«Μετά από τόσο καιρό εδώ λοιπόν…», έλεγε ο pirandello κοιτάζοντας την οθόνη, «νομίζω πως χάσαμε τον καιρό μας, κι εσείς και εγώ».
«Μιλάς στο Skype;», ρώτησα χαμηλόφωνα.
«Όχι», είπε. «Δεν έχω καν συνδεθεί».
«Και με ποιόν μιλάς τότε;», ρώτησα.
«Με κανέναν. Μιλάω γενικώς, στον “άγνωστο” blogger… σε ‘μένα, δεν ξέρω».
«Στον “άγνωστο” blogger;»
«Ναι, σ’ αυτόν που κρύβεται εκεί έξω, που με βομβαρδίζει με τα σχόλιά του, που του εκμυστηρεύομαι την καθημερινότητά μου, τις σκέψεις μου, ξέρεις».
«Και τι έχεις να πεις μ’ έναν άγνωστο;»
«Αυτό είναι το θέμα», έκανε. «Μ’ έναν άγνωστο δεν λες τίποτα… έλα όμως που αυτός λέγεται blogger, είναι ας πούμε συνάδελφος, είναι αυτός που αναπληρώνει το κενό, πώς να στο πω, ο απαραίτητος θεατής, χωρίς αυτόν δεν έχει νόημα τίποτα».
«Τα παραλές τώρα, δεν είναι παρά ένας άγνωστος του διαδικτύου. Στον δρόμο ούτε που θα γύριζες».
«Είδες; Στον δρόμο ούτε που θα γύριζα κι εδώ είμαστε όλοι με το ‘σεις και με το ‘σας».
Σηκώθηκε απ’ το τραπέζι του και πήγε στο παράθυρο. Συνηθισμένος σ’ αυτά τα καμώματα περίμενα την επόμενη ερώτηση… και δεν άργησε.
«Τι πιστεύεις;, με ρώτησε. «Πιστεύεις πως είμαστε υποκριτές; Ή κάτι ακόμα χειρότερο, αναξιόπιστοι μήπως; Ή απλώς πουκάμισα αδειανά;»
«Πρέπει να επιλέξω ανάμεσα σ’ αυτά;»
«Δε χρειάζεται», είπε. «Νομίζω πως όλοι έχουμε την απάντηση».
Κυριακή 27 Δεκεμβρίου 2009
Παρασκευή 18 Δεκεμβρίου 2009
Τα “μεθεόρτια” κι ο pirandello
Είχαμε απομείνει εμείς κι εμείς. Η μουσική έπαιζε χαμηλά κι ενώ είχαμε τελειώσει με τα τυπικά, ο pirandello δεν έδειχνε διατεθειμένος να φύγει, πριν βάλει τα πράγματα στη θέση τους.
«Ώστε η κυρία Βούλτεψη θεώρησε πως πρόκειται για προπαγάνδα;», ρώτησε πίνοντας ήρεμα το κρασί του.
«Ναι, το δήλωσε νομίζω απερίφραστα. Είπε μάλιστα πως ο εκδότης την παγίδεψε... κι ότι μετά παγιδεύτηκε από το ίδιο το μυθιστόρημα. Δεν ήταν σίγουρη ωστόσο ότι επρόκειτο για μυθιστόρημα, ότι η μία σελίδα αναιρούσε την άλλη, κάτι τέτοιο είπε».
Μου 'ριξε μια συνωμοτική ματιά, ανασήκωσε τον ώμο του, όπως θα έκανε κι ο επίτιμος και χαμογέλασε. «Ναι», είπε, «γιατί να το κρύψουμε άλλωστε;»
«Εκ των υστέρων που το σκέφτομαι, μπορεί η κυρία Βούλτεψη να ήθελε απλώς να αστειευτεί», είπα πιστεύοντας πως εκτόνωνα έτσι την κατάσταση. «Είναι λογικό να έχει μια τέτοια θέση, νομίζω πως ενεπλάκη και συναισθηματικά, είδες ότι αναφέρθηκε στην περίπτωση Μπακογιάννη. Δε μπορείς ν' αντιτάξεις κάτι πάνω σ' αυτό».
«Ναι, σωστά», είπε. «Αριστοτεχνικά θα έλεγα. Όπως και στο μαθητικό κίνημα εκείνη την περίοδο, και για την προσωπική της εμπειρία στη Νομική, ήταν γενικά ένθερμη, έγραψες κι εσύ αυτά που έγραψες για τους δημοσιογράφους, δηλαδή και πάλι καλά να λες, τι ήθελες να πει;»
«Ναι, φυσικά», είπα. «Ωστόσο αν ήθελε να το δει θεωρητικά το θέμα θα έπρεπε να σταθεί στο περιεχόμενο των προκηρύξεων...»
«Μα…», με κοίταξε στα μάτια, «πιστεύεις πραγματικά πως θα έκανε κάτι τέτοιο;»
«Όχι αλλά θα προτιμούσα ας πούμε μια κατά μέτωπο επίθεση, αν είχε να αντιτάξει κάτι».
«Μα, οι αντικαθεστωτικοί είναι για να λένε αγαπητέ μου», είπε. «Οι αντικαθεστωτικοί για να λένε κι οι άλλοι για να τους αγνοούν, είναι διακριτοί οι ρόλοι».
Η βροχή είχε σταματήσει όταν φύγαμε και ξεχάσαμε την ομπρέλα μας στο μαγαζί.
«Ώστε η κυρία Βούλτεψη θεώρησε πως πρόκειται για προπαγάνδα;», ρώτησε πίνοντας ήρεμα το κρασί του.
«Ναι, το δήλωσε νομίζω απερίφραστα. Είπε μάλιστα πως ο εκδότης την παγίδεψε... κι ότι μετά παγιδεύτηκε από το ίδιο το μυθιστόρημα. Δεν ήταν σίγουρη ωστόσο ότι επρόκειτο για μυθιστόρημα, ότι η μία σελίδα αναιρούσε την άλλη, κάτι τέτοιο είπε».
Μου 'ριξε μια συνωμοτική ματιά, ανασήκωσε τον ώμο του, όπως θα έκανε κι ο επίτιμος και χαμογέλασε. «Ναι», είπε, «γιατί να το κρύψουμε άλλωστε;»
«Εκ των υστέρων που το σκέφτομαι, μπορεί η κυρία Βούλτεψη να ήθελε απλώς να αστειευτεί», είπα πιστεύοντας πως εκτόνωνα έτσι την κατάσταση. «Είναι λογικό να έχει μια τέτοια θέση, νομίζω πως ενεπλάκη και συναισθηματικά, είδες ότι αναφέρθηκε στην περίπτωση Μπακογιάννη. Δε μπορείς ν' αντιτάξεις κάτι πάνω σ' αυτό».
«Ναι, σωστά», είπε. «Αριστοτεχνικά θα έλεγα. Όπως και στο μαθητικό κίνημα εκείνη την περίοδο, και για την προσωπική της εμπειρία στη Νομική, ήταν γενικά ένθερμη, έγραψες κι εσύ αυτά που έγραψες για τους δημοσιογράφους, δηλαδή και πάλι καλά να λες, τι ήθελες να πει;»
«Ναι, φυσικά», είπα. «Ωστόσο αν ήθελε να το δει θεωρητικά το θέμα θα έπρεπε να σταθεί στο περιεχόμενο των προκηρύξεων...»
«Μα…», με κοίταξε στα μάτια, «πιστεύεις πραγματικά πως θα έκανε κάτι τέτοιο;»
«Όχι αλλά θα προτιμούσα ας πούμε μια κατά μέτωπο επίθεση, αν είχε να αντιτάξει κάτι».
«Μα, οι αντικαθεστωτικοί είναι για να λένε αγαπητέ μου», είπε. «Οι αντικαθεστωτικοί για να λένε κι οι άλλοι για να τους αγνοούν, είναι διακριτοί οι ρόλοι».
Η βροχή είχε σταματήσει όταν φύγαμε και ξεχάσαμε την ομπρέλα μας στο μαγαζί.
Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2009
“Πολύ κακό για το τίποτα” και τον pirandello
«Ο Κλαύδιος, η Ηρώ», είπα, «ο Βενέδικτος και η Βεατρίκη, ήταν όλοι εκεί. Αλλά... δε συναντήθηκαν».
«Ήταν από άλλο έργο», είπε ο Pirandello, «γι’ αυτό».
«Δεν σε είδα τελικά», εξέφρασα την πικρία μου.
«Συμμετείχα σ’ αυτό το παιχνίδι με τις μάσκες», είπε, «ήταν διασκεδαστικό… ξέρεις, κρύβεσαι και σε ψάχνουν να σε βρουν, αλλά δεν είναι αυτό μόνο, είναι βασικά ένα παιχνίδι δίχως κανόνες».
«Ποτέ δεν κατάλαβα τέτοιου είδους παιχνίδια», είπα.
«Δε διαθέτεις φαντασία», μου είπε, «γι’ αυτό».
«Κάποια παρατήρηση;», ρώτησα.
«Τι παρατήρηση;», με χτύπησε συντροφικά στην πλάτη, «έκανες την επανάστασή σου. Είδες ποτέ να αλλάζει τίποτα μετά από μια επανάσταση;»
Δεν είχα δει βέβαια…
«Ήταν από άλλο έργο», είπε ο Pirandello, «γι’ αυτό».
«Δεν σε είδα τελικά», εξέφρασα την πικρία μου.
«Συμμετείχα σ’ αυτό το παιχνίδι με τις μάσκες», είπε, «ήταν διασκεδαστικό… ξέρεις, κρύβεσαι και σε ψάχνουν να σε βρουν, αλλά δεν είναι αυτό μόνο, είναι βασικά ένα παιχνίδι δίχως κανόνες».
«Ποτέ δεν κατάλαβα τέτοιου είδους παιχνίδια», είπα.
«Δε διαθέτεις φαντασία», μου είπε, «γι’ αυτό».
«Κάποια παρατήρηση;», ρώτησα.
«Τι παρατήρηση;», με χτύπησε συντροφικά στην πλάτη, «έκανες την επανάστασή σου. Είδες ποτέ να αλλάζει τίποτα μετά από μια επανάσταση;»
Δεν είχα δει βέβαια…
Πέμπτη 3 Δεκεμβρίου 2009
Η "ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ" κι ο pirandello

«Μα Δευτέρα; Δε γινότανε μια άλλη μέρα, Δευτέρα βρήκες;»
«Δεν κανόνισα εγώ την ημερομηνία», είπα.
«Δεν ξέρω αν θα μπορέσω να έρθω, αφού ξέρεις τι πρόβλημα έχω με τις Δευτέρες. Δε γίνεται να πεις κάτι; Παρασκευή, γιατί δεν το κάνεις Παρασκευή; Είναι κι άλλοι που δεν μπορούν τη Δευτέρα».
«Νομίζω πως όλο αυτό είναι μια πρόφαση, θες απλώς να το αποφύγεις. Τι σχέση έχει αν είναι Δευτέρα ή Παρασκευή; Αφού δεν θα 'ρχόσουν».
«Ε, πώς; Άλλο Δευτέρα κι άλλο Παρασκευή».
«Δηλαδή αν το 'κανα Παρασκευή θες να πεις πως θα 'ρχόσουν;»
«Δεν... δεν ξέρω... θα υπήρχε κάποια περίπτωση».
«Θα είναι σαν να είσαι εκεί», είπα κι έβαλα την πρόσκληση στην τσέπη μου.
«Γιατί μου πήρες την πρόσκληση; Δεν δικαιούμαι μια πρόσκληση;»
«Μα αφού δεν θα έρθεις, τι να την κάνεις την πρόσκληση;»
Μου την πήρε από τα χέρια: «Πώς», είπε. «Θα τη βάλω στο blog, να την πάρει κάποιος που θα θέλει να έρθει, να μην πάει χαμένη».
«Όσο για το αν έρθω... έχουμε μέρες, άσε με λίγο να το σκεφτώ», είπε.
«Δεν κανόνισα εγώ την ημερομηνία», είπα.
«Δεν ξέρω αν θα μπορέσω να έρθω, αφού ξέρεις τι πρόβλημα έχω με τις Δευτέρες. Δε γίνεται να πεις κάτι; Παρασκευή, γιατί δεν το κάνεις Παρασκευή; Είναι κι άλλοι που δεν μπορούν τη Δευτέρα».
«Νομίζω πως όλο αυτό είναι μια πρόφαση, θες απλώς να το αποφύγεις. Τι σχέση έχει αν είναι Δευτέρα ή Παρασκευή; Αφού δεν θα 'ρχόσουν».
«Ε, πώς; Άλλο Δευτέρα κι άλλο Παρασκευή».
«Δηλαδή αν το 'κανα Παρασκευή θες να πεις πως θα 'ρχόσουν;»
«Δεν... δεν ξέρω... θα υπήρχε κάποια περίπτωση».
«Θα είναι σαν να είσαι εκεί», είπα κι έβαλα την πρόσκληση στην τσέπη μου.
«Γιατί μου πήρες την πρόσκληση; Δεν δικαιούμαι μια πρόσκληση;»
«Μα αφού δεν θα έρθεις, τι να την κάνεις την πρόσκληση;»
Μου την πήρε από τα χέρια: «Πώς», είπε. «Θα τη βάλω στο blog, να την πάρει κάποιος που θα θέλει να έρθει, να μην πάει χαμένη».
«Όσο για το αν έρθω... έχουμε μέρες, άσε με λίγο να το σκεφτώ», είπε.
Κυριακή 15 Νοεμβρίου 2009
Οι Μακρυκωσταίοι, οι Κοντογιώργηδες κι ο pirandello
«Λοιπόν, δεν περίμενα ποτέ πως ο Σαμαράς θα 'μπαινε μπρος», είπε ο pirandello. «Θεωρούσα πως ήμασταν καταδικασμένοι, πρώτα με τους Καραμανλήδες, μετά με τους Μητσοτακέους... Κοντογιώργηδες και Μακρυκωσταίοι. Φαίνεται ότι ο παλιός, καλός Ελληνικός κινηματογράφος μας τέλειωσε, οριστικά». «Ναι», είπα εγώ, «έχουμε τον Παπανδρέου απ' την άλλη όμως...»«Ναι», με διέκοψε ο pirandello, «ότι τον έχουμε, τον έχουμε. Αλλά η Φίνος φιλμ πάει, αυτό εννοώ».«Τελειώνουν τα τζάκια, αυτό βλέπω εγώ», είπα.«Θα ζοριστούμε κάποια χρόνια με την "τηλεόραση"», είπε ο pirandello, «αλλά μετά θα προκύψει καλύτερος "κινηματογράφος", έτσι νομίζω. Να μη βλέπουμε συνέχεια τους ίδιους τουλάχιστον, νοιώθω τρομερά ηλίθιος έτσι».
Παρασκευή 6 Νοεμβρίου 2009
Η βασκανία κι ο pirandello
«Ένα ευχέλαιο ρε παιδιά» δήλωσε ο Pirandello, «μας έχουν ματιάσει, δε γίνεται. Δε βλέπω άλλη λύση. Πάμε απ' το κακό στο χειρότερο. Κι ενώ η χώρα χρεοκοπεί, κι ενώ ποιός ξέρει τι άλλα μέτρα ετοιμάζει κι αυτή η κυβέρνηση, η Νέα Δημοκρατία συνεχίζει τα κλασικά της, σαν να μην τρέχει τίποτα, σαν να 'χουμε βάλει τη χώρα στον αυτόματο και πάει, σαν να 'ναι η Ντόρα πρωθυπουργός, τι δηλώσεις είναι αυτές; Μόλις δε χάσανε τις εκλογέςς;
Παιδιά, τι παίρνουμε;»
Παιδιά, τι παίρνουμε;»
Πέμπτη 29 Οκτωβρίου 2009
Οι αντικατοπτρισμοί κι ο Pirandello
«Να σε συστήσω στον ομοτράπεζό μας» είπε ο pirandello και μου αποκάλυψε έναν καθρέφτη με μια φίνα κορνίζα, ελαφρώς μπανάλ.
«Ντρέπεσαι να πεις τελείως μπανάλ;» είπε και μου έδειξε την άλλη καρέκλα. Θα μου έκανε το τραπέζι αλλά δεν ήθελε λέει να φάμε τελείως οι δύο μας... ούτε ήθελε να βγει έξω, τον κουράζει το έξω.
«Θα σερβίρεις εσύ βέβαια» μου είπε.
Το φαγητό ήταν έτοιμο, εγώ έπρεπε μόνο να το ζεστάνω, να φουντώσω δηλαδή τον φούρνο για δέκα λεπτά στους 250c βαθμούς, «αυτό κάνει το φαγητό να δείχνει σαν μόλις να βγήκε» είπε.
Έκανα όπως μου είπε, ανοίξαμε και κρασί και φάγαμε, εμείς και τα είδωλά μας πιο 'κει.
«Πολύ ωραία βραδιά» είπα στο τέλος, έτσι για να πω κάτι. Φαντάστηκα πως θα μου έλεγε κάτι για το γεγονός των ημερών, να μου πει τι είχε κατά νου, να μου δώσει μια συμβουλή, να μου δικαιολογήσει γιατί δώσαμε αυτή την παράσταση με τους καθρέφτες έστω, δεν γινόταν αυτό να έγινε χωρίς λόγο, ήμουν περίεργος τέλος πάντων.
Εκείνος κοίταξε μια εμένα και μια τον καθρέφτη. Μετά άναψε τσιγάρο. Εγώ περίμενα.
«Τι υποχρεώνει έναν άνθρωπο να 'ρχεται κάθε τόσο αντιμέτωπος με τον εαυτό του, ξέρεις;» ρώτησε ο pirandello.
Κοίταζα σαν χαμένος, «πώς σου 'ρθε τώρα αυτό;», ρώτησα με τη σειρά μου.
«Τι πάει να πει πώς μου ήρθε;» είπε. «Όπως σου 'ρχονται όλα εκείνα που σκέφτεσαι. Γιατί υπάρχει πάντα κάτι που σε τρώει από κάτω... τι διάολο είναι αυτό το κάτι;»
«Κάποια υπόφυση φαντάζομαι» είπα.
«Οπωσδήποτε μια υπόφυση» έκανε εκείνος, «αλλά γιατί να υπάρχει κάτι τέτοιο; Σε τι εξυπηρετεί το ν’ αυτό-αξιολογείσαι κάθε φορά ή ν’ αυτό-λογοκρίνεσαι, γιατί να βάζεις τον εαυτό σου σε μια τέτοια διαδικασία, ποιος ο λόγος;»
«Για να γίνεις καλύτερος υποθέτω».
«Καλύτερος; Κι αν είσαι εγκληματίας; Θα γινόσουν καλύτερος άνθρωπος ή καλύτερος εγκληματίας; Αυτό σκέφτομαι και δεν βγάζω άκρη».
«Ντρέπεσαι να πεις τελείως μπανάλ;» είπε και μου έδειξε την άλλη καρέκλα. Θα μου έκανε το τραπέζι αλλά δεν ήθελε λέει να φάμε τελείως οι δύο μας... ούτε ήθελε να βγει έξω, τον κουράζει το έξω.
«Θα σερβίρεις εσύ βέβαια» μου είπε.
Το φαγητό ήταν έτοιμο, εγώ έπρεπε μόνο να το ζεστάνω, να φουντώσω δηλαδή τον φούρνο για δέκα λεπτά στους 250c βαθμούς, «αυτό κάνει το φαγητό να δείχνει σαν μόλις να βγήκε» είπε.
Έκανα όπως μου είπε, ανοίξαμε και κρασί και φάγαμε, εμείς και τα είδωλά μας πιο 'κει.
«Πολύ ωραία βραδιά» είπα στο τέλος, έτσι για να πω κάτι. Φαντάστηκα πως θα μου έλεγε κάτι για το γεγονός των ημερών, να μου πει τι είχε κατά νου, να μου δώσει μια συμβουλή, να μου δικαιολογήσει γιατί δώσαμε αυτή την παράσταση με τους καθρέφτες έστω, δεν γινόταν αυτό να έγινε χωρίς λόγο, ήμουν περίεργος τέλος πάντων.
Εκείνος κοίταξε μια εμένα και μια τον καθρέφτη. Μετά άναψε τσιγάρο. Εγώ περίμενα.
«Τι υποχρεώνει έναν άνθρωπο να 'ρχεται κάθε τόσο αντιμέτωπος με τον εαυτό του, ξέρεις;» ρώτησε ο pirandello.
Κοίταζα σαν χαμένος, «πώς σου 'ρθε τώρα αυτό;», ρώτησα με τη σειρά μου.
«Τι πάει να πει πώς μου ήρθε;» είπε. «Όπως σου 'ρχονται όλα εκείνα που σκέφτεσαι. Γιατί υπάρχει πάντα κάτι που σε τρώει από κάτω... τι διάολο είναι αυτό το κάτι;»
«Κάποια υπόφυση φαντάζομαι» είπα.
«Οπωσδήποτε μια υπόφυση» έκανε εκείνος, «αλλά γιατί να υπάρχει κάτι τέτοιο; Σε τι εξυπηρετεί το ν’ αυτό-αξιολογείσαι κάθε φορά ή ν’ αυτό-λογοκρίνεσαι, γιατί να βάζεις τον εαυτό σου σε μια τέτοια διαδικασία, ποιος ο λόγος;»
«Για να γίνεις καλύτερος υποθέτω».
«Καλύτερος; Κι αν είσαι εγκληματίας; Θα γινόσουν καλύτερος άνθρωπος ή καλύτερος εγκληματίας; Αυτό σκέφτομαι και δεν βγάζω άκρη».
Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2009
Η “αφιέρωση” του Pirandello
«Και δηλαδή... πώς αισθάνεσαι;», με ρώτησε ο pirandello.
«Πώς να αισθάνομαι; Περίεργα».
«Θα έχεις διάφορες αγωνίες τώρα φαντάζομαι», είπε.
«Αγωνίες δεν ξέρω», είπα, «έχω πολλά πράγματα να κάνω, αυτό ναι».
«Θα σε βοηθούσα αλλά δεν θέλω να εκτεθώ, καταλαβαίνεις. Θέλω να διατηρήσω την ανωνυμία μου».
«Ανωνυμία;», ρώτησα, «ως pirandello;»
«Τέλος πάντων, καταλαβαίνεις υποθέτω. Δεν θέλω ν' ανακατευτώ... πώς να στο πω;»
«Μα δεν σου ζήτησε κανείς να κάνεις τίποτα».
«Ναι, αλλά επειδή δεν ξέρω πώς σκέφτεσαι, πώς θα σκεφτόταν δηλαδή ο καθένας... είμαι σε δύσκολη θέση, γι' αυτό δεν μιλάω... θα φανεί σαν να προσπαθώ να σου κάνω διαφήμιση και δεν θέλω».
«Δεν υπάρχει θέμα», είπα. «Το κάνουν άλλοι ήδη αυτό, ο καθένας με τον τρόπο του».
«Ναι, ήταν εξαιρετικό αυτό που κάνανε, το είδα».
Ναι, να 'ναι καλά τα παιδιά», είπα.
«Θα μου γράψεις μια αφιέρωση στο βιβλίο;», ρώτησε.
«Θα σου γράψω», είπα, «θα σου κάνω ειδική αφιέρωση».
«Φαντάζομαι πως θα είναι δύσκολο ν' αφιερώνεις κάτι. Και μάλιστα σε ανθρώπους που δεν έχεις δει καν».
«Ναι, είναι κάπως. Το θέλουν όμως, τι να τους πω;»
«Τίποτα, τίποτα, απλώς να υπογράφεις σε κάποια σελίδα, τουλάχιστον».
«Ναι, έτσι έχω σκοπό να κάνω».
«Δηλαδή και σε 'μένα απλώς θα υπογράψεις; Εγώ θέλω κάτι διαφορετικό».
«Τι διαφορετικό;»
«Δεν ξέρω, να βρεις».
… και κάθομαι τώρα και σπάω το κεφάλι μου τι είδους αφιέρωση να κάνω στον καθένα. Κι έχω κι αυτόν τον τρελό κάθε τρεις και λίγο να με ρωτάει τι βρήκα. Τι μπλέξιμο…
«Πώς να αισθάνομαι; Περίεργα».
«Θα έχεις διάφορες αγωνίες τώρα φαντάζομαι», είπε.
«Αγωνίες δεν ξέρω», είπα, «έχω πολλά πράγματα να κάνω, αυτό ναι».
«Θα σε βοηθούσα αλλά δεν θέλω να εκτεθώ, καταλαβαίνεις. Θέλω να διατηρήσω την ανωνυμία μου».
«Ανωνυμία;», ρώτησα, «ως pirandello;»
«Τέλος πάντων, καταλαβαίνεις υποθέτω. Δεν θέλω ν' ανακατευτώ... πώς να στο πω;»
«Μα δεν σου ζήτησε κανείς να κάνεις τίποτα».
«Ναι, αλλά επειδή δεν ξέρω πώς σκέφτεσαι, πώς θα σκεφτόταν δηλαδή ο καθένας... είμαι σε δύσκολη θέση, γι' αυτό δεν μιλάω... θα φανεί σαν να προσπαθώ να σου κάνω διαφήμιση και δεν θέλω».
«Δεν υπάρχει θέμα», είπα. «Το κάνουν άλλοι ήδη αυτό, ο καθένας με τον τρόπο του».
«Ναι, ήταν εξαιρετικό αυτό που κάνανε, το είδα».
Ναι, να 'ναι καλά τα παιδιά», είπα.
«Θα μου γράψεις μια αφιέρωση στο βιβλίο;», ρώτησε.
«Θα σου γράψω», είπα, «θα σου κάνω ειδική αφιέρωση».
«Φαντάζομαι πως θα είναι δύσκολο ν' αφιερώνεις κάτι. Και μάλιστα σε ανθρώπους που δεν έχεις δει καν».
«Ναι, είναι κάπως. Το θέλουν όμως, τι να τους πω;»
«Τίποτα, τίποτα, απλώς να υπογράφεις σε κάποια σελίδα, τουλάχιστον».
«Ναι, έτσι έχω σκοπό να κάνω».
«Δηλαδή και σε 'μένα απλώς θα υπογράψεις; Εγώ θέλω κάτι διαφορετικό».
«Τι διαφορετικό;»
«Δεν ξέρω, να βρεις».
… και κάθομαι τώρα και σπάω το κεφάλι μου τι είδους αφιέρωση να κάνω στον καθένα. Κι έχω κι αυτόν τον τρελό κάθε τρεις και λίγο να με ρωτάει τι βρήκα. Τι μπλέξιμο…
Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2009
Το “ταξιδάκι” του Pirandello
Έβρεχε καταρρακτωδώς και με το που φθάσαμε τρέξαμε να προφυλαχτούμε κάτω από ένα υπόστεγο. Μόλις που ξημέρωνε και στην αποβάθρα δεν ήταν κανείς, ούτε καν τρένο.
«Τι ήρθαμε να κάνουμε εδώ;» ρώτησα. Μ’ έτρεχε μες τη νύχτα κι ούτε ήξερα τι θα κάνουμε και γιατί, τα συνηθίζει κάτι τέτοια.
«Μα θα πάρουμε το τρένο» είπε με μια τεράστια απορία στα μάτια, «τι άλλο κάνουν οι άνθρωποι στους σταθμούς;»
Κοίταξα γύρω μου. δεν υπήρχε τίποτα, ούτε κάποιος να ρωτήσει κανείς, μόνο εγώ κι αυτός κάτω απ’ το υπόστεγο, να τρεμουλιάζουμε σαν κοτόπουλα και δεν το βρήκα καθόλου ευχάριστο αυτό.
Δηλαδή θες να πεις πως υπάρχει κάποιο δρομολόγιο τέτοια ώρα;» ρώτησα για να σιγουρέψω πως δεν θα καθόμασταν να περιμένουμε τζάμπα.
«Ασφαλώς και θα υπάρχει δρομολόγιο» είπε με μια φοβερή σιγουριά, «τα τρένα πάντα φεύγουν στην ώρα τους».
Η απάντηση δεν με ικανοποίησε, «και για να ‘χουμε καλό ‘ρώτημα… πού θα πάμε ακριβώς» ρώτησα. .
«Θα εκδράμουμε» είπε κι ένοιωσα τα πόδια μου να λύνονται, «»σ’ άλλη γη, σ’ άλλα μέρη».
Υπήρχε ένα πέτρινο παγκάκι πιο ‘κει και πήγα και κάθισα. Εκείνος βημάτιζε νευρικά πάνω - κάτω και που και που μου έριχνε και μια ματιά. Χαμογελούσε κι έδειχνε χαρούμενος, σαν μικρό παιδί. Πέρασε έτσι αρκετή ώρα. Εγώ δεν μίλαγα αλλά ήξερα πως δεν υπήρχε τρένο. Ήταν ένας έρημος σταθμός, μπορεί να ‘χε να χρησιμοποιηθεί χρόνια, αυτό έδειχναν τα χόρτα στις ράγες, οι σοβάδες που έπεφταν, το υπόστεγο που έσταζε από παντού.
«Τι κάνετε εσείς οι δύο εδώ;» άκουσα ξαφνικά μια φωνή. Κάποιος είχε εμφανιστεί απ’ το πουθενά, κάποιος που έδειχνε να είναι από ‘κει.
«Μα περιμένουμε το τρένο» είπε ο Pirandello, «ξέρετε μήπως τι ώρα έχει το επόμενο τρένο;»
«Το επόμενο;» έκανε ο άλλος σαν να μην πίστευε στα αφτιά του, «για το επόμενο δεν ξέρω, το προηγούμενο ήταν όμως πολλά χρόνια πιο πριν. Αργήσατε μάλλον».
Δίχως άλλη κουβέντα κατευθύνθηκα εκεί που ‘χαμε αφήσει το αυτοκίνητο. Ύστερα από λίγο τον άκουσα να τρέχει ξοπίσω μου.
«Σαν ιδέα ήταν καλή όμως» είπε σαν να μην έτρεχε τίποτα, «πρέπει να το παραδεχτείς. Τι καλύτερο θα κάναμε σπίτι τέτοια ώρα, μου λες;»
«Το ήξερες» είπα έξαλλος, «ήξερες πως δεν θα περνούσε ποτέ από ‘δω τρένο».
«Η αλήθεια είναι πως το ‘ξερα» είπε. «Αλλά ζήσαμε έτσι ένα μέρος του ταξιδιού, χωρίς να ταλαιπωρηθούμε με αυτά τα πήγαινε – έλα. Ζήσαμε για λίγο αυτή την αναμονή… κι αν δεν είχε εμφανιστεί εκείνος ο φύλακας…»
Τι θα γινόταν αν δεν ερχόταν ο φύλακας;»
«Θα ζούσαμε λίγο ακόμη το όνειρο φίλε μου» είπε, «το άγνωστο».
«Τι ήρθαμε να κάνουμε εδώ;» ρώτησα. Μ’ έτρεχε μες τη νύχτα κι ούτε ήξερα τι θα κάνουμε και γιατί, τα συνηθίζει κάτι τέτοια.
«Μα θα πάρουμε το τρένο» είπε με μια τεράστια απορία στα μάτια, «τι άλλο κάνουν οι άνθρωποι στους σταθμούς;»
Κοίταξα γύρω μου. δεν υπήρχε τίποτα, ούτε κάποιος να ρωτήσει κανείς, μόνο εγώ κι αυτός κάτω απ’ το υπόστεγο, να τρεμουλιάζουμε σαν κοτόπουλα και δεν το βρήκα καθόλου ευχάριστο αυτό.
Δηλαδή θες να πεις πως υπάρχει κάποιο δρομολόγιο τέτοια ώρα;» ρώτησα για να σιγουρέψω πως δεν θα καθόμασταν να περιμένουμε τζάμπα.
«Ασφαλώς και θα υπάρχει δρομολόγιο» είπε με μια φοβερή σιγουριά, «τα τρένα πάντα φεύγουν στην ώρα τους».
Η απάντηση δεν με ικανοποίησε, «και για να ‘χουμε καλό ‘ρώτημα… πού θα πάμε ακριβώς» ρώτησα. .
«Θα εκδράμουμε» είπε κι ένοιωσα τα πόδια μου να λύνονται, «»σ’ άλλη γη, σ’ άλλα μέρη».
Υπήρχε ένα πέτρινο παγκάκι πιο ‘κει και πήγα και κάθισα. Εκείνος βημάτιζε νευρικά πάνω - κάτω και που και που μου έριχνε και μια ματιά. Χαμογελούσε κι έδειχνε χαρούμενος, σαν μικρό παιδί. Πέρασε έτσι αρκετή ώρα. Εγώ δεν μίλαγα αλλά ήξερα πως δεν υπήρχε τρένο. Ήταν ένας έρημος σταθμός, μπορεί να ‘χε να χρησιμοποιηθεί χρόνια, αυτό έδειχναν τα χόρτα στις ράγες, οι σοβάδες που έπεφταν, το υπόστεγο που έσταζε από παντού.
«Τι κάνετε εσείς οι δύο εδώ;» άκουσα ξαφνικά μια φωνή. Κάποιος είχε εμφανιστεί απ’ το πουθενά, κάποιος που έδειχνε να είναι από ‘κει.
«Μα περιμένουμε το τρένο» είπε ο Pirandello, «ξέρετε μήπως τι ώρα έχει το επόμενο τρένο;»
«Το επόμενο;» έκανε ο άλλος σαν να μην πίστευε στα αφτιά του, «για το επόμενο δεν ξέρω, το προηγούμενο ήταν όμως πολλά χρόνια πιο πριν. Αργήσατε μάλλον».
Δίχως άλλη κουβέντα κατευθύνθηκα εκεί που ‘χαμε αφήσει το αυτοκίνητο. Ύστερα από λίγο τον άκουσα να τρέχει ξοπίσω μου.
«Σαν ιδέα ήταν καλή όμως» είπε σαν να μην έτρεχε τίποτα, «πρέπει να το παραδεχτείς. Τι καλύτερο θα κάναμε σπίτι τέτοια ώρα, μου λες;»
«Το ήξερες» είπα έξαλλος, «ήξερες πως δεν θα περνούσε ποτέ από ‘δω τρένο».
«Η αλήθεια είναι πως το ‘ξερα» είπε. «Αλλά ζήσαμε έτσι ένα μέρος του ταξιδιού, χωρίς να ταλαιπωρηθούμε με αυτά τα πήγαινε – έλα. Ζήσαμε για λίγο αυτή την αναμονή… κι αν δεν είχε εμφανιστεί εκείνος ο φύλακας…»
Τι θα γινόταν αν δεν ερχόταν ο φύλακας;»
«Θα ζούσαμε λίγο ακόμη το όνειρο φίλε μου» είπε, «το άγνωστο».
Σάββατο 17 Οκτωβρίου 2009
Η επικοινωνία κι ο pirandello
«Γράφεις κάτι;» ρώτησα.
«Κάτι παλεύω είναι η σωστή έκφραση» είπε ο pirandello.
«Ένα κείμενο υποθέτω».
«Στην ουσία να τα φέρω βόλτα μ' όλους αυτούς που έβαλα ξαφνικά στο κεφάλι μου, ξέρεις, ο καθένας το μακρύ του και το κοντό του».
