιού μας που είναι κι αρχιτέκτονας. Έτσι θα κόψουμε τα σούρ’ τα – φέρ’ τα και θα μειώσουμε και τα έξοδα, με το δάνειο δε που θα πάρουμε θα πάρω κι εγώ το σκαφάκι που ‘χω υποσχεθεί στη δικιά μου τόσο καιρό τώρα.
Σήμερα που έπινα τον καφέ μου με θυμήθηκε ένας φίλος απ’ τα παλιά, χώρισε λέει και τώρα έχει τραβήγματα με δικαστήρια, διατροφές και δεν ξέρω κι εγώ τι. Του είπα πως πολύ λυπάμαι αλλά μέσα μου πολύ χάρηκα που εμείς σαν οικογένεια δεν είχαμε ποτέ τέτοια θέματα. Αυτός όμως ποτέ δεν ήταν προχωρημένο άτομο όπως εμείς… καλά να πάθει.

Κυριακή 19 Απριλίου 2009

Το “Πάσχα” του Pirandello

Είχαμε δέσει στ’ ανοιχτά του λιμανιού κι ο ήλιος τώρα προσπαθούσε να ξεμυτίσει μες απ’ τα σύννεφα.

«Το κατάρτι είναι που τρίζει;» ρώτησε ο pirandello, «ή το σκαρί;»

Βλέπαμε μπροστά μας την Ύδρα, φαινόταν καθαρά τα σπίτια, το πήγαινε – έλα στην προκυμαία.

«Πόσο βαραίνει τους ποιητές το Πάσχα, τα Θεία πάθη…» είπε με τα μάτια κλειστά να μην ζαλίζεται, «ενώ εμείς οι άλλοι απλώς μετράμε τις αργίες, πότε θα ξημερώσει Κυριακή. Από πριν έτοιμες οι σούβλες, τα κοκορέτσια αλατοπιπερομένα, απ’ το πρωί ν’ ανάψουμε τα κάρβουνα, μην μας πάρει το μεσημέρι και δεν φάμε».

Εγώ είχα δυσπεψία απ’ τα χθεσινά και δεν μίλαγα.

«Ελάχιστο δάκρυ την ώρα της αποκαθήλωσης, τα αυγά βαμμένα από την Πέμπτη, τα τσουρέκια πλασμένα και ψημένα στους 180, κατά γράμμα του Παρλιάρου η συνταγή. Ναι, τα πάμε πολύ καλά με τα έθιμα, δυο πιάτα η μαγειρίτσα στον καθένα, κρασί που το ευλόγησε κι ο Κύριος - που λέει ο λόγος - «δεν ήταν ακριβά» ο απολογισμός».

Εγώ χαιρετούσα κάποιον γνωστό που μας κουνούσε το χέρι απ’ την ακτή.

«Ευτυχώς που υπάρχουν οι ποιητές να λέμε» συνέχισε σαν από άλλο έργο. «Να κλαίνε για ‘μας».

Τρίτη 14 Απριλίου 2009

“Μια μέρα του…” pirandello

Ξυπνάς λοιπόν ένα πρωί κι ανακαλύπτεις πως έχεις όσο χρόνο θες, επιτέλους. Μετά καταλαβαίνεις πως ό,τι έγινε, έγινε στην ώρα του και πως έχεις μεν τον χρόνο που θες, δεν έχεις τι να τον κάνεις όμως κι εύχεσαι να ήταν όλα όπως πριν, να μην είχες χρόνο, με τίποτα που λέει ο λόγος δεν είναι ευχαριστημένος κανείς, φαύλος κύκλος.
Πας έξω να πιείς ένα καφέ, να σκεφτείς, παραγγέλνεις κι ανάβεις ένα τσιγάρο να τα βάλεις σε μια σειρά και σου φέρνουν μια σόδα. Έχει κάνει λάθος το χαρτάκι ο σερβιτόρος αλλά εσύ έχεις πηδήξει απ’ το παράθυρο, δι’ ασήμαντον αφορμή.
Λες εντάξει, δεν μπορεί να ‘ναι όλα τόσο άσχημα, πας μια βόλτα για να ξεσκάσεις κι εκεί στην ερημιά έρχεται και σε κουτσουλάει απ’ το πουθενά ένα πουλί, αν είναι να σου τύχει θα σου τύχει, δεν χωράει αμφιβολία, αν έχεις τύχη διάβαινε δηλαδή.
Ο γιατρός σου συστήνει κι άλλες εξετάσεις, δεν έχεις σου λέει τίποτα, θα πάρεις τα τάδε ηρεμιστικά, χρειάζεσαι άσκηση, να κάνεις παρέα με φίλους, να βγαίνεις… απ’ έξω – απ’ έξω δηλαδή ότι είσαι σκατά, το προσπερνάς τέλος πάντων και προσπαθείς να παραμείνεις ήρεμος, πας σπίτι και σου ‘ρχεται ένας λογαριασμός και θες να πέσεις στα ναρκωτικά.
Τρως κάτι ελαφρύ γιατί αν φας ας πούμε τηγανιτά θα σε ξεκάνει το στομάχι και πέφτεις να ξεραθείς μια ώρα, να σου φύγει αυτό το βάρος… αλλά πώς;
Σε βρίσκει το ξημέρωμα να ‘χεις καπνίσει ένα πακέτο, να ‘σαι πτώμα στην κούραση. Αλλά τι ανάγκη έχεις εσύ; Έχεις όσο χρόνο θες. Και πρέπει να κόψεις και το τσιγάρο…

Τετάρτη 8 Απριλίου 2009

Οι σκέψεις του Pirandello

Λοιπόν έχω την αίσθηση πως έχουμε βγάλει τις μεζούρες και μετράμε.. ο ένας τον άλλον, οι άλλοι τους άλλους, οι άλλοι εμάς. Τι διάολο βγαίνει τώρα απ’ αυτό μην με ρωτάς, τίποτα μάλλον, είναι εντελώς άσκοπες αυτές οι μετρήσεις. Μιλάω εδώ για τα blogs και συζητώντας το πρωί γι’ αυτό μου ‘ρθε κι η επιφοίτηση, για το τι ακριβώς είναι blog.
Είναι λοιπόν ένα δημόσιο μέσο επικοινωνίας, ένα είδος λεωφορείου δηλαδή, που ανεβαίνει ο κάθε λογής. Αν το συσχετίσεις τώρα με ένα πραγματικό λεωφορείο θα σκεφτείς αυτόματα «μα τι έχω να πω εγώ τώρα μ’ όλους αυτούς τους άγνωστους;»… «άσχετους» θα πεις αλλά για να είμαστε κόσμιοι…
Το περίεργο είναι πως ενώ σ’ ένα λεωφορείο ο ένας θα σου ξίνιζε κι ο άλλος θα σου βρώμαγε, εδώ κάνεις τεμενάδες αν τύχει κάποιος να σου πει μια κουβέντα.
Συμπέρασμα: «Κανείς δεν τη θέλει αυτή την κυρία Μοναξιά».
Έχω άδικο μήπως;

Πέμπτη 2 Απριλίου 2009

Ο Θάνατος κι ο Pirandello

Ο pirandello επέστρεψε σαν να μην είχε συμβεί τίποτα, με παρακάλεσε να ειδοποιήσω όποιον τυχόν ανησύχησε κι έπεσε για ύπνο, θα τα λέγαμε, είπε το πρωί.

«Τι έγινε τελικά;» τον ρώτησα, ελπίζοντας να μου λύσει το μυστήριο.
«Τίποτα» είπε. «Ο Θάνατος αστόχησε, ως συνήθως».

Πέμπτη 26 Μαρτίου 2009

Τι απέγινε ο Pirandello

Ο pirandello σηκώθηκελίγο πριν φέξει. Έδειχνε άυπνος και κάπως αναστατωμένος. Δεν
ήπιε καφέ κι όλα έδειχναν πως ετοιμαζόταν να βγει. Δεν ξέρω τι ακριβώς ήταν αυτό που
μ’ ανησύχησε περισσότερο, «Που πας τέτοια ώρα;» τον ρώτησα.

«Είμαι καλεσμένος σε μονομαχία» είπε και πριν προλάβω να πω οτιδήποτε, άνοιξε την πόρτα και βγήκε.

Τώρα είναι σχεδόν οκτώ και ακόμα δεν γύρισε.