«Έλα τώρα» του είπα επειδή τον ξέρω, «με ποιόν τα 'χεις βάλει πάλι;»
« Γράφεις, στη λένε που γράφεις. Δε γράφεις, σε πιέζουν να γράψεις, λες πως δε θα γράψεις, σε λένε ρόμπα, τι κόσμος όμως κι αυτός ε;»
«Έτσι είναι ο κόσμος» είπα. «Ο καθένας το μακρύ του και το κοντό του. Μη δίνεις κι εσύ σημασία».
«Ύστερα είναι κι αυτό το ζήτημα της συνέπειας, όλοι απαιτούν από όλους να είναι συνεπείς».
«Έλα καημένε» του είπα, «η συνέπεια μας μάρανε. Μη δίνεις σημασία» επανέλαβα.
«Ξέρεις» είπε, «η επικοινωνία βασίζεται ακριβώς σ' αυτό, να δίνεις σημασία σ' αυτό που λέει ο άλλος, αλλιώς δεν επικοινωνείς, δεν υπάρχει λόγος να επικοινωνείς».
Σ’ αυτό είχε δίκιο τώρα, τι να του έλεγα;
«Κάτι παλεύω είναι η σωστή έκφραση» είπε ο pirandello.
«Ένα κείμενο υποθέτω».
«Στην ουσία να τα φέρω βόλτα μ' όλους αυτούς που έβαλα ξαφνικά στο κεφάλι μου, ξέρεις, ο καθένας το μακρύ του και το κοντό του».
«Έλα τώρα» του είπα επειδή τον ξέρω, «με ποιόν τα 'χεις βάλει πάλι;»
« Γράφεις, στη λένε που γράφεις. Δε γράφεις, σε πιέζουν να γράψεις, λες πως δε θα γράψεις, σε λένε ρόμπα, τι κόσμος όμως κι αυτός ε;»
«Έτσι είναι ο κόσμος» είπα. «Ο καθένας το μακρύ του και το κοντό του. Μη δίνεις κι εσύ σημασία».
«Ύστερα είναι κι αυτό το ζήτημα της συνέπειας, όλοι απαιτούν από όλους να είναι συνεπείς».
«Έλα καημένε» του είπα, «η συνέπεια μας μάρανε. Μη δίνεις σημασία» επανέλαβα.
«Ξέρεις» είπε, «η επικοινωνία βασίζεται ακριβώς σ' αυτό, να δίνεις σημασία σ' αυτό που λέει ο άλλος, αλλιώς δεν επικοινωνείς, δεν υπάρχει λόγος να επικοινωνείς».
Σ’ αυτό είχε δίκιο τώρα, τι να του έλεγα;
Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2009
Το πλήρωμα του χρόνου κι ο Pirandello
«Ήρθε λοιπόν αυτό το περίφημο πλήρωμα του χρόνου» είπε ο Pirandello. «Και αντί να πηδήξω απ’ το παράθυρο λέω να το κλείσω αυτό το ρημάδι να πάει στο διάολο».
Σοβαρολογούσε.
«Μπορείς να το αδρανοποιήσεις απλώς» είπα αφού θα έμενα χωρίς δουλειά έτσι, «να γράψεις μια αποχαιρετιστήρια επιστολή, να την κοτσάρεις εδώ και να το παρατήσεις, όπως όλος ο κόσμος. Δεν χρειάζεται να το κλείσεις… πες πως σου τη δίνει μια μέρα και θες να πεις κάτι».
«Σαν καβάτζα ένα πράγμα» έκανε.
«Πες το κι έτσι. Σαν να αφήνεις ένα παράθυρο ανοιχτό».
«Στενοχωριέμαι, μη νομίζεις» είπε, «έκανα μερικούς φίλους εδώ».
«Ωραία, ένας λόγος παραπάνω. Ευχαρίστησέ τους έναν – έναν ονομαστικά και βαλ’ το στην άκρη να βρίσκεται».
«Δεν είναι λίγο σαν να τους γράφω στα παλιά μου τα παπούτσια;»
«Θ καταλάβουν. Κουράστηκε ο Pirandello και την έκανε θα πουν, εντάξει δεν τους βρίζεις κιόλας».
«Δεν μου ‘ρχεται να γράφω αποχαιρετιστήρια… άσε που το κάνω κάθε τόσο, θα με χέσουν στο τέλος».
«Το ζήτημα είναι να μην κλείσεις το blog, όχι το τι θα τους πεις».
«Σωστά. Δεν χρειάζεται να πω τίποτα επομένως, ήλθον, είδον και απήλθον».
«Ναι. Κι εδώ είμαστε».
«Ναι» επανέλαβε, «κι εδώ είμαστε».
Σοβαρολογούσε.
«Μπορείς να το αδρανοποιήσεις απλώς» είπα αφού θα έμενα χωρίς δουλειά έτσι, «να γράψεις μια αποχαιρετιστήρια επιστολή, να την κοτσάρεις εδώ και να το παρατήσεις, όπως όλος ο κόσμος. Δεν χρειάζεται να το κλείσεις… πες πως σου τη δίνει μια μέρα και θες να πεις κάτι».
«Σαν καβάτζα ένα πράγμα» έκανε.
«Πες το κι έτσι. Σαν να αφήνεις ένα παράθυρο ανοιχτό».
«Στενοχωριέμαι, μη νομίζεις» είπε, «έκανα μερικούς φίλους εδώ».
«Ωραία, ένας λόγος παραπάνω. Ευχαρίστησέ τους έναν – έναν ονομαστικά και βαλ’ το στην άκρη να βρίσκεται».
«Δεν είναι λίγο σαν να τους γράφω στα παλιά μου τα παπούτσια;»
«Θ καταλάβουν. Κουράστηκε ο Pirandello και την έκανε θα πουν, εντάξει δεν τους βρίζεις κιόλας».
«Δεν μου ‘ρχεται να γράφω αποχαιρετιστήρια… άσε που το κάνω κάθε τόσο, θα με χέσουν στο τέλος».
«Το ζήτημα είναι να μην κλείσεις το blog, όχι το τι θα τους πεις».
«Σωστά. Δεν χρειάζεται να πω τίποτα επομένως, ήλθον, είδον και απήλθον».
«Ναι. Κι εδώ είμαστε».
«Ναι» επανέλαβε, «κι εδώ είμαστε».
Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2009
Ο σοσιαλισμός κι ο Pirandello
Βλέπαμε στην τηλεόραση τον πρώην πρωθυπουργό, συντριμμένο να τα μαζεύει και να φεύγει, όλη η Ελλάδα είδε φαντάζομαι την δήλωσή του στο Ζάππειο. Είδαμε και τον πολιτικό χάρτη που πρασίνισε όπως τότε επί Αντρέα.
«Ώστε αυτό ήταν» είπε ο Pirandello. «Τώρα εμείς είμαστε πάλι σοσιαλιστές;»
«Ώστε αυτό ήταν» είπε ο Pirandello. «Τώρα εμείς είμαστε πάλι σοσιαλιστές;»
Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2009
Η νύχτα κι ο Pirandello
Όταν ο pirandello κοίταξε το ρολόι του, ή ώρα δεν ήταν καν τρεις. «Έχω πάψει και να κοιμάμαι σαν άνθρωπος», μονολόγησε. Σηκώθηκε μετά κι έφτιαξε καφέ. «Πολύ δύσκολη νύχτα», είπε.
Άνοιξε τον υπολογιστή, ήπιε μια γουλιά, άναψε τσιγάρο. Η οθόνη αναβόσβηνε, τα προγράμματα έτρεχαν.
Είδε πρώτα αν του ‘χε γράψει κανείς. Δεν του ‘χε γράψει. Είδε μετά στις επαφές μήπως ήταν ξύπνιος άλλος κανείς. Δεν ήταν. Ήπιε κι άλλη γουλιά, άναψε κι άλλο τσιγάρο. Άνοιξε στο τέλος μια σελίδα στο word κι έγραψε τα παραπάνω.
«Όταν ήμουν παιδί», έγραψε, «μου έλεγαν θυμάμαι, να μην πηγαίνω στο δάσος. Με το πες – πες είχα φοβηθεί. Κάποιο βράδυ, μόλις που ‘χε νυχτώσει έκανα βόλτες πάνω – κάτω με το ποδήλατο, μέχρι την άκρη του δρόμου και πίσω. Εκεί στο τέλος υπήρχε μια κολώνα με μια λάμπα που φώτιζε. Πιο πέρα σκοτάδι, απειλητικό το βουνό.
Δίστασα μια στιγμή. Μετά σούφρωσα ένα μαχαίρι απ’ την κουζίνα και προσέχοντας μη με πάρει χαμπάρι κανείς ξεγλίστρησα πάλι στον δρόμο. Ήξερα πως θα με έψαχναν σε καμιά ώρα, ήξεραν πως μου άρεσε να κρύβομαι πότε εδώ και πότε εκεί. Μερικά μέτρα πιο ‘κει το φως της λάμπας κρύφτηκε κι αυτό απ’ τα δέντρα.
Το ήξερα το βουνό, κάθε του σπιθαμή. Μα το βράδυ ήταν αλλιώς, κάθε ήχος, κάθε τρίξιμο, κάθε πετραδάκι που κατρακύλαγε. Φοβόμουν, θα φοβόμουν και τίποτα να μην μου είχανε πει.
Έκανα μια μεγάλη βόλτα, όχι τόσο μεγάλη σαν εκείνες που έκανα το πρωί, δεν πήγα ας πούμε στον γκρεμό αλλά τριγύρισα το δάσος για πολύ ώρα. Η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρελή και δεν έβλεπα την ώρα να γυρίσω πίσω αλλά την έκανα τη διαδρομή. Τέλος είδα πάλι το φως της λάμπας.
Γύρισα κι έβαλα το μαχαίρι στη θέση του. Οι άλλοι συζητούσαν στη βεράντα. Τα είχα καταφέρει αλλά δεν ξέρω ποιος νίκησε τελικά τι».
Άνοιξε τον υπολογιστή, ήπιε μια γουλιά, άναψε τσιγάρο. Η οθόνη αναβόσβηνε, τα προγράμματα έτρεχαν.
Είδε πρώτα αν του ‘χε γράψει κανείς. Δεν του ‘χε γράψει. Είδε μετά στις επαφές μήπως ήταν ξύπνιος άλλος κανείς. Δεν ήταν. Ήπιε κι άλλη γουλιά, άναψε κι άλλο τσιγάρο. Άνοιξε στο τέλος μια σελίδα στο word κι έγραψε τα παραπάνω.
«Όταν ήμουν παιδί», έγραψε, «μου έλεγαν θυμάμαι, να μην πηγαίνω στο δάσος. Με το πες – πες είχα φοβηθεί. Κάποιο βράδυ, μόλις που ‘χε νυχτώσει έκανα βόλτες πάνω – κάτω με το ποδήλατο, μέχρι την άκρη του δρόμου και πίσω. Εκεί στο τέλος υπήρχε μια κολώνα με μια λάμπα που φώτιζε. Πιο πέρα σκοτάδι, απειλητικό το βουνό.
Δίστασα μια στιγμή. Μετά σούφρωσα ένα μαχαίρι απ’ την κουζίνα και προσέχοντας μη με πάρει χαμπάρι κανείς ξεγλίστρησα πάλι στον δρόμο. Ήξερα πως θα με έψαχναν σε καμιά ώρα, ήξεραν πως μου άρεσε να κρύβομαι πότε εδώ και πότε εκεί. Μερικά μέτρα πιο ‘κει το φως της λάμπας κρύφτηκε κι αυτό απ’ τα δέντρα.
Το ήξερα το βουνό, κάθε του σπιθαμή. Μα το βράδυ ήταν αλλιώς, κάθε ήχος, κάθε τρίξιμο, κάθε πετραδάκι που κατρακύλαγε. Φοβόμουν, θα φοβόμουν και τίποτα να μην μου είχανε πει.
Έκανα μια μεγάλη βόλτα, όχι τόσο μεγάλη σαν εκείνες που έκανα το πρωί, δεν πήγα ας πούμε στον γκρεμό αλλά τριγύρισα το δάσος για πολύ ώρα. Η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρελή και δεν έβλεπα την ώρα να γυρίσω πίσω αλλά την έκανα τη διαδρομή. Τέλος είδα πάλι το φως της λάμπας.
Γύρισα κι έβαλα το μαχαίρι στη θέση του. Οι άλλοι συζητούσαν στη βεράντα. Τα είχα καταφέρει αλλά δεν ξέρω ποιος νίκησε τελικά τι».
Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2009
Ο Γουάτσον κι ο Pirandello
«Επιτέλους, ξεφύγαμε απ’ αυτήν την υστερία των blogs» είπε ο Pirandello. «Κανένας δεν γράφει πια».
«Εμένα με θλίβει λίγο αυτό μπορώ να σου πω», είπα. «Απ’ την άλλη όλα τελειώνουν κάποτε, κάποτε θα μας τέλειωναν και τα blogs».
«Ο κόσμος πάει μπροστά φίλε μου», είπε. «Ήταν αστείο άλλωστε, μεγάλοι άνθρωποι να παίζουμε όλη μέρα μ’ αυτό το πράγμα». «Αναρωτιέμαι αν είχα και τίποτα άλλο να πω», είπε και σηκώθηκε. «Τους είπα για τη θάλασσα, τον ουρανό, τους είπα για τον κήπο μου, τη σχέση μου με τον Θεό, τους ανθρώπους… δε θυμάμαι αν τους μίλησα και για τον έρωτα, δε μπορεί κάτι θα είπα και γι’ αυτό, τι άλλο μένει να πει κανείς;»
«Ώστε αυτό ήταν; Δε θα γράψεις ξανά;», ρώτησα.
«Όχι, όχι, δεν είπα αυτό, είπα, ή μάλλον έχεις δίκιο, δεν είπα, τώρα θα πω, πως μου ‘χει φύγει το άγχος, μη γράφοντας κατάλαβα πως δεν υπήρχε και πραγματικός λόγος που έγραφα».
«Και; Θα γράφεις ή δε θα γράφεις; Δεν κατάλαβα».
«Άμα έχεις κάτι να πεις το λες» είπε ο Pirandello. «Αλλιώς δε χρειάζεται να σκοτίζεις και τους άλλους μ’ ένα σωρό ανοησίες».
«Ναι, αλλά άμα κόψεις κι από ‘δω, τι άλλο θα κάνεις; Μου λες;»
Έμεινε για λίγο αμίλητος, σκεπτικός. «Δεν ξέρω είναι η αλήθεια», είπε. «Στην ηλικία που είμαι και δεν έχω τι άλλο να κάνω πέρα απ’ το να παίζω όλη μέρα στο blog, σου φαίνεται φυσικό τώρα αυτό;»
«Είναι καλύτερο απ’ το να ξημεροβραδιάζεται στο καφενείο κανείς, σίγουρα».
Το σκέφτηκε για λίγο. «Ωραία», είπε μετά, «πες πως γράφω κάτι, τι το ενδιαφέρον κάναμε σήμερα;»
Έριξα μια ματιά στο ρολόι μου, «είναι ώρα να φύγω», είπα.
Με ακολούθησε μέχρι την πόρτα, «ναι, αλλά δε με βοηθάς έτσι, πες μου τι θα μπορούσα να γράψω και φύγε».
«Γράψε… για την τιάρα των Αψβούργων», του είπα.
Έδειχνε κάπως σαν σκοτισμένος, τον λυπήθηκα να σου πω. «Γράψε γι’ αυτά που είπαμε εδώ σήμερα», του είπα. Αυτός άνοιξε τα χέρια του και με αγκάλιασε: «Τι θα έκανα χωρίς εσένα Γουάτσον», μου είπε, «Τι θα έκανα χωρίς εσένα;»
«Εμένα με θλίβει λίγο αυτό μπορώ να σου πω», είπα. «Απ’ την άλλη όλα τελειώνουν κάποτε, κάποτε θα μας τέλειωναν και τα blogs».
«Ο κόσμος πάει μπροστά φίλε μου», είπε. «Ήταν αστείο άλλωστε, μεγάλοι άνθρωποι να παίζουμε όλη μέρα μ’ αυτό το πράγμα». «Αναρωτιέμαι αν είχα και τίποτα άλλο να πω», είπε και σηκώθηκε. «Τους είπα για τη θάλασσα, τον ουρανό, τους είπα για τον κήπο μου, τη σχέση μου με τον Θεό, τους ανθρώπους… δε θυμάμαι αν τους μίλησα και για τον έρωτα, δε μπορεί κάτι θα είπα και γι’ αυτό, τι άλλο μένει να πει κανείς;»
«Ώστε αυτό ήταν; Δε θα γράψεις ξανά;», ρώτησα.
«Όχι, όχι, δεν είπα αυτό, είπα, ή μάλλον έχεις δίκιο, δεν είπα, τώρα θα πω, πως μου ‘χει φύγει το άγχος, μη γράφοντας κατάλαβα πως δεν υπήρχε και πραγματικός λόγος που έγραφα».
«Και; Θα γράφεις ή δε θα γράφεις; Δεν κατάλαβα».
«Άμα έχεις κάτι να πεις το λες» είπε ο Pirandello. «Αλλιώς δε χρειάζεται να σκοτίζεις και τους άλλους μ’ ένα σωρό ανοησίες».
«Ναι, αλλά άμα κόψεις κι από ‘δω, τι άλλο θα κάνεις; Μου λες;»
Έμεινε για λίγο αμίλητος, σκεπτικός. «Δεν ξέρω είναι η αλήθεια», είπε. «Στην ηλικία που είμαι και δεν έχω τι άλλο να κάνω πέρα απ’ το να παίζω όλη μέρα στο blog, σου φαίνεται φυσικό τώρα αυτό;»
«Είναι καλύτερο απ’ το να ξημεροβραδιάζεται στο καφενείο κανείς, σίγουρα».
Το σκέφτηκε για λίγο. «Ωραία», είπε μετά, «πες πως γράφω κάτι, τι το ενδιαφέρον κάναμε σήμερα;»
Έριξα μια ματιά στο ρολόι μου, «είναι ώρα να φύγω», είπα.
Με ακολούθησε μέχρι την πόρτα, «ναι, αλλά δε με βοηθάς έτσι, πες μου τι θα μπορούσα να γράψω και φύγε».
«Γράψε… για την τιάρα των Αψβούργων», του είπα.
Έδειχνε κάπως σαν σκοτισμένος, τον λυπήθηκα να σου πω. «Γράψε γι’ αυτά που είπαμε εδώ σήμερα», του είπα. Αυτός άνοιξε τα χέρια του και με αγκάλιασε: «Τι θα έκανα χωρίς εσένα Γουάτσον», μου είπε, «Τι θα έκανα χωρίς εσένα;»
Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2009
Η ομπρέλα του Pirandello
«Τι είναι ο άνθρωπος, ένα τίποτα» είπε ο pirandello. «Αυτό το έλεγε ο πατέρας μου. Κι εγώ, στην ηλικία που είμαι θα έπρεπε να ξέρω πια».
Προσπαθούσα να εναρμονιστώ με το βήμα του και να μην γκρεμιστώ στον γκρεμό που έχασκε από κάτω. Εκείνος, από τη μέσα μεριά του μονοπατιού δεν διέτρεχε κανένα κίνδυνο και ενώ μιλούσε όλο και μ’ έσπρωχνε ασυναίσθητα.
«Ούτε καν το κέφι του δεν μπορεί να κάνει κάποιος» έλεγε χειρονομώντας με το ελεύθερο χέρι του, «είδες πώς μας κοίταζαν όλοι επειδή έτσι μου ‘ρθε να πάρω μαζί μια ομπρέλα;»
«Η αλήθεια είναι πως δεν χρειάζεται» είπα πίσω του.
«Τίποτα δεν χρειάζεται αν το καλοσκεφτείς» είπε εκείνος χωρίς να γυρίσει να με κοιτάξει, «θα μπορούσες να περπατάς και χωρίς παπούτσια κι όμως φοράς».
«Άλλο τα παπούτσια» είπα.
«Θεωρείς πως έπρεπε να ζητήσω από κάποιον την άδεια για να κρατήσω μια ομπρέλα; Ποιόν ενδιαφέρει το τι κάνω εγώ;»
«Κανέναν. Απλώς φαίνεται παράξενο».
«Ο κόσμος είναι γεμάτος παραξενιές, δεν έπρεπε να τους κάνει εντύπωση μία ομπρέλα».
«Πρέπει να παραδεχθείς πως δεν είναι και το πλέον συνηθισμένο να κυκλοφορεί κάποιος με ομπρέλα με τέτοιο καιρό».
«Έπρεπε να το φανταστώ πως θα σκεφτόσουν με τέτοιο τρόπο».
«Δεν καταλαβαίνω, τι έχει ο τρόπος μου;»
Ο Pirandello σταμάτησε απότομα και με κοίταξε. Εγώ βρήκα ευκαιρία να χωθώ την ίδια στιγμή στη σκιά, να πάρω μια ανάσα σαν άνθρωπος.
«Αφού σου φαίνεται παράλογο το γεγονός γιατί δεν κάθεσαι να σε καίει ο ήλιος;» ρώτησε.
Ενστικτωδώς έκανα ένα βήμα πίσω. «Ναι, παραδέχομαι πως δεν είναι κακή ιδέα» είπα.
Ο Pirandello έκανε μεταβολή, με προσπέρασε και πήρε τον δρόμο του γυρισμού. Μπρος αυτός, πίσω εγώ περπατήσαμε έτσι γι’ αρκετή ώρα. Εγώ φρόντιζα να βρίσκομαι αρκετά κοντά ώστε να περπατάω υπό σκιά.
«Απλώς ήθελα να πω πως αν έκανε ο καθένας το κέφι του αυτός ο κόσμος θα ήταν πιο υποφερτός, η ζωή μας πιο εύκολη» είπε. «Κι ίσως να ‘μασταν ένα βήμα πλησιέστερα στην ευτυχία».
Μία ψιχάλα με βρήκε στη μύτη κι ύστερα άλλη και άλλη. Λίγα μέτρα απ’ το σπίτι ο ουρανός είχε σκοτεινιάσει κι έβρεχε κανονικά. Αναγκάστηκα να τον κρατήσω απ’ το χέρι για να προστατευτώ απ’ τη βροχή. Συναντηθήκαμε και με κάποιους που έτρεχαν να προφυλαχθούν από την ξαφνική μπόρα. Εκείνος στάθηκε και τους κοίταζε, απαθής.
«Όλοι αυτοί δεν ήταν που μας κορόιδευαν πριν;» ρώτησε.
Προσπαθούσα να εναρμονιστώ με το βήμα του και να μην γκρεμιστώ στον γκρεμό που έχασκε από κάτω. Εκείνος, από τη μέσα μεριά του μονοπατιού δεν διέτρεχε κανένα κίνδυνο και ενώ μιλούσε όλο και μ’ έσπρωχνε ασυναίσθητα.
«Ούτε καν το κέφι του δεν μπορεί να κάνει κάποιος» έλεγε χειρονομώντας με το ελεύθερο χέρι του, «είδες πώς μας κοίταζαν όλοι επειδή έτσι μου ‘ρθε να πάρω μαζί μια ομπρέλα;»
«Η αλήθεια είναι πως δεν χρειάζεται» είπα πίσω του.
«Τίποτα δεν χρειάζεται αν το καλοσκεφτείς» είπε εκείνος χωρίς να γυρίσει να με κοιτάξει, «θα μπορούσες να περπατάς και χωρίς παπούτσια κι όμως φοράς».
«Άλλο τα παπούτσια» είπα.
«Θεωρείς πως έπρεπε να ζητήσω από κάποιον την άδεια για να κρατήσω μια ομπρέλα; Ποιόν ενδιαφέρει το τι κάνω εγώ;»
«Κανέναν. Απλώς φαίνεται παράξενο».
«Ο κόσμος είναι γεμάτος παραξενιές, δεν έπρεπε να τους κάνει εντύπωση μία ομπρέλα».
«Πρέπει να παραδεχθείς πως δεν είναι και το πλέον συνηθισμένο να κυκλοφορεί κάποιος με ομπρέλα με τέτοιο καιρό».
«Έπρεπε να το φανταστώ πως θα σκεφτόσουν με τέτοιο τρόπο».
«Δεν καταλαβαίνω, τι έχει ο τρόπος μου;»
Ο Pirandello σταμάτησε απότομα και με κοίταξε. Εγώ βρήκα ευκαιρία να χωθώ την ίδια στιγμή στη σκιά, να πάρω μια ανάσα σαν άνθρωπος.
«Αφού σου φαίνεται παράλογο το γεγονός γιατί δεν κάθεσαι να σε καίει ο ήλιος;» ρώτησε.
Ενστικτωδώς έκανα ένα βήμα πίσω. «Ναι, παραδέχομαι πως δεν είναι κακή ιδέα» είπα.
Ο Pirandello έκανε μεταβολή, με προσπέρασε και πήρε τον δρόμο του γυρισμού. Μπρος αυτός, πίσω εγώ περπατήσαμε έτσι γι’ αρκετή ώρα. Εγώ φρόντιζα να βρίσκομαι αρκετά κοντά ώστε να περπατάω υπό σκιά.
«Απλώς ήθελα να πω πως αν έκανε ο καθένας το κέφι του αυτός ο κόσμος θα ήταν πιο υποφερτός, η ζωή μας πιο εύκολη» είπε. «Κι ίσως να ‘μασταν ένα βήμα πλησιέστερα στην ευτυχία».
Μία ψιχάλα με βρήκε στη μύτη κι ύστερα άλλη και άλλη. Λίγα μέτρα απ’ το σπίτι ο ουρανός είχε σκοτεινιάσει κι έβρεχε κανονικά. Αναγκάστηκα να τον κρατήσω απ’ το χέρι για να προστατευτώ απ’ τη βροχή. Συναντηθήκαμε και με κάποιους που έτρεχαν να προφυλαχθούν από την ξαφνική μπόρα. Εκείνος στάθηκε και τους κοίταζε, απαθής.
«Όλοι αυτοί δεν ήταν που μας κορόιδευαν πριν;» ρώτησε.
Δευτέρα 27 Ιουλίου 2009
Όταν ο pirandello συνάντησε τον Ιωάννη τον Πρεσβύτερο
… εκείνος του φάνηκε ένας καταπονημένος γέρος, ανήμπορος κι αξιοθρήνητος που δεν στεκόταν καν στα πόδια του και χρειαζόταν βοήθεια για να φάει ή να ενεργηθεί. Αργότερα βέβαια όταν τον είδε να υψώνεται τριάντα πόντους α’ το πάτωμα και να αιωρείται χωρίς καμιά μηχανική υποστήριξη, ζήτησε συγχώρεση και προσκύνησε. Ο Ιωάννης ο Πρεσβύτερος τότε του έτεινε αδύναμα το χέρι του κι ο Pirandello υπέθεσε αυτό που θα σκέφτονταν όλοι, πως του το έτεινε να τ’ ασπαστεί, όταν πλησίασε όμως τον άκουσε να ψιθυρίζει: «Βοήθησέ με να κατεβώ σε παρακαλώ» έλεγε, «τελευταία έχω γίνει αφάνταστα ελαφρύς».
Πέμπτη 9 Ιουλίου 2009
Η Μπαγκαβάντ-γκίτα, ο Ιωάννης ο Πρεσβύτερος κι ο Pirandello (2)
Ο Pirandello γύρισε κατάκοπος εκείνη τη νύχτα, σωριάστηκε σε μια καρέκλα και ζήτησε ένα ποτήρι νερό να σβήσει τη δίψα του. «Από ‘δω και πέρα θα κηρύττω τον λόγο του Θεού μόνο νύχτα» δήλωσε, ζήτησε στη συνέχεια μια λεκάνη με μολυβόνερο να βάλει τα πόδια του γιατί είχαν πρηστεί κι όταν έγινε κι αυτό κι ανακουφίστηκε κάπως, έβγαλε ένα βαθύ αναστεναγμό και συνέχισε: «Λίγο έλειψε να ξεροψηθώ εκεί έξω, μεγάλη η χάρη Του» είπε κι έκανε κάποια χειρονομία σαν να έκανε τον σταυρό του.
«Θες να πεις πως βγήκες και μίλησες στον κόσμο για τον Θεό;» ρώτησα έκπληκτος.
«Διέδωσα τον λόγο του» είπε.
«Μα πώς; Με τι τρόπο; Σε ποιόν;» τον κατέκλυσα με ερωτήσεις.
«Μα με την παρουσία μου ασφαλώς» μου απάντησε. «Μην ξεχνάς πως ο λόγος του Θεού είναι μυστικός, όταν μιλάς γι’ αυτόν μόνο εκπτώσεις μπορείς να κάνεις».
«Και για ποιόν Θεό ακριβώς τους μίλησες;» ρώτησα, υπονοώντας πως η παρουσία του αυτή άλλα σήμαινε.
«Α, δεν έχει καμιά σημασία αυτό» είπε, «το ένδυμα ενδυναμώνει τον ρόλο απλώς. Όσο για τον Θεό, ας πιστεύει ο καθένας σ’ όποιον Θεό θέλει ».
«Θες να πεις πως δεν έχει σημασία σε τι Θεό πιστεύει κανείς;»
«Θα μου πεις τώρα πως τόσοι πόλεμοι έγιναν για τον Θεό, πως είναι τόσο το αίμα που χύθηκε, αυτό δεν θα πεις;»
«Ναι».
«Θα σου πω τότε πως τίποτα απ’ αυτά δεν τα έκανε ο Θεός, ο Θεός δεν ανακατεύεται ποτέ, είδες εσύ ποτέ έναν Θεό να βγάζει ένα μαχαίρι και να μαχαιρώνει τον διπλανό του;»
«Μα όχι βέβαια, αυτή δεν είναι δουλειά των Θεών, ο Θεός είναι πάντα πανάγαθος, συμπονετικός, δεν εγκληματεί ποτέ ο Θεός, τιμωρεί μόνο, ή συγχωρεί, δεν ξέρω τι ακριβώς κάνει ένας Θεός».
«Ο Θεός είναι κάτι που διαμορφώνεται στα χέρια του καθενός», είπε ο Pirandello. «Εξαρτάται απ’ τον καθένα επομένως τι Θεός θα ‘ναι αυτός, δεν φταίει για το τι είναι κάθε φορά ο Θεός».
«Και πώς σου ‘ρθε εσένα να μιλήσεις τώρα για τον Θεό; Τι σχέση έχεις εσύ μ’ αυτό που λέει ο κόσμος Θεό;»
«Ο Θεός λέει πως ο καθένας κουβαλάει έναν Θεό μέσα του κι έρχονται στιγμές που ο οιοσδήποτε πιστεύει πως με κάποιο τρόπο είναι Θεός, όταν ορίζει κάτι, όταν έχει κάτι να πει».
«Καλά, και τι σχέση έχουν μ’ αυτά η Μπαγκαβάντ-γκίτα κι ο Ιωάννης ο Πρεσβύτερος;», ρώτησα.
«Δεν έχουν», έκανε βγάζοντας το ράσο του, «όλα χρειάζονται ένα Θέατρο όμως για να σταθούν. Ακόμα κι ένας Θεός».
«Θες να πεις πως βγήκες και μίλησες στον κόσμο για τον Θεό;» ρώτησα έκπληκτος.
«Διέδωσα τον λόγο του» είπε.
«Μα πώς; Με τι τρόπο; Σε ποιόν;» τον κατέκλυσα με ερωτήσεις.
«Μα με την παρουσία μου ασφαλώς» μου απάντησε. «Μην ξεχνάς πως ο λόγος του Θεού είναι μυστικός, όταν μιλάς γι’ αυτόν μόνο εκπτώσεις μπορείς να κάνεις».
«Και για ποιόν Θεό ακριβώς τους μίλησες;» ρώτησα, υπονοώντας πως η παρουσία του αυτή άλλα σήμαινε.
«Α, δεν έχει καμιά σημασία αυτό» είπε, «το ένδυμα ενδυναμώνει τον ρόλο απλώς. Όσο για τον Θεό, ας πιστεύει ο καθένας σ’ όποιον Θεό θέλει ».
«Θες να πεις πως δεν έχει σημασία σε τι Θεό πιστεύει κανείς;»
«Θα μου πεις τώρα πως τόσοι πόλεμοι έγιναν για τον Θεό, πως είναι τόσο το αίμα που χύθηκε, αυτό δεν θα πεις;»
«Ναι».
«Θα σου πω τότε πως τίποτα απ’ αυτά δεν τα έκανε ο Θεός, ο Θεός δεν ανακατεύεται ποτέ, είδες εσύ ποτέ έναν Θεό να βγάζει ένα μαχαίρι και να μαχαιρώνει τον διπλανό του;»
«Μα όχι βέβαια, αυτή δεν είναι δουλειά των Θεών, ο Θεός είναι πάντα πανάγαθος, συμπονετικός, δεν εγκληματεί ποτέ ο Θεός, τιμωρεί μόνο, ή συγχωρεί, δεν ξέρω τι ακριβώς κάνει ένας Θεός».
«Ο Θεός είναι κάτι που διαμορφώνεται στα χέρια του καθενός», είπε ο Pirandello. «Εξαρτάται απ’ τον καθένα επομένως τι Θεός θα ‘ναι αυτός, δεν φταίει για το τι είναι κάθε φορά ο Θεός».
«Και πώς σου ‘ρθε εσένα να μιλήσεις τώρα για τον Θεό; Τι σχέση έχεις εσύ μ’ αυτό που λέει ο κόσμος Θεό;»
«Ο Θεός λέει πως ο καθένας κουβαλάει έναν Θεό μέσα του κι έρχονται στιγμές που ο οιοσδήποτε πιστεύει πως με κάποιο τρόπο είναι Θεός, όταν ορίζει κάτι, όταν έχει κάτι να πει».
«Καλά, και τι σχέση έχουν μ’ αυτά η Μπαγκαβάντ-γκίτα κι ο Ιωάννης ο Πρεσβύτερος;», ρώτησα.
«Δεν έχουν», έκανε βγάζοντας το ράσο του, «όλα χρειάζονται ένα Θέατρο όμως για να σταθούν. Ακόμα κι ένας Θεός».
Τρίτη 7 Ιουλίου 2009
Η Μπαγκαβάντ-γκίτα, ο Ιωάννης ο Πρεσβύτερος κι ο pirandello
http://www.youtube.com/watch?v=c5mYsTGjP_Y
YouTube - Hare Krishna!
Ο pirandello φόρεσε εκείνη την κελεμπία που φοράνε κι οι Βαϊσναβισμάνοι μοναχοί - αν το λέω καλά - ξύρισε το κεφάλι του και έβαλε ένα ζευγάρι σανδάλια, απ’ αυτά που πουλάνε στη Μύκονο. Μύρισε ύστερα τα λουλουδάκια του κήπου με αφάνταστη στοργή, μου ένευσε σαν να μ’ αποχαιρετούσε για πάντα κι έφυγε πρωί – πρωί σιγοτραγουδώντας το γνωστό mantra. Στις σημειώσεις του ανακάλυψα το ενδιαφέρον του για τον Ιωάννη τον Πρεσβύτερο και την πιο ξεχωριστή θυγατέρα της Εύας.
«Θα τον βρω» γράφει, «ή αν δεν τον βρω θ’ ανακαλύψω μια Ινδία για να τον βάλω».