Τρίτη 17 Μαρτίου 2009

Το πρόγραμμα του Pirandello

Στην καθιερωμένη κοπή πίτας γνωστής εταιρίας ο Pirandello δήλωσε πως δυστυχώς λόγω της κρίσης, έπρεπε όλοι να υποβληθούμε σε περικοπές. Ο ίδιος είπε πως θα έκοβε το τσιγάρο. Πρότεινε οι εργαζόμενοι να καταθέτουν ανελλιπώς το 1/3 του μισθού τους σε ειδικό λογαριασμό ώστε να βοηθήσουν την κυβέρνηση να καλύψει μέρος του δημοσίου ελλείμματος. Μεταξύ άλλων ανακοίνωσε μειώσεις κι απολύσεις και είπε πως σε τηλεοπτική εκπομπή προσεχώς θα παρότρυνε και τους συνταξιούχους να παραιτηθούν απ’ τις απαιτήσεις τους, όπως και τις εργαζόμενες μητέρες καθώς θα τις ενέτασσε σ’ ένα κοινοβιακό σύστημα διαβίωσης. Έτσι, όλοι μαζί θα αντιμετωπίζαμε το πρόβλημα της υπογεννητικότητας και θα γνωρίζαμε μέρες εθνικής ομοψυχίας κι ευημερίας και καταχειροκροτήθηκε.
Όταν αργότερα τον είδα να καπνίζει ένα τεράστιο πούρο μου είπε πως δεν είναι το ίδιο.
«Το πούρο βλάπτει λένε πολύ λιγότερο. Είναι επίσης επαναστατικό».

Σάββατο 7 Μαρτίου 2009

Η Κόλαση, οι αποδράσεις κι ο Pirandello

Με το που μπήκαμε στην Αττική, ο Pirandello διάβασε για τις μεγάλες καθυστερήσεις μεταξύ 5ης και 8ης εξόδου με κατεύθυνση προς Ελευσίνα. Περίμενα πως θ’ άρχιζε να διαμαρτύρεται πάλι αλλά αυτός βολεύτηκε όσο γινόταν καλύτερα και μισόκλεισε τα μάτια του.
Μετά, πριν τον κόμβο Αμαρουσίου η κίνηση άρχισε να γίνεται ανυπόφορη. Μας πολιορκούσαν από παντού φορτηγά, μηχανάκια, θόρυβος και καυσαέριο και το μόνο που μπορούσε κανείς να σκεφτεί ήταν πώς θα ‘φευγε το συντομότερο δυνατόν από ‘κει.
Πηγαίναμε σημειωτόν κι ο Pirandello κοίταζε έξω απ’ το παράθυρο ήρεμος, δίχως να δυσανασχετεί. Αναρωτιόμουν αν ήταν όντως εκεί.
Καθώς περνούσαμε κάτω απ’ τη γέφυρα, γύρισε και μου είπε: «Είναι απίστευτο αν το σκεφτείς, ο μόνος λόγος που βρίσκονται εδώ όλοι αυτοί είναι για τα λεφτά. Αλλιώς κανείς δεν θα πάταγε το πόδι του ξανά σ’ αυτήν την πόλη. Είναι σαν καμίνι, ένα χωνευτήρι της Κόλασης».

Δεν έβγαλε μιλιά όλη την υπόλοιπη μέρα, απλώς διεκπεραίωνε ό,τι ήταν να κάνει.

Το βράδυ, όταν κάναμε ακριβώς την αντίστροφη διαδρομή, στο ίδιο σημείο μου ξαναμίλησε: «είναι αξιοπερίεργο πώς καταφέρνουν και ζουν όλοι αυτοί οι άνθρωποι…
και το πιο περίεργο είναι που δεν φεύγει κανείς».
«Δεν ζουν ακριβώς « του είπα, «απλώς το παλεύουν».
«Ξέρω, ξέρω» είπε και άνοιξε το παράθυρο. «Μόνο που κάποιοι ξέρουν και την κάνουν με το ελικόπτερο. Ίσως κι αυτός είναι ο μόνος τρόπος να δραπετεύσει κανείς».

«Να σταματήσουμε να πάρουμε τάρτες», είπε μετά.

Παρασκευή 6 Μαρτίου 2009

Μάθημα ανατομίας… ή τα 6 σημεία του Pirandello

http://www.antinews.gr/?p=5459

1) Κεφάλι

2) Χέρια

3) Πόδια

4) Κοιλιά

5) Γεννητικά όργανα

6) Πρωκτός

«Σιγά το πράγμα» έκανε ο pirandello, ‘δεν χρειάζεται να ‘ναι κάποιος πρωθυπουργός για ν’ ανακοινώσει 6 σημεία»।

Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2009

Ο μοναχισμός, η Ναυτεμπορική κι ο Pirandello

http://www.impantokratoros.gr/14726ACB.el.aspx
http://www.naftemporiki.gr/
Ο Pirandello άφησε στο τραπέζι το βιβλίο που διάβαζε.