Παρακάτω ανάμεσα σ’ άλλα ακαταλαβίστικα γράφει: «Το πρώτο δίδαγμα του Κρίσνα στην Μπαγκαβάντ-γκίτα είναι ότι δεν είμαστε το σώμα , αλλά αιώνιες πνευματικές ψυχές»… και άλλα.
Μπαγκαβάντ-γκίτα;
Τι άλλο θα ‘ ακούσουμε Θεέ μου;
YouTube - Hare Krishna!
Ο pirandello φόρεσε εκείνη την κελεμπία που φοράνε κι οι Βαϊσναβισμάνοι μοναχοί - αν το λέω καλά - ξύρισε το κεφάλι του και έβαλε ένα ζευγάρι σανδάλια, απ’ αυτά που πουλάνε στη Μύκονο. Μύρισε ύστερα τα λουλουδάκια του κήπου με αφάνταστη στοργή, μου ένευσε σαν να μ’ αποχαιρετούσε για πάντα κι έφυγε πρωί – πρωί σιγοτραγουδώντας το γνωστό mantra. Στις σημειώσεις του ανακάλυψα το ενδιαφέρον του για τον Ιωάννη τον Πρεσβύτερο και την πιο ξεχωριστή θυγατέρα της Εύας.
«Θα τον βρω» γράφει, «ή αν δεν τον βρω θ’ ανακαλύψω μια Ινδία για να τον βάλω».
Παρακάτω ανάμεσα σ’ άλλα ακαταλαβίστικα γράφει: «Το πρώτο δίδαγμα του Κρίσνα στην Μπαγκαβάντ-γκίτα είναι ότι δεν είμαστε το σώμα , αλλά αιώνιες πνευματικές ψυχές»… και άλλα.
Μπαγκαβάντ-γκίτα;
Τι άλλο θα ‘ ακούσουμε Θεέ μου;
Τετάρτη 17 Ιουνίου 2009
Η “έμπνευση” του Pirandello
Είδα απ’ το παράθυρο το φορτηγό της μεταφορικής εταιρίας. Σταμάτησε μπροστά στην πόρτα του γκαράζ, τη μόνη άδεια θέση στον δρόμο. Την ίδια στιγμή άκουσα τον Pirandello που μιλούσε στο τηλέφωνο: «μάλιστα» έλεγε, «ναι, ναι αυτή είναι η διεύθυνση… ναι, ναι, ανοίγω αμέσως». Κατέβασε το ακουστικό και έτρεξε στην πόρτα, «ήρθε» είπε.
Τον ακολούθησα στον κήπο και τον είδα ν’ ανοίγει διάπλατα την πόρτα του γκαράζ. Στο μεταξύ ο οδηγός κι εκείνος που τον συνόδευε είχαν ανοίξει κι αυτοί την πόρτα του φορτηγού και κατέβαζαν εκείνο το τεράστιο κιβώτιο το οποίο έμοιαζε Πάνδαρο. Το τοποθέτησαν σ’ ένα καρότσι σαν αυτά του αεροδρομίου και τραβώντας ο ένας, σπρώχνοντας ο άλλος το ανέβασαν απ’ την ράμπα και το έμπασαν στον κήπο. Ο Pirandello τους καθοδηγούσε κι έβαζε κι αυτός ένα χεράκι, «προσέξτε» έλεγε, « προς Θεού, αυτό το πράγμα είναι πολύτιμο».
«Που θα πάει;» ρώτησε ο οδηγός που ‘χε σταματήσει για να πάρει ανάσα, «ελπίζω μόνο να μην χρειαστεί να το κουβαλήσουμε στα χέρια».
«Μέσα, μέσα» έκανε ο Pirandello, «θα χρειαστεί να το βάλουμε μάλλον απ’ την μπαλκονόπορτα».
Ανοίξαμε και την μπαλκονόπορτα και το κιβώτιο ήρθε καταμεσής στο σαλόνι, «εδώ παιδιά, ακουμπήστε το εδώ… προσεκτικά» τους είπε εκείνος κι ο οδηγός μαζί με τον άλλον το άφησαν επιτέλους στο πάτωμα. Στην συνέχεια σκούπισε το μέτωπό του κι έβγαλε απ’ την τσέπη του το τιμολόγιο.
«Πλήρωσε σε παρακαλώ τους κυρίους» μου είπε ο pirandello κι άρχισε να ξεφασκιώνει το κιβώτιο. Εγώ έκανα αυτό που μου είπε, ευχαρίστησα τους ανθρώπους και τους ξεπροβόδισα στην έξοδο.
Ήταν ένα τεράστιο κιβώτιο, σιδερένιο, σαν ψυγείο. Ο pirandello μάζεψε τα χαρτιά και τις ταινίες απ’ το πάτωμα και τα έκανε όλα πέρα για να θαυμάσει. Εγώ κοίταζα σαν χαζός.
«Μα τι είναι αυτό;» ρώτησα, «από πού ανοίγει;»
Ο Pirandello πέρασε το χέρι του απαλά πάνω απ’ την γυαλιστερή μεταλλική επιφάνεια. Η χαρά του ήταν απερίγραφτη.
«Δεν ανοίγει» μου είπε συγκινημένος.
«Δεν ανοίγει; Και τι είναι τέλος πάντων;»
«Είναι το μυστικό της ζωής» είπε, «δικής μου εμπνεύσεως. Το έκανα παραγγελία».
Τον ακολούθησα στον κήπο και τον είδα ν’ ανοίγει διάπλατα την πόρτα του γκαράζ. Στο μεταξύ ο οδηγός κι εκείνος που τον συνόδευε είχαν ανοίξει κι αυτοί την πόρτα του φορτηγού και κατέβαζαν εκείνο το τεράστιο κιβώτιο το οποίο έμοιαζε Πάνδαρο. Το τοποθέτησαν σ’ ένα καρότσι σαν αυτά του αεροδρομίου και τραβώντας ο ένας, σπρώχνοντας ο άλλος το ανέβασαν απ’ την ράμπα και το έμπασαν στον κήπο. Ο Pirandello τους καθοδηγούσε κι έβαζε κι αυτός ένα χεράκι, «προσέξτε» έλεγε, « προς Θεού, αυτό το πράγμα είναι πολύτιμο».
«Που θα πάει;» ρώτησε ο οδηγός που ‘χε σταματήσει για να πάρει ανάσα, «ελπίζω μόνο να μην χρειαστεί να το κουβαλήσουμε στα χέρια».
«Μέσα, μέσα» έκανε ο Pirandello, «θα χρειαστεί να το βάλουμε μάλλον απ’ την μπαλκονόπορτα».
Ανοίξαμε και την μπαλκονόπορτα και το κιβώτιο ήρθε καταμεσής στο σαλόνι, «εδώ παιδιά, ακουμπήστε το εδώ… προσεκτικά» τους είπε εκείνος κι ο οδηγός μαζί με τον άλλον το άφησαν επιτέλους στο πάτωμα. Στην συνέχεια σκούπισε το μέτωπό του κι έβγαλε απ’ την τσέπη του το τιμολόγιο.
«Πλήρωσε σε παρακαλώ τους κυρίους» μου είπε ο pirandello κι άρχισε να ξεφασκιώνει το κιβώτιο. Εγώ έκανα αυτό που μου είπε, ευχαρίστησα τους ανθρώπους και τους ξεπροβόδισα στην έξοδο.
Ήταν ένα τεράστιο κιβώτιο, σιδερένιο, σαν ψυγείο. Ο pirandello μάζεψε τα χαρτιά και τις ταινίες απ’ το πάτωμα και τα έκανε όλα πέρα για να θαυμάσει. Εγώ κοίταζα σαν χαζός.
«Μα τι είναι αυτό;» ρώτησα, «από πού ανοίγει;»
Ο Pirandello πέρασε το χέρι του απαλά πάνω απ’ την γυαλιστερή μεταλλική επιφάνεια. Η χαρά του ήταν απερίγραφτη.
«Δεν ανοίγει» μου είπε συγκινημένος.
«Δεν ανοίγει; Και τι είναι τέλος πάντων;»
«Είναι το μυστικό της ζωής» είπε, «δικής μου εμπνεύσεως. Το έκανα παραγγελία».
Σάββατο 6 Ιουνίου 2009
Η αγρανάπαυση, το ψάρι κι ο Pirandello
«Ώστε, θέλοντας και μη, αγρανάπαυση;» ρώτησα.
«Δεν ξέρω, μάλλον αμηχανία θα το έλεγα» είπε ο Pirandello μετά από σκέψη. Κουδούνιζε αφηρημένα ένα κουταλάκι στο φλιτζάνι του, «πάντα μετά από κάτι τέτοιο νοιώθω αμήχανος, ξεθυμασμένος».
«Είναι ένα διάλειμμα, με το που θα περάσουν κι οι εκλογές όλα θα είναι πάλι κανονικά, όπως πριν».
«Τίποτα ποτέ δεν είναι όπως πριν, πάντα εγώ είμαι διαφορετικός, κάπως. Όλα είναι διαφορετικά αλλά κυρίως εγώ, σαν να επανέρχομαι στην αρχή».
Ένα πουλάκι πέταξε και άρχισε να τσιμπολογάει κάτι ανάμεσα στα πόδια μας.
«Τι πουλί είναι αυτό;» ρώτησε.
«Δεν ξέρω» είπα, «Σουσουράδα;»
Αυτός αδιαφόρησε για το πουλί. Σηκώθηκα κι έβαλα καφέ στην κούπα μου κι ύστερα γέμισα ξανά τη δική του. Εκείνος ούτε που το πρόσεξε.
«Είναι σαν να είμαι στο πουθενά» είπε.
«Δες το σαν μια νέα αρχή…» είπα να πω κι εγώ μια αρλούμπα, «σαν ευκαιρία που σου δίνεται. Αυτό πήρε τώρα τον δρόμο του κι εσύ θα πάρεις τον δικό σου, θα δεις τον κόσμο μ’ άλλα μάτια, θα πας γι’ άλλα».
«Δεν ξέρω γιατί απ’ όλα πρέπει ν’ ανησυχώ» είπε, «δουλειά δεν είχαμε – δουλειά βρήκαμε».
«Θα πάω μια μεγάλη βόλτα» είπε. «Το μεσημέρι θα ήθελα να φάω ψάρι».
Σηκώθηκα και μάζεψα τα πράγματά μου απ’ το τραπέζι, «θα έρθω μαζί σου» του είπα.
«Καλύτερα όχι» έκανε ο Pirandello ενώ ήταν ήδη στην πόρτα, «τους αυτοπροσδιορισμούς τους κάνει πάντα ο καθένας μόνος του. Εσύ φρόντισε σε παρακαλώ για το ψάρι».
«Τι ψάρι;» του φώναξα.
«Μου είναι αδιάφορο» είπε ενώ ήταν ήδη στο δρόμο για την παραλία. «Αρκεί να το φάμε εμείς…» φώναξε.
«Δεν ξέρω, μάλλον αμηχανία θα το έλεγα» είπε ο Pirandello μετά από σκέψη. Κουδούνιζε αφηρημένα ένα κουταλάκι στο φλιτζάνι του, «πάντα μετά από κάτι τέτοιο νοιώθω αμήχανος, ξεθυμασμένος».
«Είναι ένα διάλειμμα, με το που θα περάσουν κι οι εκλογές όλα θα είναι πάλι κανονικά, όπως πριν».
«Τίποτα ποτέ δεν είναι όπως πριν, πάντα εγώ είμαι διαφορετικός, κάπως. Όλα είναι διαφορετικά αλλά κυρίως εγώ, σαν να επανέρχομαι στην αρχή».
Ένα πουλάκι πέταξε και άρχισε να τσιμπολογάει κάτι ανάμεσα στα πόδια μας.
«Τι πουλί είναι αυτό;» ρώτησε.
«Δεν ξέρω» είπα, «Σουσουράδα;»
Αυτός αδιαφόρησε για το πουλί. Σηκώθηκα κι έβαλα καφέ στην κούπα μου κι ύστερα γέμισα ξανά τη δική του. Εκείνος ούτε που το πρόσεξε.
«Είναι σαν να είμαι στο πουθενά» είπε.
«Δες το σαν μια νέα αρχή…» είπα να πω κι εγώ μια αρλούμπα, «σαν ευκαιρία που σου δίνεται. Αυτό πήρε τώρα τον δρόμο του κι εσύ θα πάρεις τον δικό σου, θα δεις τον κόσμο μ’ άλλα μάτια, θα πας γι’ άλλα».
«Δεν ξέρω γιατί απ’ όλα πρέπει ν’ ανησυχώ» είπε, «δουλειά δεν είχαμε – δουλειά βρήκαμε».
«Θα πάω μια μεγάλη βόλτα» είπε. «Το μεσημέρι θα ήθελα να φάω ψάρι».
Σηκώθηκα και μάζεψα τα πράγματά μου απ’ το τραπέζι, «θα έρθω μαζί σου» του είπα.
«Καλύτερα όχι» έκανε ο Pirandello ενώ ήταν ήδη στην πόρτα, «τους αυτοπροσδιορισμούς τους κάνει πάντα ο καθένας μόνος του. Εσύ φρόντισε σε παρακαλώ για το ψάρι».
«Τι ψάρι;» του φώναξα.
«Μου είναι αδιάφορο» είπε ενώ ήταν ήδη στο δρόμο για την παραλία. «Αρκεί να το φάμε εμείς…» φώναξε.
Σάββατο 23 Μαΐου 2009
take a walk
«Φίλοι μου» είπε ο Pirandello, «αυτός είναι ο καλύτερος φίλος μου… και μπορείτε εύκολα να καταλάβετε το γιατι και… αλλά διαβάστε καλύτερα».
Αμόλα Όλα
Ξύπνησα με μια παράξενη αίσθηση ελαφράδας. Η λέξη "παράξενη" δεν είναι επαρκής για να περιγράψει την ελαφράδα μου. Περπατώ και πατώ σε πούπουλα. Είμαι πανάλαφρος.Μα τι ελαφράδα όμως! Και τι λέξη. Ελαφράδα! Όχι ελαφρότητα, ελαφράδα.Ααααααααααχ.Λοιπόν αποφάσισα με την ανάρτηση αυτή να ολοκληρώσω τον κύκλο αυτού εδώ του μπλογκ.Δεν έκανε βέβαια κύκλο το μπλόγκ, εγώ έκανα.Και ο Σαμ έκανε. Ο Σαμ έφτασε στην άκρη του κύκλου. Εγώ στο τέλος του.Τελειώνουν οι κύκλοι; Οι κύκλοι ολοκληρώνονται, δεν τελειώνουν. Και μετά επαναλαμβάνονται και ταλιμπάν και ταλιμπάν και ταλιμπάν.Εγώ δεν τα πιστεύω αυτά. Αυτά είναι του διαβόλου. Φυσικά και τελειώνουν οι κύκλοι. Αν τους κοιτάξεις από πάνω, ναι, δεν τελειώνουν. Αλλά από το πλάι παύουν να είναι κύκλοι. Από το πλάι είναι σπιράλ, ελατήρια, κοχλίες. Κομπρέντε σενιόρ;Εγώ τους κοιτώ από το πλάι. Και τούτος εδώ τελείωσε. Γιατί θα ρωτήσετε. Διότι έχω κέφι για άλλα πράγματα. Να την κάνω από δω. Όχι για την Ushuaia που βρίσκεται ο Σαμ, αλλά για μέρη πιο κοντινά και σαφώς πιο απρόσιτα. Τι να λέμε τώρα.Ετσι πάνε αυτά τα πράγματα. Το πείραμα είχε ενδιαφέρον, το ομολογώ.Προχθές έβγαλα τους επιδέσμους από την δεύτερη πλαστική που μου έκανε ο γιατρός του Σαμ. Ο Σαμ ξέρει όλον τον κόσμο και ο γιατρός ήταν κορυφή. Έτσι έγινα τώρα.Τα μαλλιά θα γίνουν πιο φυσικά, με διαβεβαίωσε ο γιατρός. Και ίσως στην πορεία υπάρξουν μερικές ρυτίδες. Πάντως το αποτέλεσμα είναι υπέροχο.Ίσως γι' αυτό νοιώθω μια ελαφράδα. Ή μια αλαφράδα.Λοιπόν, για να μην μακρυγορούμε. Εγώ εδώ δεν ξαναγράφω. Πάω για άλλα. Σας χαιρετώ και ως bonus ανοίγω τα σχόλια, μια και δεν πρόκειται να τα διαβάζω. Όσο για τα λεφτά που πλήρωσα στον Σαμ, χαλάλι. Τα τελευταία μου ήταν και ησύχασα.Και μια και μιλάω για τον Σαμ. Εκεί στην Ushuaia βρήκε τον εαυτό του. Άνοιξε ένα κατάστημα με σπάνια έγχρωμα βινύλια. Μου έστειλε ως δώρο μια δωδεκάιντση βερσιόν του Whiter Shade of Pale σε λαχανί χρώμα με κόκκινες τελίτσες εκτελεσμένη από τους Zuffenhausen Monkeys μια γερμανική Γκοθ μπάντα της οποίας τα μέλη πέθαναν πίνοντας χλωρίνη.Καλά είναι ο Σαμ. Συζέι με μια όμορφη αργεντίνα και κοιμούνται στο πατάρι του μαγαζιού.Το καλοκαίρι που έρχεται (δηλαδή τον Δεκέμβρη για αυτούς) βρήκε μια χορηγία και διοργανώνει μια biennale Ταριχευμένου Ζώου και Φυτού. Μην με ρωτάτε τι είναι αυτό.Ίσως πάω να το δώ.Ως κατακλέιδα μια φωτογραφία που πάντα ήθελα να δημοσιεύσω αλλά δεν προέκυψε.Τα φιλιά μου.Άντε γεια. Παω.
Posted by specialmitsos@gmail.com at 10:32 PM 0 comments
Labels: ανακοινώσεις
Αμόλα Όλα
Ξύπνησα με μια παράξενη αίσθηση ελαφράδας. Η λέξη "παράξενη" δεν είναι επαρκής για να περιγράψει την ελαφράδα μου. Περπατώ και πατώ σε πούπουλα. Είμαι πανάλαφρος.Μα τι ελαφράδα όμως! Και τι λέξη. Ελαφράδα! Όχι ελαφρότητα, ελαφράδα.Ααααααααααχ.Λοιπόν αποφάσισα με την ανάρτηση αυτή να ολοκληρώσω τον κύκλο αυτού εδώ του μπλογκ.Δεν έκανε βέβαια κύκλο το μπλόγκ, εγώ έκανα.Και ο Σαμ έκανε. Ο Σαμ έφτασε στην άκρη του κύκλου. Εγώ στο τέλος του.Τελειώνουν οι κύκλοι; Οι κύκλοι ολοκληρώνονται, δεν τελειώνουν. Και μετά επαναλαμβάνονται και ταλιμπάν και ταλιμπάν και ταλιμπάν.Εγώ δεν τα πιστεύω αυτά. Αυτά είναι του διαβόλου. Φυσικά και τελειώνουν οι κύκλοι. Αν τους κοιτάξεις από πάνω, ναι, δεν τελειώνουν. Αλλά από το πλάι παύουν να είναι κύκλοι. Από το πλάι είναι σπιράλ, ελατήρια, κοχλίες. Κομπρέντε σενιόρ;Εγώ τους κοιτώ από το πλάι. Και τούτος εδώ τελείωσε. Γιατί θα ρωτήσετε. Διότι έχω κέφι για άλλα πράγματα. Να την κάνω από δω. Όχι για την Ushuaia που βρίσκεται ο Σαμ, αλλά για μέρη πιο κοντινά και σαφώς πιο απρόσιτα. Τι να λέμε τώρα.Ετσι πάνε αυτά τα πράγματα. Το πείραμα είχε ενδιαφέρον, το ομολογώ.Προχθές έβγαλα τους επιδέσμους από την δεύτερη πλαστική που μου έκανε ο γιατρός του Σαμ. Ο Σαμ ξέρει όλον τον κόσμο και ο γιατρός ήταν κορυφή. Έτσι έγινα τώρα.Τα μαλλιά θα γίνουν πιο φυσικά, με διαβεβαίωσε ο γιατρός. Και ίσως στην πορεία υπάρξουν μερικές ρυτίδες. Πάντως το αποτέλεσμα είναι υπέροχο.Ίσως γι' αυτό νοιώθω μια ελαφράδα. Ή μια αλαφράδα.Λοιπόν, για να μην μακρυγορούμε. Εγώ εδώ δεν ξαναγράφω. Πάω για άλλα. Σας χαιρετώ και ως bonus ανοίγω τα σχόλια, μια και δεν πρόκειται να τα διαβάζω. Όσο για τα λεφτά που πλήρωσα στον Σαμ, χαλάλι. Τα τελευταία μου ήταν και ησύχασα.Και μια και μιλάω για τον Σαμ. Εκεί στην Ushuaia βρήκε τον εαυτό του. Άνοιξε ένα κατάστημα με σπάνια έγχρωμα βινύλια. Μου έστειλε ως δώρο μια δωδεκάιντση βερσιόν του Whiter Shade of Pale σε λαχανί χρώμα με κόκκινες τελίτσες εκτελεσμένη από τους Zuffenhausen Monkeys μια γερμανική Γκοθ μπάντα της οποίας τα μέλη πέθαναν πίνοντας χλωρίνη.Καλά είναι ο Σαμ. Συζέι με μια όμορφη αργεντίνα και κοιμούνται στο πατάρι του μαγαζιού.Το καλοκαίρι που έρχεται (δηλαδή τον Δεκέμβρη για αυτούς) βρήκε μια χορηγία και διοργανώνει μια biennale Ταριχευμένου Ζώου και Φυτού. Μην με ρωτάτε τι είναι αυτό.Ίσως πάω να το δώ.Ως κατακλέιδα μια φωτογραφία που πάντα ήθελα να δημοσιεύσω αλλά δεν προέκυψε.Τα φιλιά μου.Άντε γεια. Παω.
Posted by specialmitsos@gmail.com at 10:32 PM 0 comments
Labels: ανακοινώσεις
Κυριακή 17 Μαΐου 2009
Η “Ντεκανβιζιον” κι ο Pirandello
«Λοιπόν» είπε ο pirandello, «τώρα μπορώ να πω πως αυτό που γίνεται κάθε χρόνο είναι απαράδεκτο, άσχετα με την πρώτη ή τη δέκατη Πέμπτη θέση που μπορεί να πάρει ένα τραγούδι. Είναι ένα επιπλέον έξοδο για τον ηλίθιο Έλληνα φορολογούμενο, που κανείς δεν τον ρωτάει αν είναι διατεθειμένος να το πληρώσει… γιατί ως συνήθως το κράτος σου στέλνει απλώς τον λογαριασμό. Όλα αυτά περί διαφήμισης της Ελλάδας στο εξωτερικό εγώ τ’ ακούω βερεσέ, αν οι κύριοι διαχειριστές ήθελαν πραγματικά να κάνουν κάτι γι’ αυτόν τον τόπο θα το έκαναν, δεν θα έβγαζαν μια διαφήμιση για τον ΕΟΤ ας πούμε λίγο πριν αρχίσει η τουριστική σαιζόν αλλά τον Δεκέμβριο, τότε που οι υποψήφιοι πελάτες προγραμματίζουν τις διακοπές τους και άλλα τέτοια, είναι γεμάτος ο τόπος από τέτοια παραδείγματα ανοργανωσιάς και άσκοπης σπατάλης δημόσιου χρήματος, Ολυμπιακές εγκαταστάσεις κ.λ.π».
«Τελικά τι θέση πήρε ο Σάκης;» ρώτησα.
«Δεν ξέρω» απάντησε ο Pirandello, «δεν μ’ ενδιαφέρει ο εκάστοτε Σάκης, αυτός τη δουλειά του κάνει. Είμαι όμως αντίθετος με τον υποτιθέμενο θεσμό, ήξερα πάνω – κάτω τι ήταν αυτό που θα δω, ένα φεστιβάλ κακού τραγουδιού, κομψευόμενο, καθώς πρέπει, άσχετο με οποιοδήποτε μουσικό είδος, περίπου ένα τίποτα με φοβερή διοργάνωση, εφετζίδικα σκηνικά και ενορχηστρώσεις μιας ακμάζουσας ντεκαντάνς, εκατομμύρια ευρώ που τρέχουν παρά την οικονομική κρίση, άρτος όχι αλλά θεάματα ναι, πλουσιοπάροχα. Είμαστε τελείως ασυνείδητοι; Αναρωτιέμαι».
«Θες να πεις πως κάθισες και το είδες;» απόρησα.
«Είδα λίγο, πήρα μια γεύση. Εκείνες οι ανόητες που παρουσίαζαν το πρόγραμμα δεν μπορούσαν να πουν μια λέξη διαφορετική όταν παρουσίαζαν τα τραγούδια; Είπαν ακριβώς ό,τι στον ημιτελικό, αυτό αν δεν είναι πνευματική φτώχια, τι είναι;»
Δεν σου άρεσε κανένα τραγούδι;
«Μου άρεσε. Της Μολδαβίας αλλά δεν ξέρω τι απέγινε, κοιμήθηκα».
«Τελικά τι θέση πήρε ο Σάκης;» ρώτησα.
«Δεν ξέρω» απάντησε ο Pirandello, «δεν μ’ ενδιαφέρει ο εκάστοτε Σάκης, αυτός τη δουλειά του κάνει. Είμαι όμως αντίθετος με τον υποτιθέμενο θεσμό, ήξερα πάνω – κάτω τι ήταν αυτό που θα δω, ένα φεστιβάλ κακού τραγουδιού, κομψευόμενο, καθώς πρέπει, άσχετο με οποιοδήποτε μουσικό είδος, περίπου ένα τίποτα με φοβερή διοργάνωση, εφετζίδικα σκηνικά και ενορχηστρώσεις μιας ακμάζουσας ντεκαντάνς, εκατομμύρια ευρώ που τρέχουν παρά την οικονομική κρίση, άρτος όχι αλλά θεάματα ναι, πλουσιοπάροχα. Είμαστε τελείως ασυνείδητοι; Αναρωτιέμαι».
«Θες να πεις πως κάθισες και το είδες;» απόρησα.
«Είδα λίγο, πήρα μια γεύση. Εκείνες οι ανόητες που παρουσίαζαν το πρόγραμμα δεν μπορούσαν να πουν μια λέξη διαφορετική όταν παρουσίαζαν τα τραγούδια; Είπαν ακριβώς ό,τι στον ημιτελικό, αυτό αν δεν είναι πνευματική φτώχια, τι είναι;»
Δεν σου άρεσε κανένα τραγούδι;
«Μου άρεσε. Της Μολδαβίας αλλά δεν ξέρω τι απέγινε, κοιμήθηκα».
Τετάρτη 6 Μαΐου 2009
Τα “τι”, τα “πώς” κι ο pirandello

Καθόμασταν στον κήπο, ανάμεσα σ’ ένα φούλι κι ένα αγιόκλημα που μοσχοβολούσαν περισσότερες από δυο ώρες μαζί, χωρίς να ‘χουμε πει τίποτα κι είχα αρχίσει πολύ να βαριέμαι। «Δεν είχες πει πως θα έγραφες κάτι σήμερα;» τον ρώτησα, έτσι, για να πω κάτι।
«Άκουσε τι λέει ο Ιονέσκο στον Ρινόκερο» είπε εκείνος χωρίς να πάρει τα μάτια του από το βιβλίο που διάβαζε, «γράφουμε» λέει, «μια λέξη. Γράφουμε δυο λέξεις. Τα χάνουμε με αυτό που γράψαμε, τα χάνουμε που γράψαμε, αναρωτιόμαστε τι είναι αυτό που γράψαμε. Αναρωτιόμαστε τι είναι το γράψιμο. Η εξήγηση που δίνουμε εμείς στον εαυτό μας δεν μας ευχαριστεί, και να που έρχονται οι άλλοι που αναλύουν τι είναι το γράψιμο και τι είναι αυτό που γράψαμε! Σας το εξηγούν και συγχρόνως, όπως το εξηγούν σε σας, το εξηγούν στον εαυτό τους, εξηγούνται οι ίδιοι και προσπαθούν να εξηγήσουν τι σημαίνει το να εξηγείς και να εξηγείσαι!».
«Μπορείς να μου εξηγήσεις να καταλάβω;» ρώτησα για να τον κάνω να μου πει κάτι άλλο, αλλά εκείνος δεν έδειξε να τον απασχολεί η ερώτηση… «Όπως δεν συμφωνείς με αυτό που οι άλλοι έχουν γράψει για σένα» συνέχισε, «τους εξηγείς ότι δεν είσαι σύμφωνος με τις εξηγήσεις τους και τους δίνεις την πραγματική εξήγηση γι' αυτό που έγραψες και τι σημαίνει το να γράφεις. Εξηγήσεις, που και γι' αυτές οι άλλοι δεν συμφωνούν, γιατί αυτοί διαθέτουν την αντικειμενική εξήγηση που εσύ δεν μπορείς να τη δεχτείς, εκτός κι αν κάνεις μεγάλη προσπάθεια για να γίνεις αντικειμενικός, κάτι που πρακτικώς είναι αδύνατο, γιατί για να το καταφέρεις πρέπει να ξεπεράσεις την υποκειμενικότητα που σε κατέχει και σε συντρίβει, έτσι τουλάχιστον λένε, ενώ συγχρόνως παραδέχονται, από τη δική τους μεριά, ότι η αντικειμενικότητα τους δεν είναι αυθεντική αντικειμενικότητα, γιατί και αυτοί είναι περιορισμένοι σε μια υποκειμενικότητα, την οποία καταφέρνουν ίσως πιο εύκολα να ξεπεράσουν, χάρη, παραδείγματος χάριν στην κοινωνιολογία ή τη στατιστική, πράγμα που κάνει τις εξηγήσεις τους να είναι το αποτέλεσμα μιας αντικειμενικής υποκειμενικότητας και, όπως και να 'χει, πιο σίγουρης από τη δική σου υποκειμενικότητα — αντικειμενικοποιημένη ή όχι — η οποία χαρακτηρίζει τις προσωπικές σου εξηγήσεις!»
Ωραία» είπα, «οπότε… τι σημαίνει τώρα αυτό ;»
«Αφού ο καθένας έχει τις δικές του εξηγήσεις για οτιδήποτε» είπε, «τα τι και τα πώς δεν χρειάζονται, δεν χρειάζεται να εξηγείς τίποτα» είπε και συνέχισε το διάβασμα।
http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%95%CF%85%CE%B3%CE%AD%CE%BD%CE%B9%CE%BF%CF%82_%CE%99%CE%BF%CE%BD%CE%AD%CF%83%CE%BA%CE%BF
Σάββατο 2 Μαΐου 2009
Το “Αν…”, τα “τσιτάτα” κι ο Pirandello
Στον κήπο οι μυρουδιές ήταν μεθυστικές, αυτό που κάποιος άλλος θα ‘λεγε “Παραδεισένιες”, “ευλογία Θεού”, “ένα όνειρο” ή δεν ξέρω κι εγώ τι. Αυτός όμως είναι πολύ “ανάποδος” άνθρωπος.
«Πρώτα» είπε ενώ πίναμε ήσυχα – ήσυχα τον καφέ μας, «… για ορισμένους, θα ήταν το σοκ. Μετά, για τους πολλούς, θα ήταν η έκπληξη, αυτό το ότι “θα έπεφταν απ’ τα σύννεφα”. Ακόμα πιο μετά, για λίγους θ’ ακολουθούσε ο θρήνος, η μη παραδοχή, αυτό το “δεν πιστεύω πως συμβαίνει αυτό”. Ύστερα θα μπαίναμε στα διαδικαστικά, θα γινόταν ό,τι γινόταν κι “αυτό ήταν, τέλειωσε”. Για τους περισσότερους μετά θα ήταν απλώς θέμα χρόνου αυτή η ιστορία να ξεχαστεί».
«Και πότε με το καλό σκέφτεσαι πως θα συνέβαιναν όλα αυτά;» του είπα έτσι για να του την πω.
«Δεν ξέρω, λέω πως έτσι θα είχαν τα πράγματα “αν”…»
«Ναι» είπα, «αλλά για κάποιους δεν θα ξεχνιόταν ποτέ, γιατί δεν το αναφέρεις κι αυτό;».
«Σωστά» έκανε, «παράλειψη». Ήπιε μια γουλιά καφέ και συνέχισε την “ανασκόπηση”: «Θα υπήρχε όμως και μι’ άλλη πλευρά, αθέατη, αυτή που καλύπτεται συνήθως πίσω από θλιμμένα πρόσωπα, κλάματα και υστερίες, η σκύλευση του ό,τι απέμεινε, η μοιρασιά, αυτό το “η ζωή συνεχίζεται” ή το “οι πεθαμένοι με τους πεθαμένους κι οι ζωντανοί με τους ζωντανούς” και θα γινόταν το “έλα να δεις”.
«Μα πώς είναι δυνατόν να σκέφτεσαι τέτοια πράματα μια τέτοια ηλιόλουστη μέρα;» ρώτησα, «γιατί δεν χαίρεσαι ό,τι έχεις αυτή τη στιγμή;».
«Ποιος σου είπε πως δεν τη χαίρομαι;» απάντησε ο Pirandello, «διασκεδάζω απλώς μ’ όλα αυτά τα τσιτάτα, το τυπικό του πράγματος».
«Μα αυτά τα πράγματα δεν είναι για διασκέδαση» είπα.
«Δεν είπα ότι είναι. Θα μου κοστίσει λιγότερο το “αν” έτσι όμως» είπε κι εγώ δεν μίλησα.
«Πρώτα» είπε ενώ πίναμε ήσυχα – ήσυχα τον καφέ μας, «… για ορισμένους, θα ήταν το σοκ. Μετά, για τους πολλούς, θα ήταν η έκπληξη, αυτό το ότι “θα έπεφταν απ’ τα σύννεφα”. Ακόμα πιο μετά, για λίγους θ’ ακολουθούσε ο θρήνος, η μη παραδοχή, αυτό το “δεν πιστεύω πως συμβαίνει αυτό”. Ύστερα θα μπαίναμε στα διαδικαστικά, θα γινόταν ό,τι γινόταν κι “αυτό ήταν, τέλειωσε”. Για τους περισσότερους μετά θα ήταν απλώς θέμα χρόνου αυτή η ιστορία να ξεχαστεί».
«Και πότε με το καλό σκέφτεσαι πως θα συνέβαιναν όλα αυτά;» του είπα έτσι για να του την πω.
«Δεν ξέρω, λέω πως έτσι θα είχαν τα πράγματα “αν”…»
«Ναι» είπα, «αλλά για κάποιους δεν θα ξεχνιόταν ποτέ, γιατί δεν το αναφέρεις κι αυτό;».
«Σωστά» έκανε, «παράλειψη». Ήπιε μια γουλιά καφέ και συνέχισε την “ανασκόπηση”: «Θα υπήρχε όμως και μι’ άλλη πλευρά, αθέατη, αυτή που καλύπτεται συνήθως πίσω από θλιμμένα πρόσωπα, κλάματα και υστερίες, η σκύλευση του ό,τι απέμεινε, η μοιρασιά, αυτό το “η ζωή συνεχίζεται” ή το “οι πεθαμένοι με τους πεθαμένους κι οι ζωντανοί με τους ζωντανούς” και θα γινόταν το “έλα να δεις”.
«Μα πώς είναι δυνατόν να σκέφτεσαι τέτοια πράματα μια τέτοια ηλιόλουστη μέρα;» ρώτησα, «γιατί δεν χαίρεσαι ό,τι έχεις αυτή τη στιγμή;».
«Ποιος σου είπε πως δεν τη χαίρομαι;» απάντησε ο Pirandello, «διασκεδάζω απλώς μ’ όλα αυτά τα τσιτάτα, το τυπικό του πράγματος».
«Μα αυτά τα πράγματα δεν είναι για διασκέδαση» είπα.
«Δεν είπα ότι είναι. Θα μου κοστίσει λιγότερο το “αν” έτσι όμως» είπε κι εγώ δεν μίλησα.
Πέμπτη 30 Απριλίου 2009
Ο παραλογισμός κι ο Pirandello
-Τι πάει να πει παράλογο;
-Κάτι που υπερβαίνει τη λογική, που είναι κατά λέξη παρά τη λογική, πέρααπό τη λογική, λέγεται και υπέρλογο. -Και θεωρείται καλό ή κακό αυτό; -Μπερδεύει τις περισσότερες φορές, δημιουργεί σύγχυση, αμφιβολίες. Είναισαν ομιχλώδες τοπίο. Επομένως πολλοί θα το έλεγαν κακό - άλλοι, αναγκαίογια την τέχνη, την ονειροπόληση, κλπ -και εσύ πιστεύεις πως είμαι παράλογος; -Θα έλεγα ακριβώς το αντίθετο απ όσο σε γνωρίζω. Νομίζω πως είσαιυπερβολικά λογικός. Ίσως μερικοί να σε λένε όμως έτσι λόγω κάποιωνγραπτών σου όπως αυτά της επιστημονικής φαντασίας, ας πούμε. Πιστεύωόμως ότι το θέμα του ότι δε βλέπεις, είναι από μόνο του τόσο παράλογοπου είναι φυσικό μερικές φορές να γράφεις έτσι. Ίσως και λόγω έλλειψηςγια καιρό οπτικών ερεθισμάτων. -Η τύφλωση είναι παράλογη; ο τυφλοπόντικας είναι κι αυτός παράλογος; ένας αχινός; -Μόνο εσύ μπορείς να το ξέρεις - ξεκινάμε λοιπόν από αυτό. Αλλά επειδήμε ρωτάς, δεν πιστεύω πως η τύφλωση είναι από μόνη της παράλογη αλλάαυτό το οποίο ζεις μαζί της, εννοώ το γεγονός της μη όρασης. Ίσως ναήταν πιο "λογικό" ας πούμε να μην έβλεπε κάποιος εκ γενετής. Τότε, ανμια μέρα έβλεπε ξαφνικά, αυτό θα ήταν γι αυτόν τελείως παράλογο ωςγεγονός γιατί δεν το ήξερε καν πώς είναι. Διαφοροποιεί την εσωτερικήτου θέαση. Δε θα έλεγα ότι ζεις κάτι παράλογο. Κάτι διαφορετικόσίγουρα. Και νομίζω πως αν για κάποιο λόγο ζούσες τελείως μόνος στονκόσμο δε θα δυσκολευόσουν τόσο όσο τώρα που θα πρέπει να δίνειςεξηγήσεις σε εκείνους που προσπαθούν να σε καταλάβουν, εκ του ασφαλούς.
«Δεν ξέρω τι είναι ή τι δεν είναι παράλογο» είπε ο Pirandello, «ξέρω όμως ότι τα πράγματα είναι πολλές φορές πολύ πιο απλά απ’ ό,τι νομίζουμε».
-Κάτι που υπερβαίνει τη λογική, που είναι κατά λέξη παρά τη λογική, πέρααπό τη λογική, λέγεται και υπέρλογο. -Και θεωρείται καλό ή κακό αυτό; -Μπερδεύει τις περισσότερες φορές, δημιουργεί σύγχυση, αμφιβολίες. Είναισαν ομιχλώδες τοπίο. Επομένως πολλοί θα το έλεγαν κακό - άλλοι, αναγκαίογια την τέχνη, την ονειροπόληση, κλπ -και εσύ πιστεύεις πως είμαι παράλογος; -Θα έλεγα ακριβώς το αντίθετο απ όσο σε γνωρίζω. Νομίζω πως είσαιυπερβολικά λογικός. Ίσως μερικοί να σε λένε όμως έτσι λόγω κάποιωνγραπτών σου όπως αυτά της επιστημονικής φαντασίας, ας πούμε. Πιστεύωόμως ότι το θέμα του ότι δε βλέπεις, είναι από μόνο του τόσο παράλογοπου είναι φυσικό μερικές φορές να γράφεις έτσι. Ίσως και λόγω έλλειψηςγια καιρό οπτικών ερεθισμάτων. -Η τύφλωση είναι παράλογη; ο τυφλοπόντικας είναι κι αυτός παράλογος; ένας αχινός; -Μόνο εσύ μπορείς να το ξέρεις - ξεκινάμε λοιπόν από αυτό. Αλλά επειδήμε ρωτάς, δεν πιστεύω πως η τύφλωση είναι από μόνη της παράλογη αλλάαυτό το οποίο ζεις μαζί της, εννοώ το γεγονός της μη όρασης. Ίσως ναήταν πιο "λογικό" ας πούμε να μην έβλεπε κάποιος εκ γενετής. Τότε, ανμια μέρα έβλεπε ξαφνικά, αυτό θα ήταν γι αυτόν τελείως παράλογο ωςγεγονός γιατί δεν το ήξερε καν πώς είναι. Διαφοροποιεί την εσωτερικήτου θέαση. Δε θα έλεγα ότι ζεις κάτι παράλογο. Κάτι διαφορετικόσίγουρα. Και νομίζω πως αν για κάποιο λόγο ζούσες τελείως μόνος στονκόσμο δε θα δυσκολευόσουν τόσο όσο τώρα που θα πρέπει να δίνειςεξηγήσεις σε εκείνους που προσπαθούν να σε καταλάβουν, εκ του ασφαλούς.
«Δεν ξέρω τι είναι ή τι δεν είναι παράλογο» είπε ο Pirandello, «ξέρω όμως ότι τα πράγματα είναι πολλές φορές πολύ πιο απλά απ’ ό,τι νομίζουμε».
Τρίτη 28 Απριλίου 2009
Τα πρόβατα κι ο Pirandello
«Τι ήρθαμε να κάνουμε εδώ;» τον ρώτησα αφού είχα κουραστεί να περιμένω με τις ώρες.
«Φαντάζομαι πως είμαστε υποχρεωμένοι κατά κάποιο τρόπο ν’ ανακαλύψουμε κάτι» είπε ο Pirandello, «το νόημα της ζωής ή γιατί φυτρώνουν μ’ αυτόν τον τρόπο οι φράουλες κι όχι αλλιώς, γιατί πετάνε έτσι τα πουλιά και γιατί όχι κι εμείς… διάφορα πράγματα… αλλιώς τι νόημα έχει το ότι βρισκόμαστε εδώ αυτή τη στιγμή και μιλάμε, το ότι είσαι καμωμένος έτσι που είσαι κι εγώ επίσης… αλλιώς… αλλιώς τι;».
Στεκόμασταν στο ψηλότερο σημείο που μπορούσαμε να σταθούμε, εξασφαλίζοντας έτσι μια πανοραμική θέα, με μια κίνηση έβλεπες την τελειότητα και την ασημαντότητα αυτού του κόσμου ταυτόχρονα… αλλά και πάλι, αδυνατούσα να κατανοήσω γιατί αυτό δεν μπορούσαμε να το κάνουμε κι απ’ το σπίτι μας.
«Εννοούσα απλώς τι ήρθαμε να κάνουμε εδώ, εδώ συγκεκριμένα» είπα.
«Δεν νοιώθεις μια ανάταση εδώ; Δεν νοιώθεις τυχερός που είδες κάτι τόσο όμορφο, τόσο μοναδικό;» ρώτησε.
Ένα κοπάδι πρόβατα περνούσε αμέριμνο ‘κείνη την ώρα μπροστά μας. Ένας τσοπάνης τα καθοδηγούσε προφέροντας κάτι ακατανόητα καλέσματα που εκείνα έδειχναν ν’ αντιλαμβάνονται.
«Με συγχωρείς» είπε ο Pirandello και τον είδα να πλησιάζει τον τσοπάνη και να τον ρωτά κάτι. Ο τσοπάνης του έδειξε κάτι μακριά, κάτι του είπε κι ο Pirandello και μετά γύρισε σε ‘μένα.
«Κάνει κάθε μέρα την ίδια διαδρομή» είπε.
«Και τι μας ενδιαφέρει εμάς αυτό;» ρώτησα.
«Δεν μας ενδιαφέρει» είπε ο Pirandello ενώ παρακολουθούσε το κοπάδι που απομακρυνόταν.
Για μια στιγμή μου ‘ρθε να του πω αν είχαμε πάει εκεί για να μετράμε τα πρόβατα αλλά δεν μίλησα.
«Δυστυχώς, τίποτα δεν μας ενδιαφέρει νομίζω» είπε εκείνος. «Κι αναρωτιέμαι σε τι διαφέρουμε απ’ αυτά τα πρόβατα τώρα».
«Φαντάζομαι πως είμαστε υποχρεωμένοι κατά κάποιο τρόπο ν’ ανακαλύψουμε κάτι» είπε ο Pirandello, «το νόημα της ζωής ή γιατί φυτρώνουν μ’ αυτόν τον τρόπο οι φράουλες κι όχι αλλιώς, γιατί πετάνε έτσι τα πουλιά και γιατί όχι κι εμείς… διάφορα πράγματα… αλλιώς τι νόημα έχει το ότι βρισκόμαστε εδώ αυτή τη στιγμή και μιλάμε, το ότι είσαι καμωμένος έτσι που είσαι κι εγώ επίσης… αλλιώς… αλλιώς τι;».
Στεκόμασταν στο ψηλότερο σημείο που μπορούσαμε να σταθούμε, εξασφαλίζοντας έτσι μια πανοραμική θέα, με μια κίνηση έβλεπες την τελειότητα και την ασημαντότητα αυτού του κόσμου ταυτόχρονα… αλλά και πάλι, αδυνατούσα να κατανοήσω γιατί αυτό δεν μπορούσαμε να το κάνουμε κι απ’ το σπίτι μας.
«Εννοούσα απλώς τι ήρθαμε να κάνουμε εδώ, εδώ συγκεκριμένα» είπα.
«Δεν νοιώθεις μια ανάταση εδώ; Δεν νοιώθεις τυχερός που είδες κάτι τόσο όμορφο, τόσο μοναδικό;» ρώτησε.
Ένα κοπάδι πρόβατα περνούσε αμέριμνο ‘κείνη την ώρα μπροστά μας. Ένας τσοπάνης τα καθοδηγούσε προφέροντας κάτι ακατανόητα καλέσματα που εκείνα έδειχναν ν’ αντιλαμβάνονται.
«Με συγχωρείς» είπε ο Pirandello και τον είδα να πλησιάζει τον τσοπάνη και να τον ρωτά κάτι. Ο τσοπάνης του έδειξε κάτι μακριά, κάτι του είπε κι ο Pirandello και μετά γύρισε σε ‘μένα.
«Κάνει κάθε μέρα την ίδια διαδρομή» είπε.
«Και τι μας ενδιαφέρει εμάς αυτό;» ρώτησα.
«Δεν μας ενδιαφέρει» είπε ο Pirandello ενώ παρακολουθούσε το κοπάδι που απομακρυνόταν.
Για μια στιγμή μου ‘ρθε να του πω αν είχαμε πάει εκεί για να μετράμε τα πρόβατα αλλά δεν μίλησα.
«Δυστυχώς, τίποτα δεν μας ενδιαφέρει νομίζω» είπε εκείνος. «Κι αναρωτιέμαι σε τι διαφέρουμε απ’ αυτά τα πρόβατα τώρα».
Παρασκευή 24 Απριλίου 2009
Τα “οικογενειακά” του pirandello
ο καιρός είναι όμορφος, οδεύουμε στο τέλος της άνοιξης, πρέπει να δούμε τι θα κάνουμε φέτος με τις διακοπές… γιατί δόξα να ‘χει ο Κύριος είμαστε και πολλοί, καλά να ‘μαστε.
Ώρες – ώρες σκέφτομαι πόσο δίπλα μας είναι η ευτυχία καμιά φορά, εμείς λίγο έλειψε.
Τρία γεγονότα διασάλευσαν την οικογενειακή μας γαλήνη εκείνο το καλοκαίρι. Το ότι εγώ επισημοποίησα τη σχέση μου με την ωραιότατη υπηρέτρια που είχαμε, το ότι η γυναίκα μου τα ‘φτιαξε επιτέλους με την παιδική της φίλη και το ότι ο γιός μας βρήκε κι αυτός γκόμενο. Αυτά τα τρία ενώ κανονικά θα έπρεπε να επιφέρουν επιτέλους την ευτυχία, επέφεραν στον πατέρα μου ένα εγκεφαλικό και στην πεθερά μου ένα μεγάλο καρδιακό επεισόδιο, λόγους για τους οποίους κι οι δύο κατέληξαν. Ευτυχώς οι δυσάρεστες αυτές συνέπειες ήρθαν αμέσως μετά τα γεγονότα στις αρχές του καλοκαιριού κι έτσι μπορέσαμε μετά τα σαράντα να κάνουμε τις διακοπές που είχαμε ως οικογένεια προγραμματίσει.
Το βασικό πρόβλημα ήταν το ζωντανό, όλοι αγαπούσαν τον Λύκο αλλά ποιος να τον πρωτοπάρει; Αυτό μας αναστάτωσε και αφού συσκεφτήκαμε αρκετά, πράγμα που είχαμε να κάνουμε χρόνια, αποφασίσαμε να τον παίρνουμε εναλλάξ. Ο Λύκος αν και απέκτησε έτσι δύο ακόμα σπίτια, έδειχνε ολοφάνερα τη δυσαρέσκειά του και άρχισε να δαγκώνει, ανεξαιρέτως. Επισκεφτήκαμε ψυχίατρο όπως μας σύστησαν κι αυτός απεφάνθη πως καλύτερα το σκυλί να μείνει στο παλιό του σπίτι που αισθάνεται οικεία και ασφαλής, όπως και κάναμε. Τώρα αντί να πηγαινοφέρνουμε τον σκύλο πηγαινοερχόμαστε εμείς, το μπάνιο έχει γεμίσει οδοντόβουρτσες και δεν τα βρίσκουμε στις μέρες αλλά ο Λύκος μας ηρέμησε.
Ξέχασα ν’ αναφέρω ότι για τις δουλειές προσλάβαμε μία Βουλγάρα την οποία πληρώνουμε από κοινού και όχι όπως παλιά που τα πλήρωνα όλα εγώ, να δουν κι οι άλλοι τη γλύκα. Την Κυριακή που φάγαμε όλοι μαζί είπαμε να βγάλουμε άδεια και να ρίξουμε τα δύο πατώματα που θέλαμε πάντα και να μένουμε πάνω – κάτω στο μέλλον, η γυναίκα μου θ’ αναλάβει τη διακόσμηση με τη φίλη της που είναι ειδική, τη δε οικοδομή θ’ αναλάβει ο φιλαράκος του γιού μας που είναι κι αρχιτέκτονας. Έτσι θα κόψουμε τα σούρ’ τα – φέρ’ τα και θα μειώσουμε και τα έξοδα, με το δάνειο δε που θα πάρουμε θα πάρω κι εγώ το σκαφάκι που ‘χω υποσχεθεί στη δικιά μου τόσο καιρό τώρα.
Σήμερα που έπινα τον καφέ μου με θυμήθηκε ένας φίλος απ’ τα παλιά, χώρισε λέει και τώρα έχει τραβήγματα με δικαστήρια, διατροφές και δεν ξέρω κι εγώ τι. Του είπα πως πολύ λυπάμαι αλλά μέσα μου πολύ χάρηκα που εμείς σαν οικογένεια δεν είχαμε ποτέ τέτοια θέματα. Αυτός όμως ποτέ δεν ήταν προχωρημένο άτομο όπως εμείς… καλά να πάθει.
Ώρες – ώρες σκέφτομαι πόσο δίπλα μας είναι η ευτυχία καμιά φορά, εμείς λίγο έλειψε.
Τρία γεγονότα διασάλευσαν την οικογενειακή μας γαλήνη εκείνο το καλοκαίρι. Το ότι εγώ επισημοποίησα τη σχέση μου με την ωραιότατη υπηρέτρια που είχαμε, το ότι η γυναίκα μου τα ‘φτιαξε επιτέλους με την παιδική της φίλη και το ότι ο γιός μας βρήκε κι αυτός γκόμενο. Αυτά τα τρία ενώ κανονικά θα έπρεπε να επιφέρουν επιτέλους την ευτυχία, επέφεραν στον πατέρα μου ένα εγκεφαλικό και στην πεθερά μου ένα μεγάλο καρδιακό επεισόδιο, λόγους για τους οποίους κι οι δύο κατέληξαν. Ευτυχώς οι δυσάρεστες αυτές συνέπειες ήρθαν αμέσως μετά τα γεγονότα στις αρχές του καλοκαιριού κι έτσι μπορέσαμε μετά τα σαράντα να κάνουμε τις διακοπές που είχαμε ως οικογένεια προγραμματίσει.
Το βασικό πρόβλημα ήταν το ζωντανό, όλοι αγαπούσαν τον Λύκο αλλά ποιος να τον πρωτοπάρει; Αυτό μας αναστάτωσε και αφού συσκεφτήκαμε αρκετά, πράγμα που είχαμε να κάνουμε χρόνια, αποφασίσαμε να τον παίρνουμε εναλλάξ. Ο Λύκος αν και απέκτησε έτσι δύο ακόμα σπίτια, έδειχνε ολοφάνερα τη δυσαρέσκειά του και άρχισε να δαγκώνει, ανεξαιρέτως. Επισκεφτήκαμε ψυχίατρο όπως μας σύστησαν κι αυτός απεφάνθη πως καλύτερα το σκυλί να μείνει στο παλιό του σπίτι που αισθάνεται οικεία και ασφαλής, όπως και κάναμε. Τώρα αντί να πηγαινοφέρνουμε τον σκύλο πηγαινοερχόμαστε εμείς, το μπάνιο έχει γεμίσει οδοντόβουρτσες και δεν τα βρίσκουμε στις μέρες αλλά ο Λύκος μας ηρέμησε.
Ξέχασα ν’ αναφέρω ότι για τις δουλειές προσλάβαμε μία Βουλγάρα την οποία πληρώνουμε από κοινού και όχι όπως παλιά που τα πλήρωνα όλα εγώ, να δουν κι οι άλλοι τη γλύκα. Την Κυριακή που φάγαμε όλοι μαζί είπαμε να βγάλουμε άδεια και να ρίξουμε τα δύο πατώματα που θέλαμε πάντα και να μένουμε πάνω – κάτω στο μέλλον, η γυναίκα μου θ’ αναλάβει τη διακόσμηση με τη φίλη της που είναι ειδική, τη δε οικοδομή θ’ αναλάβει ο φιλαράκος του γιού μας που είναι κι αρχιτέκτονας. Έτσι θα κόψουμε τα σούρ’ τα – φέρ’ τα και θα μειώσουμε και τα έξοδα, με το δάνειο δε που θα πάρουμε θα πάρω κι εγώ το σκαφάκι που ‘χω υποσχεθεί στη δικιά μου τόσο καιρό τώρα.
Σήμερα που έπινα τον καφέ μου με θυμήθηκε ένας φίλος απ’ τα παλιά, χώρισε λέει και τώρα έχει τραβήγματα με δικαστήρια, διατροφές και δεν ξέρω κι εγώ τι. Του είπα πως πολύ λυπάμαι αλλά μέσα μου πολύ χάρηκα που εμείς σαν οικογένεια δεν είχαμε ποτέ τέτοια θέματα. Αυτός όμως ποτέ δεν ήταν προχωρημένο άτομο όπως εμείς… καλά να πάθει.
Κυριακή 19 Απριλίου 2009
Το “Πάσχα” του Pirandello
Είχαμε δέσει στ’ ανοιχτά του λιμανιού κι ο ήλιος τώρα προσπαθούσε να ξεμυτίσει μες απ’ τα σύννεφα.
«Το κατάρτι είναι που τρίζει;» ρώτησε ο pirandello, «ή το σκαρί;»
Βλέπαμε μπροστά μας την Ύδρα, φαινόταν καθαρά τα σπίτια, το πήγαινε – έλα στην προκυμαία.
«Πόσο βαραίνει τους ποιητές το Πάσχα, τα Θεία πάθη…» είπε με τα μάτια κλειστά να μην ζαλίζεται, «ενώ εμείς οι άλλοι απλώς μετράμε τις αργίες, πότε θα ξημερώσει Κυριακή. Από πριν έτοιμες οι σούβλες, τα κοκορέτσια αλατοπιπερομένα, απ’ το πρωί ν’ ανάψουμε τα κάρβουνα, μην μας πάρει το μεσημέρι και δεν φάμε».
Εγώ είχα δυσπεψία απ’ τα χθεσινά και δεν μίλαγα.
«Ελάχιστο δάκρυ την ώρα της αποκαθήλωσης, τα αυγά βαμμένα από την Πέμπτη, τα τσουρέκια πλασμένα και ψημένα στους 180, κατά γράμμα του Παρλιάρου η συνταγή. Ναι, τα πάμε πολύ καλά με τα έθιμα, δυο πιάτα η μαγειρίτσα στον καθένα, κρασί που το ευλόγησε κι ο Κύριος - που λέει ο λόγος - «δεν ήταν ακριβά» ο απολογισμός».
Εγώ χαιρετούσα κάποιον γνωστό που μας κουνούσε το χέρι απ’ την ακτή.
«Ευτυχώς που υπάρχουν οι ποιητές να λέμε» συνέχισε σαν από άλλο έργο. «Να κλαίνε για ‘μας».
«Το κατάρτι είναι που τρίζει;» ρώτησε ο pirandello, «ή το σκαρί;»
Βλέπαμε μπροστά μας την Ύδρα, φαινόταν καθαρά τα σπίτια, το πήγαινε – έλα στην προκυμαία.
«Πόσο βαραίνει τους ποιητές το Πάσχα, τα Θεία πάθη…» είπε με τα μάτια κλειστά να μην ζαλίζεται, «ενώ εμείς οι άλλοι απλώς μετράμε τις αργίες, πότε θα ξημερώσει Κυριακή. Από πριν έτοιμες οι σούβλες, τα κοκορέτσια αλατοπιπερομένα, απ’ το πρωί ν’ ανάψουμε τα κάρβουνα, μην μας πάρει το μεσημέρι και δεν φάμε».
Εγώ είχα δυσπεψία απ’ τα χθεσινά και δεν μίλαγα.
«Ελάχιστο δάκρυ την ώρα της αποκαθήλωσης, τα αυγά βαμμένα από την Πέμπτη, τα τσουρέκια πλασμένα και ψημένα στους 180, κατά γράμμα του Παρλιάρου η συνταγή. Ναι, τα πάμε πολύ καλά με τα έθιμα, δυο πιάτα η μαγειρίτσα στον καθένα, κρασί που το ευλόγησε κι ο Κύριος - που λέει ο λόγος - «δεν ήταν ακριβά» ο απολογισμός».
Εγώ χαιρετούσα κάποιον γνωστό που μας κουνούσε το χέρι απ’ την ακτή.
«Ευτυχώς που υπάρχουν οι ποιητές να λέμε» συνέχισε σαν από άλλο έργο. «Να κλαίνε για ‘μας».
Τρίτη 14 Απριλίου 2009
“Μια μέρα του…” pirandello
Ξυπνάς λοιπόν ένα πρωί κι ανακαλύπτεις πως έχεις όσο χρόνο θες, επιτέλους. Μετά καταλαβαίνεις πως ό,τι έγινε, έγινε στην ώρα του και πως έχεις μεν τον χρόνο που θες, δεν έχεις τι να τον κάνεις όμως κι εύχεσαι να ήταν όλα όπως πριν, να μην είχες χρόνο, με τίποτα που λέει ο λόγος δεν είναι ευχαριστημένος κανείς, φαύλος κύκλος.
Πας έξω να πιείς ένα καφέ, να σκεφτείς, παραγγέλνεις κι ανάβεις ένα τσιγάρο να τα βάλεις σε μια σειρά και σου φέρνουν μια σόδα. Έχει κάνει λάθος το χαρτάκι ο σερβιτόρος αλλά εσύ έχεις πηδήξει απ’ το παράθυρο, δι’ ασήμαντον αφορμή.
Λες εντάξει, δεν μπορεί να ‘ναι όλα τόσο άσχημα, πας μια βόλτα για να ξεσκάσεις κι εκεί στην ερημιά έρχεται και σε κουτσουλάει απ’ το πουθενά ένα πουλί, αν είναι να σου τύχει θα σου τύχει, δεν χωράει αμφιβολία, αν έχεις τύχη διάβαινε δηλαδή.
Ο γιατρός σου συστήνει κι άλλες εξετάσεις, δεν έχεις σου λέει τίποτα, θα πάρεις τα τάδε ηρεμιστικά, χρειάζεσαι άσκηση, να κάνεις παρέα με φίλους, να βγαίνεις… απ’ έξω – απ’ έξω δηλαδή ότι είσαι σκατά, το προσπερνάς τέλος πάντων και προσπαθείς να παραμείνεις ήρεμος, πας σπίτι και σου ‘ρχεται ένας λογαριασμός και θες να πέσεις στα ναρκωτικά.
Τρως κάτι ελαφρύ γιατί αν φας ας πούμε τηγανιτά θα σε ξεκάνει το στομάχι και πέφτεις να ξεραθείς μια ώρα, να σου φύγει αυτό το βάρος… αλλά πώς;
Σε βρίσκει το ξημέρωμα να ‘χεις καπνίσει ένα πακέτο, να ‘σαι πτώμα στην κούραση. Αλλά τι ανάγκη έχεις εσύ; Έχεις όσο χρόνο θες. Και πρέπει να κόψεις και το τσιγάρο…
Πας έξω να πιείς ένα καφέ, να σκεφτείς, παραγγέλνεις κι ανάβεις ένα τσιγάρο να τα βάλεις σε μια σειρά και σου φέρνουν μια σόδα. Έχει κάνει λάθος το χαρτάκι ο σερβιτόρος αλλά εσύ έχεις πηδήξει απ’ το παράθυρο, δι’ ασήμαντον αφορμή.
Λες εντάξει, δεν μπορεί να ‘ναι όλα τόσο άσχημα, πας μια βόλτα για να ξεσκάσεις κι εκεί στην ερημιά έρχεται και σε κουτσουλάει απ’ το πουθενά ένα πουλί, αν είναι να σου τύχει θα σου τύχει, δεν χωράει αμφιβολία, αν έχεις τύχη διάβαινε δηλαδή.
Ο γιατρός σου συστήνει κι άλλες εξετάσεις, δεν έχεις σου λέει τίποτα, θα πάρεις τα τάδε ηρεμιστικά, χρειάζεσαι άσκηση, να κάνεις παρέα με φίλους, να βγαίνεις… απ’ έξω – απ’ έξω δηλαδή ότι είσαι σκατά, το προσπερνάς τέλος πάντων και προσπαθείς να παραμείνεις ήρεμος, πας σπίτι και σου ‘ρχεται ένας λογαριασμός και θες να πέσεις στα ναρκωτικά.
Τρως κάτι ελαφρύ γιατί αν φας ας πούμε τηγανιτά θα σε ξεκάνει το στομάχι και πέφτεις να ξεραθείς μια ώρα, να σου φύγει αυτό το βάρος… αλλά πώς;
Σε βρίσκει το ξημέρωμα να ‘χεις καπνίσει ένα πακέτο, να ‘σαι πτώμα στην κούραση. Αλλά τι ανάγκη έχεις εσύ; Έχεις όσο χρόνο θες. Και πρέπει να κόψεις και το τσιγάρο…
Τετάρτη 8 Απριλίου 2009
Οι σκέψεις του Pirandello
Λοιπόν έχω την αίσθηση πως έχουμε βγάλει τις μεζούρες και μετράμε.. ο ένας τον άλλον, οι άλλοι τους άλλους, οι άλλοι εμάς. Τι διάολο βγαίνει τώρα απ’ αυτό μην με ρωτάς, τίποτα μάλλον, είναι εντελώς άσκοπες αυτές οι μετρήσεις. Μιλάω εδώ για τα blogs και συζητώντας το πρωί γι’ αυτό μου ‘ρθε κι η επιφοίτηση, για το τι ακριβώς είναι blog.
Είναι λοιπόν ένα δημόσιο μέσο επικοινωνίας, ένα είδος λεωφορείου δηλαδή, που ανεβαίνει ο κάθε λογής. Αν το συσχετίσεις τώρα με ένα πραγματικό λεωφορείο θα σκεφτείς αυτόματα «μα τι έχω να πω εγώ τώρα μ’ όλους αυτούς τους άγνωστους;»… «άσχετους» θα πεις αλλά για να είμαστε κόσμιοι…
Το περίεργο είναι πως ενώ σ’ ένα λεωφορείο ο ένας θα σου ξίνιζε κι ο άλλος θα σου βρώμαγε, εδώ κάνεις τεμενάδες αν τύχει κάποιος να σου πει μια κουβέντα.
Συμπέρασμα: «Κανείς δεν τη θέλει αυτή την κυρία Μοναξιά».
Έχω άδικο μήπως;
Είναι λοιπόν ένα δημόσιο μέσο επικοινωνίας, ένα είδος λεωφορείου δηλαδή, που ανεβαίνει ο κάθε λογής. Αν το συσχετίσεις τώρα με ένα πραγματικό λεωφορείο θα σκεφτείς αυτόματα «μα τι έχω να πω εγώ τώρα μ’ όλους αυτούς τους άγνωστους;»… «άσχετους» θα πεις αλλά για να είμαστε κόσμιοι…
Το περίεργο είναι πως ενώ σ’ ένα λεωφορείο ο ένας θα σου ξίνιζε κι ο άλλος θα σου βρώμαγε, εδώ κάνεις τεμενάδες αν τύχει κάποιος να σου πει μια κουβέντα.
Συμπέρασμα: «Κανείς δεν τη θέλει αυτή την κυρία Μοναξιά».
Έχω άδικο μήπως;
Πέμπτη 2 Απριλίου 2009
Ο Θάνατος κι ο Pirandello
Ο pirandello επέστρεψε σαν να μην είχε συμβεί τίποτα, με παρακάλεσε να ειδοποιήσω όποιον τυχόν ανησύχησε κι έπεσε για ύπνο, θα τα λέγαμε, είπε το πρωί.
«Τι έγινε τελικά;» τον ρώτησα, ελπίζοντας να μου λύσει το μυστήριο.
«Τίποτα» είπε. «Ο Θάνατος αστόχησε, ως συνήθως».
«Τι έγινε τελικά;» τον ρώτησα, ελπίζοντας να μου λύσει το μυστήριο.
«Τίποτα» είπε. «Ο Θάνατος αστόχησε, ως συνήθως».
Πέμπτη 26 Μαρτίου 2009
Τι απέγινε ο Pirandello
Ο pirandello σηκώθηκελίγο πριν φέξει. Έδειχνε άυπνος και κάπως αναστατωμένος. Δεν
ήπιε καφέ κι όλα έδειχναν πως ετοιμαζόταν να βγει. Δεν ξέρω τι ακριβώς ήταν αυτό που
μ’ ανησύχησε περισσότερο, «Που πας τέτοια ώρα;» τον ρώτησα.
«Είμαι καλεσμένος σε μονομαχία» είπε και πριν προλάβω να πω οτιδήποτε, άνοιξε την πόρτα και βγήκε.
Τώρα είναι σχεδόν οκτώ και ακόμα δεν γύρισε.
ήπιε καφέ κι όλα έδειχναν πως ετοιμαζόταν να βγει. Δεν ξέρω τι ακριβώς ήταν αυτό που
μ’ ανησύχησε περισσότερο, «Που πας τέτοια ώρα;» τον ρώτησα.
«Είμαι καλεσμένος σε μονομαχία» είπε και πριν προλάβω να πω οτιδήποτε, άνοιξε την πόρτα και βγήκε.
Τώρα είναι σχεδόν οκτώ και ακόμα δεν γύρισε.
Τρίτη 17 Μαρτίου 2009
Το πρόγραμμα του Pirandello
Στην καθιερωμένη κοπή πίτας γνωστής εταιρίας ο Pirandello δήλωσε πως δυστυχώς λόγω της κρίσης, έπρεπε όλοι να υποβληθούμε σε περικοπές. Ο ίδιος είπε πως θα έκοβε το τσιγάρο. Πρότεινε οι εργαζόμενοι να καταθέτουν ανελλιπώς το 1/3 του μισθού τους σε ειδικό λογαριασμό ώστε να βοηθήσουν την κυβέρνηση να καλύψει μέρος του δημοσίου ελλείμματος. Μεταξύ άλλων ανακοίνωσε μειώσεις κι απολύσεις και είπε πως σε τηλεοπτική εκπομπή προσεχώς θα παρότρυνε και τους συνταξιούχους να παραιτηθούν απ’ τις απαιτήσεις τους, όπως και τις εργαζόμενες μητέρες καθώς θα τις ενέτασσε σ’ ένα κοινοβιακό σύστημα διαβίωσης. Έτσι, όλοι μαζί θα αντιμετωπίζαμε το πρόβλημα της υπογεννητικότητας και θα γνωρίζαμε μέρες εθνικής ομοψυχίας κι ευημερίας και καταχειροκροτήθηκε.
Όταν αργότερα τον είδα να καπνίζει ένα τεράστιο πούρο μου είπε πως δεν είναι το ίδιο.
«Το πούρο βλάπτει λένε πολύ λιγότερο. Είναι επίσης επαναστατικό».
Όταν αργότερα τον είδα να καπνίζει ένα τεράστιο πούρο μου είπε πως δεν είναι το ίδιο.
«Το πούρο βλάπτει λένε πολύ λιγότερο. Είναι επίσης επαναστατικό».
Σάββατο 7 Μαρτίου 2009
Η Κόλαση, οι αποδράσεις κι ο Pirandello
Με το που μπήκαμε στην Αττική, ο Pirandello διάβασε για τις μεγάλες καθυστερήσεις μεταξύ 5ης και 8ης εξόδου με κατεύθυνση προς Ελευσίνα. Περίμενα πως θ’ άρχιζε να διαμαρτύρεται πάλι αλλά αυτός βολεύτηκε όσο γινόταν καλύτερα και μισόκλεισε τα μάτια του.
Μετά, πριν τον κόμβο Αμαρουσίου η κίνηση άρχισε να γίνεται ανυπόφορη. Μας πολιορκούσαν από παντού φορτηγά, μηχανάκια, θόρυβος και καυσαέριο και το μόνο που μπορούσε κανείς να σκεφτεί ήταν πώς θα ‘φευγε το συντομότερο δυνατόν από ‘κει.