«Μπορεί να μ’ επηρεάζει λες ο καιρός;» ρώτησε, «δεν έχω κέφι για τίποτα».
«Πρέπει ν’ ανανεώσεις τα ενδιαφέροντά σου» του πρότεινα.
«Τα ενδιαφέροντά μου;»
«Ναι, αυτή η κλεισούρα δεν έκανε ποτέ καλό σε κανέναν».
«Μα δεν βλέπεις πώς είναι ο καιρός; Πού να πας με τέτοιο καιρό; Θα ξυλιάσεις».
«Εννοώ την εσωτερική κλεισούρα, μην κάνεις πως δεν καταλαβαίνεις».
«Α, αυτό εννοείς έκανε.

Σερβιρίστηκε ξανά καφέ κι ανανέωσε και τον δικό μου στο φλιτζάνι.

«Και πώς γίνεται αυτό, ξέρεις;» ρώτησε.
«Να κάνει ας πούμε ταξίδια, να γνωρίζει καινούργιους ανθρώπους, να πιάσει μια γκόμενα… υπάρχουν τρόποι ν’ ανανεωθεί κάποιος τέλος πάντων».
«Και τι γίνεται αν δεν μ’ ενδιαφέρει τίποτα απ’ αυτά;»
«Τι να σου πω; Κάτσε εδώ και περίμενε».

Μείναμε για λίγο αμίλητοι. Στο τέλος δεν άντεξα και τον ρώτησα: «Δεν πιστεύεις πια στους ανθρώπους ε;»
«Δεν ξέρω αν είναι αυτό» έκανε και σηκώθηκε. «Είναι σαν βιβλίο που ‘χω ξαναδιαβάσει… περισσότερο τους βαριέμαι».
«Τότε γιατί δεν ασχολείσαι με κάτι άλλο, την κηπουρική ας πούμε;»
«Άλλο… άλλο» έκανε.
«Ιστορία; Δεν θα σ’ ενδιέφερε ο σκοταδισμός; Η φιλοσοφία; Η μουσική; Τα άστρα;»

Κοίταζε τη νύχτα απ’ το παράθυρο. Είχα την αίσθηση πως δεν θα μιλούσε ποτέ ξανά.

«Νομίζεις πως είμαι στην κατάλληλη ηλικία να στραφώ στον Θεό;» ρώτησε ξαφνικά.
«Τι εννοείς; Να γίνεις μοναχός μήπως;»

Ξανακάθισε και με κοίταξε.

«Μοναχισμός κατά κάποιο τρόπο πρέπει να σημαίνει πως κάποιος είναι μόνος του, πως κάνει κάτι αποκλειστικά με τον εαυτό του, έτσι δεν είναι;»

Συμβουλεύτηκα τον Μπαμπινιώτη κι έδωσα τον ορισμό: «μοναχισμός (ο) ο τρόπος ζωής των μοναχών και οι ασκητικές αρχές που τον διέπουν (ακτημοσύνη, υπακοή, παρθενία). Ο μοναχισμός εκφράζει ασκητική σχέση του πιστού με τον κόσμο και παρουσιάζει μια μεγάλη ποικιλία οργανώσεως (κοινοβιακός, ιδιόρρυθμος, αναχωρητικός κ.λπ.) ή και μεθόδου ασκήσεως (ερημίτες, στυλίτες, κελλιώτες, λαυριώτες κ.λπ.)».

«Καλά, καλά…» έκανε ο Pirandello, «τίποτα απ’ αυτά δεν ισχύει, βλέπε Εφραίμ. Αλλά κι ο όρος από μόνος του… ή αυτό αυτομάτως ακυρώνει την ύπαρξη του Θεού… ή είναι λάθος ο όρος».
«Αποφάσισες να εντρυφήσεις και στα περί μοναχισμού τώρα;»

Ο Pirandello πήρε τη Ναυτεμπορική και την άφησε στο τραπέζι δίπλα στο όνομα του ρόδου που διάβαζε. «Το ένα σκέλος το έχω « είπε, «τώρα μου μένει το άλλο».

Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2009

Ο ακέφαλος ιππότης της ροζ πλουμέριας κι ο Pirandello

Ο pirandello έστησε με προσοχή τα πιόνια, να κοιτάζουν όλα εμπρός, δεν του αρέσει να βλέπουν αλλού τα άλογα. Μετά περίμενε απ’ τον άλλον να κάνει την πρώτη κίνηση.