Πηγαίναμε σημειωτόν κι ο Pirandello κοίταζε έξω απ’ το παράθυρο ήρεμος, δίχως να δυσανασχετεί. Αναρωτιόμουν αν ήταν όντως εκεί.
Καθώς περνούσαμε κάτω απ’ τη γέφυρα, γύρισε και μου είπε: «Είναι απίστευτο αν το σκεφτείς, ο μόνος λόγος που βρίσκονται εδώ όλοι αυτοί είναι για τα λεφτά. Αλλιώς κανείς δεν θα πάταγε το πόδι του ξανά σ’ αυτήν την πόλη. Είναι σαν καμίνι, ένα χωνευτήρι της Κόλασης».
Δεν έβγαλε μιλιά όλη την υπόλοιπη μέρα, απλώς διεκπεραίωνε ό,τι ήταν να κάνει.
Το βράδυ, όταν κάναμε ακριβώς την αντίστροφη διαδρομή, στο ίδιο σημείο μου ξαναμίλησε: «είναι αξιοπερίεργο πώς καταφέρνουν και ζουν όλοι αυτοί οι άνθρωποι…
και το πιο περίεργο είναι που δεν φεύγει κανείς».
«Δεν ζουν ακριβώς « του είπα, «απλώς το παλεύουν».
«Ξέρω, ξέρω» είπε και άνοιξε το παράθυρο. «Μόνο που κάποιοι ξέρουν και την κάνουν με το ελικόπτερο. Ίσως κι αυτός είναι ο μόνος τρόπος να δραπετεύσει κανείς».
«Να σταματήσουμε να πάρουμε τάρτες», είπε μετά.
Μετά, πριν τον κόμβο Αμαρουσίου η κίνηση άρχισε να γίνεται ανυπόφορη. Μας πολιορκούσαν από παντού φορτηγά, μηχανάκια, θόρυβος και καυσαέριο και το μόνο που μπορούσε κανείς να σκεφτεί ήταν πώς θα ‘φευγε το συντομότερο δυνατόν από ‘κει.
Πηγαίναμε σημειωτόν κι ο Pirandello κοίταζε έξω απ’ το παράθυρο ήρεμος, δίχως να δυσανασχετεί. Αναρωτιόμουν αν ήταν όντως εκεί.
Καθώς περνούσαμε κάτω απ’ τη γέφυρα, γύρισε και μου είπε: «Είναι απίστευτο αν το σκεφτείς, ο μόνος λόγος που βρίσκονται εδώ όλοι αυτοί είναι για τα λεφτά. Αλλιώς κανείς δεν θα πάταγε το πόδι του ξανά σ’ αυτήν την πόλη. Είναι σαν καμίνι, ένα χωνευτήρι της Κόλασης».
Δεν έβγαλε μιλιά όλη την υπόλοιπη μέρα, απλώς διεκπεραίωνε ό,τι ήταν να κάνει.
Το βράδυ, όταν κάναμε ακριβώς την αντίστροφη διαδρομή, στο ίδιο σημείο μου ξαναμίλησε: «είναι αξιοπερίεργο πώς καταφέρνουν και ζουν όλοι αυτοί οι άνθρωποι…
και το πιο περίεργο είναι που δεν φεύγει κανείς».
«Δεν ζουν ακριβώς « του είπα, «απλώς το παλεύουν».
«Ξέρω, ξέρω» είπε και άνοιξε το παράθυρο. «Μόνο που κάποιοι ξέρουν και την κάνουν με το ελικόπτερο. Ίσως κι αυτός είναι ο μόνος τρόπος να δραπετεύσει κανείς».
«Να σταματήσουμε να πάρουμε τάρτες», είπε μετά.
Παρασκευή 6 Μαρτίου 2009
Μάθημα ανατομίας… ή τα 6 σημεία του Pirandello
http://www.antinews.gr/?p=5459
1) Κεφάλι
2) Χέρια
3) Πόδια
4) Κοιλιά
5) Γεννητικά όργανα
6) Πρωκτός
«Σιγά το πράγμα» έκανε ο pirandello, ‘δεν χρειάζεται να ‘ναι κάποιος πρωθυπουργός για ν’ ανακοινώσει 6 σημεία»।
1) Κεφάλι
2) Χέρια
3) Πόδια
4) Κοιλιά
5) Γεννητικά όργανα
6) Πρωκτός
«Σιγά το πράγμα» έκανε ο pirandello, ‘δεν χρειάζεται να ‘ναι κάποιος πρωθυπουργός για ν’ ανακοινώσει 6 σημεία»।
Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2009
Ο μοναχισμός, η Ναυτεμπορική κι ο Pirandello
http://www.impantokratoros.gr/14726ACB.el.aspx
http://www.naftemporiki.gr/
Ο Pirandello άφησε στο τραπέζι το βιβλίο που διάβαζε.
«Μπορεί να μ’ επηρεάζει λες ο καιρός;» ρώτησε, «δεν έχω κέφι για τίποτα».
«Πρέπει ν’ ανανεώσεις τα ενδιαφέροντά σου» του πρότεινα.
«Τα ενδιαφέροντά μου;»
«Ναι, αυτή η κλεισούρα δεν έκανε ποτέ καλό σε κανέναν».
«Μα δεν βλέπεις πώς είναι ο καιρός; Πού να πας με τέτοιο καιρό; Θα ξυλιάσεις».
«Εννοώ την εσωτερική κλεισούρα, μην κάνεις πως δεν καταλαβαίνεις».
«Α, αυτό εννοείς έκανε.
Σερβιρίστηκε ξανά καφέ κι ανανέωσε και τον δικό μου στο φλιτζάνι.
«Και πώς γίνεται αυτό, ξέρεις;» ρώτησε.
«Να κάνει ας πούμε ταξίδια, να γνωρίζει καινούργιους ανθρώπους, να πιάσει μια γκόμενα… υπάρχουν τρόποι ν’ ανανεωθεί κάποιος τέλος πάντων».
«Και τι γίνεται αν δεν μ’ ενδιαφέρει τίποτα απ’ αυτά;»
«Τι να σου πω; Κάτσε εδώ και περίμενε».
Μείναμε για λίγο αμίλητοι. Στο τέλος δεν άντεξα και τον ρώτησα: «Δεν πιστεύεις πια στους ανθρώπους ε;»
«Δεν ξέρω αν είναι αυτό» έκανε και σηκώθηκε. «Είναι σαν βιβλίο που ‘χω ξαναδιαβάσει… περισσότερο τους βαριέμαι».
«Τότε γιατί δεν ασχολείσαι με κάτι άλλο, την κηπουρική ας πούμε;»
«Άλλο… άλλο» έκανε.
«Ιστορία; Δεν θα σ’ ενδιέφερε ο σκοταδισμός; Η φιλοσοφία; Η μουσική; Τα άστρα;»
Κοίταζε τη νύχτα απ’ το παράθυρο. Είχα την αίσθηση πως δεν θα μιλούσε ποτέ ξανά.
«Νομίζεις πως είμαι στην κατάλληλη ηλικία να στραφώ στον Θεό;» ρώτησε ξαφνικά.
«Τι εννοείς; Να γίνεις μοναχός μήπως;»
Ξανακάθισε και με κοίταξε.
«Μοναχισμός κατά κάποιο τρόπο πρέπει να σημαίνει πως κάποιος είναι μόνος του, πως κάνει κάτι αποκλειστικά με τον εαυτό του, έτσι δεν είναι;»
Συμβουλεύτηκα τον Μπαμπινιώτη κι έδωσα τον ορισμό: «μοναχισμός (ο) ο τρόπος ζωής των μοναχών και οι ασκητικές αρχές που τον διέπουν (ακτημοσύνη, υπακοή, παρθενία). Ο μοναχισμός εκφράζει ασκητική σχέση του πιστού με τον κόσμο και παρουσιάζει μια μεγάλη ποικιλία οργανώσεως (κοινοβιακός, ιδιόρρυθμος, αναχωρητικός κ.λπ.) ή και μεθόδου ασκήσεως (ερημίτες, στυλίτες, κελλιώτες, λαυριώτες κ.λπ.)».
«Καλά, καλά…» έκανε ο Pirandello, «τίποτα απ’ αυτά δεν ισχύει, βλέπε Εφραίμ. Αλλά κι ο όρος από μόνος του… ή αυτό αυτομάτως ακυρώνει την ύπαρξη του Θεού… ή είναι λάθος ο όρος».
«Αποφάσισες να εντρυφήσεις και στα περί μοναχισμού τώρα;»
Ο Pirandello πήρε τη Ναυτεμπορική και την άφησε στο τραπέζι δίπλα στο όνομα του ρόδου που διάβαζε. «Το ένα σκέλος το έχω « είπε, «τώρα μου μένει το άλλο».
http://www.naftemporiki.gr/
Ο Pirandello άφησε στο τραπέζι το βιβλίο που διάβαζε.
«Μπορεί να μ’ επηρεάζει λες ο καιρός;» ρώτησε, «δεν έχω κέφι για τίποτα».
«Πρέπει ν’ ανανεώσεις τα ενδιαφέροντά σου» του πρότεινα.
«Τα ενδιαφέροντά μου;»
«Ναι, αυτή η κλεισούρα δεν έκανε ποτέ καλό σε κανέναν».
«Μα δεν βλέπεις πώς είναι ο καιρός; Πού να πας με τέτοιο καιρό; Θα ξυλιάσεις».
«Εννοώ την εσωτερική κλεισούρα, μην κάνεις πως δεν καταλαβαίνεις».
«Α, αυτό εννοείς έκανε.
Σερβιρίστηκε ξανά καφέ κι ανανέωσε και τον δικό μου στο φλιτζάνι.
«Και πώς γίνεται αυτό, ξέρεις;» ρώτησε.
«Να κάνει ας πούμε ταξίδια, να γνωρίζει καινούργιους ανθρώπους, να πιάσει μια γκόμενα… υπάρχουν τρόποι ν’ ανανεωθεί κάποιος τέλος πάντων».
«Και τι γίνεται αν δεν μ’ ενδιαφέρει τίποτα απ’ αυτά;»
«Τι να σου πω; Κάτσε εδώ και περίμενε».
Μείναμε για λίγο αμίλητοι. Στο τέλος δεν άντεξα και τον ρώτησα: «Δεν πιστεύεις πια στους ανθρώπους ε;»
«Δεν ξέρω αν είναι αυτό» έκανε και σηκώθηκε. «Είναι σαν βιβλίο που ‘χω ξαναδιαβάσει… περισσότερο τους βαριέμαι».
«Τότε γιατί δεν ασχολείσαι με κάτι άλλο, την κηπουρική ας πούμε;»
«Άλλο… άλλο» έκανε.
«Ιστορία; Δεν θα σ’ ενδιέφερε ο σκοταδισμός; Η φιλοσοφία; Η μουσική; Τα άστρα;»
Κοίταζε τη νύχτα απ’ το παράθυρο. Είχα την αίσθηση πως δεν θα μιλούσε ποτέ ξανά.
«Νομίζεις πως είμαι στην κατάλληλη ηλικία να στραφώ στον Θεό;» ρώτησε ξαφνικά.
«Τι εννοείς; Να γίνεις μοναχός μήπως;»
Ξανακάθισε και με κοίταξε.
«Μοναχισμός κατά κάποιο τρόπο πρέπει να σημαίνει πως κάποιος είναι μόνος του, πως κάνει κάτι αποκλειστικά με τον εαυτό του, έτσι δεν είναι;»
Συμβουλεύτηκα τον Μπαμπινιώτη κι έδωσα τον ορισμό: «μοναχισμός (ο) ο τρόπος ζωής των μοναχών και οι ασκητικές αρχές που τον διέπουν (ακτημοσύνη, υπακοή, παρθενία). Ο μοναχισμός εκφράζει ασκητική σχέση του πιστού με τον κόσμο και παρουσιάζει μια μεγάλη ποικιλία οργανώσεως (κοινοβιακός, ιδιόρρυθμος, αναχωρητικός κ.λπ.) ή και μεθόδου ασκήσεως (ερημίτες, στυλίτες, κελλιώτες, λαυριώτες κ.λπ.)».
«Καλά, καλά…» έκανε ο Pirandello, «τίποτα απ’ αυτά δεν ισχύει, βλέπε Εφραίμ. Αλλά κι ο όρος από μόνος του… ή αυτό αυτομάτως ακυρώνει την ύπαρξη του Θεού… ή είναι λάθος ο όρος».
«Αποφάσισες να εντρυφήσεις και στα περί μοναχισμού τώρα;»
Ο Pirandello πήρε τη Ναυτεμπορική και την άφησε στο τραπέζι δίπλα στο όνομα του ρόδου που διάβαζε. «Το ένα σκέλος το έχω « είπε, «τώρα μου μένει το άλλο».
Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2009
Ο ακέφαλος ιππότης της ροζ πλουμέριας κι ο Pirandello
Ο pirandello έστησε με προσοχή τα πιόνια, να κοιτάζουν όλα εμπρός, δεν του αρέσει να βλέπουν αλλού τα άλογα. Μετά περίμενε απ’ τον άλλον να κάνει την πρώτη κίνηση.
«Το σκάκι» είπε ο συμπαίκτης του που καθόταν απέναντι, «είναι καθαρά θέμα στυλ».
Ο Pirandello κούνησε τους ώμους του.
Ο συμπαίκτης του έκανε έναν μορφασμό, «μπορείς να μου ξύσεις τη μύτη σε παρακαλώ;» ρώτησε.
Ο Pirandello άπλωσε το χέρι του και ψηλάφησε το πρόσωπο του αντιπάλου του. Μετά του έξυσε τη μύτη.
«Τίποτα δεν μπορεί να κάνει κανείς αν δεν είναι αρτιμελής» είπε το κεφάλι του απέναντι. «Ούτε σκάκι δεν μπορούμε να παίξουμε, εσύ χωρίς δικό σου κεφάλι κι εγώ χωρίς χέρια».
Ο ακέφαλος ιππότης της ροζ πλουμέριας έκανε μια κίνηση που φανέρωνε εκνευρισμό.
«Και τα πιόνια» έκανε το κεφάλι, «τα ‘χεις βάλει ανάμικτα».
«Το σκάκι» είπε ο συμπαίκτης του που καθόταν απέναντι, «είναι καθαρά θέμα στυλ».
Ο Pirandello κούνησε τους ώμους του.
Ο συμπαίκτης του έκανε έναν μορφασμό, «μπορείς να μου ξύσεις τη μύτη σε παρακαλώ;» ρώτησε.
Ο Pirandello άπλωσε το χέρι του και ψηλάφησε το πρόσωπο του αντιπάλου του. Μετά του έξυσε τη μύτη.
«Τίποτα δεν μπορεί να κάνει κανείς αν δεν είναι αρτιμελής» είπε το κεφάλι του απέναντι. «Ούτε σκάκι δεν μπορούμε να παίξουμε, εσύ χωρίς δικό σου κεφάλι κι εγώ χωρίς χέρια».
Ο ακέφαλος ιππότης της ροζ πλουμέριας έκανε μια κίνηση που φανέρωνε εκνευρισμό.
«Και τα πιόνια» έκανε το κεφάλι, «τα ‘χεις βάλει ανάμικτα».
Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2009
Τα ροζ λουλουδάκια, η βράβευση κι ο pirandello
Ο pirandello παρέλαβε αντ’ αυτού ένα Πλουμέριο βραβείο με τη προϋπόθεση να το παραδώσει σε άλλους 8 αξιόλογους bloggers, για να γνωριστούν κι αυτοί μεταξύ τους. Θα ακολουθήσει μετά ένα οργιώδες πάρτυ μέχρι Δευτέρας παρουσίας όπου όλα θα γίνουν στάχτη και μπούρμπερη σύμφωνα με τις πληροφορίες του φίλου του Λιακόπουλου και θα ‘χει εκπληρωθεί επιτέλους κι η προφητεία.
Μετά από μακροχρόνια σκέψη, αφού έμεινε κλεισμένος για μέρες, λευκός καπνός υψώθηκε στον ουρανό κι καμπάνες της μονοκρατορίας του ήχησαν, ο blogμέγιστος είχε αποφασίσει, είχαμε επιτέλους διάδοχο.
Και όχι έναν αλλά οκτώ.
Τον ανώνυμο γιατί αν δεν τιμήσεις το σπίτι σου θα πέσει να σε πλακώσει.
Την ολα θα πανε καλα γιατί έχει απίθανη υπομονή.
Την φίλη μου τη Maya, γιατί είναι εν πτήσει κι όπου να ‘ναι αναφλέγεται.
Την αγαπητή απονενοημένη γιατί πρέπει να την πηγαίνω με το καλό.
Την Νανά Τσούμα επειδή μάλλον δεν με χωνεύει.
Την Αλεξάνδρα επειδή με συμπαθεί κι αυτή.
Την talisker γιατί της πάνε τα βραβεία και την εκτιμώ πολύ.
Τέλος την Ηλιαχτίδα γιατί μου φτιάχνει το κέφι.
Όλες οι απορίες σας θ’ απαντηθούν στην ανάρτηση της fractal: «Παίρνω τη σκυτάλη και τη παραδίδω… μ’ ένα μπουκέτο Πλουμέριες»… κάτι μικρά ροζ λουλουδάκια.
http://fractalx.blogspot.com/
*Παρακαλώ τον φίλο μου τον kulpa να παραδώσει το επόμενο βραβείο।
Μετά από μακροχρόνια σκέψη, αφού έμεινε κλεισμένος για μέρες, λευκός καπνός υψώθηκε στον ουρανό κι καμπάνες της μονοκρατορίας του ήχησαν, ο blogμέγιστος είχε αποφασίσει, είχαμε επιτέλους διάδοχο.
Και όχι έναν αλλά οκτώ.
Τον ανώνυμο γιατί αν δεν τιμήσεις το σπίτι σου θα πέσει να σε πλακώσει.
Την ολα θα πανε καλα γιατί έχει απίθανη υπομονή.
Την φίλη μου τη Maya, γιατί είναι εν πτήσει κι όπου να ‘ναι αναφλέγεται.
Την αγαπητή απονενοημένη γιατί πρέπει να την πηγαίνω με το καλό.
Την Νανά Τσούμα επειδή μάλλον δεν με χωνεύει.
Την Αλεξάνδρα επειδή με συμπαθεί κι αυτή.
Την talisker γιατί της πάνε τα βραβεία και την εκτιμώ πολύ.
Τέλος την Ηλιαχτίδα γιατί μου φτιάχνει το κέφι.
Όλες οι απορίες σας θ’ απαντηθούν στην ανάρτηση της fractal: «Παίρνω τη σκυτάλη και τη παραδίδω… μ’ ένα μπουκέτο Πλουμέριες»… κάτι μικρά ροζ λουλουδάκια.
http://fractalx.blogspot.com/
*Παρακαλώ τον φίλο μου τον kulpa να παραδώσει το επόμενο βραβείο।
Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2009
Ο “επισκέπτης” του pirandello
Ο Pirandello έβλεπε το κείμενό που ‘χε γράψει πριν από δυο λεπτά ν’ αλλάζει από μόνο του και δεν πίστευε στα μάτια του.
Στην αρχή σκέφτηκε μήπως τα έγραψε ο ίδιος και δεν το θυμόταν, συμβαίνουν τόσα και τόσα. Μετά, όταν είδε τον τίτλο κατάλαβε.
«Δυστυχώς, δεχθήκαμε επισκέψεις» είπε, «κάποιον που είναι πραγματικά έξυπνος. Τι κρίμα».
«Τι κρίμα;» ρώτησα, «αυτό έχεις μόνο να πεις;»
«Ναι…» έκανε ο Pirandello, «… που δεν τον γνωρίζω εννοώ. Σπανίζουν τόσο οι έξυπνοι άνθρωποι σήμερα».
Στην αρχή σκέφτηκε μήπως τα έγραψε ο ίδιος και δεν το θυμόταν, συμβαίνουν τόσα και τόσα. Μετά, όταν είδε τον τίτλο κατάλαβε.
«Δυστυχώς, δεχθήκαμε επισκέψεις» είπε, «κάποιον που είναι πραγματικά έξυπνος. Τι κρίμα».
«Τι κρίμα;» ρώτησα, «αυτό έχεις μόνο να πεις;»
«Ναι…» έκανε ο Pirandello, «… που δεν τον γνωρίζω εννοώ. Σπανίζουν τόσο οι έξυπνοι άνθρωποι σήμερα».
Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2009
Ο Μαμαλάκης, οι περσόνες κι ο Pirandello
Ο Pirandello άλλαξε ρούχα και κοιτάχτηκε ξανά στον καθρέφτη. Μετά έκανε πάλι το ίδιο, με καπέλο και γκαμπαρντίνα. Επιχείρησε ξανά και ξανά, με ρούχα που δεν ήταν της μόδας, με αποκριάτικα, με αθλητικά, με στολή ιππασίας, μέχρι και δανεικά και κατέληξε πως δεν έβλεπε καμία διαφορά.
«Ή δεν υπάρχει καμιά διαφορά» δήλωσε απογοητευμένος, «ή αυτό το άλλο μου εγώ είναι κρυμμένο πολύ βαθιά φαίνεται». Μετά άνοιξε την τηλεόραση και παρακολούθησε Μαμαλάκη. «Εξαίρετος» είπε. «Ξέρει ποιός είναι ο άνθρωπος».
«Εννοείς πως δεν ξέρεις ποιος είσαι;»
«Φυσικά ξέρω» είπε. «Το ζήτημα γεννήθηκε μ’ όλες αυτές τις περσόνες στο internet, δεν μπορεί παρά κάτι άλλο να σημαίνουν όλα αυτά».
Είχε - δεν είχε μ’ έβαλε σε σκέψεις.
«Εννοείς πως τα ρούχα κάνουν τον παπά ε;» ρώτησα.
«Εννοώ πως κάτι όχι και τόσο υγιές κρύβουμε μέσα μας, με περισσή επιμέλεια μάλλον».
Ένοιωσα πως μ’ έπαιρνε και ‘μένα η μπάλα και δεν θα το άφηνα να περάσει έτσι: «Μπορείς να βγάζεις ό,τι συμπεράσματα θες, αρκεί να προσδιορίζεις πως αναφέρεσαι σε ‘σένα μόνο».
«Μην ανησυχείς» δήλωσε ο Pirandello, «κανείς δεν θα θίξει τον καθωσπρεπισμό σου, αυτά όλα τα λέμε για τους άλλους»… και ηρέμησα κάπως.
«Ή δεν υπάρχει καμιά διαφορά» δήλωσε απογοητευμένος, «ή αυτό το άλλο μου εγώ είναι κρυμμένο πολύ βαθιά φαίνεται». Μετά άνοιξε την τηλεόραση και παρακολούθησε Μαμαλάκη. «Εξαίρετος» είπε. «Ξέρει ποιός είναι ο άνθρωπος».
«Εννοείς πως δεν ξέρεις ποιος είσαι;»
«Φυσικά ξέρω» είπε. «Το ζήτημα γεννήθηκε μ’ όλες αυτές τις περσόνες στο internet, δεν μπορεί παρά κάτι άλλο να σημαίνουν όλα αυτά».
Είχε - δεν είχε μ’ έβαλε σε σκέψεις.
«Εννοείς πως τα ρούχα κάνουν τον παπά ε;» ρώτησα.
«Εννοώ πως κάτι όχι και τόσο υγιές κρύβουμε μέσα μας, με περισσή επιμέλεια μάλλον».
Ένοιωσα πως μ’ έπαιρνε και ‘μένα η μπάλα και δεν θα το άφηνα να περάσει έτσι: «Μπορείς να βγάζεις ό,τι συμπεράσματα θες, αρκεί να προσδιορίζεις πως αναφέρεσαι σε ‘σένα μόνο».
«Μην ανησυχείς» δήλωσε ο Pirandello, «κανείς δεν θα θίξει τον καθωσπρεπισμό σου, αυτά όλα τα λέμε για τους άλλους»… και ηρέμησα κάπως.
Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2009
Το blogοπαίγνιο του Pirandello
Πρέπει να πω πως όλα ξεκίνησαν από ‘δω:
http://mayanwindows.blogspot.com/2009/02/blogo-avatar.html
"πώς διάλεξα το avatar μου"
Ο Pirandello δεν ασχολείται συνήθως με τέτοια πράγματα αλλά τον πίεσα. Στην αρχή έκανε τον αδιάφορο, τον έπιασα όμως μια – δυο φορές να κρυφοκοιτάζει το blog της Maya. Μετά έκανε τον δύσκολο και μου το ξέκοψε. Απογοητεύτηκα είναι η αλήθεια. Όταν τον είδα ν’ ανεβάζει κι άλλη ανάρτηση νόμιζα πως σοβαρολογούσε και πως δεν θα ενέδιδε. Ασχολήθηκα κι εγώ με τα δικά μου και το ξέχασα.
Πέρασαν δυο μέρες.
Σήμερα που ήρθα να τον δω έβρεχε.
«Την ομπρέλα έξω» μου φώναξε απ’ την πόρτα, «μέσα είναι γρουσουζιά».
Έκανα όπως μου είπε αν και παραξενεύτηκα κάπως, νόμιζα πως δεν πιστεύει σ’ αυτά. Μετά πρόσεξα πως φορούσε άλλα γυαλιά.
«Πώς σου φαίνομαι έτσι;» με ρώτησε, «είναι για το καινούργιο μου avatar».
«Avatar; Θ’ αλλάξεις avatar; Πώς σου ‘ρθε τώρα αυτό;»
«Είναι γι’ αυτό το blogπαίγνιο» μου είπε, «φαγώθηκες να παίξω και να παίξω».
«Ώστε το αποφάσισες;» ρώτησα, «θα πρέπει να σου κάνω μια πρόσκληση».
«Μα δεν νομίζω πως χρειάζεται» έκανε ο Pirandello, «θα παίξω αντ’ αυτού ως συνήθως».
Μετά κάθισε στον υπολογιστή κι έγραψε:
«Το avatar είναι περίεργη υπόθεση, επέλεξα ας πούμε το δικό μου από κάποιες περιγραφές, λόγω του ότι δεν βλέπω καλά από κοντά. Ο κύριος με τον οποίο συνομιλώ εδώ κάθε τόσο έβαλε τη φωτογραφία του, μια προ δεκαπενταετίας, γιατί απλώς δεν διέθετε άλλη ενώ ο τρίτος της παρέας ήταν απλώς ειλικρινής…»
Βρήκα και δυο - τρεις για να καλέσω με τη σειρά μου.
ολα θα πανε καλα
fractal
anepidoti
Νανά Τσούμα
http://mayanwindows.blogspot.com/2009/02/blogo-avatar.html
"πώς διάλεξα το avatar μου"
Ο Pirandello δεν ασχολείται συνήθως με τέτοια πράγματα αλλά τον πίεσα. Στην αρχή έκανε τον αδιάφορο, τον έπιασα όμως μια – δυο φορές να κρυφοκοιτάζει το blog της Maya. Μετά έκανε τον δύσκολο και μου το ξέκοψε. Απογοητεύτηκα είναι η αλήθεια. Όταν τον είδα ν’ ανεβάζει κι άλλη ανάρτηση νόμιζα πως σοβαρολογούσε και πως δεν θα ενέδιδε. Ασχολήθηκα κι εγώ με τα δικά μου και το ξέχασα.
Πέρασαν δυο μέρες.
Σήμερα που ήρθα να τον δω έβρεχε.
«Την ομπρέλα έξω» μου φώναξε απ’ την πόρτα, «μέσα είναι γρουσουζιά».
Έκανα όπως μου είπε αν και παραξενεύτηκα κάπως, νόμιζα πως δεν πιστεύει σ’ αυτά. Μετά πρόσεξα πως φορούσε άλλα γυαλιά.
«Πώς σου φαίνομαι έτσι;» με ρώτησε, «είναι για το καινούργιο μου avatar».
«Avatar; Θ’ αλλάξεις avatar; Πώς σου ‘ρθε τώρα αυτό;»
«Είναι γι’ αυτό το blogπαίγνιο» μου είπε, «φαγώθηκες να παίξω και να παίξω».
«Ώστε το αποφάσισες;» ρώτησα, «θα πρέπει να σου κάνω μια πρόσκληση».
«Μα δεν νομίζω πως χρειάζεται» έκανε ο Pirandello, «θα παίξω αντ’ αυτού ως συνήθως».
Μετά κάθισε στον υπολογιστή κι έγραψε:
«Το avatar είναι περίεργη υπόθεση, επέλεξα ας πούμε το δικό μου από κάποιες περιγραφές, λόγω του ότι δεν βλέπω καλά από κοντά. Ο κύριος με τον οποίο συνομιλώ εδώ κάθε τόσο έβαλε τη φωτογραφία του, μια προ δεκαπενταετίας, γιατί απλώς δεν διέθετε άλλη ενώ ο τρίτος της παρέας ήταν απλώς ειλικρινής…»
Βρήκα και δυο - τρεις για να καλέσω με τη σειρά μου.
ολα θα πανε καλα
fractal
anepidoti
Νανά Τσούμα
Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2009
Η “Βαβέλ” κι ο Pirandello
Ο pirandello πήρε τον καφέ του και κάθισε μπροστά στον υπολογιστή. Άνοιξε πρώτα και διάβασε όλα τα σχόλια. Μετά έκανε μια γύρα απ’ όλα τα γνωστά blogs, διαβάζοντας στα πεταχτά τι είχαν γράψει οι άλλοι. Επέστρεψε ύστερα στο δικό του κι έμεινε κάπως περισσότερο στην τελευταία του ανάρτηση.
«Αααα» έκανε, «δεν καταλαβαίνω τίποτα. Πρέπει να κοιτάξω λίγο την προσωπικότητά μου, κάτι οπωσδήποτε έχω».
«Τι δεν καταλαβαίνεις;» προσφέρθηκα να τον βοηθήσω εγώ.
«Τίποτα» είπε. «Είναι σαν να μιλάμε όλοι κάποια διαφορετική γλώσσα».
«Αααα» έκανε, «δεν καταλαβαίνω τίποτα. Πρέπει να κοιτάξω λίγο την προσωπικότητά μου, κάτι οπωσδήποτε έχω».
«Τι δεν καταλαβαίνεις;» προσφέρθηκα να τον βοηθήσω εγώ.
«Τίποτα» είπε. «Είναι σαν να μιλάμε όλοι κάποια διαφορετική γλώσσα».
Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2009
Ο Pirandello κι η “επαφή”
Ο pirandello φόρεσε στην αρχή κάτι πρόχειρο και κάτι παλιά χοντροπάπουτσα. Έβγαλε μετά όλα τα παλιά εργαλεία απ’ τη ντουλάπα. Στη συνέχεια μέριασε τα πράγματα, καθάρισε τον πάγκο και εξέτασε τα τελάρα. Μετά έκλεισε και την πόρτα για να μην τον ενοχλήσει κανείς κι έπεσε σε περισυλλογή.
Και ως εκ θαύματος ανακάλυψε πως όλη του η έμπνευση είχε κάνει φτερά.
Ύστερα από λίγο επέστρεψε περίλυπος στον υπολογιστή.
«Γιατί δεν δουλεύεις;» τον ρώτησα.
Με κοίταξε μ’ ένα απλανές βλέμμα… και δεν απάντησε.
Και ως εκ θαύματος ανακάλυψε πως όλη του η έμπνευση είχε κάνει φτερά.
Ύστερα από λίγο επέστρεψε περίλυπος στον υπολογιστή.
«Γιατί δεν δουλεύεις;» τον ρώτησα.
Με κοίταξε μ’ ένα απλανές βλέμμα… και δεν απάντησε.
Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2009
Ο κλήρος, ο Άγιος Βαλεντίνος κι ο Pirandello
«Άκουγα σήμερα αυτόν τον κύριο» είπε ο pirandello, «κάποιον παπά Στυλιανό, να λέει τις απόψεις του κλήρου για την ταφή. Τον έχω ακούσει και γι’ άλλα θέματα, το ίδιο σοβαρά… γιατί οπωσδήποτε τον νοιάζει τον νεκρό ποια θα ‘ναι ακριβώς η θέση του».
Έκανε μια μικρή διακοπή όπως συνηθίζει για να κάνει τους άλλους να τον προσέξουν.
«Τον άκουσα να αποκαλεί την Κάλλας καταθλιπτική και πως αυτό, γι’ αυτόν, την κάνει ανάξια λόγου πάνω - κάτω. Βέβαια την έκανε περισσότερο ανάξια το ότι προτίμησε να καεί… λογικό».
Άναψε τσιγάρο με την ησυχία του και με κοίταξε.
«Όταν…» ρώτησε, «είπε ο Ιησούς “αγαπάτε αλλήλους”, είχε υπόψη του τον Άγιο Βαλεντίνο;
Και με ποια έννοια το είπε;
Είχε υπόψη του τα περί απελευθερωμένων σχέσεων ή εννοούσε μια μόνιμη σύζυγο;
Κι ο γάμος εν Καναά που ευλόγησε; Δηλαδή θα αγαπάμε μεν, θα τρώμε ψάρια δε απ’ το γνωστό “φάτε μάτια ψάρια”;»
Ήθελα πολύ να δω πού το πήγαινε.
«Και ‘μείς πες πως την κάνουμε έτσι και τα βολεύουμε» είπε κάνοντας έναν ελιγμό με το χέρι του, «με τους δυσανεχτικούς τι γίνεται; Μ’ αυτούς που ‘χουν άλλες προτιμήσεις στον έρωτα, τι θα κάνουν αυτοί; Θα γιορτάζουν άλλον Βαλεντίνο; Καλά, πόσους Αγίους τέλος πάντων θα έχουμε;»
Σκεφτόμουν τι να του πω αλλά ο Pirandello έσβησε το τσιγάρο και σηκώθηκε να φύγει.
«Δεν ‘μας τα ‘πε καλά… και δεν ξέρει πια τι να πιστέψει κανείς» είπε.
Έκανε μια μικρή διακοπή όπως συνηθίζει για να κάνει τους άλλους να τον προσέξουν.
«Τον άκουσα να αποκαλεί την Κάλλας καταθλιπτική και πως αυτό, γι’ αυτόν, την κάνει ανάξια λόγου πάνω - κάτω. Βέβαια την έκανε περισσότερο ανάξια το ότι προτίμησε να καεί… λογικό».
Άναψε τσιγάρο με την ησυχία του και με κοίταξε.
«Όταν…» ρώτησε, «είπε ο Ιησούς “αγαπάτε αλλήλους”, είχε υπόψη του τον Άγιο Βαλεντίνο;
Και με ποια έννοια το είπε;
Είχε υπόψη του τα περί απελευθερωμένων σχέσεων ή εννοούσε μια μόνιμη σύζυγο;
Κι ο γάμος εν Καναά που ευλόγησε; Δηλαδή θα αγαπάμε μεν, θα τρώμε ψάρια δε απ’ το γνωστό “φάτε μάτια ψάρια”;»
Ήθελα πολύ να δω πού το πήγαινε.
«Και ‘μείς πες πως την κάνουμε έτσι και τα βολεύουμε» είπε κάνοντας έναν ελιγμό με το χέρι του, «με τους δυσανεχτικούς τι γίνεται; Μ’ αυτούς που ‘χουν άλλες προτιμήσεις στον έρωτα, τι θα κάνουν αυτοί; Θα γιορτάζουν άλλον Βαλεντίνο; Καλά, πόσους Αγίους τέλος πάντων θα έχουμε;»
Σκεφτόμουν τι να του πω αλλά ο Pirandello έσβησε το τσιγάρο και σηκώθηκε να φύγει.
«Δεν ‘μας τα ‘πε καλά… και δεν ξέρει πια τι να πιστέψει κανείς» είπε.
Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2009
Η “τέχνη του παραλόγου” κι ο Pirandello
Δεν γνωρίζω ποιος τρελός ανακάλυψε πως το παράλογο είναι τέχνη και μάλιστα αξιόλογη, κάποιος ευφάνταστος κριτικός υποθέτω. Ναι, ισχύει το ότι κάποιες φορές η τέχνη φαίνεται παράλογη, προσέξτε, φαίνεται, το αντίθετο όμως… μου κάνει κάπως τραβηγμένο θέλω να πω.
Αναρωτιέμαι όμως γιατί δεν αναγάγουμε και τη λογική σε τέχνη και τέλος πάντων δεν θα είχα καμία αντίρρηση, αλλά ώρες – ώρες χρειάζεται φοβερή προσπάθεια για να παραμένει έστω και στοιχειωδώς, απλώς λογικός κάποιος.
Αναρωτιέμαι όμως γιατί δεν αναγάγουμε και τη λογική σε τέχνη και τέλος πάντων δεν θα είχα καμία αντίρρηση, αλλά ώρες – ώρες χρειάζεται φοβερή προσπάθεια για να παραμένει έστω και στοιχειωδώς, απλώς λογικός κάποιος.
Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2009
Το μαχαίρι, το πεπόνι κι ο Pirandello
http://www.youtube.com/watch?v=k7V1KZrXrSM
YouTube - Tzimis Panousis- Dourios Hxos- gamato mix
«Μπαίνουμε στον τελευταίο γύρο» είπε ο Pirandello κι έκλεισε την τηλεόραση με το που ο Χατζηνικολάου προανήγγειλε την δήλωση του πρωθυπουργού.
«Άσε ν’ ακούσουμε τι θα πει» τον παρότρυνα εγώ.
«Τι να πει, ανοησίες θα πει» έκανε ο Pirandello, «κι αυτός κι ο άλλος λένε τις ίδιες ανοησίες, λες και το θέμα μας είναι ποιος απ’ τους δύο θα κάνει κυβέρνηση. Είστε ανίκανοι κύριοι πρέπει να του πει κάποιος, δεν χρειαζόμαστε μπαμπά, τα ξέρουμε κι από μόνοι μας τα χάλια μας… αλλά ποιος να το πει;»
«Γιατί δεν λες εσύ κάτι τότε;» έκανα, περισσότερο για να δω τι θα πει.
«Γιατί απλώς δεν είμαι απατεώνας» είπε ο Pirandello, «δεν τρώω με χρυσά κουτάλια και να λέω πως πρέπει να κάνουμε λιτότητα, δεν βάζω φόρους και δεν είμαι εκκλησία να πουλάω κι ν’ αγοράζω, γιατί δεν ήμουνα ποτέ τέτοιος».
«Και γιατί δεν τα λες κάπου αυτά έστω;»
«Γιατί δεν έχει νόημα, αυτοί έχουν και το μαχαίρι και το πεπόνι, γι’ αυτό”.
Έμεινε για λίγο σκεπτικός.
«Και γιατί στην ουσία δεν έχω να προτείνω τίποτα, να μην τα ρίχνουμε όλα σ’ αυτούς, δεν υπάρχει κάποιος που να ‘χει να πει κάτι, αλλιώς θα τον ξέραμε».
«Και τι θα κάνουμε δηλαδή;» ρώτησα.
«Τίποτα» αναστέναξε. «Θα παραμείνουμε αδρανείς, ως συνήθως. Θα επιχειρηματολογήσουμε στα καφενεία, στα blogs, στις παρέες, θα βρούμε έναν τρόπο να τη βολέψομε, θα πληρώσουμε το ό,τι μας αναλογεί, θα δούμε το έλλειμμα να μεγαλώνει, θα ψηφίσουμε κάποιους που δεν γουστάρουμε, θα δούμε ένα άλλο υπουργικό συμβούλιο, θα δούμε μια ακόμη ανούσια αντιπολίτευση, μερικά ακόμα σκάνδαλα στην τηλεόραση μέχρι τις επόμενες εκλογές και πάλι μία απ’ τα ίδια, είμαστε καταδικασμένοι σ’ αυτόν τον φαύλο κύκλο των ηλιθίων».
«Μα περιγράφεις ένα αίσχος» είπα, «δεν μπορεί να μην υπάρχει μια λύση».
Ο Pirandello μου έδειξε ένα μαχαίρι που βρισκότανε εκείνη τη στιγμή στο τραπέζι.
«Μπορεί η Ελλάδα να ‘ναι βιτσιόζα κι ανεπανάληπτη όπως λέει κι ο ποιητής» είπε, «αλλά πάντα θα υπάρχει μιά κάποια λύσις. Να κάνουμε κομμάτια αυτό το πεπόνι… μετά βλέπουμε».
YouTube - Tzimis Panousis- Dourios Hxos- gamato mix
«Μπαίνουμε στον τελευταίο γύρο» είπε ο Pirandello κι έκλεισε την τηλεόραση με το που ο Χατζηνικολάου προανήγγειλε την δήλωση του πρωθυπουργού.
«Άσε ν’ ακούσουμε τι θα πει» τον παρότρυνα εγώ.
«Τι να πει, ανοησίες θα πει» έκανε ο Pirandello, «κι αυτός κι ο άλλος λένε τις ίδιες ανοησίες, λες και το θέμα μας είναι ποιος απ’ τους δύο θα κάνει κυβέρνηση. Είστε ανίκανοι κύριοι πρέπει να του πει κάποιος, δεν χρειαζόμαστε μπαμπά, τα ξέρουμε κι από μόνοι μας τα χάλια μας… αλλά ποιος να το πει;»
«Γιατί δεν λες εσύ κάτι τότε;» έκανα, περισσότερο για να δω τι θα πει.
«Γιατί απλώς δεν είμαι απατεώνας» είπε ο Pirandello, «δεν τρώω με χρυσά κουτάλια και να λέω πως πρέπει να κάνουμε λιτότητα, δεν βάζω φόρους και δεν είμαι εκκλησία να πουλάω κι ν’ αγοράζω, γιατί δεν ήμουνα ποτέ τέτοιος».
«Και γιατί δεν τα λες κάπου αυτά έστω;»
«Γιατί δεν έχει νόημα, αυτοί έχουν και το μαχαίρι και το πεπόνι, γι’ αυτό”.
Έμεινε για λίγο σκεπτικός.
«Και γιατί στην ουσία δεν έχω να προτείνω τίποτα, να μην τα ρίχνουμε όλα σ’ αυτούς, δεν υπάρχει κάποιος που να ‘χει να πει κάτι, αλλιώς θα τον ξέραμε».
«Και τι θα κάνουμε δηλαδή;» ρώτησα.
«Τίποτα» αναστέναξε. «Θα παραμείνουμε αδρανείς, ως συνήθως. Θα επιχειρηματολογήσουμε στα καφενεία, στα blogs, στις παρέες, θα βρούμε έναν τρόπο να τη βολέψομε, θα πληρώσουμε το ό,τι μας αναλογεί, θα δούμε το έλλειμμα να μεγαλώνει, θα ψηφίσουμε κάποιους που δεν γουστάρουμε, θα δούμε ένα άλλο υπουργικό συμβούλιο, θα δούμε μια ακόμη ανούσια αντιπολίτευση, μερικά ακόμα σκάνδαλα στην τηλεόραση μέχρι τις επόμενες εκλογές και πάλι μία απ’ τα ίδια, είμαστε καταδικασμένοι σ’ αυτόν τον φαύλο κύκλο των ηλιθίων».
«Μα περιγράφεις ένα αίσχος» είπα, «δεν μπορεί να μην υπάρχει μια λύση».
Ο Pirandello μου έδειξε ένα μαχαίρι που βρισκότανε εκείνη τη στιγμή στο τραπέζι.
«Μπορεί η Ελλάδα να ‘ναι βιτσιόζα κι ανεπανάληπτη όπως λέει κι ο ποιητής» είπε, «αλλά πάντα θα υπάρχει μιά κάποια λύσις. Να κάνουμε κομμάτια αυτό το πεπόνι… μετά βλέπουμε».
Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2009
Τα “έπεα πτερόεντα” κι ο pirandello
Ο pirandello με κοίταξε κάπως στραβά σήμερα όταν με είδε που τον περίμενα. Ποιός ξέρει τι είδε στη φάτσα μου και κατάλαβε πως θορυβήθηκα, «ηρέμησε αγαπητέ μου» μου είπε, όλα υπό έλεγχο», αντί να καθίσει στο τραπέζι του όπως κάθε πρωί όμως, πήρε τον καφέ του και με κάλεσε μαζί του στην τραπεζαρία.
«Καθίστε φίλε μου» μου πρότεινε, «σας δίνω άδεια σήμερα. Είναι άδικο να δουλεύει κάποιος μια τόσο όμορφη μέρα».
Γέλασα για να του δείξω ότι κατάλαβα το αστείο του και μετά πήρα τα χαρτιά μου και κάθισα απέναντί του περιμένοντας εντολές.
«Σοβαρά το λέω» έκανε ο Pirandello, «δεν μπορεί έξω να ‘ναι μια τόσο όμορφη μέρα κι εμείς εδώ να τη χαραμίζουμε παριστάνοντας τους σοβαρούς».
Προσπάθησα να ψυχανεμιστώ αν μιλούσε σοβαρά ή αν αστειευόταν γιατί αυτό είναι κάπως δύσκολο να το καταλάβεις με τον Pirandello, συνήθως λέει άλλα κι άλλα εννοεί.
Εκείνος έκανε μια μεγαλόπρεπη κίνηση κι έσπρωξε τα χαρτιά μου στην άκρη, «οι ανοησίες μπορούν και να περιμένουν« είπε και σηκώθηκε.
Πήγε και στάθηκε στο παράθυρο κοιτάζοντας τη θάλασσα. Εκείνη έκανε προβατάκια στ’ ανοιχτά, ο ουρανός ήταν πεντακάθαρος κι ο ήλιος είχε ήδη ανέβει ψηλά. Έσπρωξε με το χέρι του το τζάμι κι ένας δροσερός αέρας εισέβαλε στο δωμάτιο σηκώνοντας τα χαρτιά μου απ’ το τραπέζι, στέλνοντας μερικά να κάνουν μια βόλτα στο πάτωμα. Έσκυψα αμέσως κι άρχισα να τα μαζεύω αλλά την ίδια στιγμή άλλα χαρτιά βρίσκονταν ήδη εν πτήση.
Ένα απ’ αυτά προσγειώθηκε ανάμεσα στα πόδια του. Έκανα να το πιάσω αλλά εκείνος το πάτησε.
«Είδατε αγαπητέ μου;» ρώτησε, «η φύση δεν δίνει δεκάρα για το τι θεωρούμε εμείς σημαντικό, γι’ αυτήν αυτό το χαρτί πρέπει να βρίσκεται εδώ κι όχι εκεί που το βάλατε».
«Μα είναι ο λογαριασμός του ρεύματος» είπα.
«Ακόμη καλύτερα» κάγχασε ο Pirandello, «ίσως μας προτρέπει ν’ ασχοληθούμε με την αιολική ενέργεια».
«Καθίστε φίλε μου» μου πρότεινε, «σας δίνω άδεια σήμερα. Είναι άδικο να δουλεύει κάποιος μια τόσο όμορφη μέρα».
Γέλασα για να του δείξω ότι κατάλαβα το αστείο του και μετά πήρα τα χαρτιά μου και κάθισα απέναντί του περιμένοντας εντολές.
«Σοβαρά το λέω» έκανε ο Pirandello, «δεν μπορεί έξω να ‘ναι μια τόσο όμορφη μέρα κι εμείς εδώ να τη χαραμίζουμε παριστάνοντας τους σοβαρούς».
Προσπάθησα να ψυχανεμιστώ αν μιλούσε σοβαρά ή αν αστειευόταν γιατί αυτό είναι κάπως δύσκολο να το καταλάβεις με τον Pirandello, συνήθως λέει άλλα κι άλλα εννοεί.
Εκείνος έκανε μια μεγαλόπρεπη κίνηση κι έσπρωξε τα χαρτιά μου στην άκρη, «οι ανοησίες μπορούν και να περιμένουν« είπε και σηκώθηκε.
Πήγε και στάθηκε στο παράθυρο κοιτάζοντας τη θάλασσα. Εκείνη έκανε προβατάκια στ’ ανοιχτά, ο ουρανός ήταν πεντακάθαρος κι ο ήλιος είχε ήδη ανέβει ψηλά. Έσπρωξε με το χέρι του το τζάμι κι ένας δροσερός αέρας εισέβαλε στο δωμάτιο σηκώνοντας τα χαρτιά μου απ’ το τραπέζι, στέλνοντας μερικά να κάνουν μια βόλτα στο πάτωμα. Έσκυψα αμέσως κι άρχισα να τα μαζεύω αλλά την ίδια στιγμή άλλα χαρτιά βρίσκονταν ήδη εν πτήση.
Ένα απ’ αυτά προσγειώθηκε ανάμεσα στα πόδια του. Έκανα να το πιάσω αλλά εκείνος το πάτησε.
«Είδατε αγαπητέ μου;» ρώτησε, «η φύση δεν δίνει δεκάρα για το τι θεωρούμε εμείς σημαντικό, γι’ αυτήν αυτό το χαρτί πρέπει να βρίσκεται εδώ κι όχι εκεί που το βάλατε».
«Μα είναι ο λογαριασμός του ρεύματος» είπα.
«Ακόμη καλύτερα» κάγχασε ο Pirandello, «ίσως μας προτρέπει ν’ ασχοληθούμε με την αιολική ενέργεια».
Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2009
Ένας καθρέφτης, μια παλλακίδα κι ο Pirandello
«Γλυκιά μου, ανύπαρκτη, παλλακίδα» έγραψε ο Pirandello, «διάγω συγγραφικές νύχτες άνευ αποτελέσματος, πίνοντας, καπνίζοντας αλλά παριστάνοντας κυρίως κάτι που θα ήθελα να είμαι… όπως εσείς».
«Ανύπαρκτη;» αναρωτήθηκε εκείνη κοιτάζοντας τον καθρέφτη του μπάνιου.
Αλλά δεν πήρε καμία απάντηση.
Ανύπαρκτη βέβαια, σκεφτόταν ο Pirandello κοιτάζοντας την απ’ την άλλη μεριά του καθρέφτη.
Γιατί η ζωή είναι αλλιώς.
Γιατί ανάμεσά μας υπάρχει αυτός ο καθρέφτης.
Και γιατί ούτε εσύ είσαι αυτή που νομίζεις.
Ούτε εγώ.
«Ανύπαρκτη;» αναρωτήθηκε εκείνη κοιτάζοντας τον καθρέφτη του μπάνιου.
Αλλά δεν πήρε καμία απάντηση.
Ανύπαρκτη βέβαια, σκεφτόταν ο Pirandello κοιτάζοντας την απ’ την άλλη μεριά του καθρέφτη.
Γιατί η ζωή είναι αλλιώς.
Γιατί ανάμεσά μας υπάρχει αυτός ο καθρέφτης.
Και γιατί ούτε εσύ είσαι αυτή που νομίζεις.
Ούτε εγώ.
Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2009
Το δίλλημα ή το δίλημμα τελικά (;) του Pirandello
Ο pirandello έβαλε ένα ακόμα φλιτζάνι καφέ κι έκλεισε την καφετιέρα. Γύρισε μετά εκεί που καθότανε περπατώντας κάπως περίεργα, προσέχοντας να μην σκουντουφλήσει πουθενά και του χυθεί ο καφές.
«Παθαίνω το εξής» είπε. «Όταν είμαι μόνος μου θέλω να ‘χω κάποιον παρέα για τον καφέ κι όταν έχω κάποιον βαριέμαι αφόρητα κι εύχομαι να ήμουν μόνος μου. Είναι λογικό τώρα αυτό;»
«Παθαίνω το εξής» είπε. «Όταν είμαι μόνος μου θέλω να ‘χω κάποιον παρέα για τον καφέ κι όταν έχω κάποιον βαριέμαι αφόρητα κι εύχομαι να ήμουν μόνος μου. Είναι λογικό τώρα αυτό;»
Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2009
Το ρίσκο του Pirandello
Ο pirandello ξύπνησε με τις ανάποδές του πρωί – πρωί, έφτιαξε καφέ και τα σχετικά, διάβασε μερικά σχόλια και έψαξε κι αυτός να δει τι να γράψει.
Εγώ καθόμουν πιο πέρα ως συνήθως, μπερδεμένος είναι η αλήθεια στις σκέψεις μου. Δεν τον πρόσεξα που σηκώθηκε κι αγνάντευε τη θάλασσα απ’ το παράθυρο.
«Ωραίο καιρό κάνει σήμερα» είπε, «λιακάδα και σχεδόν δεν φυσάει».
«Ξέρεις» με διέκοψε πάνω που θα έλεγα κάτι, «όλα γίνονται κανονικά, προβλεπόμενα, είναι πολύ ενοχλητικό να μην συμβαίνει κάτι που δεν μπορείς να προβλέψεις».
Σκέφτηκα τι εννοούσε αλλά πολλές φορές είναι σαν να μιλάει μόνος του, σαν να μην θέλει απάντηση και δεν είπα τίποτα.
«Σκεφτόμουν αυτό που γίνεται με τα σχόλια» είπε κοιτάζοντας πάντα τη θάλασσα, «πόσο πολύ μοιάζουν με τα κύματα, μοιάζουν κι αυτά προβλεπόμενα, πανομοιότυπα. Λες κάτι και ξέρεις πως ο συγκεκριμένος θα πει αυτό, ο άλλος εκείνο. Είναι τόσο βαρετό αυτό».
«Μα ο καθένας έχει το ύφος του» είπα, «εσύ δεν γράφεις μ’ έναν συγκεκριμένο τρόπο;»
«Ναι» έκανε. «Εγώ όμως δεν γράφω σχόλια».
«Πώς δεν γράφεις; Δεν απαντάς;»
«Άλλο αυτό, αυτό το κάνω από ευγένεια. Στην ουσία δεν γράφω σχόλια».
«Κι οι άλλοι από ευγένεια σου γράφουν».
«Σωστά, αυτό εννοώ» είπε και γύρισε προς το μέρος μου, «δεν είναι σχολιασμός όμως αυτό, είναι αλληλογραφία».
«Κι εσύ τι θες;»
Αντί απάντησης πήγε και κάθισε στον υπολογιστή.
«Ορίστε» έγραψε. «Η Maya θα πει: αχαχα. Η anepidoti θα με βάλει κατά κάποιο τρόπο στη θέση μου, η fractal θα παρερμηνεύσει μάλλον αυτά που λέω, η ΟΘΠΚ θα μου γράψει ένα κατεβατό στο δικό μου ύφος, η απονενοημένη θα με γράψει κανονικά, η Λενιώ θα πει δυο λέξεις ανάμεσα σε …, όλα είναι κάπως προβλεπόμενα».
«Δεν καταλαβαίνω» του είπα, «αν τα γράψεις αυτά δεν πρόκειται ποτέ να σου ξαναγράψει κανείς».
«Ναι» έκανε ο Pirandello, “υπάρχει θα έλεγα μια τέτοια πιθανότητα. Στη ζωή όμως πάντα πρέπει να ρισκάρεις για κάτι καλύτερο».
Εγώ καθόμουν πιο πέρα ως συνήθως, μπερδεμένος είναι η αλήθεια στις σκέψεις μου. Δεν τον πρόσεξα που σηκώθηκε κι αγνάντευε τη θάλασσα απ’ το παράθυρο.
«Ωραίο καιρό κάνει σήμερα» είπε, «λιακάδα και σχεδόν δεν φυσάει».
«Ξέρεις» με διέκοψε πάνω που θα έλεγα κάτι, «όλα γίνονται κανονικά, προβλεπόμενα, είναι πολύ ενοχλητικό να μην συμβαίνει κάτι που δεν μπορείς να προβλέψεις».
Σκέφτηκα τι εννοούσε αλλά πολλές φορές είναι σαν να μιλάει μόνος του, σαν να μην θέλει απάντηση και δεν είπα τίποτα.
«Σκεφτόμουν αυτό που γίνεται με τα σχόλια» είπε κοιτάζοντας πάντα τη θάλασσα, «πόσο πολύ μοιάζουν με τα κύματα, μοιάζουν κι αυτά προβλεπόμενα, πανομοιότυπα. Λες κάτι και ξέρεις πως ο συγκεκριμένος θα πει αυτό, ο άλλος εκείνο. Είναι τόσο βαρετό αυτό».
«Μα ο καθένας έχει το ύφος του» είπα, «εσύ δεν γράφεις μ’ έναν συγκεκριμένο τρόπο;»
«Ναι» έκανε. «Εγώ όμως δεν γράφω σχόλια».
«Πώς δεν γράφεις; Δεν απαντάς;»
«Άλλο αυτό, αυτό το κάνω από ευγένεια. Στην ουσία δεν γράφω σχόλια».
«Κι οι άλλοι από ευγένεια σου γράφουν».
«Σωστά, αυτό εννοώ» είπε και γύρισε προς το μέρος μου, «δεν είναι σχολιασμός όμως αυτό, είναι αλληλογραφία».
«Κι εσύ τι θες;»
Αντί απάντησης πήγε και κάθισε στον υπολογιστή.
«Ορίστε» έγραψε. «Η Maya θα πει: αχαχα. Η anepidoti θα με βάλει κατά κάποιο τρόπο στη θέση μου, η fractal θα παρερμηνεύσει μάλλον αυτά που λέω, η ΟΘΠΚ θα μου γράψει ένα κατεβατό στο δικό μου ύφος, η απονενοημένη θα με γράψει κανονικά, η Λενιώ θα πει δυο λέξεις ανάμεσα σε …, όλα είναι κάπως προβλεπόμενα».
«Δεν καταλαβαίνω» του είπα, «αν τα γράψεις αυτά δεν πρόκειται ποτέ να σου ξαναγράψει κανείς».
«Ναι» έκανε ο Pirandello, “υπάρχει θα έλεγα μια τέτοια πιθανότητα. Στη ζωή όμως πάντα πρέπει να ρισκάρεις για κάτι καλύτερο».
Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2009
Ο καφές του Pirandello
Ήταν οκτώ το πρωί. Ο pirandello σερβιρίστηκε ένα ακόμα φλιτζάνι καφέ. Ήταν το τέταρτο.
Του υπενθύμισα πως δεν κάνουν καλό τόσοι καφέδες αλλά ως συνήθως με αγνόησε κι ύστερα από λίγο τον είδα πάλι δίπλα στην καφετιέρα.
«Κι άλλο καφέ;» ρώτησα.
Με αγνόησε πάλι, περίμενε όρθιος και μόλις έγινε σερβιρίστηκε άλλη μια κούπα. Μετά πήγε και κάθισε στο τραπέζι του και κοίταζε επίμονα το φλιτζάνι, χωρίς να πίνει.
«Μα τι σ’ έπιασε σήμερα και πίνεις τόσους καφέδες;»
Αυτός συνέχιζε να κοιτάει σκεπτικός τον καφέ, δεν έβγαζε δε τσιμουδιά.
«Δεν πίνω» είπε στο τέλος, «κοιτάω να δω αν θα μου πει ποτέ τίποτα το φλιτζάνι».
Του υπενθύμισα πως δεν κάνουν καλό τόσοι καφέδες αλλά ως συνήθως με αγνόησε κι ύστερα από λίγο τον είδα πάλι δίπλα στην καφετιέρα.
«Κι άλλο καφέ;» ρώτησα.
Με αγνόησε πάλι, περίμενε όρθιος και μόλις έγινε σερβιρίστηκε άλλη μια κούπα. Μετά πήγε και κάθισε στο τραπέζι του και κοίταζε επίμονα το φλιτζάνι, χωρίς να πίνει.
«Μα τι σ’ έπιασε σήμερα και πίνεις τόσους καφέδες;»
Αυτός συνέχιζε να κοιτάει σκεπτικός τον καφέ, δεν έβγαζε δε τσιμουδιά.
«Δεν πίνω» είπε στο τέλος, «κοιτάω να δω αν θα μου πει ποτέ τίποτα το φλιτζάνι».
Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2009
Ο μικρός ταχυδακτυλουργός κι ο pirandello
Ο pirandello καθόταν σε μια γωνιά και παρακολουθούσε επί ώρα τους συνδαιτυμόνες του. Παρατήρησε πως ο καθένας έλεγε ή έτεινε να σκέφτεται αποκλειστικά τα δικά του. Δεν του άρεσε και το καζάν ντιπί κι απογοητεύτηκε.
Παρακολουθούσε τον νεαρό της παρέας ο οποίος δεν σταμάτησε λεπτό να επιδεικνύει τις ταχυδακτυλουργικές του ικανότητες πετώντας μια τράπουλα στον αέρα και μαζεύοντας την ακαριαία μετά, πριν πέσει κάτω.
Ρώτησε τον νεαρό αν έκανε κι άλλα κόλπα με τα χαρτιά κι εκείνος του έκανε κάτι άλλο εξ ίσου δύσκολο και ακατόρθωτο, παριστάνοντας τον πολύ άνετο.
Καθώς προχωρούσε η βραδιά κι εκείνος είχε αρχίσει να κουράζεται, παρότρυνε τον νεαρό να του πει τη γνώμη του για τους πίνακες.
Ο νεαρός πήγε και στάθηκε μπροστά σε τέσσερις μικρούς πίνακες που ήταν στον τοίχο και τους κοίταξε με προσοχή.
Ο Pirandello περίμενε υπομονετικά να του πει τη γνώμη του ο ειδικός.
Ο νεαρός τους κοίταξε έτσι, τους κοίταξε αλλιώς, γύρισε το κεφάλι του ανάποδα να τους δει τα πάνω – κάτω, ξεφύσησε και στο τέλος κατέληξε πως ο ένας του ‘φερνε στο μυαλό ένα ανεστραμμένο κεφάλι και πως του άρεσε ή προτιμούσε έστω έναν άλλον, κάποιον που μπορούσες ευκρινώς να δεις έναν κύκλο.
Ο Pirandello έχασε εντελώς το ενδιαφέρον του και δεν είπε τίποτα.
Όταν αργότερα μείναμε εμείς κι εμείς τον ρώτησα τι είχε να πει πάνω στο συγκεκριμένο.
«Ότι αυτή η ζωγραφική δεν λέει απολύτως τίποτα, ή ότι ο μικρός θα γίνει καλός ταχυδακτυλουργός» είπε. Μετά καληνύχτισε και πήγε για ύπνο, τελείως απογοητευμένος.
Παρακολουθούσε τον νεαρό της παρέας ο οποίος δεν σταμάτησε λεπτό να επιδεικνύει τις ταχυδακτυλουργικές του ικανότητες πετώντας μια τράπουλα στον αέρα και μαζεύοντας την ακαριαία μετά, πριν πέσει κάτω.
Ρώτησε τον νεαρό αν έκανε κι άλλα κόλπα με τα χαρτιά κι εκείνος του έκανε κάτι άλλο εξ ίσου δύσκολο και ακατόρθωτο, παριστάνοντας τον πολύ άνετο.
Καθώς προχωρούσε η βραδιά κι εκείνος είχε αρχίσει να κουράζεται, παρότρυνε τον νεαρό να του πει τη γνώμη του για τους πίνακες.
Ο νεαρός πήγε και στάθηκε μπροστά σε τέσσερις μικρούς πίνακες που ήταν στον τοίχο και τους κοίταξε με προσοχή.
Ο Pirandello περίμενε υπομονετικά να του πει τη γνώμη του ο ειδικός.
Ο νεαρός τους κοίταξε έτσι, τους κοίταξε αλλιώς, γύρισε το κεφάλι του ανάποδα να τους δει τα πάνω – κάτω, ξεφύσησε και στο τέλος κατέληξε πως ο ένας του ‘φερνε στο μυαλό ένα ανεστραμμένο κεφάλι και πως του άρεσε ή προτιμούσε έστω έναν άλλον, κάποιον που μπορούσες ευκρινώς να δεις έναν κύκλο.
Ο Pirandello έχασε εντελώς το ενδιαφέρον του και δεν είπε τίποτα.
Όταν αργότερα μείναμε εμείς κι εμείς τον ρώτησα τι είχε να πει πάνω στο συγκεκριμένο.
«Ότι αυτή η ζωγραφική δεν λέει απολύτως τίποτα, ή ότι ο μικρός θα γίνει καλός ταχυδακτυλουργός» είπε. Μετά καληνύχτισε και πήγε για ύπνο, τελείως απογοητευμένος.
Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2009
Η “ταυτοπροσωπία” του Pirandello
Ο Pirandello άδειασε πρώτα το τραπέζι απ’ τα περιττά. Μετά πήρε απ’ το ψυγείο τις μπανάνες και τις έκρυψε σε διάφορα συρτάρια μέσα στο σπίτι. Ύστερα έβγαλε από ένα κουτί τις κασέτες και τις αράδιασε στο τραπέζι. Μετά κάθισε, πήρε το μαγνητόφωνο κι άρχισε να τις ακούει μια – μια, ανάκατα.
Άκουγε λίγο, σημείωνε κάτι σ’ ένα σημειωματάριο, την έβγαζε, έβαζε άλλη κι έκανε το ίδιο. Κάθε τόσο σηκωνόταν απ’ το τραπέζι, έτρωγε μια μπανάνα και συνέχιζε. Άλλες φορές τον έπιαναν τα γέλια, άλλες πάλι το πρόσωπό του συννέφιαζε, άλλες γινότανε κατακόκκινος απ’ τα νεύρα.
Ήταν τόσο αφοσιωμένος σ’ αυτή τη διαδικασία που μου φάνηκε τελείως χωρίς νόημα το να βρίσκομαι εκεί, τα μάζεψα λοιπόν κι έκανα να φύγω.
«Λοιπόν ξέρεις τι νομίζω;» είπε ξαφνικά, «νομίζω πως αυτός ο Beckett είχε εμένα στον νου του όταν έγραφε εκείνον τον Krapp».
Άκουγε λίγο, σημείωνε κάτι σ’ ένα σημειωματάριο, την έβγαζε, έβαζε άλλη κι έκανε το ίδιο. Κάθε τόσο σηκωνόταν απ’ το τραπέζι, έτρωγε μια μπανάνα και συνέχιζε. Άλλες φορές τον έπιαναν τα γέλια, άλλες πάλι το πρόσωπό του συννέφιαζε, άλλες γινότανε κατακόκκινος απ’ τα νεύρα.
Ήταν τόσο αφοσιωμένος σ’ αυτή τη διαδικασία που μου φάνηκε τελείως χωρίς νόημα το να βρίσκομαι εκεί, τα μάζεψα λοιπόν κι έκανα να φύγω.
«Λοιπόν ξέρεις τι νομίζω;» είπε ξαφνικά, «νομίζω πως αυτός ο Beckett είχε εμένα στον νου του όταν έγραφε εκείνον τον Krapp».
Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2009
Οι “πεποιθήσεις” του pirandello
«Οι καιροί άλλαξαν λοιπόν πάλι, 2009» είπε ο Pirandello.
«Στα λόγια δηλαδή ή στα νούμερα» είπα εγώ, «γιατί στην ουσία τι άλλαξε;»
«Εντάξει» έκανε ο Pirandello ανασηκώνοντας τους ώμους του, «εδώ που τα λέμε δεν περίμενα ν’ αλλάξει και κάτι, δεν άνοιξα καν την τηλεόραση να δω τις Πρωτοχρονιές, ξέρεις, τα βεγγαλικά, τους Άη Βασίληδες. Μια – δυο μέρες μετά άκουσα στις ειδήσεις για το μακελειό στη Γάζα και το μόνο που σκέφτηκα δεν ήταν τι και πώς όπως αναρωτιόμαστε συνήθως, αλλά ότι τα πράγματα πήραν πάλι τον δρόμο τους».
«Και για το μακελειό…» τον τσίγκλησα, «για το μακελειό δεν έχεις κάτι να πεις;»
Έμεινε για λίγο αμίλητος
«Είναι μεγάλο το ζήτημα» είπε μετά, «εμείς ως άσχετοι το βλέπουμε υποτίθεται από την ανθρωπιστική του πλευρά, οι κακοί Ισραηλινοί που βομβαρδίζουν αμάχους και τα ρέστα. Είναι αλλού το θέμα κατά τη γνώμη μου».
«Αλλού; Πού αλλού δηλαδή; Σκοτώνουν ή δεν σκοτώνουν αμάχους οι Ισραηλινοί;»
«Ασφαλώς» είπε ο Pirandello, «δεν ξέρω ωστόσο αν θα ήταν καλύτερα για ‘μας τους υπόλοιπους αν επικρατούσαν κάποτε οι Παλαιστίνιοι».
«Είσαι φιλοαμερικανός;»
«Εγώ; Κάθε άλλο αλλά άλλους στόχους έχει ο καθένας σ’ αυτή την περίπτωση… και πραγματικά δεν καταλαβαίνω εμείς τι κέρδος θα είχαμε αν κατάφερναν οι Παλαιστίνιοι να υλοποιήσουν τους στόχους τους».
«Τι εννοείς τι κέρδος; Εδώ δεν μιλάμε για κέρδος, μιλάμε ότι κάθε μέρα σκοτώνονται δεν ξέρω κι εγώ πόσοι άμαχοι, πώς είναι δυνατόν να μιλάς για κάποιο κέρδος;»
«Μακάρι να μην γινόταν τίποτα απ’ αυτά» είπε ο Pirandello, «τι θα γινόταν όμως αν έκλεινε αυτό το λεγόμενο Μουσουλμανικό τόξο; Είμαστε στη μέση ξέρεις».
«Στα λόγια δηλαδή ή στα νούμερα» είπα εγώ, «γιατί στην ουσία τι άλλαξε;»
«Εντάξει» έκανε ο Pirandello ανασηκώνοντας τους ώμους του, «εδώ που τα λέμε δεν περίμενα ν’ αλλάξει και κάτι, δεν άνοιξα καν την τηλεόραση να δω τις Πρωτοχρονιές, ξέρεις, τα βεγγαλικά, τους Άη Βασίληδες. Μια – δυο μέρες μετά άκουσα στις ειδήσεις για το μακελειό στη Γάζα και το μόνο που σκέφτηκα δεν ήταν τι και πώς όπως αναρωτιόμαστε συνήθως, αλλά ότι τα πράγματα πήραν πάλι τον δρόμο τους».
«Και για το μακελειό…» τον τσίγκλησα, «για το μακελειό δεν έχεις κάτι να πεις;»
Έμεινε για λίγο αμίλητος
«Είναι μεγάλο το ζήτημα» είπε μετά, «εμείς ως άσχετοι το βλέπουμε υποτίθεται από την ανθρωπιστική του πλευρά, οι κακοί Ισραηλινοί που βομβαρδίζουν αμάχους και τα ρέστα. Είναι αλλού το θέμα κατά τη γνώμη μου».