«Το σκάκι» είπε ο συμπαίκτης του που καθόταν απέναντι, «είναι καθαρά θέμα στυλ».

Ο Pirandello κούνησε τους ώμους του.
Ο συμπαίκτης του έκανε έναν μορφασμό, «μπορείς να μου ξύσεις τη μύτη σε παρακαλώ;» ρώτησε.

Ο Pirandello άπλωσε το χέρι του και ψηλάφησε το πρόσωπο του αντιπάλου του. Μετά του έξυσε τη μύτη.

«Τίποτα δεν μπορεί να κάνει κανείς αν δεν είναι αρτιμελής» είπε το κεφάλι του απέναντι. «Ούτε σκάκι δεν μπορούμε να παίξουμε, εσύ χωρίς δικό σου κεφάλι κι εγώ χωρίς χέρια».

Ο ακέφαλος ιππότης της ροζ πλουμέριας έκανε μια κίνηση που φανέρωνε εκνευρισμό.

«Και τα πιόνια» έκανε το κεφάλι, «τα ‘χεις βάλει ανάμικτα».

Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2009

Τα ροζ λουλουδάκια, η βράβευση κι ο pirandello

Ο pirandello παρέλαβε αντ’ αυτού ένα Πλουμέριο βραβείο με τη προϋπόθεση να το παραδώσει σε άλλους 8 αξιόλογους bloggers, για να γνωριστούν κι αυτοί μεταξύ τους. Θα ακολουθήσει μετά ένα οργιώδες πάρτυ μέχρι Δευτέρας παρουσίας όπου όλα θα γίνουν στάχτη και μπούρμπερη σύμφωνα με τις πληροφορίες του φίλου του Λιακόπουλου και θα ‘χει εκπληρωθεί επιτέλους κι η προφητεία.

Μετά από μακροχρόνια σκέψη, αφού έμεινε κλεισμένος για μέρες, λευκός καπνός υψώθηκε στον ουρανό κι καμπάνες της μονοκρατορίας του ήχησαν, ο blogμέγιστος είχε αποφασίσει, είχαμε επιτέλους διάδοχο.

Και όχι έναν αλλά οκτώ.

Τον ανώνυμο γιατί αν δεν τιμήσεις το σπίτι σου θα πέσει να σε πλακώσει.
Την ολα θα πανε καλα γιατί έχει απίθανη υπομονή.
Την φίλη μου τη Maya, γιατί είναι εν πτήσει κι όπου να ‘ναι αναφλέγεται.
Την αγαπητή απονενοημένη γιατί πρέπει να την πηγαίνω με το καλό.
Την Νανά Τσούμα επειδή μάλλον δεν με χωνεύει.
Την Αλεξάνδρα επειδή με συμπαθεί κι αυτή.
Την talisker γιατί της πάνε τα βραβεία και την εκτιμώ πολύ.
Τέλος την Ηλιαχτίδα γιατί μου φτιάχνει το κέφι.

Όλες οι απορίες σας θ’ απαντηθούν στην ανάρτηση της fractal: «Παίρνω τη σκυτάλη και τη παραδίδω… μ’ ένα μπουκέτο Πλουμέριες»… κάτι μικρά ροζ λουλουδάκια.


http://fractalx.blogspot.com/
*Παρακαλώ τον φίλο μου τον kulpa να παραδώσει το επόμενο βραβείο।

Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2009

Ο “επισκέπτης” του pirandello

Ο Pirandello έβλεπε το κείμενό που ‘χε γράψει πριν από δυο λεπτά ν’ αλλάζει από μόνο του και δεν πίστευε στα μάτια του.
Στην αρχή σκέφτηκε μήπως τα έγραψε ο ίδιος και δεν το θυμόταν, συμβαίνουν τόσα και τόσα. Μετά, όταν είδε τον τίτλο κατάλαβε.

«Δυστυχώς, δεχθήκαμε επισκέψεις» είπε, «κάποιον που είναι πραγματικά έξυπνος. Τι κρίμα».
«Τι κρίμα;» ρώτησα, «αυτό έχεις μόνο να πεις;»
«Ναι…» έκανε ο Pirandello, «… που δεν τον γνωρίζω εννοώ. Σπανίζουν τόσο οι έξυπνοι άνθρωποι σήμερα».

Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2009

Ο Μαμαλάκης, οι περσόνες κι ο Pirandello

Ο Pirandello άλλαξε ρούχα και κοιτάχτηκε ξανά στον καθρέφτη. Μετά έκανε πάλι το ίδιο, με καπέλο και γκαμπαρντίνα. Επιχείρησε ξανά και ξανά, με ρούχα που δεν ήταν της μόδας, με αποκριάτικα, με αθλητικά, με στολή ιππασίας, μέχρι και δανεικά και κατέληξε πως δεν έβλεπε καμία διαφορά.

«Ή δεν υπάρχει καμιά διαφορά» δήλωσε απογοητευμένος, «ή αυτό το άλλο μου εγώ είναι κρυμμένο πολύ βαθιά φαίνεται». Μετά άνοιξε την τηλεόραση και παρακολούθησε Μαμαλάκη. «Εξαίρετος» είπε. «Ξέρει ποιός είναι ο άνθρωπος».

«Εννοείς πως δεν ξέρεις ποιος είσαι;»
«Φυσικά ξέρω» είπε. «Το ζήτημα γεννήθηκε μ’ όλες αυτές τις περσόνες στο internet, δεν μπορεί παρά κάτι άλλο να σημαίνουν όλα αυτά».

Είχε - δεν είχε μ’ έβαλε σε σκέψεις.

«Εννοείς πως τα ρούχα κάνουν τον παπά ε;» ρώτησα.
«Εννοώ πως κάτι όχι και τόσο υγιές κρύβουμε μέσα μας, με περισσή επιμέλεια μάλλον».

Ένοιωσα πως μ’ έπαιρνε και ‘μένα η μπάλα και δεν θα το άφηνα να περάσει έτσι: «Μπορείς να βγάζεις ό,τι συμπεράσματα θες, αρκεί να προσδιορίζεις πως αναφέρεσαι σε ‘σένα μόνο».
«Μην ανησυχείς» δήλωσε ο Pirandello, «κανείς δεν θα θίξει τον καθωσπρεπισμό σου, αυτά όλα τα λέμε για τους άλλους»… και ηρέμησα κάπως.

Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2009

Το blogοπαίγνιο του Pirandello

Πρέπει να πω πως όλα ξεκίνησαν από ‘δω:

http://mayanwindows.blogspot.com/2009/02/blogo-avatar.html



"πώς διάλεξα το avatar μου"

Ο Pirandello δεν ασχολείται συνήθως με τέτοια πράγματα αλλά τον πίεσα. Στην αρχή έκανε τον αδιάφορο, τον έπιασα όμως μια – δυο φορές να κρυφοκοιτάζει το blog της Maya. Μετά έκανε τον δύσκολο και μου το ξέκοψε. Απογοητεύτηκα είναι η αλήθεια. Όταν τον είδα ν’ ανεβάζει κι άλλη ανάρτηση νόμιζα πως σοβαρολογούσε και πως δεν θα ενέδιδε. Ασχολήθηκα κι εγώ με τα δικά μου και το ξέχασα.
Πέρασαν δυο μέρες.
Σήμερα που ήρθα να τον δω έβρεχε.

«Την ομπρέλα έξω» μου φώναξε απ’ την πόρτα, «μέσα είναι γρουσουζιά».

Έκανα όπως μου είπε αν και παραξενεύτηκα κάπως, νόμιζα πως δεν πιστεύει σ’ αυτά. Μετά πρόσεξα πως φορούσε άλλα γυαλιά.

«Πώς σου φαίνομαι έτσι;» με ρώτησε, «είναι για το καινούργιο μου avatar».
«Avatar; Θ’ αλλάξεις avatar; Πώς σου ‘ρθε τώρα αυτό;»

«Είναι γι’ αυτό το blogπαίγνιο» μου είπε, «φαγώθηκες να παίξω και να παίξω».
«Ώστε το αποφάσισες;» ρώτησα, «θα πρέπει να σου κάνω μια πρόσκληση».
«Μα δεν νομίζω πως χρειάζεται» έκανε ο Pirandello, «θα παίξω αντ’ αυτού ως συνήθως».