«Αλλού; Πού αλλού δηλαδή; Σκοτώνουν ή δεν σκοτώνουν αμάχους οι Ισραηλινοί;»
«Ασφαλώς» είπε ο Pirandello, «δεν ξέρω ωστόσο αν θα ήταν καλύτερα για ‘μας τους υπόλοιπους αν επικρατούσαν κάποτε οι Παλαιστίνιοι».
«Είσαι φιλοαμερικανός;»
«Εγώ; Κάθε άλλο αλλά άλλους στόχους έχει ο καθένας σ’ αυτή την περίπτωση… και πραγματικά δεν καταλαβαίνω εμείς τι κέρδος θα είχαμε αν κατάφερναν οι Παλαιστίνιοι να υλοποιήσουν τους στόχους τους».
«Τι εννοείς τι κέρδος; Εδώ δεν μιλάμε για κέρδος, μιλάμε ότι κάθε μέρα σκοτώνονται δεν ξέρω κι εγώ πόσοι άμαχοι, πώς είναι δυνατόν να μιλάς για κάποιο κέρδος;»
«Μακάρι να μην γινόταν τίποτα απ’ αυτά» είπε ο Pirandello, «τι θα γινόταν όμως αν έκλεινε αυτό το λεγόμενο Μουσουλμανικό τόξο; Είμαστε στη μέση ξέρεις».
Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2009
Η “κάρτα” του Pirandello
Ο Pirandello διάβασε άλλη μια φορά την κάρτα που κρατούσε στα χέρια του.
«Χρόνια πολλά» έγραφε, «ό,τι ποθείς».
Κοίταξε άλλη μια φορά την κάρτα αποδοκιμαστικά, μετά την τσαλάκωσε και την έριξε στο καλάθι.
«... ναι σου είπα» μονολόγησε, «Καλή χρονιά δεν σου είπα, σου είπα;»
Έσκισε κι αυτή την κάρτα και την πέταξε μαζί με τις άλλες.
«Ευτυχισμένες μέρες μπορούν να 'ρθουν; Αυτό θέλω εγώ» είπε.
«Χρόνια πολλά» έγραφε, «ό,τι ποθείς».
Κοίταξε άλλη μια φορά την κάρτα αποδοκιμαστικά, μετά την τσαλάκωσε και την έριξε στο καλάθι.
«... ναι σου είπα» μονολόγησε, «Καλή χρονιά δεν σου είπα, σου είπα;»
Έσκισε κι αυτή την κάρτα και την πέταξε μαζί με τις άλλες.
«Ευτυχισμένες μέρες μπορούν να 'ρθουν; Αυτό θέλω εγώ» είπε.
Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2008
Τα «καλικατζαράκια» του Pirandello
http://en.wikipedia.org/wiki/Orson_Welles
http://www.geocities.com/aliengrip/Mutilations/WarOfTheWorlds38.htm
-Τι θα γινόταν αν ένα πρωί συνέβαινε αυτό που ΄χε περιγράψει ο Wells στον Πόλεμο των Κόσμων, αν αποβιβάζονταν ας πούμε οι εξωγήινοι;
-Να αποβιβάζονταν; Θα προσθαλασσώνονταν θέλεις να πεις;
-Ναι, αν εμφανίζονταν απ’ το πουθενά ένα πρωί, μερικές χιλιάδες διαστημόπλοια και βγαίνανε από μέσα μικρά πράσινα ανθρωπάκια με τίποτα κεραίες και μακριά κοκαλιάρικα δάχτυλα
-Δεν θέλω να το σκέφτομαι.
-Ούτε εγώ αλλά είναι μια πιθανότητα, δεν είναι;
-Αυτή δεν είναι πιθανότητα, είναι το τέλος του κόσμου.
-Όχι απαραίτητα, μπορεί να μην άντεχαν την ατμόσφαιρα της γης, μπορεί να σκούριαζαν και να κατέρρεαν το άλλο πρωί.
-Τα διαστημόπλοια δεν είναι από ζάχαρη, για να φτάσουν μέχρι εδώ θα είχαν ελέγξει από πριν όλες τις συνιστάμενες, δεν είναι ηλίθιοι οι εξωγήινοι να έρθουν εδώ για να λιώσουν σαν να ‘ναι ζαχαρωτά.
-Ναι, εννοώ ότι κάτι μπορεί να τους πήγαινε στραβά.
-Ωραία, τους πήγαιναν όλα στραβά πες, και τι μ’ αυτό;
-Σκέψου λέει πως μετά απ’ όλο αυτό το σοκ και τον πανικό, να έπρεπε να υιοθετήσουμε όλοι από ένα μικρό πράσινο ανθρωπάκι με κεραίες, το σκέφτεσαι;
-Γιατί να το κάναμε αυτό;
-Για να δείξουμε καλή συμπεριφορά, από φόβο, γιατί άλλο;
-Κι αν δεν υπήρχε τέτοιο θέμα, αν δεν είχαμε να φοβηθούμε τίποτα τι νομίζεις ότι θα κάναμε;
-Δεν ξέρω, θα παίρναμε από έναν ο καθένας για δούλο μάλλον, θα ‘χαμε όλοι από ένα καλικατζαράκι ας πούμε. Ωραία δεν θα ήταν;
http://www.geocities.com/aliengrip/Mutilations/WarOfTheWorlds38.htm
-Τι θα γινόταν αν ένα πρωί συνέβαινε αυτό που ΄χε περιγράψει ο Wells στον Πόλεμο των Κόσμων, αν αποβιβάζονταν ας πούμε οι εξωγήινοι;
-Να αποβιβάζονταν; Θα προσθαλασσώνονταν θέλεις να πεις;
-Ναι, αν εμφανίζονταν απ’ το πουθενά ένα πρωί, μερικές χιλιάδες διαστημόπλοια και βγαίνανε από μέσα μικρά πράσινα ανθρωπάκια με τίποτα κεραίες και μακριά κοκαλιάρικα δάχτυλα
-Δεν θέλω να το σκέφτομαι.
-Ούτε εγώ αλλά είναι μια πιθανότητα, δεν είναι;
-Αυτή δεν είναι πιθανότητα, είναι το τέλος του κόσμου.
-Όχι απαραίτητα, μπορεί να μην άντεχαν την ατμόσφαιρα της γης, μπορεί να σκούριαζαν και να κατέρρεαν το άλλο πρωί.
-Τα διαστημόπλοια δεν είναι από ζάχαρη, για να φτάσουν μέχρι εδώ θα είχαν ελέγξει από πριν όλες τις συνιστάμενες, δεν είναι ηλίθιοι οι εξωγήινοι να έρθουν εδώ για να λιώσουν σαν να ‘ναι ζαχαρωτά.
-Ναι, εννοώ ότι κάτι μπορεί να τους πήγαινε στραβά.
-Ωραία, τους πήγαιναν όλα στραβά πες, και τι μ’ αυτό;
-Σκέψου λέει πως μετά απ’ όλο αυτό το σοκ και τον πανικό, να έπρεπε να υιοθετήσουμε όλοι από ένα μικρό πράσινο ανθρωπάκι με κεραίες, το σκέφτεσαι;
-Γιατί να το κάναμε αυτό;
-Για να δείξουμε καλή συμπεριφορά, από φόβο, γιατί άλλο;
-Κι αν δεν υπήρχε τέτοιο θέμα, αν δεν είχαμε να φοβηθούμε τίποτα τι νομίζεις ότι θα κάναμε;
-Δεν ξέρω, θα παίρναμε από έναν ο καθένας για δούλο μάλλον, θα ‘χαμε όλοι από ένα καλικατζαράκι ας πούμε. Ωραία δεν θα ήταν;
Σάββατο 27 Δεκεμβρίου 2008
Οι «σπουδές» του Pirandello
Έβρεχε όλη τη νύχτα και η θερμοκρασία είναι αρκετά χαμηλή.
Ο pirandello αποφάσισε να δει τι καιρό κάνει γύρω στις εννιά το πρωί, άνοιξε λοιπόν την πόρτα και έκανε μερικά βήματα στη βεράντα. Μετά έκανε δυο – τρεις βαθιές εισπνοές και αναφώνησε: «Καθαρό οξυγόνο».
Μετά, την ώρα του καφέ έδειχνε αρκετά σκεπτικός και τον ρώτησα τι είχε.
«Τίποτα» είπε, «απλώς σκεφτόμουν γιατί δεν σπούδασα κάτι πιο χρήσιμο».
«Πιο χρήσιμο;»
«Ναι, φυσική για παράδειγμα».
«Φυσική; Πώς σου ‘ρθε τώρα αυτό;»
Ο Pirandello έκανε μια κίνηση και μου έδειξε το παράθυρο, «ναι» είπε, «έτσι θα μπορούσα να ξέρω γιατί βρέχει και δεν χιονίζει ας πούμε, τώρα όλα αυτά για ‘μένα είναι απλώς θαύματα, θα μπορούσα να ‘χα γίνει μετεωρολόγος».
«Μετεωρολόγος; Και σε τι θα σου ήταν αυτό χρήσιμο;»
«Πώς…» έκανε, «δεν είναι χρήσιμο να ξέρει κάποιος τι καιρό κάνει;»
«Ή μετεωρολόγος είναι αυτός που εξετάζει τα μετέωρα… τους κομήτες, τα αστέρια πού πέφτουν, πώς λέγεται αυτός που τα εξετάζει αυτά, μετεωρολόγος δεν λέγεται;»
«Κοσμολόγος νομίζω» είπα, «ή αστροφυσικός».
«Ωραία» είπε ο pirandello, “και κοσμολόγος δεν θα ήταν και άσχημο. Ή και αστροφυσικός».
Ο pirandello αποφάσισε να δει τι καιρό κάνει γύρω στις εννιά το πρωί, άνοιξε λοιπόν την πόρτα και έκανε μερικά βήματα στη βεράντα. Μετά έκανε δυο – τρεις βαθιές εισπνοές και αναφώνησε: «Καθαρό οξυγόνο».
Μετά, την ώρα του καφέ έδειχνε αρκετά σκεπτικός και τον ρώτησα τι είχε.
«Τίποτα» είπε, «απλώς σκεφτόμουν γιατί δεν σπούδασα κάτι πιο χρήσιμο».
«Πιο χρήσιμο;»
«Ναι, φυσική για παράδειγμα».
«Φυσική; Πώς σου ‘ρθε τώρα αυτό;»
Ο Pirandello έκανε μια κίνηση και μου έδειξε το παράθυρο, «ναι» είπε, «έτσι θα μπορούσα να ξέρω γιατί βρέχει και δεν χιονίζει ας πούμε, τώρα όλα αυτά για ‘μένα είναι απλώς θαύματα, θα μπορούσα να ‘χα γίνει μετεωρολόγος».
«Μετεωρολόγος; Και σε τι θα σου ήταν αυτό χρήσιμο;»
«Πώς…» έκανε, «δεν είναι χρήσιμο να ξέρει κάποιος τι καιρό κάνει;»
«Ή μετεωρολόγος είναι αυτός που εξετάζει τα μετέωρα… τους κομήτες, τα αστέρια πού πέφτουν, πώς λέγεται αυτός που τα εξετάζει αυτά, μετεωρολόγος δεν λέγεται;»
«Κοσμολόγος νομίζω» είπα, «ή αστροφυσικός».
«Ωραία» είπε ο pirandello, “και κοσμολόγος δεν θα ήταν και άσχημο. Ή και αστροφυσικός».
Πέμπτη 25 Δεκεμβρίου 2008
Τα Χριστούγεννατου Pirandello
Ο pirandello αναστέναξε άλλη μια φορά και κοίταξε ξανά το θερμόμετρο. Είχε 37 κι 8.
Μετά είπε να του ετοιμάσουν κάτι για πρωινό, «έπρεπε κάτι να φάει για να πάρει depon» είπε.
Όση ώρα εγώ του ετοίμαζα το πρωινό εκείνος πήρε τον καφέ του και πήγε και κάθισε φαρδύς – πλατύς σε μια πολυθρόνα στον ήλιο.
«Τι κάνεις στον ήλιο» τον ρώτησα.
«Επωάζω το μικρόβιο» είπε, »να τελειώνουμε επιτέλους μ’ αυτό».
Μετά είπε να του ετοιμάσουν κάτι για πρωινό, «έπρεπε κάτι να φάει για να πάρει depon» είπε.
Όση ώρα εγώ του ετοίμαζα το πρωινό εκείνος πήρε τον καφέ του και πήγε και κάθισε φαρδύς – πλατύς σε μια πολυθρόνα στον ήλιο.
«Τι κάνεις στον ήλιο» τον ρώτησα.
«Επωάζω το μικρόβιο» είπε, »να τελειώνουμε επιτέλους μ’ αυτό».
Τρίτη 23 Δεκεμβρίου 2008
Μια “Πολωνέζικη” καλημέρα
Ο pirandello ευτύχησε ν’ ακούσει κι αυτό:
http://www.smakspotkan.pl/index/index/index
«Είναι όμορφο όπως και να το κάνουμεάμα σκεφτείς ότι σε σκέφτεται κάποιος» είπε।।
http://www.smakspotkan.pl/index/index/index
«Είναι όμορφο όπως και να το κάνουμεάμα σκεφτείς ότι σε σκέφτεται κάποιος» είπε।।
Σάββατο 20 Δεκεμβρίου 2008
Το “ταξίδι” του Pirandello

Ο pirandello άδειασε προσεκτικά το τραπέζι. Με το μανίκι του ύστερα σκούπισε κάτι ελάχιστα ψίχουλα, πετώντας τα στο πάτωμα.
Μετά έβγαλε από ένα παλιό φάκελο διάφορα πράγματα και τα ξεχώρισε. Ήλεγξε ένα παλιό διαβατήριο, είχε λήξει. Ήλεγξε στη συνέχεια ένα απόκομμα εισιτηρίου, από κάποιο προηγούμενό του ταξίδι και το άφησε κι αυτό στο τραπέζι, πλάι στο διαβατήριο. Μέτρησε μετά κάποια χαρτονομίσματα.
Πήγε στο άλλο δωμάτιο κι επέστρεψε κουβαλώντας μια μεγάλη βαλίτσα που την είχε γεμίσει μ’ ό,τι έκρινε απαραίτητο και την άφησε να χάσκει ανοιχτή μπροστά απ’ τον καναπέ.
Ψαχούλεψε το περιεχόμενο της βαλίτσας σαν να ήθελε να βεβαιωθεί αν ήταν ή δεν ήταν κάτι εκεί. Πήγε πάλι μετά στο τραπέζι κι άδειασε έναν άλλον μικρότερο φάκελο. Αυτός περιείχε κάρτες ξενοδοχείων, εστιατορίων, μια κάρτα για το metro, ληγμένη κι αυτή.
«Τι ακριβώς κάνεις» ρώτησα, «θα πας κάπου;»
«Προσπαθώ να επαναλάβω ένα ταξίδι» είπε ο Pirandello, «μου λείπει όμως κάτι και δεν μπορώ να θυμηθώ τι».
«Να επαναλάβεις; Τι πάει να πει να επαναλάβεις;»
«Όλα ταιριάζουν» έκανε ξύνοντας το κεφάλι του, «οι ημερομηνίες, τα Χριστούγεννα, ακόμα κι εγώ» είπε και έδηξε τη φωτογραφία στο διαβατήριο, «λείπει όμως κάτι και δεν μπορώ να θυμηθώ τι».
«Οδοντόβουρτσα;»
«Όχι, όχι, δεν είναι κάτι τέτοιο, είναι πώς να σου πω, είναι σαν να μου λείπει η αίσθηση».
«Η αίσθηση; Ποια αίσθηση;»
«Δεν ξέρω, κάτι λείπει και δεν μπορώ να θυμηθώ τι».
Πήγε πάλι κι έψαξε τη βαλίτσα. «Τίποτα» είπε, «όλα μοιάζουν να είναι εδώ…»
Ξανακοίταξε τα χαρτιά που ‘χε αραδιάσει στο τραπέζι, μέτρησε ξανά τα λεφτά, είδε το απόκομμα. Μετά τον είδα να τα μαζεύει όλα πάλι στον φάκελο και να βάζει κι αυτόν στην βαλίτσα. Μετά την έκλεισε και την εξαφάνισε στο άλλο δωμάτιο.
«Εντάξει; Θυμήθηκες;»
«Ναι» έκανε ο Pirandello, “αυτό το ταξίδι απλώς δεν μπορεί να επαναληφθεί, του λείπει η αίσθηση».
Μετά έβγαλε από ένα παλιό φάκελο διάφορα πράγματα και τα ξεχώρισε. Ήλεγξε ένα παλιό διαβατήριο, είχε λήξει. Ήλεγξε στη συνέχεια ένα απόκομμα εισιτηρίου, από κάποιο προηγούμενό του ταξίδι και το άφησε κι αυτό στο τραπέζι, πλάι στο διαβατήριο. Μέτρησε μετά κάποια χαρτονομίσματα.
Πήγε στο άλλο δωμάτιο κι επέστρεψε κουβαλώντας μια μεγάλη βαλίτσα που την είχε γεμίσει μ’ ό,τι έκρινε απαραίτητο και την άφησε να χάσκει ανοιχτή μπροστά απ’ τον καναπέ.
Ψαχούλεψε το περιεχόμενο της βαλίτσας σαν να ήθελε να βεβαιωθεί αν ήταν ή δεν ήταν κάτι εκεί. Πήγε πάλι μετά στο τραπέζι κι άδειασε έναν άλλον μικρότερο φάκελο. Αυτός περιείχε κάρτες ξενοδοχείων, εστιατορίων, μια κάρτα για το metro, ληγμένη κι αυτή.
«Τι ακριβώς κάνεις» ρώτησα, «θα πας κάπου;»
«Προσπαθώ να επαναλάβω ένα ταξίδι» είπε ο Pirandello, «μου λείπει όμως κάτι και δεν μπορώ να θυμηθώ τι».
«Να επαναλάβεις; Τι πάει να πει να επαναλάβεις;»
«Όλα ταιριάζουν» έκανε ξύνοντας το κεφάλι του, «οι ημερομηνίες, τα Χριστούγεννα, ακόμα κι εγώ» είπε και έδηξε τη φωτογραφία στο διαβατήριο, «λείπει όμως κάτι και δεν μπορώ να θυμηθώ τι».
«Οδοντόβουρτσα;»
«Όχι, όχι, δεν είναι κάτι τέτοιο, είναι πώς να σου πω, είναι σαν να μου λείπει η αίσθηση».
«Η αίσθηση; Ποια αίσθηση;»
«Δεν ξέρω, κάτι λείπει και δεν μπορώ να θυμηθώ τι».
Πήγε πάλι κι έψαξε τη βαλίτσα. «Τίποτα» είπε, «όλα μοιάζουν να είναι εδώ…»
Ξανακοίταξε τα χαρτιά που ‘χε αραδιάσει στο τραπέζι, μέτρησε ξανά τα λεφτά, είδε το απόκομμα. Μετά τον είδα να τα μαζεύει όλα πάλι στον φάκελο και να βάζει κι αυτόν στην βαλίτσα. Μετά την έκλεισε και την εξαφάνισε στο άλλο δωμάτιο.
«Εντάξει; Θυμήθηκες;»
«Ναι» έκανε ο Pirandello, “αυτό το ταξίδι απλώς δεν μπορεί να επαναληφθεί, του λείπει η αίσθηση».
Κυριακή 14 Δεκεμβρίου 2008
Η “προκήρυξη” του Pirandello
Ο pirandello έδειχνε έναν εκνευρισμό απ’ το πρωί. Κάπνιζε συνεχώς και κάθε τόσο πήγαινε να δει αν λειτουργεί το τηλέφωνο.
Κάποια στιγμή που χρειάστηκε να κάνω ένα τηλεφώνημα μου είπε πως περίμενε να του τηλεφωνήσουν κι αν ήθελα μπορούσα να μιλήσω απ’ το κινητό. Αυτό σήμαινε πως έπρεπε να βγω έξω μες τη βροχή. Του το είπα και μου υπέδειξε μία ομπρέλα.
Όταν επέστρεψα φαίνεται πως η υπόθεση είχε διεκπεραιωθεί, «τώρα μπορείς να πάρεις όσα τηλέφωνα θες» μου είπε, «τελείωσα».
Έβαλα την ομπρέλα στην άκρη και πήγα ξανά στο τηλέφωνο.
«Πριν κάνεις οτιδήποτε όμως» είπε ο Pirandello, “θα ήθελα να καταθέσεις κάποια χρήματα σ’ έναν λογαριασμό, πρόκειται για μία παραγγελία».
«Τι παραγγελία είναι αυτή;» ρώτησα.
«Υλικό πολέμου» είπε.
Κοίταξα το χαρτί με τον λογαριασμό που έπρεπε να γίνει η κατάθεση κι αναγνώρισα αμέσως τη φίρμα, «μα εδώ λέει κατάστημα χαρτικών» είπα σαστισμένος.
«Το ξέρω» έκανε αυτός, «θα ξεκινήσουμε αρχικά με την προπαγάνδα, θα κάνουμε στην αρχή χαρτοπόλεμο… μετά βλέπουμε».
Κοίταζα χωρίς να λέω τίποτα.
Ο Pirandello πήγε στον υπολογιστή του και άνοιξε τη σελίδα του blog.
“Τώρα σε παρακαλώ θα ήθελα να μείνω μόνος» μου είπε, «έχω να συντάξω μία προκήρυξη».
Πήγα να ετοιμάσω τα χαρτιά μου, θα πήγαινα στην συνέχεια για ‘κείνην την κατάθεση. Όταν ξαναπέρασα ο pirandello είχε πάει στην τουαλέτα. Δεν μπόρεσα ν’ αντισταθώ κι έριξα μια ματιά σε ‘κείνα που έγραφε.
«Παιδιά» έγραφε, «η ζωή μας διαψεύδει όλους. Διαψεύδει τα πάντα, την αγνότητα, τους αγώνες, τα ιδανικά. Δεν αδικώ τη σκληράδα σας, δεν αδικώ τα θέλω σας, δεν αδικώ τίποτα. Να ξέρετε όμως πως αυτό που ζείτε είναι ένα όνειρο… ένα άσχημο όνειρο που θα το θυμάστε για πάντα, με αγάπη, αυτό είναι το περίεργο. Μην το ξεχάσετε».
Κάποια στιγμή που χρειάστηκε να κάνω ένα τηλεφώνημα μου είπε πως περίμενε να του τηλεφωνήσουν κι αν ήθελα μπορούσα να μιλήσω απ’ το κινητό. Αυτό σήμαινε πως έπρεπε να βγω έξω μες τη βροχή. Του το είπα και μου υπέδειξε μία ομπρέλα.
Όταν επέστρεψα φαίνεται πως η υπόθεση είχε διεκπεραιωθεί, «τώρα μπορείς να πάρεις όσα τηλέφωνα θες» μου είπε, «τελείωσα».
Έβαλα την ομπρέλα στην άκρη και πήγα ξανά στο τηλέφωνο.
«Πριν κάνεις οτιδήποτε όμως» είπε ο Pirandello, “θα ήθελα να καταθέσεις κάποια χρήματα σ’ έναν λογαριασμό, πρόκειται για μία παραγγελία».
«Τι παραγγελία είναι αυτή;» ρώτησα.
«Υλικό πολέμου» είπε.
Κοίταξα το χαρτί με τον λογαριασμό που έπρεπε να γίνει η κατάθεση κι αναγνώρισα αμέσως τη φίρμα, «μα εδώ λέει κατάστημα χαρτικών» είπα σαστισμένος.
«Το ξέρω» έκανε αυτός, «θα ξεκινήσουμε αρχικά με την προπαγάνδα, θα κάνουμε στην αρχή χαρτοπόλεμο… μετά βλέπουμε».
Κοίταζα χωρίς να λέω τίποτα.
Ο Pirandello πήγε στον υπολογιστή του και άνοιξε τη σελίδα του blog.
“Τώρα σε παρακαλώ θα ήθελα να μείνω μόνος» μου είπε, «έχω να συντάξω μία προκήρυξη».
Πήγα να ετοιμάσω τα χαρτιά μου, θα πήγαινα στην συνέχεια για ‘κείνην την κατάθεση. Όταν ξαναπέρασα ο pirandello είχε πάει στην τουαλέτα. Δεν μπόρεσα ν’ αντισταθώ κι έριξα μια ματιά σε ‘κείνα που έγραφε.
«Παιδιά» έγραφε, «η ζωή μας διαψεύδει όλους. Διαψεύδει τα πάντα, την αγνότητα, τους αγώνες, τα ιδανικά. Δεν αδικώ τη σκληράδα σας, δεν αδικώ τα θέλω σας, δεν αδικώ τίποτα. Να ξέρετε όμως πως αυτό που ζείτε είναι ένα όνειρο… ένα άσχημο όνειρο που θα το θυμάστε για πάντα, με αγάπη, αυτό είναι το περίεργο. Μην το ξεχάσετε».
Πέμπτη 11 Δεκεμβρίου 2008
Οι Βάρβαροι, οι “κοκόρι” κι ο pirandello
Επιστρέψαμε όπως μας είχε πει, την επομένη.
Ο pirandello χωμένος βαθιά στην πολυθρόνα του είχε αποκοιμηθεί ενώ η τηλεόραση απέναντί του έπαιζε. Τον σκούντηξα ελαφρά στον ώμο. Πετάχτηκε ξαφνιασμένος.
«Τι έγινε;» ρώτησε απογοητευμένος, «αποκοιμήθηκα;»
Του έδειξα τα εκρηκτικά που ‘χε ακόμα περασμένα στην μέση του.
Κοίταξε κι αυτός, «α, ναι» είπε, «είναι κι αυτά». Σηκώθηκε ύστερα προσέχοντας να μην αγγίξει τον διακόπτη, έφερε τη ζώνη τα πίσω μπρος και αφαίρεσε προσεκτικά τις μπαταρίες.
Τον κοίταζα εμβρόντητος.
«Είναι σαν τους κόκορους» είπε δείχνοντάς μου τις μπαταρίες, «ξέρεις, απ’ την ταινία. Άμα βγάλεις τους κόκορους δεν κάνει τίποτα το δίκαννο. Τώρα όλα αυτά δεν είναι παρά ένας σωρός παλιοσίδερα, δεν μπορούν να βλάψουν κανέναν».
«Μα τι είναι τέλος πάντων αυτά τα καμώματα;» έκανα σχεδόν έξαλλος.
«Αυτά τα καμώματα θα ήταν μια κάποια λύσις» είπε ο Pirandello ενώ ξεφορτωνόταν τα εκρηκτικά, «κάπως σκέφτηκα να πάρω την κατάσταση στα χέρια μου… απ’ ό,τι φαίνεται όμως δεν κατάφερα και πολλά πράγματα».
Δεν είπα τίποτα αλλά από τον τρόπο που τον κοίταζα ήταν σαν να είχα γραμμένη την ερώτηση στη φάτσα μου.
«Δεν δείλιασα, περίμενα την κατάλληλη στιγμή» απολογήθηκε, «αλλά καμιά δεν μου φαινότανε κατάλληλη. Μετά θυμάμαι ότι σκέφτηκα να περιμένω να συγκεντρωθούν αυτοί στη Βουλή αλλά επί ώρα έδειχνε διαφημίσεις… κι εκεί πάνω φαίνεται πως με πήρε ο ύπνος».
Έκανε να φύγει αλλά στα μισά ξαναγύρισε, «η αλήθεια είναι πως ήμουν αναποφάσιστος» είπε, «αυτά τα πράγματα δεν πρέπει να τα σκέφτεσαι».
http://cavafis.compupress.gr/kavgr_29.htm
Ο pirandello χωμένος βαθιά στην πολυθρόνα του είχε αποκοιμηθεί ενώ η τηλεόραση απέναντί του έπαιζε. Τον σκούντηξα ελαφρά στον ώμο. Πετάχτηκε ξαφνιασμένος.
«Τι έγινε;» ρώτησε απογοητευμένος, «αποκοιμήθηκα;»
Του έδειξα τα εκρηκτικά που ‘χε ακόμα περασμένα στην μέση του.
Κοίταξε κι αυτός, «α, ναι» είπε, «είναι κι αυτά». Σηκώθηκε ύστερα προσέχοντας να μην αγγίξει τον διακόπτη, έφερε τη ζώνη τα πίσω μπρος και αφαίρεσε προσεκτικά τις μπαταρίες.
Τον κοίταζα εμβρόντητος.
«Είναι σαν τους κόκορους» είπε δείχνοντάς μου τις μπαταρίες, «ξέρεις, απ’ την ταινία. Άμα βγάλεις τους κόκορους δεν κάνει τίποτα το δίκαννο. Τώρα όλα αυτά δεν είναι παρά ένας σωρός παλιοσίδερα, δεν μπορούν να βλάψουν κανέναν».
«Μα τι είναι τέλος πάντων αυτά τα καμώματα;» έκανα σχεδόν έξαλλος.
«Αυτά τα καμώματα θα ήταν μια κάποια λύσις» είπε ο Pirandello ενώ ξεφορτωνόταν τα εκρηκτικά, «κάπως σκέφτηκα να πάρω την κατάσταση στα χέρια μου… απ’ ό,τι φαίνεται όμως δεν κατάφερα και πολλά πράγματα».
Δεν είπα τίποτα αλλά από τον τρόπο που τον κοίταζα ήταν σαν να είχα γραμμένη την ερώτηση στη φάτσα μου.
«Δεν δείλιασα, περίμενα την κατάλληλη στιγμή» απολογήθηκε, «αλλά καμιά δεν μου φαινότανε κατάλληλη. Μετά θυμάμαι ότι σκέφτηκα να περιμένω να συγκεντρωθούν αυτοί στη Βουλή αλλά επί ώρα έδειχνε διαφημίσεις… κι εκεί πάνω φαίνεται πως με πήρε ο ύπνος».
Έκανε να φύγει αλλά στα μισά ξαναγύρισε, «η αλήθεια είναι πως ήμουν αναποφάσιστος» είπε, «αυτά τα πράγματα δεν πρέπει να τα σκέφτεσαι».
http://cavafis.compupress.gr/kavgr_29.htm
Τετάρτη 10 Δεκεμβρίου 2008
Η “αντίσταση” του Pirandello
Ο pirandello είδε και ξαναείδε δεκάδες φορές τις ίδιες σκηνές που έπαιζαν στην τηλεόραση. Δεν απάντησε σε κανένα τηλέφωνο και είπε να πούμε σ’ όποιον τον γύρευε πως έλειπε, για δουλειές.
Μετά έλειψε για μερικές ώρες.
Όταν επιτέλους γύρισε παρακάλεσε να μην τον ενοχλήσει κανείς γιατί είχε να κάνει όπως είπε κάτι σοβαρό και κλείστηκε στο υπόγειο.
Κάποια στιγμή αργά το βράδυ, ζήτησε να του πάμε κάτι για φαγητό.
Το πρωί της άλλης μέρας μας παρακάλεσε να φύγουμε αν ήταν δυνατόν, ήθελε είπε να μείνει μόνος του.
Στην πόρτα μου έδωσε έναν φάκελο να παραδώσω στον δικηγόρο του, «εδώ γράφω κάτι» είπε, «θα σας εξηγήσει ο δικηγόρος».
Όταν φύγαμε κατέβηκε πάλι στο υπόγειο. Ζώστηκε τα αυτοσχέδια εκρηκτικά που είχε φτιάξει ακολουθώντας οδηγίες από ένα “επαναστατικό” φυλλάδιο.
Πέρασε το καλώδιο με το κουμπί που ενεργοποιούσε τον πυροκροτητή μέσα απ’ το μανίκι του κι έκανε επιτόπου μια πρόβα.
Αφού βεβαιώθηκε πως όλα ήταν όπως έπρεπε, έβαλε στο τέλος τις μπαταρίες.
Ανέβηκε ύστερα και κάθισε μπροστά απ’ την τηλεόραση. Επέλεξε το κανάλι που θα έβλεπε, εκείνο με τη μεγαλύτερη ακροαματικότητα. Μετά πήρε στη χούφτα του την άκρη του καλωδίου με το κουμπί. Ήταν μια ανθρώπινη βόμβα, έτοιμος να εκραγεί.
Μετά έλειψε για μερικές ώρες.
Όταν επιτέλους γύρισε παρακάλεσε να μην τον ενοχλήσει κανείς γιατί είχε να κάνει όπως είπε κάτι σοβαρό και κλείστηκε στο υπόγειο.
Κάποια στιγμή αργά το βράδυ, ζήτησε να του πάμε κάτι για φαγητό.
Το πρωί της άλλης μέρας μας παρακάλεσε να φύγουμε αν ήταν δυνατόν, ήθελε είπε να μείνει μόνος του.
Στην πόρτα μου έδωσε έναν φάκελο να παραδώσω στον δικηγόρο του, «εδώ γράφω κάτι» είπε, «θα σας εξηγήσει ο δικηγόρος».
Όταν φύγαμε κατέβηκε πάλι στο υπόγειο. Ζώστηκε τα αυτοσχέδια εκρηκτικά που είχε φτιάξει ακολουθώντας οδηγίες από ένα “επαναστατικό” φυλλάδιο.
Πέρασε το καλώδιο με το κουμπί που ενεργοποιούσε τον πυροκροτητή μέσα απ’ το μανίκι του κι έκανε επιτόπου μια πρόβα.
Αφού βεβαιώθηκε πως όλα ήταν όπως έπρεπε, έβαλε στο τέλος τις μπαταρίες.
Ανέβηκε ύστερα και κάθισε μπροστά απ’ την τηλεόραση. Επέλεξε το κανάλι που θα έβλεπε, εκείνο με τη μεγαλύτερη ακροαματικότητα. Μετά πήρε στη χούφτα του την άκρη του καλωδίου με το κουμπί. Ήταν μια ανθρώπινη βόμβα, έτοιμος να εκραγεί.
Κυριακή 7 Δεκεμβρίου 2008
Η ατυχία, η μετριότητα κι ο pirandello
«Μ’ απασχολούν δύο πράγματα απ’ το πρωί» είπε ο pirandello ενώ τακτοποιούσε τις καρέκλες στο τραπέζι που ήταν παρατημένες εδώ κι εκεί από χθες, «η ατυχία κι η μετριότητα».
Στο μεταξύ ενώ τα έλεγε αυτά, πηγαινοερχόταν στο δωμάτιο σαν κάτι να έψαχνε.
«Είναι εκπληκτικό αν σκεφτείς πόσο κοντά είμαστε όλοι στην ατυχία» είπε. «Παρ’ όλα αυτά κανείς δεν της δίνει σημασία και θεωρούμε δεδομένο ότι καλό μας συμβαίνει».
Ίσιωνε τώρα δυο μικρούς πίνακες που του είχαν φανεί κάπως…
«Κάτι έλεγες για τη μετριότητα» τόλμησα να πω.
«Ναι, η μετριότητα» έκανε με στόμφο. Μετά έκανε δυο βήματα πίσω κι ήλεγξε την καθετότητα των πινάκων.
«Αυτός ο κόσμος είναι καμωμένος για μέτρια πράγματα» είπε επανερχόμενος στις καρέκλες του τραπεζιού, «το παν είναι να είναι κανείς μέτριος».
«Μέτριος;»
«Ναι. Μέτριος σε όλα, στη δουλειά του, σαν χαρακτήρας, στις επιδιώξεις του, στα όνειρά του, σε όλα. Είναι πολύ πιο εύκολο να πετύχεις οτιδήποτε ως μέτριος, το γνωστό όποιο κεφάλι περισσεύει το κόβουμε».
Μ’ είχε εκνευρίσει με το πάνω – κάτω με τις καρέκλες, «εντάξει είναι οι καρέκλες» είπα.
«Το ξέρω» είπε ο Pirandello, «ελέγχω τις εναλλακτικές».
«Εναλλακτικές για ποιο πράγμα;»
«Δεν ξέρω» είπε, «για παν ενδεχόμενο».
Στο μεταξύ ενώ τα έλεγε αυτά, πηγαινοερχόταν στο δωμάτιο σαν κάτι να έψαχνε.
«Είναι εκπληκτικό αν σκεφτείς πόσο κοντά είμαστε όλοι στην ατυχία» είπε. «Παρ’ όλα αυτά κανείς δεν της δίνει σημασία και θεωρούμε δεδομένο ότι καλό μας συμβαίνει».
Ίσιωνε τώρα δυο μικρούς πίνακες που του είχαν φανεί κάπως…
«Κάτι έλεγες για τη μετριότητα» τόλμησα να πω.
«Ναι, η μετριότητα» έκανε με στόμφο. Μετά έκανε δυο βήματα πίσω κι ήλεγξε την καθετότητα των πινάκων.
«Αυτός ο κόσμος είναι καμωμένος για μέτρια πράγματα» είπε επανερχόμενος στις καρέκλες του τραπεζιού, «το παν είναι να είναι κανείς μέτριος».
«Μέτριος;»
«Ναι. Μέτριος σε όλα, στη δουλειά του, σαν χαρακτήρας, στις επιδιώξεις του, στα όνειρά του, σε όλα. Είναι πολύ πιο εύκολο να πετύχεις οτιδήποτε ως μέτριος, το γνωστό όποιο κεφάλι περισσεύει το κόβουμε».
Μ’ είχε εκνευρίσει με το πάνω – κάτω με τις καρέκλες, «εντάξει είναι οι καρέκλες» είπα.
«Το ξέρω» είπε ο Pirandello, «ελέγχω τις εναλλακτικές».
«Εναλλακτικές για ποιο πράγμα;»
«Δεν ξέρω» είπε, «για παν ενδεχόμενο».
Παρασκευή 28 Νοεμβρίου 2008
Ο Erich von Daniken, ο Λιακόπουλος, ο Χαρδαβέλας κι ο pirandello
Η συζήτηση περιστρεφόταν αρχικά γύρω από τις θεωρίες του Έριχ φον Νταίνικεν, για το αν έχουν επισκεφθεί τη Γη εξωγήινοι. Μετά ενεπλάκησαν τα ιδεογράμματα και τα υπόγεια περάσματα του Χαρδαβέλα και καταλήξαμε να μιλάμε για τον Λιακόπουλο, το Δελφικό Έψιλον και τους Ελ.
Προσωπικά έχω τουλάχιστον μια εμπειρία με εξωγήινους, είπε ο Pirandello κι όλοι γυρίσαμε και τον κοιτάξαμε.
Ήταν το καλοκαίρι του 75 νομίζω, όταν βρέθηκα πολύ αργά τη νύχτα με δυο φίλους σε μια παραλία.
Σηκώθηκε απ’ το τραπέζι κι απομάκρυνε τις καρέκλες που τον εμπόδιζαν.
Εμείς ήμασταν εδώ, είπε παριστάνοντας με τα χέρια του το μέρος, και μπροστά μας ήταν η θάλασσα, σκοτάδι πυκνό, τόσο πυκνό που δεν έβλεπες τη μύτη σου.
Δεν υπήρχε τίποτα γύρω, δεν υπήρχε ψυχή εκείνο το βράδυ, Σχινιάς μετά τη μεταπολίτευση να φανταστείτε… και το να βγεις απ’ το αυτοκίνητο έπρεπε να το σκεφτείς λίγο.
Καθόμασταν για ώρα εκεί, που και που ανάβαμε τους προβολείς και βλέπαμε που κατάπινε τα φώτα η θάλασσα… παιδιά ήμασταν, ό,τι θέλαμε κάναμε.
Κάποια στιγμή μας ήρθε να κάνουμε την ανάγκη μας κι αφού του ήρθε του ενός, ήρθε σε όλους όπως ήταν φυσικό। Βγήκαμε λοιπόν και πήγαμε μερικά μέτρα απ’ το αυτοκίνητο, ξελαφρώσαμε και μετά αρχίσαμε τις χαζομάρες με τα αστέρια, ώσπου ξαφνικά ένα αγνώστου ταυτότητος ιπτάμενο αντικείμενο εμφανίστηκε πάνω απ’ τα κεφάλια μας. Φανταστείτε κάτι σαν ένα τεράστιο άστρο.
Σταμάτησε την αφήγηση και κοίταξε να δει τι θα λέγαμε εμείς οι άλλοι. Εμείς δεν είπαμε τίποτα, περιμέναμε ν’ ακούσουμε τι έγινε στη συνέχεια.
Ε, αυτό ήταν, είπε ο pirandello και δεν έδωσε καμιά άλλη εξήγηση.
http://www.youtube.com/watch?v=maKP9ZuC8i8
youtube “piles tou anexigitou” – to telos tou कोस्मोऊ
http://www.greektube.org/content/view/15207/2/
Greektube Hardavelas “fige”
Προσωπικά έχω τουλάχιστον μια εμπειρία με εξωγήινους, είπε ο Pirandello κι όλοι γυρίσαμε και τον κοιτάξαμε.
Ήταν το καλοκαίρι του 75 νομίζω, όταν βρέθηκα πολύ αργά τη νύχτα με δυο φίλους σε μια παραλία.
Σηκώθηκε απ’ το τραπέζι κι απομάκρυνε τις καρέκλες που τον εμπόδιζαν.
Εμείς ήμασταν εδώ, είπε παριστάνοντας με τα χέρια του το μέρος, και μπροστά μας ήταν η θάλασσα, σκοτάδι πυκνό, τόσο πυκνό που δεν έβλεπες τη μύτη σου.
Δεν υπήρχε τίποτα γύρω, δεν υπήρχε ψυχή εκείνο το βράδυ, Σχινιάς μετά τη μεταπολίτευση να φανταστείτε… και το να βγεις απ’ το αυτοκίνητο έπρεπε να το σκεφτείς λίγο.
Καθόμασταν για ώρα εκεί, που και που ανάβαμε τους προβολείς και βλέπαμε που κατάπινε τα φώτα η θάλασσα… παιδιά ήμασταν, ό,τι θέλαμε κάναμε.
Κάποια στιγμή μας ήρθε να κάνουμε την ανάγκη μας κι αφού του ήρθε του ενός, ήρθε σε όλους όπως ήταν φυσικό। Βγήκαμε λοιπόν και πήγαμε μερικά μέτρα απ’ το αυτοκίνητο, ξελαφρώσαμε και μετά αρχίσαμε τις χαζομάρες με τα αστέρια, ώσπου ξαφνικά ένα αγνώστου ταυτότητος ιπτάμενο αντικείμενο εμφανίστηκε πάνω απ’ τα κεφάλια μας. Φανταστείτε κάτι σαν ένα τεράστιο άστρο.
Σταμάτησε την αφήγηση και κοίταξε να δει τι θα λέγαμε εμείς οι άλλοι. Εμείς δεν είπαμε τίποτα, περιμέναμε ν’ ακούσουμε τι έγινε στη συνέχεια.
Ε, αυτό ήταν, είπε ο pirandello και δεν έδωσε καμιά άλλη εξήγηση.
http://www.youtube.com/watch?v=maKP9ZuC8i8
youtube “piles tou anexigitou” – to telos tou कोस्मोऊ
http://www.greektube.org/content/view/15207/2/
Greektube Hardavelas “fige”
Τρίτη 25 Νοεμβρίου 2008
Τα μαύρα διαμάντια κι ο Pirandello
-Οι επενδύσεις είναι το μέλλον και ειδικά τα ιχθυοτροφεία.
-Τα ιχθυοτροφεία;
-Επίσης η καλλιέργεια τρούφας.
-Τρούφας;
-Ναι, τρούφας.
-Τρούφα δεν είναι αυτό το πανάκριβο που στο τρίβουν πάνω απ’ το πιάτο σαν παρμεζάνα;
-Ναι, αυτό.
-Και τι διάολο είναι αυτό που κοστίζει μια περιουσία; Γιατί να το φάει κάποιος; Και σε ποιους απευθύνεται τέλος πάντων αυτή η χλιδή; Σιχαίνομαι τη χλιδή πρέπει να σου πω.
-Σε ποιόν απευθύνεται; Εντάξει, δεν απευθύνεται σε όποιον κι όποιον, απευθύνεται σ’ αυτούς που μπορούν να τα διαθέσουν.
-Και τι ακριβώς χρειάζεται;
-Γουρούνια, εκπαιδευμένα γουρούνια που βρίσκουν την τρούφα και την ξεθάβουν.
-Γουρούνια; Κανονικά γουρούνια;
-Ναι, η τρούφα είναι σαν την πατάτα, τα γουρούνια τρελαίνονται για τρούφα, την ανακαλύπτουν και ‘μείς μετά τη μαζεύουμε.
-Κι αυτό είναι καλή επένδυση;
-Ναι, νομίζω η καλύτερη, τα γουρούνια κάνουν όλη τη δουλειά, τεράστιο κέρδος.
Ο pirandello έμεινε για λίγο αμίλητος.
Μετά είπε: «Όχι, δεν πρόκειται να βάλω ούτε ένα ευρώ σ’ αυτή τη δουλειά».
-Γιατί;
-Γιατί δεν θέλω να ρίξω τα λεφτά μου στα γουρούνια, γι’ αυτό.
http://www.truffle.gr/
-Τα ιχθυοτροφεία;
-Επίσης η καλλιέργεια τρούφας.
-Τρούφας;
-Ναι, τρούφας.
-Τρούφα δεν είναι αυτό το πανάκριβο που στο τρίβουν πάνω απ’ το πιάτο σαν παρμεζάνα;
-Ναι, αυτό.
-Και τι διάολο είναι αυτό που κοστίζει μια περιουσία; Γιατί να το φάει κάποιος; Και σε ποιους απευθύνεται τέλος πάντων αυτή η χλιδή; Σιχαίνομαι τη χλιδή πρέπει να σου πω.
-Σε ποιόν απευθύνεται; Εντάξει, δεν απευθύνεται σε όποιον κι όποιον, απευθύνεται σ’ αυτούς που μπορούν να τα διαθέσουν.
-Και τι ακριβώς χρειάζεται;
-Γουρούνια, εκπαιδευμένα γουρούνια που βρίσκουν την τρούφα και την ξεθάβουν.
-Γουρούνια; Κανονικά γουρούνια;
-Ναι, η τρούφα είναι σαν την πατάτα, τα γουρούνια τρελαίνονται για τρούφα, την ανακαλύπτουν και ‘μείς μετά τη μαζεύουμε.
-Κι αυτό είναι καλή επένδυση;
-Ναι, νομίζω η καλύτερη, τα γουρούνια κάνουν όλη τη δουλειά, τεράστιο κέρδος.
Ο pirandello έμεινε για λίγο αμίλητος.
Μετά είπε: «Όχι, δεν πρόκειται να βάλω ούτε ένα ευρώ σ’ αυτή τη δουλειά».
-Γιατί;
-Γιατί δεν θέλω να ρίξω τα λεφτά μου στα γουρούνια, γι’ αυτό.
http://www.truffle.gr/
Πέμπτη 20 Νοεμβρίου 2008
Η ανακύκλωση κι ο pirandello
«Απαπαπα» έκανε ο pirandello, βλέποντας όλη εκείνη τη χαρτούρα που ‘χε ρίξει ο ταχυδρόμος κάτω απ’ την πόρτα, «δεν είναι να λείψει λίγο κανείς και γεμίζει ο τόπος χαρτιά».
«Καλά» είπε μετά πετώντας όλα εκείνα τα διαφημιστικά στα σκουπίδια, «ήθελα να ‘ξερα, δεν λυπούνται τα δέντρα;»
«Γιατί δεν τα πετάς τουλάχιστον στην ανακύκλωση;» ρώτησα.
Ο Pirandello γύρισε ξαφνιασμένος και με κοίταξε, «ποια ανακύκλωση; Νομίζεις πως πηγαίνει τίποτα απ’ αυτή τη χαρτούρα στην ανακύκλωση;»
Δεν είπα τίποτα, τι να πω;
«Μόνο τις μπαταρίες ανακυκλώνουν απ’ ό,τι ξέρω… κι ούτε κι αυτό θα ‘καναν αν δεν είχαν κέρδος, αυτό ξέρω εγώ» είπε και πέταξε και τα υπόλοιπα.
“Αυτός δεν είναι λόγος να μην συμβάλουμε όπως μπορούμε για να σώσουμε το περιβάλλον” είπα εγώ.
«Ναι, ξέρω» έκανε ο Pirandello, “ανακύκλωση, αναδάσωση, αιολική ενέργεια, υβριδικά αυτοκίνητα, μεθάνιο από τα απόβλητα των χοίρων, εξευγενισμένο καύσιμο… τα ξέρω αυτά. Πριν απ’ αυτά όμως φροντίσαμε να κάνουμε την τρύπα του όζοντος, το θερμοκήπιο, κάναμε το κλίμα άνω – κάτω, κάψαμε ό,τι υπήρχε και δεν υπήρχε και τώρα φροντίζουμε να πετάξουμε τα σκουπίδια μας χωριστά, αλλού τα γυαλιά, αλλού τα χαρτιά, αλλού τα πλαστικά… αξιόλογη προσπάθεια, δεν λέω αλλά νομίζεις πώς υπάρχει επιστροφή;»
Πριν σκεφτώ κάτι να απαντήσω, εκείνος είχε πάει μπροστά στον υπολογιστή, «να, αυτός ο υπολογιστής» είπε, «πες πως τον πετάω στην ανακύκλωση, ξέρεις τι ακριβώς γίνεται;»
Δεν ήξερα.
«Τον παίρνουν λοιπόν, μαζί μ’ αυτόν που θα πετάξεις εσύ κι όλοι οι άλλοι και τους λιώνουν σε μεγάλα καζάνια για ν’ αποσπάσουν τα ευγενή μέταλλα, αυτό γίνεται. Κι αυτή η δουλειά γίνεται από μικρά παιδιά, κάπου στην Κίνα, την κατά τα άλλα πολιτισμένη που έκανε κι Ολυμπιακούς αγώνες και πιστεύει στο αθλητικό ιδεώδες, στο πνεύμα και τον άνθρωπο. Το τι γίνονται τα παιδιά αυτά που εισπνέουν όλες αυτές τις αναθυμιάσεις δεν χρειάζεται να στο πω εγώ, καταλαβαίνεις, ή μήπως δεν καταλαβαίνεις;»
Δεν είπα τίποτα, δεν ήξερα τι να του πω.
«Αν κάποτε πεθάνει αυτός ο υπολογιστής θα τον πετάξω στη θάλασσα» είπε ο Pirandello, “αυτό θα κάνω, να ‘σαι σίγουρος».
«Καλά» είπε μετά πετώντας όλα εκείνα τα διαφημιστικά στα σκουπίδια, «ήθελα να ‘ξερα, δεν λυπούνται τα δέντρα;»
«Γιατί δεν τα πετάς τουλάχιστον στην ανακύκλωση;» ρώτησα.
Ο Pirandello γύρισε ξαφνιασμένος και με κοίταξε, «ποια ανακύκλωση; Νομίζεις πως πηγαίνει τίποτα απ’ αυτή τη χαρτούρα στην ανακύκλωση;»
Δεν είπα τίποτα, τι να πω;
«Μόνο τις μπαταρίες ανακυκλώνουν απ’ ό,τι ξέρω… κι ούτε κι αυτό θα ‘καναν αν δεν είχαν κέρδος, αυτό ξέρω εγώ» είπε και πέταξε και τα υπόλοιπα.
“Αυτός δεν είναι λόγος να μην συμβάλουμε όπως μπορούμε για να σώσουμε το περιβάλλον” είπα εγώ.
«Ναι, ξέρω» έκανε ο Pirandello, “ανακύκλωση, αναδάσωση, αιολική ενέργεια, υβριδικά αυτοκίνητα, μεθάνιο από τα απόβλητα των χοίρων, εξευγενισμένο καύσιμο… τα ξέρω αυτά. Πριν απ’ αυτά όμως φροντίσαμε να κάνουμε την τρύπα του όζοντος, το θερμοκήπιο, κάναμε το κλίμα άνω – κάτω, κάψαμε ό,τι υπήρχε και δεν υπήρχε και τώρα φροντίζουμε να πετάξουμε τα σκουπίδια μας χωριστά, αλλού τα γυαλιά, αλλού τα χαρτιά, αλλού τα πλαστικά… αξιόλογη προσπάθεια, δεν λέω αλλά νομίζεις πώς υπάρχει επιστροφή;»
Πριν σκεφτώ κάτι να απαντήσω, εκείνος είχε πάει μπροστά στον υπολογιστή, «να, αυτός ο υπολογιστής» είπε, «πες πως τον πετάω στην ανακύκλωση, ξέρεις τι ακριβώς γίνεται;»
Δεν ήξερα.
«Τον παίρνουν λοιπόν, μαζί μ’ αυτόν που θα πετάξεις εσύ κι όλοι οι άλλοι και τους λιώνουν σε μεγάλα καζάνια για ν’ αποσπάσουν τα ευγενή μέταλλα, αυτό γίνεται. Κι αυτή η δουλειά γίνεται από μικρά παιδιά, κάπου στην Κίνα, την κατά τα άλλα πολιτισμένη που έκανε κι Ολυμπιακούς αγώνες και πιστεύει στο αθλητικό ιδεώδες, στο πνεύμα και τον άνθρωπο. Το τι γίνονται τα παιδιά αυτά που εισπνέουν όλες αυτές τις αναθυμιάσεις δεν χρειάζεται να στο πω εγώ, καταλαβαίνεις, ή μήπως δεν καταλαβαίνεις;»
Δεν είπα τίποτα, δεν ήξερα τι να του πω.
«Αν κάποτε πεθάνει αυτός ο υπολογιστής θα τον πετάξω στη θάλασσα» είπε ο Pirandello, “αυτό θα κάνω, να ‘σαι σίγουρος».
Τρίτη 18 Νοεμβρίου 2008
Η σούπα του Pirandello
Ο pirandello αλατοπιπέρωσε κι ανακάτεψε άλλη μια φορά τη σούπα με την κουτάλα. Η μυρουδιά σου ‘σπαγε που λένε τη μύτη.
Θα χρειαστούμε σερβίτσιο για δώδεκα άτομα, είπε, έχουμε;
Τι θα χρειαστούμε, ρώτησα εγώ έκπληκτος.
Δώδεκα βαθιά, δώδεκα ρηχά και δώδεκα του φρούτου, είπε ο Pirandello, και ποτήρια νερού και κρασιού για δώδεκα άτομα, άρα εικοσιτέσσερα… με τα ανάλογα μαχαιροπήρουνα βέβαια.
Μα είμαστε μόνο τρία άτομα, είπα, τι τα θέλουμε τόσο πολλά πιάτα;
Ο Pirandello έκανε μια στροφή γύρω απ’ τον εαυτό του και με μια κίνηση που θεώρησε χαριτωμένη μου παρέδωσε την κουτάλα.
Ορίστε, είπε, ανέλαβε εσύ.
Μα, είπα, εγώ δεν ξέρω να μαγειρεύω.
Ούτε εγώ ξέρω φίλε μου, έκανε ο Pirandello, είναι όπως τα πιάτα, ούτε δώδεκα πιάτα χρειαζόμαστε… αλλά, άμα δεν υπερβάλουμε πώς θα κάνουμε όμορφα αυτά τα ασήμαντα;
Θα χρειαστούμε σερβίτσιο για δώδεκα άτομα, είπε, έχουμε;
Τι θα χρειαστούμε, ρώτησα εγώ έκπληκτος.
Δώδεκα βαθιά, δώδεκα ρηχά και δώδεκα του φρούτου, είπε ο Pirandello, και ποτήρια νερού και κρασιού για δώδεκα άτομα, άρα εικοσιτέσσερα… με τα ανάλογα μαχαιροπήρουνα βέβαια.
Μα είμαστε μόνο τρία άτομα, είπα, τι τα θέλουμε τόσο πολλά πιάτα;
Ο Pirandello έκανε μια στροφή γύρω απ’ τον εαυτό του και με μια κίνηση που θεώρησε χαριτωμένη μου παρέδωσε την κουτάλα.
Ορίστε, είπε, ανέλαβε εσύ.
Μα, είπα, εγώ δεν ξέρω να μαγειρεύω.
Ούτε εγώ ξέρω φίλε μου, έκανε ο Pirandello, είναι όπως τα πιάτα, ούτε δώδεκα πιάτα χρειαζόμαστε… αλλά, άμα δεν υπερβάλουμε πώς θα κάνουμε όμορφα αυτά τα ασήμαντα;
Κυριακή 16 Νοεμβρίου 2008
Η βία κι ο pirandello
-Τι είναι η βία;
-Η ΒΙΑ; Συμπεριφορά δεν είναι;
-Ναι, νομίζω πως είναι και συμπεριφορά. Νομίζω πως είναι και θέση, είναι εξουσία, είναι απειλή, είναι φόβος, είναι εκδίκηση, είναι δύναμη, είναι αδυναμία, είναι μίσος, είναι κατωτερότητα, είναι σύμπλεγμα, είναι αντίδραση, είναι απελπισία, είναι αναγκαιότητα, είναι πολλά πράγματα.
-Κι η συναισθηματική βία;
-Ναι, είναι κι αυτή.
-Και το να θέλει κάποιος ν’ αλλάξει τον εαυτό του, δεν είναι μια βίαιη πράξη;
-Το να κάνεις κάτι τέτοιο χρειάζεται κότσια, δεν φτάνει μόνο να το λες. Κότσια χρειάζονται όλα. Το ν’ αλλάξεις τι ζωή σου δεν είναι μια φυσική πράξη, δεν είναι ρίχνω νερό στα μούτρα μου το πρωί.
Βάζεις τον εαυτό σου απέναντι και τον πυροβολείς.
-Η ΒΙΑ; Συμπεριφορά δεν είναι;
-Ναι, νομίζω πως είναι και συμπεριφορά. Νομίζω πως είναι και θέση, είναι εξουσία, είναι απειλή, είναι φόβος, είναι εκδίκηση, είναι δύναμη, είναι αδυναμία, είναι μίσος, είναι κατωτερότητα, είναι σύμπλεγμα, είναι αντίδραση, είναι απελπισία, είναι αναγκαιότητα, είναι πολλά πράγματα.
-Κι η συναισθηματική βία;
-Ναι, είναι κι αυτή.
-Και το να θέλει κάποιος ν’ αλλάξει τον εαυτό του, δεν είναι μια βίαιη πράξη;
-Το να κάνεις κάτι τέτοιο χρειάζεται κότσια, δεν φτάνει μόνο να το λες. Κότσια χρειάζονται όλα. Το ν’ αλλάξεις τι ζωή σου δεν είναι μια φυσική πράξη, δεν είναι ρίχνω νερό στα μούτρα μου το πρωί.
Βάζεις τον εαυτό σου απέναντι και τον πυροβολείς.
Σάββατο 15 Νοεμβρίου 2008
Η χαρά της ζωής κι οι κουταμάρες του Pirandello
Ας ξεχάσουμε λοιπόν πως υπάρχουν άλλοι, είπε ο pirandello, ας υποθέσουμε πως τώρα δεν μας ακούει κανείς.
«Μα δεν μας ακούει κανείς» σκέφτηκα να του πω αλλά τον άφησα να ολοκληρώσει τη σκέψη του γιατί γίνεται θηρίο άμα τον διακόπτω.
Ξέρω τι σκέφτεσαι, μου είπε, ναι όντως υπάρχουν δυο – τρεις που μπαίνουν και διαβάζουν εδώ αλλά δεν εννοώ αυτό, πρότεινα μια υπόθεση εργασίας, τι μπορεί να πει κάποιος, τι σκέφτεται όταν ξέρει πως δεν τον ακούει κανείς.
Εγώ δακτυλογραφούσα τι έλεγε.
Σκέφτομαι λοιπόν, συνέχισε, πως ακόμα κι έτσι, αν υποθέσουμε πως ό,τι λέω εδώ το λέω για να το ακούσω εγώ, πάλι δεν θα έλεγα τίποτα
Γύρισε να δει αν τον ακούω. Εγώ του έκανα νόημα ότι τον παρακολουθώ.
Δεν θα έλεγα τίποτα γιατί αν δεν απευθύνεις τις σκέψεις σου σε κάποιον άλλον, δεν έχει κανένα νόημα το να τις λες.
Ωραία, είπα, και πού καταλήγουμε;
Καταλήγουμε πως θα ήταν υποκρισία να ισχυριζόμασταν κάτι τέτοιο.
Δεν μπορούσα να καταλάβω τι νόημα είχε μια τέτοια κουβέντα.
Ο Pirandello κατάλαβε, εννοώ, είπε, πως δεν γράφει κανένας για τον εαυτό του, πως υπάρχει πάντα κάποια σκοπιμότητα, ασυνείδητα ίσως αλλά υπάρχει, βασικά γνωστοποιώντας τις θέσεις μας αποβλέπουμε στο να μας παραδεχθεί κάποιος, να τον εντυπωσιάσουμε, να τον γοητεύσουμε αν θες.
Εγώ είχα σταματήσει να δακτυλογραφώ και τον κοίταζα.
Ναι, έκανε ο Pirandello, αν σκέφτεσαι πως δεν έχει κανένα νόημα αυτή η κουβέντα έχεις απόλυτο δίκιο.
Πήρε μετά το λουρί του σκύλου και κατευθύνθηκε προς την πόρτα. Το σκυλί έτρεξε κοντά του κουνώντας χαρούμενα την ουρά του.
Αυτή είναι η χαρά της ζωής, είπε ο Pirandello κι έσκυψε και χάιδεψε το σκυλί.
Θα βγω, είπε μετά, δεν υπάρχει κανένας λόγος να κάθομαι εδώ μέσα και να λέω όλες αυτές τις κουταμάρες.
«Μα δεν μας ακούει κανείς» σκέφτηκα να του πω αλλά τον άφησα να ολοκληρώσει τη σκέψη του γιατί γίνεται θηρίο άμα τον διακόπτω.
Ξέρω τι σκέφτεσαι, μου είπε, ναι όντως υπάρχουν δυο – τρεις που μπαίνουν και διαβάζουν εδώ αλλά δεν εννοώ αυτό, πρότεινα μια υπόθεση εργασίας, τι μπορεί να πει κάποιος, τι σκέφτεται όταν ξέρει πως δεν τον ακούει κανείς.
Εγώ δακτυλογραφούσα τι έλεγε.
Σκέφτομαι λοιπόν, συνέχισε, πως ακόμα κι έτσι, αν υποθέσουμε πως ό,τι λέω εδώ το λέω για να το ακούσω εγώ, πάλι δεν θα έλεγα τίποτα
Γύρισε να δει αν τον ακούω. Εγώ του έκανα νόημα ότι τον παρακολουθώ.
Δεν θα έλεγα τίποτα γιατί αν δεν απευθύνεις τις σκέψεις σου σε κάποιον άλλον, δεν έχει κανένα νόημα το να τις λες.
Ωραία, είπα, και πού καταλήγουμε;
Καταλήγουμε πως θα ήταν υποκρισία να ισχυριζόμασταν κάτι τέτοιο.
Δεν μπορούσα να καταλάβω τι νόημα είχε μια τέτοια κουβέντα.
Ο Pirandello κατάλαβε, εννοώ, είπε, πως δεν γράφει κανένας για τον εαυτό του, πως υπάρχει πάντα κάποια σκοπιμότητα, ασυνείδητα ίσως αλλά υπάρχει, βασικά γνωστοποιώντας τις θέσεις μας αποβλέπουμε στο να μας παραδεχθεί κάποιος, να τον εντυπωσιάσουμε, να τον γοητεύσουμε αν θες.
Εγώ είχα σταματήσει να δακτυλογραφώ και τον κοίταζα.
Ναι, έκανε ο Pirandello, αν σκέφτεσαι πως δεν έχει κανένα νόημα αυτή η κουβέντα έχεις απόλυτο δίκιο.
Πήρε μετά το λουρί του σκύλου και κατευθύνθηκε προς την πόρτα. Το σκυλί έτρεξε κοντά του κουνώντας χαρούμενα την ουρά του.
Αυτή είναι η χαρά της ζωής, είπε ο Pirandello κι έσκυψε και χάιδεψε το σκυλί.
Θα βγω, είπε μετά, δεν υπάρχει κανένας λόγος να κάθομαι εδώ μέσα και να λέω όλες αυτές τις κουταμάρες.
Παρασκευή 14 Νοεμβρίου 2008
Η πολιτική κι ο pirandello

Καταλαβαίνω ότι η παγκόσμια οικονομία βρίσκεται σε κρίση, είπε ο Pirandello, και προσωπικά δεν περιμένω τίποτα απ’ τον Obama. Να πω την αλήθεια δεν περιμένω τίποτα από κανέναν, δεν είμαι ηλίθιος.
Έσβησε το τσιγάρο του νευρικά στο τασάκι, πήρε ένα άλλο απ’ τη γαλάζια γαβάθα και το άναψε.
Για λίγη ώρα έμεινε αμίλητος, «ή το ξέχασε ή του πέρασε» σκέφτηκα.
Αν είναι δυνατόν, είπε, ν’ ασχολείται όλος ο κόσμος για το κόκκινο φουστάνι της πρώτης κυρίας, αυτό μας ενδιαφέρει; Ή αν η κόρη του Προέδρου είναι αλλεργική στα σκυλιά; Και τι ευφυολόγημα κι αυτό με το ημίαιμο, θα υιοθετήσει, λέει, σκυλάκι ο Πρόεδρος αλλά πρέπει να είναι ημίαιμο σαν κι αυτόν… ή ότι η κυρία Προέδρου πηγαίνει μόνη τα παιδιά της σχολείο… τι γελοιότητες.
«Αυτό ήταν « σκέφτηκα, «ξεθύμανε».
Κι όχι τίποτα, συνέχισε ο Pirandello, συνέχεια ακούς πως θ’ αλλάξουν τα πράγματα, για ποιόν θ’ αλλάξουν τα πράγματα; Θα ‘ρθει μήπως ο Obama εδώ; Τι τον νοιάζει τον εκάστοτε Αμερικανό Πρόεδρο το τι γίνεται εδώ; Είμαστε τελικά τόσο ηλίθιοι;
Την έχω χεσμένη την πολιτική, είπε στο τέλος, εντελώς όμως.
http://www.youtube.com/watch?v=8-SAb_-bIEQ
YouTube - glory अल्लेलुइअ
Έσβησε το τσιγάρο του νευρικά στο τασάκι, πήρε ένα άλλο απ’ τη γαλάζια γαβάθα και το άναψε.
Για λίγη ώρα έμεινε αμίλητος, «ή το ξέχασε ή του πέρασε» σκέφτηκα.
Αν είναι δυνατόν, είπε, ν’ ασχολείται όλος ο κόσμος για το κόκκινο φουστάνι της πρώτης κυρίας, αυτό μας ενδιαφέρει; Ή αν η κόρη του Προέδρου είναι αλλεργική στα σκυλιά; Και τι ευφυολόγημα κι αυτό με το ημίαιμο, θα υιοθετήσει, λέει, σκυλάκι ο Πρόεδρος αλλά πρέπει να είναι ημίαιμο σαν κι αυτόν… ή ότι η κυρία Προέδρου πηγαίνει μόνη τα παιδιά της σχολείο… τι γελοιότητες.
«Αυτό ήταν « σκέφτηκα, «ξεθύμανε».
Κι όχι τίποτα, συνέχισε ο Pirandello, συνέχεια ακούς πως θ’ αλλάξουν τα πράγματα, για ποιόν θ’ αλλάξουν τα πράγματα; Θα ‘ρθει μήπως ο Obama εδώ; Τι τον νοιάζει τον εκάστοτε Αμερικανό Πρόεδρο το τι γίνεται εδώ; Είμαστε τελικά τόσο ηλίθιοι;
Την έχω χεσμένη την πολιτική, είπε στο τέλος, εντελώς όμως.
http://www.youtube.com/watch?v=8-SAb_-bIEQ
YouTube - glory अल्लेलुइअ
Πέμπτη 13 Νοεμβρίου 2008
Το τίποτα του pirandello
Ο Pirandello δεν είχε να γράψει τίποτα σήμερα. Είχε πολλά στο μυαλό του, είπε.
Πηγαινοερχόταν σαν το θηρίο στο κλουβί, μέχρι που ήρθε και στάθηκε από πάνω μου να δει τι έγραφα.
Αυτά τα δυο είναι οξύμωρα, είπε μετά.
Πηγαινοερχόταν σαν το θηρίο στο κλουβί, μέχρι που ήρθε και στάθηκε από πάνω μου να δει τι έγραφα.
Αυτά τα δυο είναι οξύμωρα, είπε μετά.
Τετάρτη 12 Νοεμβρίου 2008
Ο φόβος του Pirandello
Ο pirandello άνοιξε τα μάτια του και κοίταξε για ώρα τον ουρανό του κρεβατιού.
Εκείνος παρέμενε ασάλευτος.
Ονειρεύομαι ακόμα, είπε και έτριψε τα μάτια του. Ο ουρανός εξαφανίστηκε κι απ’ το άλλο δωμάτιο ακούστηκε η τηλεόραση που έπαιζε.
Ο Pirandello σηκώθηκε φροντίζοντας να μην κάνει θόρυβο. Μετά έκανε ό,τι έκανε κάθε μέρα, έφτιαξε καφέ, κάθισε στο τραπέζι του, άνοιξε τον υπολογιστή και διάβασε τα e-mail του.
Κοίταξε για λίγο την τηλεόραση. Είχε μείνει ανοιχτή απ’ τη νύχτα, ανακυκλώνοντας την αηδία της.
Φοβάμαι πως στην ουσία το ίδιο κάνουμε όλοι, είπε και την άφησε να παίζει.
Εκείνος παρέμενε ασάλευτος.
Ονειρεύομαι ακόμα, είπε και έτριψε τα μάτια του. Ο ουρανός εξαφανίστηκε κι απ’ το άλλο δωμάτιο ακούστηκε η τηλεόραση που έπαιζε.
Ο Pirandello σηκώθηκε φροντίζοντας να μην κάνει θόρυβο. Μετά έκανε ό,τι έκανε κάθε μέρα, έφτιαξε καφέ, κάθισε στο τραπέζι του, άνοιξε τον υπολογιστή και διάβασε τα e-mail του.
Κοίταξε για λίγο την τηλεόραση. Είχε μείνει ανοιχτή απ’ τη νύχτα, ανακυκλώνοντας την αηδία της.
Φοβάμαι πως στην ουσία το ίδιο κάνουμε όλοι, είπε και την άφησε να παίζει.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