Μετά κάθισε στον υπολογιστή κι έγραψε:

«Το avatar είναι περίεργη υπόθεση, επέλεξα ας πούμε το δικό μου από κάποιες περιγραφές, λόγω του ότι δεν βλέπω καλά από κοντά. Ο κύριος με τον οποίο συνομιλώ εδώ κάθε τόσο έβαλε τη φωτογραφία του, μια προ δεκαπενταετίας, γιατί απλώς δεν διέθετε άλλη ενώ ο τρίτος της παρέας ήταν απλώς ειλικρινής…»

Βρήκα και δυο - τρεις για να καλέσω με τη σειρά μου.
ολα θα πανε καλα
fractal
anepidoti
Νανά Τσούμα

Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2009

Η “Βαβέλ” κι ο Pirandello

Ο pirandello πήρε τον καφέ του και κάθισε μπροστά στον υπολογιστή. Άνοιξε πρώτα και διάβασε όλα τα σχόλια. Μετά έκανε μια γύρα απ’ όλα τα γνωστά blogs, διαβάζοντας στα πεταχτά τι είχαν γράψει οι άλλοι. Επέστρεψε ύστερα στο δικό του κι έμεινε κάπως περισσότερο στην τελευταία του ανάρτηση.

«Αααα» έκανε, «δεν καταλαβαίνω τίποτα. Πρέπει να κοιτάξω λίγο την προσωπικότητά μου, κάτι οπωσδήποτε έχω».
«Τι δεν καταλαβαίνεις;» προσφέρθηκα να τον βοηθήσω εγώ.
«Τίποτα» είπε. «Είναι σαν να μιλάμε όλοι κάποια διαφορετική γλώσσα».

Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2009

Ο Pirandello κι η “επαφή”

Ο pirandello φόρεσε στην αρχή κάτι πρόχειρο και κάτι παλιά χοντροπάπουτσα. Έβγαλε μετά όλα τα παλιά εργαλεία απ’ τη ντουλάπα. Στη συνέχεια μέριασε τα πράγματα, καθάρισε τον πάγκο και εξέτασε τα τελάρα. Μετά έκλεισε και την πόρτα για να μην τον ενοχλήσει κανείς κι έπεσε σε περισυλλογή.
Και ως εκ θαύματος ανακάλυψε πως όλη του η έμπνευση είχε κάνει φτερά.
Ύστερα από λίγο επέστρεψε περίλυπος στον υπολογιστή.

«Γιατί δεν δουλεύεις;» τον ρώτησα.

Με κοίταξε μ’ ένα απλανές βλέμμα… και δεν απάντησε.

Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2009

Ο κλήρος, ο Άγιος Βαλεντίνος κι ο Pirandello

«Άκουγα σήμερα αυτόν τον κύριο» είπε ο pirandello, «κάποιον παπά Στυλιανό, να λέει τις απόψεις του κλήρου για την ταφή. Τον έχω ακούσει και γι’ άλλα θέματα, το ίδιο σοβαρά… γιατί οπωσδήποτε τον νοιάζει τον νεκρό ποια θα ‘ναι ακριβώς η θέση του».

Έκανε μια μικρή διακοπή όπως συνηθίζει για να κάνει τους άλλους να τον προσέξουν.

«Τον άκουσα να αποκαλεί την Κάλλας καταθλιπτική και πως αυτό, γι’ αυτόν, την κάνει ανάξια λόγου πάνω - κάτω. Βέβαια την έκανε περισσότερο ανάξια το ότι προτίμησε να καεί… λογικό».

Άναψε τσιγάρο με την ησυχία του και με κοίταξε.

«Όταν…» ρώτησε, «είπε ο Ιησούς “αγαπάτε αλλήλους”, είχε υπόψη του τον Άγιο Βαλεντίνο;
Και με ποια έννοια το είπε;
Είχε υπόψη του τα περί απελευθερωμένων σχέσεων ή εννοούσε μια μόνιμη σύζυγο;
Κι ο γάμος εν Καναά που ευλόγησε; Δηλαδή θα αγαπάμε μεν, θα τρώμε ψάρια δε απ’ το γνωστό “φάτε μάτια ψάρια”;»

Ήθελα πολύ να δω πού το πήγαινε.

«Και ‘μείς πες πως την κάνουμε έτσι και τα βολεύουμε» είπε κάνοντας έναν ελιγμό με το χέρι του, «με τους δυσανεχτικούς τι γίνεται; Μ’ αυτούς που ‘χουν άλλες προτιμήσεις στον έρωτα, τι θα κάνουν αυτοί; Θα γιορτάζουν άλλον Βαλεντίνο; Καλά, πόσους Αγίους τέλος πάντων θα έχουμε;»

Σκεφτόμουν τι να του πω αλλά ο Pirandello έσβησε το τσιγάρο και σηκώθηκε να φύγει.

«Δεν ‘μας τα ‘πε καλά… και δεν ξέρει πια τι να πιστέψει κανείς» είπε.

Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2009

Η “τέχνη του παραλόγου” κι ο Pirandello

Δεν γνωρίζω ποιος τρελός ανακάλυψε πως το παράλογο είναι τέχνη και μάλιστα αξιόλογη, κάποιος ευφάνταστος κριτικός υποθέτω. Ναι, ισχύει το ότι κάποιες φορές η τέχνη φαίνεται παράλογη, προσέξτε, φαίνεται, το αντίθετο όμως… μου κάνει κάπως τραβηγμένο θέλω να πω.
Αναρωτιέμαι όμως γιατί δεν αναγάγουμε και τη λογική σε τέχνη και τέλος πάντων δεν θα είχα καμία αντίρρηση, αλλά ώρες – ώρες χρειάζεται φοβερή προσπάθεια για να παραμένει έστω και στοιχειωδώς, απλώς λογικός κάποιος.

Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2009

Το μαχαίρι, το πεπόνι κι ο Pirandello

http://www.youtube.com/watch?v=k7V1KZrXrSM
YouTube - Tzimis Panousis- Dourios Hxos- gamato mix

«Μπαίνουμε στον τελευταίο γύρο» είπε ο Pirandello κι έκλεισε την τηλεόραση με το που ο Χατζηνικολάου προανήγγειλε την δήλωση του πρωθυπουργού.
«Άσε ν’ ακούσουμε τι θα πει» τον παρότρυνα εγώ.
«Τι να πει, ανοησίες θα πει» έκανε ο Pirandello, «κι αυτός κι ο άλλος λένε τις ίδιες ανοησίες, λες και το θέμα μας είναι ποιος απ’ τους δύο θα κάνει κυβέρνηση. Είστε ανίκανοι κύριοι πρέπει να του πει κάποιος, δεν χρειαζόμαστε μπαμπά, τα ξέρουμε κι από μόνοι μας τα χάλια μας… αλλά ποιος να το πει;»
«Γιατί δεν λες εσύ κάτι τότε;» έκανα, περισσότερο για να δω τι θα πει.
«Γιατί απλώς δεν είμαι απατεώνας» είπε ο Pirandello, «δεν τρώω με χρυσά κουτάλια και να λέω πως πρέπει να κάνουμε λιτότητα, δεν βάζω φόρους και δεν είμαι εκκλησία να πουλάω κι ν’ αγοράζω, γιατί δεν ήμουνα ποτέ τέτοιος».
«Και γιατί δεν τα λες κάπου αυτά έστω;»
«Γιατί δεν έχει νόημα, αυτοί έχουν και το μαχαίρι και το πεπόνι, γι’ αυτό”.
Έμεινε για λίγο σκεπτικός.
«Και γιατί στην ουσία δεν έχω να προτείνω τίποτα, να μην τα ρίχνουμε όλα σ’ αυτούς, δεν υπάρχει κάποιος που να ‘χει να πει κάτι, αλλιώς θα τον ξέραμε».
«Και τι θα κάνουμε δηλαδή;» ρώτησα.
«Τίποτα» αναστέναξε. «Θα παραμείνουμε αδρανείς, ως συνήθως. Θα επιχειρηματολογήσουμε στα καφενεία, στα blogs, στις παρέες, θα βρούμε έναν τρόπο να τη βολέψομε, θα πληρώσουμε το ό,τι μας αναλογεί, θα δούμε το έλλειμμα να μεγαλώνει, θα ψηφίσουμε κάποιους που δεν γουστάρουμε, θα δούμε ένα άλλο υπουργικό συμβούλιο, θα δούμε μια ακόμη ανούσια αντιπολίτευση, μερικά ακόμα σκάνδαλα στην τηλεόραση μέχρι τις επόμενες εκλογές και πάλι μία απ’ τα ίδια, είμαστε καταδικασμένοι σ’ αυτόν τον φαύλο κύκλο των ηλιθίων».
«Μα περιγράφεις ένα αίσχος» είπα, «δεν μπορεί να μην υπάρχει μια λύση».
Ο Pirandello μου έδειξε ένα μαχαίρι που βρισκότανε εκείνη τη στιγμή στο τραπέζι.
«Μπορεί η Ελλάδα να ‘ναι βιτσιόζα κι ανεπανάληπτη όπως λέει κι ο ποιητής» είπε, «αλλά πάντα θα υπάρχει μιά κάποια λύσις. Να κάνουμε κομμάτια αυτό το πεπόνι… μετά βλέπουμε».